Σελίδες

16.5.10

Τα απομεινάρια μιας μέρας

        Πάντα με αναστάτωναν οι επόμενες μέρες. Ανεξάρτητα από αυτό που έχει προηγηθεί, καλό ή κακό, τα απομεινάρια μιας μέρας περιέχουν ίσες δόσεις ημικρανίας, φασίνας, θανάτου και χαλάρωσης. Η χαλάρωση είναι επιθυμητή. Αρκεί να μην καταντά να γίνει τεμπελιά, όπως συχνά συμβαίνει σε μένα. Από τα άλλα τρία συστατικά, το πιο ενοχλητικό δεν είναι η ημικρανία. Αυτή αντιμετωπίζεται συνήθως εύκολα με τα θαυματουργά καραμελάκια παρακεταμόλης, μεφεναμικού ή άλλων πιο εξωτικών ουσιών. Δεν είναι ούτε η ιδέα του θανάτου, με τη μελαγχολία ότι κάτι σημαντικό τελείωσε και έφυγε μακριά. Η φασίνα είναι η πιο επώδυνη διαδικασία της επόμενης μέρας, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Γιατί δεν υπάρχει μόνο η κυριολεκτική φασίνα με σκούπες και ξεσκονόπανα, στην οποία πρέπει να συμμαζευτεί το σκηνικό στάβλου που ακολουθεί σημαντικά γεγονότα. Είναι μεταφορικά και η φασίνα του εαυτού, όταν μαζεύεις κομμάτια ψυχής και σώματος, προσπαθώντας να συναρμολογήσεις την ύπαρξή σου μετά από κάποιο κομβικό γεγονός. Με τρομάζουν και τα δύο είδη φασίνας, γι’ αυτό και δεν μου αρέσουν οι επόμενες μέρες.

       Η σημερινή είναι μια τέτοια επόμενη μέρα. Επόμενη μετά από κάτι ευχάριστο: ένα οικογενειακό δείπνο. Μια από αυτές τις συγκεντρώσεις, για τις οποίες ακόμα κι αν δεν έχει οριστεί η ακριβής ημερομηνία, ξέρεις πάντα πως σε περιμένουν σε κάποια γωνιά έτοιμες να προκύψουν. Ξέρεις ακόμα ότι πρέπει από καιρό σε καιρό να τις ανταποδώσεις κι εσύ, αν δεν θέλεις να χαρακτηριστείς ανοικοκύρευτος, ακοινώνητος ή σνομπ.

     Χθες ήταν τα γενέθλιά μου. Μετά από αρκετά χρόνια, είπα κι εγώ να καλέσω στο σπίτι τους κοντινούς συγγενείς. Μια και μέχρι τώρα δεν έχω παντρευτεί, δεν υπάρχουν πολλές άλλες ευκαιρίες όπως γενέθλια παιδιών, επέτειος γάμου ή άλλα τέτοια συγκινητικά, για να δικαιολογήσουν τη συνάθροιση της ευρύτερης οικογένειας στο τριάρι όπου κατοικώ. Η ονομαστική εορτή είναι μια πονεμένη ιστορία. Με το όνομα Φεβρωνία, που μου έδωσε η νονά μου μετά από γόνιμη συνεργασία με τους γονείς μου-εξίσου ασυνήθιστο με το παράξενο όνομα Ραμάνθυς Ερέβους που διάβαζα σε ένα βιβλίο-δεν μπορώ να απαιτήσω από συγγενείς και φίλους να με θυμούνται στη γιορτή μου. Για να πω την αλήθεια, αν μπορούσα, θα το ξεχνούσα κι εγώ και θα υιοθετούσα δια παντός το Φοίβη, που χρησιμοποιώ στην ανεπίσημη καθημερινότητά μου.

       Τα τεσσαρακοστά γενέθλια είναι οπωσδήποτε ένα κομβικό γεγονός. Σύμφωνα με τις διεθνείς στατιστικές, αφορίζουν περίπου τη μέση της ζωής μιας σύγχρονης γυναίκας. Έτσι πρέπει να το είδαν και οι προσκεκλημένοι θείοι, θείες και εξαδέλφια που κατέφθασαν χθες βράδυ ολάνθιστοι με γλάστρες, ανθοδέσμες και λουλουδάτα φορέματα. Μαζεύτηκαν είκοσι άτομα. Το μικρό μου καθιστικό έμοιαζε με αίθουσα αναμονής υπουργείου. Όσοι είχαν προλάβει να καθίσουν στους δυο καναπέδες, τον μικρό και τον μεγάλο, δεν τολμούσαν να σηκωθούν, μην τυχόν και χάσουν τη θέση τους. Οι υπόλοιποι πηγαινοέρχονταν πέρα-δώθε στα εξήντα τετραγωνικά συζητώντας περί ανέμων και υδάτων.

      Το φαγητό ήταν παραγγελία από την ταβέρνα του Νικήτα. Δοκιμασμένο και αποδεδειγμένα καλό. Εγώ είχα φτιάξει μόνο τις σαλάτες. Κρασί έφερε μπόλικο ο θείος Μάνθος από το κτήμα του στα Μεσόγεια. Η ατμόσφαιρα αρχικά ήταν χλιαρή. Οι θείες έκαναν αναγνωριστικές ερωτήσεις μεταξύ τους, λες και συναντιούνταν για πρώτη φορά, ενώ οι θείοι ανακάτευαν τα ράφια με τα ποτά και τους δίσκους. Δεν ξέρω τι μπορεί να έψαχναν. Έχω μεγάλη συλλογή και από τα δύο είδη, αλλά όχι από αυτά που πιθανολογώ ότι τους αρέσουν. Γρήγορα όμως το κέφι έγινε μεγαλύτερο και άρχισαν τα πειράγματα και τα αστεία. Βοήθησε σίγουρα και το κρασί του θείου Μάνθου. Μετά το φαγητό και το γλυκό, η παρέα βάρυνε και τα γέλια λιγόστεψαν. Έμεινε η μουσική, ένα σι-ντί με αρχοντορεμπέτικα που έφερνε πάντα μαζί του ο θείος Γιάννης, να ντύνει μελωδικά την οικογενειακή λειτουργία της πέψης.

      Δεν έσβησα κεράκια. Το θεώρησα μεγάλη δοκιμασία να προσπαθήσω να αφανίσω σαράντα φλογίτσες με το ένα και μοναδικό φύσημα που δικαιούνταν τα μισοχαλασμένα από τον καπνό πνευμόνια μου. Γύρω στις δώδεκα, η γιορτή είχε πρακτικά τελειώσει και μέχρι τις δωδεκάμισι, είχαν φύγει και οι τελευταίοι καλεσμένοι. Δεν μάζεψα τίποτα το βράδυ. Έπεσα κατευθείαν στο κρεβάτι, για να συγκεντρώσω δυνάμεις για την επόμενη μέρα.

     Σήμερα ξύπνησα νωρίς με το πρώτο συστατικό της επόμενης μέρας, την ημικρανία. Κατάπια μηχανικά ένα πονστάν και έριξα μια πανοραμική ματιά, τέτοια που θα ζήλευε και η Nelly, στο ανάστατο σπίτι. Το δεύτερο συστατικό της επόμενης μέρας, η φασίνα, μόλις άρχιζε.

      Είμαι σίγουρη ότι και να μην είχα παρευρεθεί στο τραπέζι, την επόμενη μέρα θα καταλάβαινα ποιος είχε έρθει και πού είχε καθίσει. Δεν ήταν λόγου χάρη δύσκολο να μαντέψω από τα στριφτά αποτσίγαρα στο τασάκι, ότι στην άκρη του μεγάλου καναπέ καθόταν ο εξάδελφός μου ο Πάνος. Μανιώδης καπνιστής και αμετανόητος ροκάς, παρόλο που είχε προ πολλού πατήσει τα πενήντα. Κυκλοφορούσε με τσόπερ μηχανή, μπότες με σπιρούνια, δερμάτινο μπουφάν και ξεβαμμένο τζιν. Άλλες φορές στα οικογενειακά τραπέζια συνοδευόταν κάθε φορά και από διαφορετική κοπέλα, τουλάχιστον κατά μία εικοσαετία νεότερη, προκαλώντας τα σχόλια της οικογένειας που τον είχε κατατάξει στα άσωτα στελέχη της. Στην ίδια βέβαια κατηγορία ανήκα κι εγώ, αφού στα σαράντα ξεσκόνιζα ακόμα το ράφι μου. Από την κατηγορία αυτή είχε οριακά ξεφύγει η Ασημίνα, η αδελφή του Πάνου. Παντρεύτηκε έναν χήρο, είκοσι χρόνια μεγαλύτερό της. Μετά από δύο χρόνια αναγκαστικής συνύπαρξης, ο πρώην χήρος απεβίωσε μεταβιβάζοντάς της τον τίτλο, αφού όμως πρόλαβε να την γλιτώσει από τον απείρως βαρύτερο τίτλο της γεροντοκόρης. Μάζεψα το ποτήρι με τα ίχνη από το κραγιόν της Ασημίνας. Κολλημένο δίπλα στο τασάκι του Πάνου, όπως κολλημένοι ήταν πάντα οι δυο τους, παρά τις φαινομενικά μεγάλες διαφορές τους.

      Η Αλεξάνδρα και ο εξάδελφός μου ο Πέτρος με τα παιδιά τους είχαν πιάσει μόνοι τους τον μικρό καναπέ. Αυτό θα μπορούσε κανείς εύκολα και να το συμπεράνει από τα χιλιοτριμμένα τσιπς που είχαν επενδύσει με σχεδόν ιμπρεσιονιστικό ύφος τις πτυχές του καναπέ. Όλη η οικογένεια μασούλαγε τσιπς. Όχι μόνο στα τραπέζια, αλλά και στο σπίτι τους. Και έξω. Στο σινεμά, στο θέατρο, στη στάση του λεωφορείου. Κατά διαβολική σύμπτωση, το επώνυμο της Αλεξάνδρας ήταν Τσακίρη. Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε, αν η οικογενειακή αυτή τρέλα για τα τσιπς πήγαζε από τη θέα του επώνυμου της μητέρας στις πολύχρωμες συσκευασίες που γέμιζαν τα ντουλάπια της κουζίνας. Κάτι σαν καταξίωση που δεν φαινόταν πιθανό να έρθει με άλλο τρόπο.

      Ο θείος Γιάννης είχε πάλι ανακατέψει τη δισκοθήκη μου και είχε φτιάξει στοίβες από σι-ντι στο τραπέζι. Τον αγαπούσα πολύ και ήταν ίσως ο μόνος από την οικογένεια με τον οποίο είχα να πω κάτι παραπάνω από τα συνηθισμένα τυπικά. Συχνά-πυκνά μου έφερνε βιβλία και δίσκους που του άρεσαν για να του πω τη γνώμη μου. Η θεία Βασιλική τον στραβοκοίταζε. Η ίδια διάβαζε μόνο τα γυναικεία περιοδικά στο κομμωτήριο όπου πήγαινε τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. «Η γυναίκα μου ενσαρκώνει άριστα την ηρωίδα της Κατερίνας Γώγου: όμορφη, έξυπνη κι ενημερωμένη στα κοινά», την πείραζε ο θείος Γιάννης. Δεν νομίζω ότι η ίδια γέλασε ποτέ με αυτό το αστείο.



       Εδώ και δύο χρόνια, έλειπε από τις επόμενες μέρες των οικογενειακών τραπεζιών το κατακόκκινο πακέτο Santé του θείου Τάκη. Ο θείος αυτός ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός της μητέρας μου και πρακτικά ο πιο αγαπημένος όλων των μελών της οικογένειας. Συνταξιούχος καπετάνιος, κοσμογυρισμένος. Είχε να διηγηθεί από μια καταπληκτική ιστορία για κάθε περίσταση. Οι διηγήσεις του άρχιζαν συνήθως μετά το φαγητό. Ευωδίαζαν χαρμάνια της Ανατολής, κανέλλα και εξωτικά λουλούδια. Ήταν συνήθως πιπεράτες, γι’ αυτό και όταν εμείς τα παιδιά ήμαστε μικρότερα, μας έστελναν να παίξουμε σε άλλο δωμάτιο. Σε κάποιο ταξίδι του στην Αργεντινή, ο θείος είχε αγαπήσει παθιασμένα μια καλλονή. Ξεμπάρκαρε και έμεινε μαζί με τη Μαρία-Ντολόρες για μερικούς μήνες. Αυτοί οι μήνες αντιπροσώπευαν για το θείο ολόκληρη τη ζωή του. Χώρισαν μετά και ο θείος μπήκε πάλι στο καράβι και έκανε να ξανακατέβει στη στεριά τρία ολόκληρα χρόνια. Αυτός ο θείος ήταν η ψυχή των οικογενειακών συναντήσεων. Στα νιάτα του ήταν πολύ όμορφος άντρας, όπως μπορούσαμε εμείς οι μικρότεροι να δούμε στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες των οικογενειακών λευκωμάτων. Έφυγε νωρίς από την κακιά αρρώστια στα πνευμόνια, παίρνοντας μαζί του και την ξανθιά κοπέλα του πακέτου, αφού δεν μπορούσε να έχει τη λατρεμένη του Μαρία-Ντολόρες. Παρότι είχαν περάσει κιόλας τρία χρόνια από το θάνατό του, συνέχιζε να είναι ως ει παρών στις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Μετά το φαγητό, όλο και κάποιος τον μνημόνευε: «αυτό θα έλεγε ο Τάκης» ή «θυμάστε εκείνη την ιστορία του Τάκη;»

      Η απουσία του θείου Τάκη εξασφάλιζε τη δόση θανάτου στα συστατικά της επόμενης μέρας των οικογενειακών τραπεζιών. Και ήταν βέβαιο ότι για όσα χρόνια θα ζούσαν αυτοί που τον είχαν γνωρίσει, το συστατικό αυτό θα ήταν πάντα μέσα στη συνταγή.

     Μάζεψα και τα τελευταία ποτήρια από το τραπεζάκι του καθιστικού. Τώρα ήταν όλα τακτικά βαλμένα μέσα στο πλυντήριο πιάτων, έτοιμα να πλυθούν και να γυαλιστούν για το επόμενο τραπέζι. Πότε θα ήταν αυτό; Στα πενήντα; Στα εξήντα; Και ποιοι άραγε θα έρχονταν;

    Έβαλα την ταμπλέτα του απορρυπαντικού, έκλεισα την πόρτα του πλυντηρίου και γύρισα το διακόπτη στην ένδειξη της πλύσης στους 65 βαθμούς Κελσίου. Ο υπόκωφος θόρυβος της μηχανής ξεκίνησε. Γύρισα στο καθιστικό και άνοιξα το ραδιόφωνο. Τρίτο σταθερά. Αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι. Ούτε παραγγελία να το είχα κάνει. Πήρα το ΒΗΜΑ της Κυριακής από το τραπέζι και ξάπλωσα κατά μήκος του μεγάλου καναπέ. Ώρα για χαλάρωση, ανακοίνωσα νοερά στον ταλαιπωρημένο από τα τρία άλλα συστατικά εαυτό μου.

    Από τα ηχεία, ο Γιώργος Μαρίνος τραγουδούσε γλυκά, με σχεδόν εφηβική αθωότητα:

     «…Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά…»

    Κοίταξα έξω στο μπαλκόνι. Δεν πάνε μέρες που διαπίστωσα ότι τα χελιδόνια είχαν αρχίσει να φτιάχνουν μια φωλίτσα στη γωνιά που σχημάτιζε το μπαλκόνι με την τέντα. Έλεγα να την χαλάσω. Θα φέρει ανακατωσούρα και βρωμιά. Μήπως όμως καλύτερα να την αφήσω;

5 σχόλια:

ippoliti_ippoliti είπε...

Χρόνια πολλά επιθυμώ να ευχηθώ, με φασίνες πολλές, χρόνια γεμάτα ως εσύ κι οι αγαπημένοι που εκτιμάς τα εννοείς.

ΜAΡΙΑ ΔΡΙΜΗ είπε...

Για του λόγου το αληθές, ούτε γενέθλια είχα χθες, ούτε σαράντα χρονών είμαι πια (δυστυχώς!), ούτε Φεβρωνία με λένε (ευτυχώς!). Πάντως, όπως και νά'ναι, ευχαριστώ πολύ-πολύ! Οι ευχές είναι πάντα ευχές!!!

Α.ΣΤΕΓΟΣ είπε...

Να την αφήσεις τη φωλιά! Το ίδιο χελιδόνι δεν πρόκειται να `ρθει την επόμενη άνοιξη... Μα `ρθει η ίδια η Άνοιξη, ξανά και ξανά!

Τέτοια κείμενα κρατούν την ελπίδα ζωντανή. Να το πείτε στην Φεβρωνία, μόλις την συναντήσετε...

Μικρές ανάσες είπε...

Τη φωλιά να μη τη χαλάσεις. Η μαμά μου έλεγε πως είναι γούρι για το σπίτι, τα πουλιά νιώθουν ασφάλεια και φέρνουν τα μικρά τους εκεί...

Δεν ξέρω αν είχε δίκαιο αλλά μου αρέσει να το σκέφτομαι έτσι...

Κωνσταντίνος Ριγελιανός είπε...

ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ κείμενο με το τέλος να απογειώνει την αίσθηση. Αφήνει μια εντυπωσιακά πικρόγλυκη γεύση στο τέλος με το γλυκό να μένει τόσο παραπάνω, όσο χρειάζεται για ένα χαμόγελο!