Σελίδες

26.12.11

Αν δεν προλάβεις να πεθάνεις νέος, πεθαίνεις νάνος



Στη μνήμη του Αργύρη Χιόνη

Τις αληθινά όμορφες γραφές δεν χρειάζεται να τις ψάξεις πολύ∙ σε βρίσκουν εκείνες από μόνες τους. Μερικές φορές δεν ξέρεις καν ποιος είναι ο δημιουργός τους∙ είναι τόσο ζωντανές, που στέκουν όρθιες χωρίς τη βοήθειά του. Έτσι είχε περάσει από δίπλα μου, σχεδόν είκοσι χρόνια πριν, το «Ωραίο καλοκαίρι» των αδελφών Κατσιμίχα, ένα ονειρικό τραγούδι, στο οποίο συμμετείχε και ο Πασχάλης. Περίεργος συνδυασμός, περίεργα γοητευτικοί μου είχαν φανεί οι στίχοι. Ένας παππούς κάνει αμμόλουτρα∙τον ξεχνάνε θαμμένο στην άμμο και όταν τον αναζητούν μετά από μέρες, σηκώνουν το καπέλο του κι αυτός δεν είναι από κάτω. Ένα παιδί δαρμένο γίνεται αχινός∙ οι γονείς του τρώνε την καρδιά του με μαχαίρι και πιρούνι χωρίς να τρυπηθούν. Ένα κυνηγημένο σκυλί τρώει πρώτα την ουρά του, ύστερα το κορμί του και μένει μόνο το κεφάλι του γλειμμένο πάνω στα βότσαλα. Το όνομα του στιχουργού, Αργύρης Χιόνης, δεν μου έλεγε τίποτα όταν άκουσα για πρώτη φορά αυτό το υπέροχο τραγούδι και με τον καιρό είχα πια λησμονήσει εντελώς σε ποιον ανήκαν αυτοί οι καταπληκτικοί στίχοι.
Καμιά δεκαπενταριά χρόνια αργότερα, σε κάποιο βιβλιοπωλείο, έπεσε στα χέρια μου ένα μικρό βιβλίο. Με τράβηξε ο τίτλος: «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες». Ξεφυλλίζοντάς το, δεν μπορούσα να καταλάβω σε ποιο είδος γραφής ανήκε. Αργύρης Χιόνης, ο μυστηριώδης συγγραφέας του. Ήταν μικρά διηγήματα; Ήταν παραμύθια για μεγάλους; Η σελίδα των περιεχομένων μου φάνηκε από μόνη της ένα ποίημα. Να γράφεις στα χώματα…. Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει, μέχρι που ανακάλυψε έναν καινούριο κόσμο και τον έχασε… Η ζωοποιός κρεατομηχανή… Άφησα και ξαναπήρα το βιβλίο από τον πάγκο του βιβλιοπωλείου αρκετές φορές εκείνη την ημέρα, μαδώντας λες μια αόρατη μαργαρίτα, μέχρι που τα πέταλά της αποφάσισαν ότι έπρεπε να το αγοράσω. Γυρίζοντας με το μετρό, το διάβασα μονορούφι. Μου έφερε στο νου τα «Μαύρα παραμύθια» του Γιώργου Μανιώτη, ένα άλλο βιβλίο που με είχε εκπλήξει ευχάριστα στα φοιτητικά μου χρόνια. Διάβασα στο ένα αυτί του εξώφυλλου για τον περίεργο συγγραφέα που ζούσε στην ορεινή Κορινθία «καλλιεργώντας τη γη και την ποίηση».
Στη συνέχεια, έπαιρνα χωρίς δεύτερη σκέψη κάθε βιβλίο του Αργύρη Χιόνη που έβρισκα κάθε φορά μπροστά μου και το απολάμβανα φρέσκο, αμέσως μετά την απομάκρυνση από το ταμείο, όρθια περιμένοντας το τραμ ή το μετρό ή βαδίζοντας στο δρόμο και σκοντάφτοντας πάνω σε περαστικούς, ανύποπτους για όλα τα μαγικά γεγονότα που διαμείβονταν στις  πολύτιμες σελίδες των βιβλίων του Χιόνη. Στα «Όντα και μη όντα», είχα σαστίσει όχι τόσο με όλα τα περίεργα, συμβολικά πλάσματα που είχε γεννήσει η ευρηματική φαντασία του Χιόνη, όσο με τον Αργεντινό ποιητή Esteban Argentea Nieve, ένα υπαρκτό πρόσωπο ή έναν ετερώνυμο του ίδιου του Χιόνη, κάτι στο οποίο παρέπεμπε η απόδοση στα ελληνικά του ονόματος του Αργεντινού ποιητή. Μετά ήρθε το αριστουργηματικό «Υπόγειο».  Θυμάμαι να το διαβάζω άπληστα, δυο φορές μονοκοπανιά, περιμένοντας μια φίλη μου σε ένα καφέ  του Mall και όταν εκείνη ήρθε, να της το ξαναδιαβάζω ενθουσιασμένη σχεδόν ολόκληρο μία ακόμα φορά. Η «Φωνή της Σιωπής» του κυκλοφορεί από τότε που την πήρα σε όλο το σπίτι, σε κομοδίνα, κρεβάτια, γραφείο ή έρχεται μαζί μου σε τσάντες, σάκους ή στο χέρι, έτσι για παρέα. Ανοίγω μια τυχαία σελίδα και παίρνω μια τζούρα, έχοντας κάνει κανονική εξάρτηση στον ποιητικό κόσμο αυτού του αθόρυβου δημιουργού.
Οι φράσεις του, κανονικές προφητείες∙ ίσως έτσι απομονωμένος, σαν τον άνθρωπο ανάμεσα σ’ ουρανό και γη, να κοινωνούσε στ’ αλήθεια τα θεϊκά πράγματα. Στοχάζεται πάνω στην ανθρώπινη υπόσταση, ενταγμένη πάντα μέσα σε μια τραυματισμένη φύση που αντεπιτίθεται. Προειδοποιεί: θα’ ρθει μια μέρα που οι άνθρωποι θα μισήσουν τόσο τον εαυτό τους, ώστε θα σφίγγουν με τα χέρια το λαιμό τους και θα στραγγαλίζονται μονάχοι τους. Η ποίησή του κόβει με απαλές, αλλά βαθιές χαρακιές. Η ποίηση πρέπει να’ ναι/ Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο/ Πάνω που θα’ χεις γλυκαθεί/ Να σπας τα δόντια σου. Συχνά η αίσθηση που αφήνει η ποίησή του είναι αυτή η καρυωτακική απαισιοδοξία (Βαρύ φορτίο για τον άνθρωπο η ψυχή, αφάνταστα βαρύ για το τόσο αδύναμο σκαρί. Πάλι καλά που το ταξίδι δεν κρατά πολύ). Η σκέψη του, ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει την ανθρώπινη ύπαρξη μέχρι τα απώτερα περιθώριά της, είναι σχεδόν αναρχικός (είμαστε κάτι πτωματόμυγες/ απάνω στο κουφάρι του καιρού μας). Σκάβει μόνος του την ψυχή του, ψαρεύει μέσα της έχοντας τις λέξεις για «ψαροσκουλήκια», τη ματώνει και προσφέρει το αίμα της μετουσιωμένο σε στίχους. Εξάλλου, η ποίηση είναι ένα ποτήρι αδειανό που το γεμίζουμε με το αίμα μας και ύστερα το προσφέρουμε στους άλλους.
Δεν έχω ακόμα πιστέψει την απώλεια του Αργύρη Χιόνη. Κι αυτό γιατί δεν ξέρω αν πραγματικά υπήρχε άνθρωπος που μπορούσε να πλάθει τέτοιες ιστορίες, χρησμούς, προφητείες και φανταστικά όντα, που ήταν σα να είχαν βγει από χέρι θεού. Βέβαια, η αυστηρή δημογραφική καταγραφή επιβεβαιώνει την αναχώρησή του. Το σχετικό κορμί του «δεν μπόρεσε τον ακατάσχετο να σταματήσει καταρράχτη των ημερών» και «η νύχτα που καραδοκούσε» κέρδισε τελικά τη μάχη. Κι όμως, εμένα μου φαίνεται ότι ο Χιόνης ήταν οι ίδιες οι λέξεις του και αυτές είναι ακόμα ζωντανές. Τις ακούω και απόψε το βράδυ, να κραυγάζουν από τα ράφια της βιβλιοθήκης μου στην ίδια αμείωτη ένταση, τον ίδιο απεγνωσμένο φόβο, την απύθμενη τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα ποιήματά μου θα επιζήσουν/Του χεριού που τα γράφει/…Τα ποιήματά μου με ποιούν δεν τα ποιώ/…Τα μόνα ποιήματα που ποίησα εγώ/Τα μόνα που ήταν πιο αδύναμα από μένα/Είναι όσα τόλμησα να σκίσω ή να μη γράψω. Τις αγαπώ αυτές τις λέξεις του, σαν σταθερές παρουσίες στη ζωή μου. Τις αναζητώ σε στιγμές αδυναμίας ή σε στιγμές δύναμης και προσπαθώ, όσο μπορώ, να μην τις προδίδω. Πατάτε με σεβασμό την άσφαλτο. Από κάτω της υπάρχουν πέτρες που ονειρεύονται κήπους.
R.I.P. Αργύρης Χιόνης, Χριστούγεννα 2011.


24.12.11

Χλόη Κουτσουμπέλη: Τα κόκκινα κεράσια


Ανέκαθεν τα κόκκινα κεράσια μου θύμιζαν θάνατο.
Η μητέρα μου δεν έζησε αρκετά για να δει τους τεράστιους πίνακες στην πρώτη ατομική μου έκθεση. Το θέαμα, ακόμα και για μένα, ήταν τρομακτικό. Οι εφιάλτες μου είχαν πάρει σάρκα και οστά. Τα κεράσια απλωμένα σε όλη την μικρή γκαλερί σκέπαζαν τα πάντα με το αίμα τους. Οι τοίχοι είχαν γίνει κατακόκκινοι. Οι άνθρωποι ψιθύριζαν ανήσυχοι. Ήμουν σίγουρος ότι φεύγοντας θα κοίταζαν πίσω τους για να δουν αν τα παπούτσια τους άφηναν ματωμένα ίχνη.
Κάθε φορά που βλέπω κεράσια θυμάμαι. Τα άσπρα αδύνατα
δάχτυλά της που έπλεναν μεθοδικά τα κεράσια στον νεροχύτη. Ήταν ολοστρόγγυλα κεράσια σαν πυρακτωμένα ηφαίστεια, έσφυζαν από ζωντάνια έτοιμα να σκάσουν και να πλημμυρίσουν τα πάντα. Κοίταζα το πίσω μέρος του λαιμού της, τον μικρό εκείνο βάλτο ανάμεσα στα ανασηκωμένα της μαλλιά, ένα μαλακό σημείο εντελώς ανυπεράσπιστο και ταυτόχρονα απρόσιτο και ένιωθα προσμονή και απέραντη λύπη.
Ο πατέρας μου πέθανε νωρίς. Η μητέρα μου ήταν νοσοκόμα. Έλειπε πολύ, κυρίως τα βράδια. Κάποιες νύχτες δεν γύριζε καθόλου στο σπίτι. Όσο μεγάλωνα καταλάβαινα την διαφορά. Πότε η μητέρα μου περνούσε την νύχτα στο νοσοκομείο και πότε στο σπίτι κάποιου «φίλου». Πότε είχε τα μαλλιά ανασηκωμένα σε έναν αυστηρό κότσο και πότε λυτά να ανεμίζουν στους ώμους. Πότε φορούσε δαντελωτά εσώρουχα κάτω από την άσπρη στολή και πότε ρούχα πολυφορεμένα, πότε μύριζε ιώδιο και λαστιχένια γάντια και πότε εκείνη την άλλη την ακαθόριστη μυρωδιά που ήταν το άρωμά της και πάλι δεν ήταν, που με κυνηγούσε όλη την μέρα και δεν την πλησίαζα επίτηδες, γιατί δεν άντεχα να την μυρίσω.
Τα βράδια που έμενα μόνος στο σπίτι, έρχονταν κόκκινοι άγγελοι μέσα στο σκοτάδι και με κορόιδευαν. Άλλοτε έπαιζαν παράξενα παιχνίδια που με πονούσαν και άλλοτε με κυνηγούσαν στο δωμάτιο. Τα όνειρά μου ήταν βαριά και μεθυσμένα θαρρείς και έσταζαν κόκκινο κρασί. Το σπίτι γέμιζε παράξενα πουλιά. Μαύρες σκιές φτερούγιζαν στους τοίχους. Για να μην φοβάμαι τραγουδούσα ένα περίεργο νανούρισμα σαν ξόρκι και σχεδόν πάντα έβρεχα το κρεβάτι μου.
Η μητέρα μου ποτέ δεν σχολίαζε την αιτία του καθημερινού αλλάγματος των σεντονιών του κρεβατιού μου. Όταν αυτό όμως συνεχίστηκε και τα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου, έπαψε να μου στρώνει το κρεβάτι. Αμίλητη μου άφηνε τα καθαρά σεντόνια πάνω σε μια καρέκλα.
Ύστερα μεγάλωσα. Τις γυναίκες τις γνώρισα μέσα από τα φρούτα. Το πρώτο μου φιλί με μία συμμαθήτρια είχε την γεύση πεπονιού. Ύστερα αγάπησα την Άννα. Μαζί της έμαθα να τρώω μεγάλες φέτες καρπουζιού που άχνιζαν παγωμένες, ροδάκινα που έλιωναν νωχελικά στο στόμα, σταφύλια μικρά και σκληρά που σκλήριζαν καθώς τα μασούσα, στρόγγυλες ροδέλες μπανάνας που κυλούσαν ηδονικά στον ουρανίσκο. Την ερωτεύτηκα. Ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου. Μία μέρα της έσπασα την μύτη. Με γροθιά. Με εγκατέλειψε. Την είχα προειδοποιήσει να μην το κάνει. Άλλαξε πόλη, πήρε αλλού μετάθεση. Δεν έμαθα ποτέ που πήγε. Ήθελα να την σκοτώσω. Ήθελα να πεθάνω.
Τότε ένας καθηγητής μου στην Αρχιτεκτονική ανακάλυψε ότι είχα πηγαίο ταλέντο. Ρίχτηκα με τα μούτρα στην ζωγραφική. Σε καμβά, σε χαρτί, στα χέρια μου, στο κορμί μου. Έριχνα τις σκιές της παιδικής μου ηλικίας στον καμβά και τις χρωμάτιζα. Όμως δεν ήταν λύτρωση. Οι σκιές ζωντάνευαν, πάλλονταν, γίνονταν γυναίκες που με καταβρόχθιζαν, που με κατάπιναν στην σκοτεινή τους άβυσσο. Κλεισμένος μέσα στο δωμάτιο μου ζωγράφιζα για μερόνυχτα χωρίς να έχω καμιά απολύτως επαφή με την πραγματικότητα. Είχα φύγει από το πατρικό μου ύστερα από μια γερή συμπλοκή με τον πατριό μου, τον άντρα που τελικά παντρεύτηκε την μητέρα μου. Του χαράκωσα το πρόσωπο με ένα κομμάτι σπασμένο γυαλί. Την μητέρα μου που πήρε το μέρος του την περίμενα. Έξω από το νοσοκομείο χαράματα. Πήγα να την δείρω. Έκλαιγε. Την έφτυσα μόνο κι έφυγα.
Ο καθηγητής μου μού βρήκε δουλειά σε έναν εκδοτικό οίκο. Έκανα εικονογραφήσεις σε παραμύθια. Ταυτόχρονα τα Σαββατοκύριακα δούλευα σε ένα μπαρ της γειτονιάς μου. Από την γιαγιά μου κληρονόμησα κάτι μερίσματα από μετοχές κι έτσι με όλα αυτά κατάφερα να νοικιάσω ένα μικρό στούντιο στην παλιά πόλη και να πληρώνω τα υλικά για την ζωγραφική. Ο καθηγητής μου με ερωτεύτηκε. Μου ζήτησε να πάω να ζήσω μαζί του. Του αρνήθηκα και δεν τον άφησα ποτέ να με αγγίξει. Νομίζω ότι με φοβόταν. Πάντως κατάφερε να με φέρει σε επαφή με άλλους ζωγράφους και να πάρω μέρος σε τρεις ομαδικές εκθέσεις.
Οι πίνακές μου -συνήθως μεγάλοι- αιφνιδίαζαν και σόκαραν. Τα χρώματα και η βία τους συγκλόνιζαν. Οι κριτικοί άρχισαν να μιλούν για μεγάλο ταλέντο. Ο καθηγητής μου- ζωγράφος και ο ίδιος- άρχισε να καμαρώνει για την ανακάλυψή του. Για μένα όμως ο ίδιος έγινε βάρος. Έβλεπε μέσα από τους πίνακες μου και πίσω από το πρόσωπό μου και αυτό με τρόμαζε. Έδειχνε να νοιάζεται για μένα. Ένας παλιός ξεχασμένος πατέρας. Άραγε έτσι θα ήταν αν είχα πατέρα αναρωτιόμουν; Θα μπορούσα να το συνηθίσω. Ίσως και να άρχιζε να μου αρέσει. Αν δεν έβλεπα τον τρόπο που με κοιτούσε. Το βλέμμα του έπεφτε ωμό επάνω μου και με ανακάτευε. Ένα βράδυ, έγραψα ένα γράμμα στον Κοσμήτορα. Ύστερα από αυτό, ο καθηγητής δεν μου ξαναμίλησε.

- Γνώρισα τον Πι ένα βράδυ σε ένα μπαρ που δούλευε. Μου είπε ότι ήταν ζωγράφος. Το ίδιο βράδυ με κάλεσε σπίτι του για να δω τους πίνακές του. Μου ζήτησε να ποζάρω για αυτόν. Ήμουν τότε πενήντα χρόνων. Αυτός είκοσι επτά. Με έβαλε να ξαπλώσω γυμνή πάνω σε έναν καναπέ. Πάνω στο κορμί μου έβαλε κόκκινα κεράσια. Ύστερα έβαλε τα χέρια στο λαιμό μου και τα πίεσε δυνατά. Ένιωσα τα πνευμόνια μου να πονούν, πάλεψα να ανασάνω. Γύρω από τον λαιμό μου υπήρχε ένα μεταλλικό, ακάνθινο στεφάνι. Σπαρταρούσα σαν τρελή. Με άφησε απότομα κι άρχισε να ζωγραφίζει. Μάζεψα τα ρούχα μου από κάτω και πήγα να βγω από το σπίτι. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Έκλαιγα και ούρλιαζα, φώναζα βοήθεια, ήμουν εκτός εαυτού. Ήρθε κοντά μου και μου έδωσε με το ζόρι να φάω κεράσια. Μου πασάλειψε το στόμα, τον λαιμό, το στήθος. Με απείλησε. Μου είπε ότι αν ποτέ μιλήσω σε κανέναν για όλα αυτά, θα με βρει και θα με σκοτώσει. Είχα δύο παιδιά ακόμα στο Γυμνάσιο. Ο άντρας μου μας είχε εγκαταλείψει. Δεν είχα κανέναν να με προστατέψει. Δεν μίλησα.

Tην έβλεπα να πλένει τα κεράσια στον νεροχύτη και την ένιωσα τόσο απορροφημένη και απόμακρη που θέλησα να την σκοτώσω. Έτσι κι αλλιώς τα κεράσια πάντα με παράπεμπαν στον θάνατο. Όλο αυτό το άδικο παχύρρευστο αίμα τους. Πήρα ένα μαχαίρι από το συρτάρι. Γύρισε και με κοίταξε. Ήταν μεγαλύτερή μου. Είχε πολλές ρυτίδες γύρω από το στόμα και τα μάτια. Ήταν ξανθιά και έμοιαζε με την μητέρα μου. Ήξερα ότι θα με εγκατέλειπε αργά η γρήγορα κι αυτή. Το είδα στο βλέμμα της που τρεμούλιασε. Αποστροφή και φόβος.
-- Είμαι η Άννα Κ., σαράντα χρόνων, καθηγήτρια Αγγλικών. Ναι, φυσικά γνωρίζω τον Πι. Ήμουν καθηγήτρια του πριν από δέκα χρόνια. Τον ερωτεύτηκα. Δεν έχω γνωρίσει άντρα τόσο τρυφερό, τόσο ανοχύρωτο. Μου παρέδωσε τον εαυτό του με αυταπάρνηση. Ήμουν ωστόσο δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Αυτός ήταν μόλις είκοσι. Δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ. Τελικά ζήτησα μετάθεση και έφυγα σε άλλη πόλη κι έτσι τελείωσε η ιστορία μας. Βίαιος; Όχι ακριβώς. Όταν με άγγιζε, ένιωθα εύθραυστη και γυάλινη. Μου φερόταν σαν να ήμουν πολύτιμη. Όμως ο Π. ζει σε έναν κόκκινο κόσμο γεμάτο πόνο και πάθος.

Μερικές φορές όταν ζωγραφίζω κάτι σπάζει. Νιώθω να δρασκελίζω κάποιο νοητό σύνορο και τότε το σύμπαν μου διαστέλλεται, δεν υπάρχει χρόνος, παρόν, τοίχοι, άνθρωποι, έπιπλα, διαμέρισμα, κόσμος, όλα είναι καμβάς και χρώματα, καλειδοσκόπιο και τρόμος, βουβαμάρα και πανικός, πυροτεχνήματα και φρούτα που εξακοντίζονται μεθυσμένα, που εκπυρσοκροτούν και βάφουν τους τοίχους, μαλακή σάρκα που μέσα της βυθίζομαι, το κορμί της μητέρας μου, τεράστια γυναικεία κορμιά που πλέουν σε μωβ αμνιακό υγρό, απειλητικές φιγούρες που με κυνηγούν κι εκείνη την στιγμή ξέρω ότι πρέπει να ζωγραφίσω, πρέπει να εκτοξεύσω τα υγρά μου χρώματα στον καμβά για να έρθει η ποθητή γαλήνη. Άλλες φορές η ζωγραφική μου κάνει κακό. Μέσα από τα χρώματα ξεπηδάει μία ανάγκη με πολλά κεφάλια, με πολλά στόματα που ουρλιάζουν με γυμνά τα ούλα τους, τότε ένας θυμός σφυροκοπάει στις φλέβες μου που τον αποκαλώ θάνατο.
Μία φορά μόνο έγινα βίαιος. Ήταν με μια γυναίκα που γνώρισα στο μπαρ που δούλευα. Είχα πιεί πολύ. Ήρθε σπίτι μαζί μου για να δει τους πίνακές μου. Ήταν όμορφη, φορούσε μαύρη δαντέλα. Θέλησα να την ζωγραφίσω με κεράσια στο κορμί της. Ενώ την ζωγράφισα μου μίλησε για τα δύο της αγόρια. Πήγαιναν Γυμνάσιο. Την ρώτησα με ποιον τα αφήνει και μπορεί τα βράδια να τριγυρνάει στα μπαρ. «Μόνα», μου απάντησε. «Τα αφήνω μόνα». Κάτι στο φτιασιδωμένο της χαμόγελό της με τα ξέφτια που ξέφευγαν δεξιά κι αριστερά από το στόμα της, με θύμωσε ανεξέλεγκτα. «Μόνα» είπε ανέμελα, σαν να μην υπήρχε η μαύρη τρύπα, το σκοτάδι που δαγκώνει, ο κρύος φόβος, το βρεγμένο κρεβάτι. Ξάφνου στο μυαλό μου ξεπήδησαν κόκκινα κεράσια και την τράνταξα, έγινα βίαιος, δεν ξέρω τι έκανα, δεν θυμάμαι καλά, την έστειλα σπίτι στα παιδιά της, την απείλησα, της είπα να μην τα αφήνει μόνα, της είπα ότι αν την ξαναδώ στο μπαρ κι εγώ δεν ξέρω τι θα της κάνω. Δεν την ξαναείδα.
Έπλενε τα κεράσια στον νεροχύτη με τα λεπτά επιδέξια της δάχτυλα. Νότες πάνω σε μαύρο πιάνο. Άρπαξα ένα μαχαίρι, την πλησίασα από πίσω, αυτή σαν να διαισθάνθηκε κάτι, γύρισε και με κοίταξε. Ήταν μεγαλύτερη μου, ξανθιά κι είχε πολλές ρυτίδες γύρω από τα μάτια και το στόμα. Ήταν η μάνα μου. Με είχε ικετεύσει, εκλιπαρήσει να πάω να την δω. Ο πατριός μου θα έλειπε για λίγες μέρες σε ταξίδι. Είχα να την δω από τότε που την περίμενα ξημερώματα έξω από το νοσοκομείο. Έπλενε κεράσια για να μου τα προσφέρει γιατί ήξερε ότι ήταν το αγαπημένο μου φρούτο. Κοίταξε το μαχαίρι που κρατούσα. Με αποστροφή και φόβο. Κι ύστερα η έκφρασή της άλλαξε. Τα μάτια της μαλάκωσαν και μέσα σε μια στιγμή με γέννησαν ξανά. Καινούργιο, μικρό, άσπιλο.
«Έχεις δίκιο μικρέ μου Πι», μου είπε γλυκά. «Πάντα είχες δίκιο. Μικρέ καλέ μου Πι».
Πέταξα το μαχαίρι στο δάπεδο. Την αγκάλιασα. Τα κεράσια γυμνά και κόκκινα κύλησαν στο πάτωμα και πλημμύρισαν την κουζίνα.

(Δημοσιευμένο στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ)

Μαύρο ή bleu;



Pinot ή Chardonnay; Αυτό το δίλημμα μας είχε βρει με την Ιωάννα στην περσινή γιορτινή μας βόλτα στο κέντρο της Αθήνας (συγκεκριμένα στο εστιατόριο του City Link όπου είχαμε καθίσει για φαγητό). Η στοά τότε ήταν στολισμένη με ήρωες από παραμύθια και ο Hérmés με τα πολύχρωμα φουλάρια που κόστιζαν όσο αμείβεται ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο εφημερίας στο νοσοκομείο. Τα χέρια μας ήταν γεμάτα με όσες σακούλες μπορούν να συγκρατήσουν ανάμεσά τους δέκα ανθρώπινα δάχτυλα. Η Ιωάννα μου είχε κάνει δώρο το καινούριο βιβλίο του Νίκου Θέμελη (τότε δεν ξέραμε ότι θα ήταν το απολύτως τελευταίο).
Η φετινή μας βόλτα ήταν πάλι στα ίδια μέρη. Η στοά ήταν πάλι στολισμένη με τους ίδιους περσινούς ήρωες, ίσως οι μόνοι που έμειναν να στέκονται στο ύψος τους σε μια πόλη που αποσυντίθεται. Ο Hérmés με βιτρίνες χωρίς φουλάρια, μόνο κάτι κολλημένα χαρτιά με ανακοινώσεις για μεγάλες προσφορές. Το εστιατόριο κι αυτό στη θέση του, αλλά μισοάδειο. Ούτε Pinot ούτε Chardonnay φέτος, είπαμε να κάνουμε κάτι άλλο.
Η Ιωάννα είχε δώσει για επισκευή ένα ακριβό στυλό της γνωστής ορεινής μάρκας  στο αντίστοιχο κατάστημα της στοάς, δώρο που είχαν κάνει στον άντρα της. Έχω κι εγώ ένα τέτοιο, κι αυτό δώρο που είχαν κάνει στον Στέλιο. Ανδρικά δώρα, φαίνεται, τα ακριβά στυλό. Γράφουν όμως κι οι γυναίκες (αυτές είναι οι χαρές του γάμου). Μπήκαμε να το πάρουμε. Οι βιτρίνες γεμάτες με πορτοφόλια, στυλό, πένες, σημειωματάρια, χαρτοφύλακες, τα περισσότερα σε μαύρο χρώμα, να κάνουν αντίθεση με το λευκό του όρους. Η νεαρή πωλήτρια ντυμένη κι αυτή στα μαύρα. Έδωσε στην Ιωάννα το στυλό και μια κόλλα για να το δοκιμάσει. Δεν έγραφε. Χρειάζεται ανταλλακτικό, της είπε με ύφος μπλαζέ. Απόρησα που ενώ ο μισθός της δεν πρέπει να της φτάνει για να αγοράσει κάποιο από τα στυλό, της έφτανε να έχει αυτό το σνομπ ύφος.  Να πάρω ένα ανταλλακτικό, πείστηκε η Ιωάννα. Μαύρο ή bleu; (ιδού το φετινό δίλημμα, μόλις το ξεστόμισε η νεαρά), το bleu ειπωμένο με τέλεια γαλλική προφορά, δικαιολογημένα ίσως λίγο ορεινή. Την Ιωάννα την έπιασε νευρικό γέλιο και προσπαθούσε να το κρύψει με τον ίδιο πανικό που την είχε καταλάβει, όταν είχε αρχίσει να χτυπάει το κινητό της εν τω μέσω της συναυλίας του Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ στο Ηρώδειο και δεν μπορούσε να το βρει μέσα στην τσάντα της  (είχα φοβηθεί τότε ότι ο Μπαρενμπόιμ θα την σημάδευε από το πόντιουμ με τη μπαγκέτα, ευτυχώς όμως δεν βγήκα αληθινή). Bleu διάλεξε τελικά, μη μπορώντας να αντισταθεί στη γαλλική φινέτσα της πωλήτριας.
Βγήκαμε από το κατάστημα με το επισκευασμένο στυλό και πήγαμε στον Ιανό. Πήραμε μερικά βιβλία (τα δάχτυλά μας είχαν χώρο και για άλλα). Ο Θέμελης δεν υπάρχει πια κι έτσι η Ιωάννα δεν μου πήρε βιβλίο του, αλλά μια κούπα με τον Όσκαρ Ουάιλντ και μια κασετίνα με τον Ρεμπώ. Εγώ της πήρα το «Ηδονή στον κρόταφο» της Ζυράννας. Καθίσαμε στο καφέ και δοκιμάσαμε σαλάτες και σάντουιτς. Μετά συνεχίσαμε στην Κοραή με cinnamon rolls, αυτές τις γλυκές αμερικανιές που κάνουν ολόκληρο τον πεζόδρομο να μοσχοβολάει.
Από την πλατεία Κλαυθμώνος ακούγονταν άριες από ένα υπαίθριο μουσικό πρόγραμμα (ο φερετζές που έλειπε της Μαριορής). Η Αθήνα σκοτεινή και παγωμένη. Οι βιτρίνες γεμάτες με προσφορές (πληρώνετε ένα, παίρνετε ενάμισι), τα καταστήματα άδεια. Οι περαστικοί βάδιζαν βιαστικά, σκυφτοί και κουκουλωμένοι, κυνηγημένοι από την ίδια τους τη ζωή που ψάχνει δανεικά.
Μπήκαμε στο μετρό. Μαύρο ή bleu; Έτσι θα λέγεται η φετινή ανάρτηση, είπα στην Ιωάννα. Σκάσαμε στα γέλια. Ο κόσμος στο βαγόνι μας κοιτούσε με απορία.

20.12.11

Οι χειραψίες των ποιητών

Κάτι που πάντα προσέχω την πρώτη φορά στους ανθρώπους είναι η χειραψία. Σφιχτή ή χαλαρή, ιδρωμένη ή στεγνή, κρύα ή ζεστή, η πρώτη αυτή χειραψία μαρτυράει τον κάτοχό της, τον συστήνει. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν οι χειραψίες των ποιητών διαφέρουν από εκείνες των υπόλοιπων ανθρώπων, αν είναι αέρινες ή παλλόμενες, αν εγκαταλείπουν στην παλάμη αποτυπωμένους στίχους ή δάκρυα ή πέταλα λουλουδιών. Θεωρητικά, είχα μια ευκαιρία να το παρατηρήσω, εκείνο το βράδυ που μου έδωσε το χέρι της η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Μπήκα στο σπίτι του Γιάννη με μια σχετική αγωνία, πώς είναι όταν βρίσκεσαι κοντά σε ένα σημαντικό πρόσωπο που θαυμάζεις, εσύ και πολλά εκατομμύρια άλλων ανθρώπων. Καθόταν σε μια πολυθρόνα, χαμογελαστή. Μας σύστησαν. Άπλωσε το χέρι της και της έδωσα το δικό μου. «Πω, πω, παγωμένο το χεράκι σου», αναφώνησε με τη χαρακτηριστική μπάσα φωνή της και αιχμαλώτισε το χέρι μου μέσα στα δυο δικά της, σαν να επρόκειτο να το ζεστάνει.  Το πρόσωπό της έγινε περισσότερο χαμογελαστό.
Ήταν κάπως κρύα η βραδιά-ε, χειμώνας είναι-είχα χάσει λίγο και τον δρόμο του Γιάννη-συνηθισμένο κι αυτό για μένα, πάγωσαν τα χέρια μου. Και καλοκαίρι όμως να ήταν, πάλι παγωμένα θα ήταν. Ξύλα. Συχνά μου συμβαίνει, ιδίως όταν έχω άγχος για κάτι. Κρύα χέρια, ζεστή καρδιά, λέει ο λαός κι έχει δίκιο. Μη φτιάχνετε όμως με το μυαλό σας συναισθηματικές ερμηνείες . Στρεσάρεται ο οργανισμός, βγαίνει τσάρκα η αδρεναλίνη, γκαζώνει η καρδιά, συστέλλονται τα αγγεία, παγώνουν τα χέρια. Εκείνο το βράδυ, η όποια συστολή ή νευρικότητα μου έφυγε μονομιάς μετά τη χειραψία της Κατερίνας. Αυτό το «πω, πω, παγωμένο το χεράκι σου» ήταν ειπωμένο ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που μου το έλεγε η γιαγιά μου, μου το λέει η μητέρα μου, ο Στέλιος, οι στενές μου φίλες, οι κοντινοί μου άνθρωποι.

Και η Κατερίνα έγινε κοντινός άνθρωπος εκείνο το βράδυ, όχι μόνο για μένα, αλλά και για τους υπόλοιπους της παρέας που την γνώριζαν από κοντά για πρώτη φορά. Όλοι βέβαια την ξέραμε από τα μαγικά της ποιήματα και όλοι την είχαμε ακούσει να τα απαγγέλλει σε κάποια λογοτεχνική βραδιά, όμως ήταν εντελώς διαφορετική αυτή η αίσθηση του «από κοντά». Μια μεγάλη ποιήτρια και ταυτόχρονα-ανάμεσά μας-μια κεφάτη γυναίκα με πηγαίο αυτοσαρκαστικό χιούμορ, με τη γοητευτική απροειδοποίητη εναλλαγή αυτών των δύο ιδιοτήτων μπροστά στα μάτια μας. «Δεν υπήρξα ποτέ όμορφη», μας δήλωσε και-ίσως φανεί περίεργο-αυτό ακούστηκε σαν ψέμα. Όχι, μόνο τα χαρακτηριστικά της ίσως είναι άσχημα. Η ίδια είναι όμορφη, πολύ όμορφη, μόνο έτσι εξηγείται ότι δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα μάτια μας από πάνω της όλοι και όλες εμείς οι αποδεδειγμένα όμορφοι, με τα περιποιημένα πρόσωπα και τα καλοχτενισμένα μαλλιά.
Μας μιλούσε με αληθινή γλύκα για τη ζωή της, για τους φίλους της που έχουν φύγει, για τον Νίκο Καρούζο, για τον νονό της τον Καζαντζάκη (πώς αλλιώς να γίνει μεγαλώνοντας ένα μωρό που το λάδωσαν και το μύρωσαν τέτοια χέρια), για τα σχολικά της χρόνια και για τη ζωή της τώρα, στα μεγάλα και δύσκολα χρόνια. Κουβεντιάσαμε αναπόφευκτα  και για τη σημερινή θλιβερή κατάσταση της χώρας, για τους πολιτικούς και τους απλούς πολίτες, για την οικονομική κρίση. «Κάτι που λείπει σήμερα είναι η παρέα», είπε η Κατερίνα και αυτό το «παρέα» το τόνισε τόσο πολύ, που σκέφτηκα ότι αν το έγραφε, θα ήταν σίγουρα με κεφαλαία. Ανάμεσα, σταματούσε τη συζήτηση, έπινε μια μεγάλη λαίμαργη γουλιά από το ωραίο κόκκινο κρασί (έτσι πρέπει να είναι οι ποιητές, λαίμαργοι για τη ζωή μέχρι την τελευταία της σταγόνα) και μας διάβαζε ποιήματα, από την Ανορεξία της Ύπαρξης και παλαιότερα. Μπλέκονταν ταιριαστά τα δικά της ποιήματα με εκείνα του Γιάννη, ένας κανονικός ποιητικός διάλογος, ένα jam session ποίησης. Όλη την ώρα που η Κατερίνα διάβαζε τα δικά της γραπτά, γινόταν όμορφη, τόσο όμορφη που όλοι σαστίζαμε κι έφευγε το μυαλό μας από τα τρέχοντα και ξεπόρτιζε από το σπίτι του Γιάννη σαν λαθρεπιβάτης στο όνειρο, απελευθερωμένο από τα καταναγκαστικά παροράματα της πραγματικότητας.  Μας βρήκε η επόμενη μέρα-θα μπορούσε να μας βρει και το πρωί-κι ακόμα διαβάζαμε και γελούσαμε και σιγοπίναμε.
Όταν έφυγα από το σπίτι του Γιάννη, βγήκα ξανά στην κρύα βραδιά, ζεσταμένη τώρα και στο σώμα και στην ψυχή. Περπάτησα αργά μέχρι το αυτοκίνητό μου. Γυάλιζε από την υγρασία. Έβγαλα το τηλεκοντρόλ να ξεκλειδώσω και-τι περίεργο!-η παλάμη μου είχε παραμείνει  ζεστή και ροδαλή, σα να φορούσα γάντι. Μπήκα μέσα στο αυτοκίνητο, αλλά δεν ξεκίνησα αμέσως. Κάθισα για λίγο σχεδόν ακίνητη. Μόνη μου συμμετοχή στο στροβίλισμα του κόσμου η ανάσα μου που έβγαινε σταθερή.
Όταν όλα τα δύσκολα μοιάζουν ανθρώπινα κι όλα τ’ ανθρώπινα δύσκολα, έρχεται η ποίηση και κάθεται δίπλα σου, θα έλεγε πολύ σοφά η Τζούλια την επόμενη μέρα. Και είναι ανεκτίμητη η παραμυθία που σου χαρίζεται τότε, θα πρόσθετα εγώ, σαν να κλείνει κάποιος σφιχτά μέσα στα δυο του χέρια το δικό σου παγωμένο χέρι για να το ζεστάνει.

18.12.11

Η jazz και η ανορεξία της ύπαρξης




Στον Γιάννη και στην Κατερίνα, σε ανάμνηση μιας ξεχωριστής βραδιάς


Η ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ


Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα
για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου
η πηγή.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (2011)




JAZZ


Το σπίτι γέμισε ασφυκτικά. Κάθε κενό του χώρου του. Πλήθος αμέτρητο, σωρεία από μικρά ή μεγαλύτερα χαρτιά διαφόρων προελεύσεων. Από μπλοκ, εφημερίδες, ριζόχαρτα, πακέτα τσιγάρων, πίσω πλευρές επιστολών, χαρτιά λογαριασμών. Με σημειώσεις, σημάδια, σκίτσα, μολυβιές αυτόματες. Γραμμές, λέξεις, αριθμούς, ήχους, για το ακατάληκτο έργο.
Άρχισαν πλέον να ξεχύνονται από τα παράθυρα, τις πόρτες, την καμινάδα. Κιτρινισμένα, φθαρμένα, με τη μυρωδιά του έγκλειστου, με την αρχαιοπρέπεια του απόντος χρόνου, την οσμή καπνού και σπίρτου, τα χνάρια ιδρώτων ή παγωμένων δαχτύλων. Σκορπιούνται στους δρόμους ή ίπτανται αλλόφρονα. Χαλκοκίτρινα φύλλα παραλλαγών μιας τζαζ.
Ασυγκίνητος ο αιωνόβιος οδοκαθαριστής τα σαρώνει στα ρείθρα και με ανίερη συμπεριφορά τα στοιβάζει σε κάδους απορριμμάτων. Σημειώσεις, σκίτσα, ήχοι μιας ζωής. Για το έργο, το διαρκές, το κατ' εικόνα, το καθ' ομοίωση ατέλειωτο.

Γιάννης Σκληβανιώτης (2010)

16.12.11

Μια φωτογραφία, ένας θάνατος



Ξεδιάλεξα χθες κάποιες παλιές φωτογραφίες τραβηγμένες σ’ ένα ταξίδι στο Hong Kong πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ανέβασα μερικές στο facebook, τις είδαν οι φίλοι, μού έβαλαν likes. Κάποιες άλλες τις κράτησα στην άκρη. Ανάμεσά τους, οι φωτογραφίες μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Η γυναίκα αυτή καθόταν κατάχαμα στην αγορά της Kowloon περιτριγυρισμένη από καλάθια με άχρηστα (για τον μέσο άνθρωπο) πράγματα. Στεκόμουν παράμερα με τη μηχανή έτοιμη. Ο εξελιγμένος (για την εποχή εκείνη) τηλεφακός μου μού επέτρεπε να μην προδοθώ. Έτσι κι αλλιώς, η ηλικιωμένη γυναίκα δεν έβλεπε από την πείνα. Έτρωγε ένα τρισάθλιο φαγητό και αφού εξάντλησε το περιεχόμενο του δίσκου, άρχισε να γλείφει τα υπολείμματα με λαιμαργία.
Ξαναβλέποντας μετά από τόσα χρόνια τη σειρά των φωτογραφιών της γυναίκας αυτής (λαίμαργα κι εγώ τράβηξα αρκετά στιγμιότυπα), νιώθω ενοχή, την ίδια που φαντάζομαι πως διακατέχει τους μεγάλους φωτογράφους που μας χαρίζουν τις αριστουργηματικές απεικονίσεις των αποσκελετωμένων παιδιών της Αφρικής ή των ακρωτηριασμένων της Βαγδάτης. Νιώθω επίσης τρόμο μπροστά σε μια επικείμενη ανάλογη προοπτική, κοντινή και τοπικά και χρονικά. Οι ρακοσυλλέκτες είναι πλέον συνηθισμένα συναπαντήματα στην τακτοποιημένη ροή της καθημερινότητάς μας. Δεν τους δείχνουν πια με το δάχτυλο ούτε τα παιδιά, ούτε καν τα μικρότερα από αυτά. Τους διακομίζει το ΕΚΑΒ στα νοσοκομεία και προσπαθούμε να μαζέψουμε ιατρικά, νοσηλευτικά και κοινωνικά ό,τι μαζεύεται από ζωές αποσκελετωμένες, βρώμικες και παραιτημένες. Ιστορίες ανατριχιαστικές, σκοτάδι, παγωνιά, δυσωδία, εγκατάλειψη. Φαντίνες και  Θερναδιέροι με ελληνικά ονόματα, οι Άθλιοι των Αθηνών συναγωνίζονται τους Αθλίους του Παρισιού. Σε κάθε τους βήμα παραμονεύει ο θάνατος, όσο κι αν δεν θέλουν να το πιστεύουν. Γιατί ο θάνατος συμπαθεί τη φτώχεια, την εξαθλίωση κι ας γράφεται ότι μπροστά του όλοι είναι ίσοι, φτωχοί και πλούσιοι.
Ο θάνατος το στρώνει, έλεγε ο Γιάννης Βαρβέρης και είχε δίκιο. Ο θάνατος αγαπά τα γνώριμα μέρη, εκεί όπου υπάρχει κι άλλος θάνατος. Ο νόμος της σειράς στην πιο αποκρουστική και απευκταία εκδοχή του.

15.12.11

Νικόλαος Κάλας: Η θύελλα την αυγή

(φωτ. Olive Bike)

Η καρδιά ενός παιδιού φλέγεται
Ανοίξτε του την οδό των δακρύων όταν μέσα στη νύχτα η σκιά του αποσπάται
Χωρίς αντανάκλαση στα χέρια χωρίς καθρέφτη σίγουρο για τον εαυτό του
Ξυπνάει τη λύπη του την ξεριζώνει έπειτα την τρώει

Έχοντας δραπετεύσει από ένα όνειρο το φεγγάρι έπεσε από τα χέρια του
Το νερό παραμένει απαθές σκοτεινιάζει ξαναπαγώνει μόλις
Η πόλη ωχριά κυνηγάει τα οχήματα αδειάζει τα σπίτια ξεριζώνει τα δέντρα
Και χύνει το αίμα του στο ποτάμι
Μερικοί θα σωθούν
Οι αράχνες θα χάσουν τον ιστό τους
Οι ήρωες τη δόξα τους
Ο ουρανός είναι μπλε από τον πόνο
Το άγχος έχει μάτια που δεν θα ξανακλείσουν ποτέ πια
Στα σταυροδρόμια τα κόκκινα φώτα έμειναν αναμμένα
Μόνο το τυχαίο προελαύνει
Η λάμψη του έντονη και τερατώδης καταπίνει τις φλόγες

Παρίσι 1938

9.12.11

Το τελευταίο κλικ


Είναι μια ιστορία από τα άγουρα χρόνια, από κείνες που κρατάς για να αποδεικνύεις στα εγγόνια σου ότι η γιαγιά τους υπήρξε κάποτε νέα γυναίκα. Μια πόλη μεγάλου ελληνικού νησιού ο τόπος , φθινόπωρο η εποχή, δραχμή το νόμισμα. Με φιλοξενεί στο σπίτι του ένας φίλος μου, που δεν θα πάρει μέρος στην ιστορία, γιατί την ώρα αυτή έχει μάθημα στη σχολή του.
Τα πεζοδρόμια της πόλης στρωμένα με κιτρινοπράσινα κιλίμια από φύλλα, ο ουρανός δραματικός, γκριζογάλανος, παραγεμισμένος με λευκά σύννεφα. Έτοιμο θέμα για φωτογραφία, πανέτοιμη και η καινούρια μου  Canon για την επίσημη πρεμιέρα της. Την κρατάω φασκιωμένη σαν χρονιάρικο μωρό και περιπλανιέμαι στους δρόμους. Φυσάει μανιασμένος αέρας, νιώθω το χώμα από τα παρτέρια να σηκώνεται και να εισχωρεί στις τρύπες της πλεκτής μπλούζας μου. Περπατώ χωρίς καμιά από τις ύστερες έννοιες, αγωνιώντας μόνο για το βάθος πεδίου, το κάδρο και την εστίαση του φακού. Φωτογραφίζω με περίσκεψη, καθότι δεν έχει φτάσει η εποχή της ψηφιακής φωτογραφίας και η εμφάνιση και εκτύπωση είναι αρκετά αλμυρές για το φοιτητικό μου χαρτζιλίκι.
Πλησιάζω τα παρτέρια με τα φυτεμένα λουλούδια εστιάζοντας, μέχρι να μη μπορεί να διορθωθεί με κανένα τρόπο η θολούρα. Χρειάζεσαι φακό macro, μου υπαγορεύει ο ακόρεστος νεανικός εαυτός μου. Οι ρυτίδες των φύλλων δεν καθαρίζουν καθόλου με τον εξοπλισμό που διαθέτω. Οι ντόπιοι πηγαίνουν βιαστικοί στις δουλειές τους και είμαι η μοναδική παραφωνία στην περιοχή, μαζί μ’ ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που κάνει την πρωινή βόλτα του (πιθανόν καθ’ υπόδειξη του οικογενειακού γιατρού) κι ένα μαύρο κοκκαλιάρικο σκυλί που με κοιτάει με μαύρο παρακλητικό βλέμμα ζητιάνου.
Σταματάω σε έναν κατακόκκινο ιβίσκο και εστιάζω. Κλικ! ακούγεται ο ηδονικός ήχος σύλληψης της φωτογραφίας και… τι στο καλό… μαυρίλα… σκοτείνιασε το μάτι της μηχανής… έγινε ίδιο με του σκύλου (με μάτιασε το παλιόσκυλο)… ο φωτοφράχτης παραμένει κλειστός… πατάω ξανά και ξανά το κουμπάκι… τίποτα…  Μαύρες σκέψεις κυκλώνουν το θολωμένο μου μυαλό-μήπως εκείνο το τελευταίο κλικ ήταν το κύκνειο άσμα; Μη δώσει ο Θεός σε άνθρωπο τέτοια λαχτάρα… Κοιτάζω γύρω μου, δεν ξέρω πολύ καλά την πόλη. Εκτός από φθινόπωρο είναι και η προ κινητών εποχή. Μπαίνω σε ένα-δυο καταστήματα και ρωτάω. Η απάντηση είναι μία: ο Γιώργος. Μόνο αυτός μπορεί να ξέρει. Ο Γιώργος και η Canon σκέφτομαι (ορθολογικά), όμως η ανυπόμονη φύση μου έχει ήδη επιλέξει τον Γιώργο.
Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω, δρόμο ξαναπαίρνω και πριν τον ξαναφήσω, βρίσκω το φωτογραφείο του Γιώργου, σε ήσυχη γειτονιά πίσω από το παλιό λιμάνι. Ανοίγω την πόρτα. Ένα κουδούνισμα προειδοποιεί για την έλευση υποψήφιου πελάτη. Ο Γιώργος είναι γύρω στα σαράντα, μελαχρινός με διακριτικό μουστάκι και γυαλιά με ασημένιο σκελετό. Του λέω το πρόβλημα (η αγωνία μου έχει φτάσει στο αποκορύφωμα). Θέλει να δει τη μηχανή. Χρειάζεται μερικό χρόνο, μία ώρα, ίσως μιάμιση. Να φύγω και να ξαναπεράσω. Νιώθω σαν τον μαύρο σκύλο. Αφήνω τη μηχανή, μαζεύω τα κομμάτια μου και φεύγω.
Τριγυρίζω τώρα στην πόλη με άδεια χέρια. Οι φθινοπωρινές εικόνες με νευριάζουν. Ξαναπερνάω δίπλα από τον μοιραίο ιβίσκο (τώρα που δεν έχω τον πυρετό της φωτογραφίας, προλαβαίνω να παραδεχτώ το κενό γνώσεών μου στα λουλούδια-αν ο ιβίσκος δεν ανθίζει το φθινόπωρο, κάτι άλλο πρέπει να είναι-τουλάχιστον το κόκκινο παραμένει αδιαφιλονίκητο). Αισθάνομαι τα μαλλιά μου ανακατεμένα και κοκκαλωμένα από τη σκόνη. Η ώρα δεν περνάει. Περπατάω χωρίς σκοπό. Ο οικοδεσπότης φίλος μου τώρα θα παρακολουθεί την παράδοση των μαθημάτων Οικονομίας (Μικρο-Μακρο τα λέει για συντομία). Μακάρι να υπήρχαν κινητά, να τον καλούσα για έναν καφέ της παρηγοριάς, θα είχα σκεφτεί αν έβλεπα μπροστά από την εποχή μου. Με το συνηθισμένο μου μυαλό όμως περιορίζομαι μακάρια στο παρόν και συνεχίζω το άσκοπο περπάτημα.
Η πιο μεγάλη ώρα φτάνει και να’ μαι ξανά στο κατώφλι του Γιώργου. Τραβήξτε, ακούω από μέσα τη φωνή. Ανοίγω την πόρτα και μπαίνω. Εκεί, με μουσική υπόκρουση την Εισαγωγή από τη Δύναμη του Πεπρωμένου, αντικρίζω το πιο φρικιαστικό θέαμα της μέχρι τώρα ζωής μου. Η μηχανή μου διαλυμένη εις τα εξ ων την είχε συνθέσει η τεχνολογία της Canon και o Γιώργος με ματογυάλι ωρολογοποιού και μικροσκοπικά κατσαβίδια και λαβίδες (Μικρο-Μακρο-Μικρο-Μακρο, μήπως άρχισε να μου σαλεύει;) παίρνει ανυπόστατα βιδάκια και τα τοποθετεί σε αόρατες με γυμνό μάτι τρύπες. (Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, τι θα γραφτεί άραγε στο ιστορικό μου;)
Είχε μπει ένας κόκκος άμμου. Εντάξει, είναι τώρα. Ο Γιώργος μου λέει τη διάγνωση, διακόπτοντας το μουρμούρισμα της θεϊκής μελωδίας του Βέρντι. Συνεχίζει να συναρμολογεί τη μηχανή, ενώ εγώ δίπλα του νιώθω την ανάγκη να προσευχηθώ. Λόγω σχετικής απειρίας, αργώ να επιλέξω ιερό πάροχο και ο Γιώργος προλαβαίνει να τελειώσει το παζλ. Η μηχανή μου είναι πάλι ολόκληρη και λειτουργεί τέλεια!
Αφήνει το ματογυάλι και ξαναφοράει τα ασημένια γυαλιά του. Η όπερα έχει προχωρήσει στην πρώτη πράξη της. Πιάνουμε μια ανάλαφρη κουβέντα για τη φωτογραφία, την ιατρική, τις μεγάλες και τις μικρές πόλεις. Μου ζητάει να ποζάρω για πορτρέτο. Σκέφτομαι τα κολλημένα μαλλιά μου και διστάζω, όμως τελικά η ευγνωμοσύνη υπερισχύει. Μου τραβάει κάποιες κοντινές και κάποιες πιο μακρινές λήψεις. Διορθώνει τη στάση του κεφαλιού μου και φτιάχνει τις λάμπες και τη λευκή ομπρέλα του ανάλογα. Νιώθω αμήχανα. Δεν μου έχει ξανατύχει. Μου ζητάει να ξεκουμπώσω τα πάνω κουμπιά της μπλούζας μου (πόσο μπορεί να κοστίζει η επισκευή; σκέφτομαι). Αρνούμαι περαιτέρω φωτογράφιση και τον ρωτάω τι του οφείλω. Τίποτα, μόνο τη διεύθυνσή μου για να μου στείλει τις φωτογραφίες. Φεύγω από το φωτογραφείο με διπλή ανακούφιση.
Περίπου τρεις εβδομάδες μετά, ο ταχυδρόμος μου παραδίδει ένα φάκελο από χοντρό χαρτί. Η διεύθυνσή μου γραμμένη καλλιγραφικά με μαύρο μαρκαδόρο. Μέσα στον φάκελο τα πορτρέτα μου, ασπρόμαυρα, σε διάφορα μεγέθη, εκτυπωμένα σε ματ φωτογραφικό χαρτί. Απλώνω τις φωτογραφίες πάνω στο κρεβάτι μου και τις κοιτάζω. Η πλεκτή μου μπλούζα είναι κουμπωμένη μέχρι απάνω, τα μαλλιά μου κολλημένα και το βλέμμα μου μαύρο και παρακλητικό σαν του σκύλου της ιστορίας.

7.12.11

Χωρίς τη μαμά σου



                                                                                Στην Άννα

Το Σάββατο σε προσκαλώ
στο πάρτι της γιορτής μου
έλα χωρίς τη μαμά σου
(το έγραψες;
με μικρά γράμματα
να το χωρέσει
το χαρτί
το σπίτι
ο χρόνος)

Η μαμά, όταν θέλει, είναι όμορφη
καλή μαζί
ξεχωριστή μακριά
Έλα χωρίς τη μαμά σου
(το γράφω
να το βλέπεις
στο πλάι με τα ονόματα)

Θα’ χει μπαλόνια η γιορτή
και χρώματα
και τούρτα
χρόνια πολλά
πόσα πολλά;
πόσα χωρίς εκείνη;
Χωρίς τη μαμά σου
(το έγραψες;
να φαίνεται
μην μπερδευτεί και έρθει)

Μικρό το σπίτι
η αντοχή
ασήκωτη η συνήθεια
χωρίς τη μαμά σου
τίποτα δεν μπορείς
γιατί η μαμά
είναι ξεχωριστή
και καλή.

5.12.11

Σπουδή πάνω σ' έναν άδειο καναπέ


Μια φορά και αυτόν τον καιρό. Ένα ζευγάρι: εκείνος κι εκείνη. Επίσης, μια γυναίκα, μια άλλη γυναίκα και μια τρίτη γυναίκα. Όλοι τους καθιστοί.
Εκείνος κι εκείνη, σ’ ένα πολύβουο δωμάτιο, καθισμένοι σ’ ένα καναπέ, με την απόσταση να αναπνέει ανάμεσά τους. Η πρώτη γυναίκα, στο γραφείο της, ζωγραφίζει με χρωματιστά κραγιόνια εκείνον κι εκείνη. Βάζει δάκρυα από πορτοκάλι στο φόρεμα εκείνης. Το πουλόβερ εκείνου το σκουραίνει με μολύβι και μ’ ένα τρεμουλιαστό ζωγραφισμένο περίγραμμα το κάνει να πάλλεται. Η δεύτερη γυναίκα, σκυμμένη πάνω από ένα μεγάλο δρύινο τραπέζι, σμιλεύει πινακίδες από κερί, για να μοιράσει στους μαθητές της. Ανάρπαστες θα γίνουν, σαν κάθε φορά. Η τρίτη γυναίκα κάθεται στην πλατεία ενός θεάτρου. Το έργο δείχνει μια μάνα να καταπίνει την κόρη της πάνω σ’ ένα λευκό καναπέ.
Εκείνος κι εκείνη συνεχίζουν να είναι καθισμένοι στον δικό τους καναπέ. Δεν αγγίζονται. Σχεδόν δεν τολμούν να κοιταχτούν. Η πρώτη γυναίκα ολοκληρώνει το σχέδιο, βάζοντας μια πεταλούδα να εκτελεί ένα τέλειο αυτοκρατορικό πέταγμα με τα διάφανα φτερά της. Η δεύτερη γυναίκα τελειώνει τις πινακίδες της. Το κερί έχει σχεδόν κρυώσει και στερεοποιηθεί. Ετοιμάζει μια μικρή βαλίτσα. Έχει ταξίδι μπροστά της. Για καλό λόγο. Η τρίτη γυναίκα μπαίνει σ’ ένα ταξί, για να γυρίσει σπίτι.
Οι άνθρωποι που στριφογυρίζουν μέσα στο δωμάτιο, νομίζουν πως εκείνος κι εκείνη κάθονται ακόμα δίπλα-δίπλα  στον καναπέ. Μόνο η πρώτη γυναίκα ξέρει πως αυτοί έχουν κιόλας δρασκελίσει το ανοιχτό παράθυρο και αγαπιούνται πάνω στα πεσμένα φύλλα μες στο δάσος. Σχεδιάζει τώρα τον καναπέ άδειο και κλείνει το μπλοκ. Η δεύτερη γυναίκα βρίσκει έξω από την πόρτα της έναν παρατημένο καναπέ. Στο ένα μπράτσο του έχει φωλιάσει μια πεταλούδα με διάφανα φτερά. Τον σέρνει με κόπο μέσα στο σπίτι. Η τρίτη γυναίκα βρίσκει κι αυτή στη γωνιά του δρόμου της έναν άδειο καναπέ. Το ξεθωριασμένο καφέ κάλυμμά του δείχνει τσαλακωμένο από χάδια. Με το κινητό της τον βγάζει μια φωτογραφία. Ευτυχώς, γιατί το άλλο πρωί ο καναπές λείπει.
Υπάρχει στην ιστορία κι άλλος ένας καναπές. Εγκαταλείφθηκε κι αυτός μία μέρα μετά στην ίδια γωνιά του δρόμου της τρίτης γυναίκας, όμως δεν χώρεσε σε τούτη διήγηση, γιατί θα έκανε την ιστορία απίστευτη.

Σημ.1: Η λέξη καναπές είναι ένα αντιδάνειο. Τα ανάκλιντρα, οι αρχαίοι καναπέδες, σκεπάζονταν συχνά από ένα λεπτό ύφασμα, το κωνωπείον ή κωνώπιον (δηλ. την κουνουπιέρα). Η λέξη πέρασε στα λατινικά ως conopeum ή conopium και από εκεί στα μεσαιωνικά γαλλικά ως conope και, παθαίνοντας αυτό που οι γλωσσολόγοι ονομάζουν «σημασιολογική επέκταση», έφτασε να δηλώνει όχι μόνο το κάλυμμα, αλλά και το ίδιο το έπιπλο, και τελικά μόνο το έπιπλο, σκεπασμένο ή ξεσκέπαστο.
Σημ. 2: Η παραπάνω ιστορία μπορεί να θεωρηθεί σπουδή πάνω σ’ ένα ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη ή απόδειξη των αόρατων δυνάμεων-διαδικτυακών και μη- που ενώνουν τους ανθρώπους.

1.12.11

Donald Justice: Τα χέρια

(φωτ. Bill Brandt)


Τα χέρια δεν έβρισκαν πια
Ευτυχία μέσα στις τσέπες
                     GUILLEVIC

Δεν γνωρίζουν πλέον τα χέρια
Την ευτυχία της τσέπης.

Κάποτε κρέμονται αριστερά και δεξιά της μέσης
Σαν τα νεκρά βαρίδια του ρολογιού.

Κάποτε σφίγγονται σε γροθιές
Γύρω από το λαιμό της οργής.

Παλιότερα ήταν αδέλφια
Ν' αγκαλιάσεις, ώμοι πάνω τους να στηριχτείς.

Αν τώρα ξεδιπλώνονται σαν χάρτες,
Όλες τους οι χώρες μοιάζουν ξένες.

Ονειρεύονται την επιστροφή
Στο σκοτεινό σπίτι της τσέπης.

Θέλουν να ξεπλύνουν από πάνω τους
Το αίμα παλιών χαιρετισμών,

Να τρίψουν τις οσμές
Της σάρκας που δοκίμασαν.

Και το μόνο που αδράχνουν είναι αέρας.
Σκεφθείτε τα χέρια σαν αναπνοή,

Μέσα, έξω. Σκεφθείτε
Τα άδεια χέρια.

(Απόδοση: Γιάννης Παλαβός)

Δημοσιευμένο στο περιοδικό "ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ", 
ν. 183-184, Οκτώβριος 2011

27.11.11

Συλλέκτης ήχων

(φωτ. Bill Brandt)

(ένα παλιότερο κείμενο, ξανακοιταγμένο)

Είμαι συλλέκτης. Μαζεύω ήχους, ακριβώς όπως άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα, νομίσματα ή παλιά βιβλία. Με την ίδια μανία αποθηκεύω τα κομμάτια της συλλογής μου, παλαιότερα σε κασέτες και τώρα σε CD. Με την ίδια λαχτάρα τα ταξινομώ. Με το ίδιο καμάρι τα επιδεικνύω. Κάνω αυτή τη συλλογή από μικρός. Σχεδόν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Πώς σκέφτηκα να κάνω τη συγκεκριμένη συλλογή; Δεν το θυμάμαι. Ίσως είναι και το ότι σε αυτές τις νεαρές ηλικίες δεν χρειάζεται να το πολυσκεφτεί κανείς για να κάνει κάτι. 
Ο πρώτος ήχος που έβαλα στη συλλογή μου ήταν ο θόρυβος που έκανε η ραπτομηχανή της γιαγιάς,  μια παλιά μαύρη Singer στηριγμένη σε ένα μαρμάρινο τραπεζάκι με μαντεμένια πόδια. Η γιαγιά καθόταν με τις ώρες πάνω από τη μηχανή, με τα πρεσβυωπικά γυαλιά έτοιμα σχεδόν να κυλίσουν από τη μύτη της, και διόρθωνε τα ρούχα μας. Στρίφωνε τα παντελόνια και τις φούστες (ο μπαμπάς και η μαμά δεν ήταν πρώτο ανάστημα) και μπάλωνε τους αγκώνες και τα γόνατα στα δικά μου ρούχα (σαν παιδί κι εγώ, δεν μάζευα ήχους ολημερίς). Γελούσαν ο μπαμπάς κι η μαμά με τη σοβαρότητα που είχα την ώρα της «ηχογράφησης». Πολλά χρόνια αργότερα όμως, όταν η γιαγιά είχε πια αφήσει ορφανή την πιστή της ραπτομηχανή, μου ζητούσαν από καιρό σε καιρό να τους παίξω τη μαγνητοταινία με τον πρώτο αυτό ήχο και τότε κατάλαβα ότι η συλλογή μου είχε την ίδια ή ίσως και μεγαλύτερη αξία με τις άλλες πιο δημοφιλείς συλλογές γραμματοσήμων και νομισμάτων.
Πάντως, ήξερα καλά ότι οι συμμαθητές μου στο σχολείο με κορόιδευαν. Στα διαλείμματα, την ώρα που εκείνοι καθισμένοι κατάχαμα αντάλλασσαν μεταξύ τους εικονίτσες ποδοσφαιριστών και αεροπλάνων, εγώ τριγυρνούσα με το μαγνητοφωνάκι μου και έγραφα τη βαβούρα του διαλείμματος. Παραμόνευα τα κορίτσια στα αποδυτήρια, όχι για να τις δω που γδύνονταν, αλλά για να ηχογραφήσω τα γέλια και τις κουβέντες τους. Μιλούσαν όλες μαζί και ξεκαρδίζονταν εντελώς απροειδοποίητα. Αραιά και πού, το μαγνητοφωνάκι μου έπιανε κανένα αγορίστικο όνομα. Άκουγα τις μαγνητοταινίες ξανά και ξανά, προσπαθώντας με αγωνία να ξεχωρίσω μέσα στην κοριτσίστικη φασαρία και το δικό μου όνομα. Θες η κακή ποιότητα εγγραφής (δεν έφτιαξε ούτε όταν πήρα κασέτες χρωμίου και μετάλλου), θες το ότι δεν ήμουν και κανένας κούκλος, η συλλογή εκείνης της εποχής μπορεί να μου έδωσε άλλες χαρές, ποτέ όμως την πολυπόθητη.
Αργότερα, στο πανεπιστήμιο, οι συμφοιτητές μου με αντιμετώπιζαν ως φαινόμενο υπό παρατήρηση. Φρόντιζαν μάλιστα να είναι όσο το δυνατόν πιο αθόρυβοι όταν βρισκόμουν ανάμεσά τους, με τον φόβο ότι οποιαδήποτε κουβέντα τους μπορούσε να περάσει στη μαγνητοφωνημένη αιωνιότητα. Ακόμα και σήμερα, οι συνάδελφοί μου στο γραφείο, αλλά και η Χριστίνα, πρέπει-μεταξύ μας-να με θεωρούν ιδιόρρυθμο, για να μη με χαρακτηρίσω αλλιώς.
Έχω μαζέψει ως τώρα περίπου δώδεκα χιλιάδες ήχους. Φυλάω τα λάφυρά μου σε μια βιβλιοθήκη. Όλοι οι ήχοι ταξινομημένοι κατά είδος και κατά ημερομηνία ηχογράφησης. Πραγματικός θησαυρός.
Ήχοι από την καθημερινότητα, η βροχή που πέφτει στις πλάκες του πεζοδρομίου και στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, ο ήχος του κρασιού καθώς σερβίρεται στο ποτήρι, το ξεφύλλισμα των κυριακάτικων εφημερίδων, το απορριμματοφόρο που μαζεύει τα σκουπίδια τις πρώτες πρωινές ώρες, ήχοι και μουσικές από τα παιχνίδια της Άλκηστης.
Μερικοί ήχοι έχουν ιστορική σημασία, όπως ο ήχος από τα κλειδιά που κουδούνιζαν  κρεμασμένα στις πόρτες του διαμερίσματός μας,  ολοκαίνουργιου τότε, το βράδυ που έγινε ο μεγάλος σεισμός της Αθήνας. Θυμάμαι, ήμουν ξαπλωμένος και διάβαζα το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Ήμουν εντελώς απορροφημένος στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Στο σημείο όπου ο Ντόριαν μαχαίρωνε το πορτρέτο του, άρχισε το σπίτι να τρέμει και μια υπόκωφη βουή, σαν κροτάλισμα τυμπάνων, κάλυψε τους σπιτικούς θορύβους. Προς στιγμή θαύμασα την πένα του  Όσκαρ Ουάιλντ (τι συγγραφέας! να μπορεί να ταρακουνάει τον αναγνώστη με τόση αμεσότητα!), γρήγορα όμως κατάλαβα ότι δεν με κούναγε ο Όσκαρ, αλλά ο Εγκέλαδος.  Ίσα που πρόλαβα να πατήσω το record στο μαγνητοφωνάκι και να γράψω λίγα δευτερόλεπτα από την ηχητική πλευρά της γης που σείεται, ηχογράφησα όμως σε όλο της το μεγαλείο μια πραγματική συμφωνία για έξι διπλά κλειδιά κρεμασμένα σε πόρτες, που ακολούθησε το συθέμελο ταρακούνημα του καινούργιου μας σπιτιού.
Τα κορναρίσματα στους δρόμους τη χρονιά που η ελληνική ομάδα κέρδισε το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα μπάσκετ: άλλος ιστορικός ήχος. Εκείνες τις ημέρες, έδινα Πανελλήνιες και αναγκαστικά είχα περιορίσει τόσο τη συλλεκτική όσο και τις υπόλοιπες δραστηριότητές μου. Το επόμενο πρωί έδινα Χημεία. Ένιωθα δεμένος πισθάγκωνα στην καρέκλα του γραφείου μου με αλυσίδες άνθρακα. Τις προηγούμενες νύχτες έβλεπα όνειρα γεμάτα με κετόνες και αλδεΰδες. Τα μαλλιά μου και τα ρούχα μου είχαν ποτίσει από νικοτίνη: ο χημικός που μου έκανε ιδιαίτερα μαθήματα για τις εξετάσεις κάπνιζε απανωτά τσιγάρα και ήταν κι αυτός περισσότερο αγχωμένος απ’ ό,τι συνήθως. Τον θυμάμαι να φυσάει τις λύσεις των δύσκολων προβλημάτων ανάμεσα σε δαχτυλίδια καπνού που διαλύονταν άδοξα στο πρόσωπό μου. Η νίκη της Εθνικής ομάδας μπάσκετ μου είχε δώσει μια ξαφνική και μεγάλη χαρά, αφού μέχρι τότε δεν είχα ποτέ ζήσει άλλη διάκριση της Ελλάδας σε διεθνή διοργάνωση. Θυμάμαι ότι είχα παρατήσει για λίγο το τσαλακωμένο βιβλίο με τις κετόνες και είχα βγει στο μπαλκόνι. Αυτοκίνητα περνούσαν κορνάροντας, μερικές φορές μελωδικά, ενώ από τα παράθυρά τους ανέμιζαν γαλανόλευκες. Τραγούδια ακούγονταν από μακριά. “It is the final countdown”, η επιτυχία της εποχής με το χαρακτηριστικό σάλπισμα.  Στο κατώφλι της ενηλικίωσης τυπικά, αλλά με παιδική σκέψη ακόμα,   δεν ήμουν τότε σε θέση να συνειδητοποιήσω πόσο λίγες, σχεδόν συλλεκτικές, είναι οι στιγμές που νιώθει κανείς υπερήφανος για την Ελλάδα, όμως αργότερα ταξινόμησα την ηχογράφηση αυτή στους σπάνιους ήχους.
Οφείλω να σας αποκαλύψω την πιο αστεία ηχογράφηση της συλλογής μου. Φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη, μέρες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου και η Χριστίνα έγκυος στην Άλκηστη. Μέναμε στην Πλατεία Αριστοτέλους, σε πολύ καλό ξενοδοχείο. Η Χριστίνα μπαινόβγαινε στις κινηματογραφικές αίθουσες και ερχόταν στο ξενοδοχείο σχεδόν μόνο για να κοιμηθεί. Εγώ είχα πάρει μαζί μου δουλειά του γραφείου και έκανα μικρά διαλείμματα μόνο για να γράψω κανέναν ήχο. Το δεύτερο βράδυ δεν μου κόλλαγε ύπνος. Πρέπει να ήταν περίπου δύο τα ξημερώματα κι εγώ στριφογύριζα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να μην ξυπνήσω τη Χριστίνα. Ξαφνικά, ο τοίχος που ήταν κολλητά στην πλάτη του κρεβατιού άρχισε να δονείται ρυθμικά, σαν κάτι να τον έσπρωχνε από πίσω. Προστέθηκε ένα ρυθμικό κρεσέντο από χτυπήματα ξύλου πάνω σε τσιμέντο. Το μαγνητόφωνό μου είχε ήδη αρχίσει να γράφει. Μετά από την κρουστή αυτή εισαγωγή, ακολούθησε το φωνητικό μέρος, εξίσου ρυθμικό και διεγερτικό. Μια γυναικεία κραυγή, ένα επαναλαμβανόμενο «α-α-α-α-...» με διαφορετικό χρωματισμό σε κάθε εκφορά του: πόνος, αγωνία, ηδονή, θυμός. Μια οργασμική άρια για σοπράνο με συνοδεία κρουστών, ένα ηχητικό διαμάντι. Ηχογραφούσα γελώντας. Τρία λεπτά και σαράντα δευτερόλεπτα. Άξιος ο βαρύτονος, σκέφτηκα. Η Χριστίνα δίπλα μου, παρέμενε βυθισμένη σε όνειρα σινεμασκόπ με πρόσωπο γλυκό και αφρατεμένο από την πλημμύρα των ορμονών.
Οι πιο αγαπημένοι μου ήχοι είναι αυτοί που επιγράφονται ως «ήχοι της φύσης». Ήχοι ηχογραφημένοι κατά τη διάρκεια μακρινών περιπάτων μέσα σε δάση ή πάνω σε λόφους και βουνά. Τριζόνια, τζιτζίκια, μέλισσες, αλλά και το κελάρυσμα ενός ρυακιού, το θρόισμα που κάνουν τα στάχυα μέσα στο κατακαλόκαιρο, το κόασμα των βατράχων μέσα στις καλαμιές.
Η πιο κατάλληλη ώρα για να μαζέψει κανείς  ήχους είναι το βράδυ. Είναι η ώρα που οι ήχοι αποκτούν τη μέγιστη καθαρότητά τους και γίνονται πιο ευδιάκριτοι. Ξεφυτρώνουν και άλλοι ήχοι,  εντελώς ιδιαίτεροι. Ήχοι που λες και κρύβονταν από τη μέρα, περιμένοντας το σούρουπο για να ξεμυτίσουν από την κρυψώνα τους.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βράδυ. Αρχές καλοκαιριού, με μια ασυνήθιστη ψύχρα για την εποχή. Περασμένες έντεκα.  Έκλεισα τα βιβλία στο γραφείο και ξεκίνησα για το σπίτι. Η γνωστή διαδρομή με το αυτοκίνητο, αρκετά κοντινή για να μην κουράζει, αλλά και αρκετά μακρινή, για να μου επιτρέπει να ακούσω ήχους. Υπάρχει ένα σημείο της διαδρομής που μοιάζει σαν να μην είναι μέσα στην πόλη. Είναι ένα ήσυχο δρομάκι, παράλληλο με την κεντρική οδό. Σε ένα σημείο, δύο πανύψηλα πεύκα εκατέρωθεν στενεύουν τόσο το δρομάκι, ώστε ίσα που χωράει να περάσει ένα μικρό αυτοκίνητο.  Αυτό το σχεδόν εξωτικό σημείο αποτελεί πραγματικό καταφύγιο για σπάνιους ήχους. Εκεί έχω συλλέξει μερικούς από τους πιο αγαπημένους μου ήχους.
Εκείνο το βράδυ, καθώς περνούσα από το σημείο αυτό, άκουσα τη γλυκιά, εύθραυστη λαλιά ενός αηδονιού. Σταμάτησα επιτόπου το αυτοκίνητο. Ο ήχος της μηχανής ακουγόταν προσβλητικά άσχημος πλάι στις τρίλιες του πουλιού. Απόμεινα μαγεμένος να ακούω. Το δημοσιογραφικό μου μαγνητοφωνάκι άκουγε κι αυτό και έγραφε νότες κρυστάλλινες  σε μια μελωδία υπέρτατης έμπνευσης, ικανή να κάνει και τον πιο προικισμένο συνθέτη να σκάσει από ζήλια. Θυμήθηκα εκείνο το έργο του Messiaen με τα πουλιά, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πόση δεξιοτεχνία χρειάστηκε για να αποδώσει τις φωνές των πουλιών με μουσικά όργανα, πόσα χρόνια πειραματισμών και πόσες παρτιτούρες πρέπει να είχε σκίσει και ξαναγράψει στην προσπάθειά του να πλησιάσει την αρμονία των μικρών φτερωτών μουσικών.
Καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, το αηδόνι συνέχιζε αμέριμνο το ρεσιτάλ του κι εγώ, ο μοναδικός τυχερός ακροατής, είχα ξεχαστεί εντελώς. Σχεδόν δεν θυμόμουν από πού ερχόμουν και προς τα πού πήγαινα. Με επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα ο ήχος της μηχανής ενός αυτοκινήτου και ένα γαλάζιο φως που αναβόσβηνε ρυθμικά. Ένα περιπολικό.
     «Καλησπέρα. Πάθατε τίποτα;» με ρωτούσε ένα πρόσωπο νεαρού αστυνομικού από το δικό μου μισάνοιχτο παράθυρο του οδηγού. Ελαφρώς αξύριστο με παλιά σημάδια ακμής στα μάγουλα. Βλέμμα που μαρτυρούσε ενδιαφέρον και καχυποψία σε ίσες αναλογίες.
     «Όχι…», ψέλλισα ξαφνιασμένος, αποσιωπώντας την αλήθεια. Κάτι είχα πάθει: είχα σαστίσει από την απερίγραπτη ομορφιά, από την απαράμιλλη μελωδία. Θυμήθηκα τους συμμαθητές μου και ενέμεινα στην αρχική απάντηση.
     «Μπορώ να έχω το δίπλωμα οδήγησης και την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου σας;»
     «Πώς… Βέβαια… Αμέσως…», απάντησα και άρχισα να ψάχνω στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου.
 Μα πού ήταν; Εκεί πρέπει να τα είχα αφήσει. Ανακάτεψα διάφορα άχρηστα χαρτιά που ήταν παραχωμένα όπως-όπως στο ντουλαπάκι. Δεν είχε άδικο η Χριστίνα που με έλεγε ακατάστατο. Πουθενά τα χαρτιά…. Ούτε το δίπλωμα, ούτε η άδεια…. Από το ύφος του αστυνομικού κατάλαβα ότι μάλλον είχα μπλέξει. Πόσο άσχημα άραγε; Αυτό το συνειδητοποίησα λίγο αργότερα, όταν έφτασα συνοδευόμενος από το περιπολικό στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής για εξακρίβωση στοιχείων.

25.11.11

Ο κύριος Ξανθούλης ποτέ δεν ξυπνάει τόσο πρωί


(Ο Ευθύμης Φιλίππου συναντά πρόσωπα που του λένε ιστορίες)


       Κύριε Ξανθούλη, μπορείτε να μου μιλήσετε για διάφορα πράγματα, γενικά, σας παρακαλώ;

       Είχα (παύση) πάει στην Τουρκία. Χτες γύρισα. Πήγα με το αυτοκίνητο μέχρι τις Καστανιές, μετά Ανδριανούπολη. Ξέρεις, στα σύνορα οι Τούρκοι σε καθυστερούν για να δείξουν ότι είναι υπηρεσιακοί και μετά μπορεί να πάνε για φαγητό και να περιμένεις άλλη μισή ώρα και μετά ρεύονται και περιμένεις ξανά και μετά σε 2 περίπου ώρες είσαι στην Πόλη. Πάω συχνά, είτε μόνος είτε κουβαλώντας μαζί μου κάποιους άλλους, έντρομους συνήθως, που μπορεί να διασχίζουν τον  Έβρο για πρώτη φορά και βλέπουν τα τζαμιά με ανοιχτό το στόμα κι εγώ δίπλα τους λέω διάφορες ιστορίες για να τρομάζουν ακόμα πιο πολύ. Πολύ, δεν ξέρω πώς να το πω, πολύ γκόθικ διαδρομή. Παλιά, όταν πήγαινα στην Πόλη, έμενα στο Divan, αλλά όχι πια. Γεννήθηκα το 1947. Γεννήθηκα στην Αλεξανδρούπολη. Στην προεφηβεία ήμουνα πολύ προστατευμένος απ’ τη φαντασία μου. Όχι από τους άλλους, ξαναλέω, απ’ τη φαντασία μου ήμουνα προστατευμένος και μετά βρέθηκα ξαφνικά εκτεθειμένος στην αδηφαγία μιας εφηβείας, της εφηβείας μου. Δεν έχω αδέρφια. Μισούσα το σχολείο. Πέρασα τα καλοκαίρια μου διαβάζοντας, επειδή ήμουνα μετεξεταστέος και τιμωρούσα τον εαυτό μου με μελέτη, κάτι σαν αυτομαστίγωμα. Ξέρεις, είμαι υπέρ της τιμωρίας και όταν αποφασίσω ότι πρέπει να τιμωρήσω κάποιον, τότε απλά τον αντιμετωπίζω σαν να είναι πεθαμένος, αυτό κάνω. Πήγα σ’ ένα πρότυπο σχολείο. Έμενα ο πατέρας μου ήταν ηλεκτρολόγος κι επειδή δεν ήταν δικηγόρος πέρασα από κάτι εξετάσεις για να με πάρουν στο σχολείο και με ρωτήσανε για κάτι χρώματα σ’ ένα ταμπλό και μου δείξανε ένα κι εγώ τους είπα «Αυτό το χρώμα είναι σικλαμέν» κι αυτοί με περάσανε αμέσως και κοίταξα με περιφρόνηση τα υπόλοιπα παιδιά γιατί εγώ είχα μόλις πει το χρώμα σικλαμέν πρώτος. Έλεγα, έλεγα, έλεγα, μίλαγα συνέχεια. Μια ξαδέρφη μου τότε, μάλιστα, είχε μείνει έγκυος χωρίς, όπως μας είπε, να έχει δεσμό και κάτι δασκάλες με ρωτήσανε στο σχολείο για να κουτσομπολέψουνε κι εγώ τους μίλαγα για την περίπτωση της ξαδέρφης περίπου κάνα μισάωρο. Μίλαγα συνέχεια. Στο δημοτικό νομίζω ήμουνα κοινωνικός, αλλά μετά, στο γυμνάσιο, απομονώθηκα γιατί μάλλον κάτι φοβήθηκα. Κάτι θα με τρόμαξε ίσως. Τα τελευταία 50 χρόνια ζω μ’ ένα στερητικό άλφα (παύση) μπροστά μου. (παύση) Αμέτοχος. (παύση) Όχι, δεν δέθηκα με όλα αυτά εκεί τότε. Σχολεία, δασκάλους, θρανία, κιμωλίες, τίποτα. Έδωσα εξετάσεις και απέτυχα δυο φορές. Μηδενίστηκα στην έκθεση ιδεών. Είχαν πέσει οι «Εστιάδες» του Γρυπάρη κι έκανα μια μεγάλη ανάλυση πάνω στον Γρυπάρη γιατί, ξέρεις, ενημερωνόμουν πολύ για το θέατρο και ήξερα διάφορα για τους διευθυντές του Εθνικού κι ας ήμουνα εκεί, μακριά, στο μέρος που είναι η απειλή του δημόσιου υπαλλήλου, στο μέρος που του λένε ότι θα τον στείλουν άμα δεν προσέχει ή κι εγώ δεν ξέρω τι. Έδωσα εξετάσεις για να έχω μόρφωση, που λέμε. Μου άρεσε πολύ αυτή η έκφραση. «Αυτός σπούδασε γιατρός για μόρφωση». Δεν έδωσα εξετάσεις για να φύγω απ’ την Αλεξανδρούπολη, γιατί θα έφευγα έτσι κι αλλιώς. Και δεν το θεώρησα ποτέ ηρωικό το ότι έφυγα, όταν έφυγα. Σιγά. Τόσος κόσμος φεύγει κάθε μέρα από ένα μέρος και πάει κάπου αλλού. Στην Αθήνα κατέβαινα από μικρός. Πολλές φορές και μόνος μου κατέβαινα. Την πρώτη φορά που ήρθα παρά λίγο να πεθάνω από μια οξεία νεφρίτιδα, αλλά τελικά δεν πέθανα. Στον Ευαγγελισμό με πήγανε. Όταν ήρθα στην Αθήνα και είδα τη Βασιλίσσης Σοφίας και τις πρεσβείες και τις σημαίες και τον Ευαγγελισμό, είπα μέσα μου «εδώ, εδώ». Συνέδεσα πολύ τον εαυτό μου με τον Ευαγγελισμό. Μου άρεσαν πολύ ο Ευαγγελισμός και η Αθήνα και το Α’ Νεκροταφείο και η Ζωή Φυτούση κι ο Χατζιδάκις. Όταν ήρθα για να μείνω, έμεινα σ’ ένα ξενοδοχείο στην Αθηνάς που δεν θυμάμαι πως το λέγανε, αλλά θυμάμαι ότι μύριζε παστουρμά, γιατί απέναντι πουλάγανε αλλαντικά. Τότε είδα και για πρώτη φορά στη ζωή μου φρέζιες και είχα ξετρελαθεί γιατί απάνω δεν φυτρώνανε. Μάλλον λόγω κρύου, δεν ξέρω. Ήμασταν περίεργη οικογένεια, μιλούσαμε μόνο με δευτερεύουσες προτάσεις. Δεν ξέρω πώς να σ’ το περιγράψω. Όταν μιλούσαμε μεταξύ μας δεν μιλούσαμε ποτέ για την ουσία των πραγμάτων. Ήταν πολύ δύσκολο για κάποιον ξένο να μας παρακολουθήσει σε μια συζήτηση. Μπορεί να έλεγε κάποιος «το γάλα ξίνισε» και μετά «γιατί δεν πήγες τα ρούχα στο καθαριστήριο το πρωί». Τέλος πάντων, (παύση) δεν ξέρω πώς να το προσδιορίσω ακριβώς, αλλά μιλούσαμε πολύ περίεργα. Το δωμάτιό μου το θυμάμαι. Τότε ήταν πολύ της μόδας τα κάδρα. Όλοι ήθελαν να κορνιζάρουν πράγματα. Εγώ είχα κορνιζώσει τον «Εσταυρωμένο» του Γκρέκο. Όταν βίωνα αποτυχίες στα μαθήματα ή αλλού τον κατέβαζα, μόλις τα πράγματα καλμάρανε τον ξανακρέμαγα τον «Εσταυρωμένο». Εμείς, ως πρόσφυγες εκεί, την ξέραμε την ιστορία μας, δηλαδή την ξέραμε όπως μας την έλεγαν κάποιοι πιο ηλικιωμένοι, που βέβαια ο καθένας έλεγε μια άλλη, δική του εκδοχή της ιστορίας. Και μετά έλεγα κι εγώ σε άλλους τη δικιά μου εκδοχή, αλλά εγώ έβαζα μέσα με κάποιον τρόπο και τους Ρομανόφ, έτσι, για πιο πολύ πλούτο. Δεν μου άρεσαν αυτές οι μίζερες ιστορίες που άκουγα με τις φτώχιες και τ’ αντίσκηνα και τις αηδίες και τις σαχλαμάρες. Εγώ έβαζα πάντα πάρα πολλή ξιπασιά και πλούτο. Η Αλεξανδρούπολη δεν ήταν ωραία. Εντάξει, είχε θάλασσα και ψάρια. Αλλά εμείς δεν είχαμε σχέση με αυτήν τη θάλασσα, δεν ταξιδεύαμε με πλοία. Εμένα δεν με νοιάζανε ποτέ τα πλοία, αλλά τα τρένα. Μου αρέσουνε τόσο πολύ τα τρένα*, δεν φαντάζεσαι πόσο. Στο σπίτι παλιά έρχονταν πολλοί φίλοι και καθόμασταν μέχρι πολύ αργά. Κάναμε κάτι σαν φιλολογικά σαλόνια. Έτσι ξεκίνησα να γράφω. Για να τους κάνω να γελάνε δηλαδή - ήθελα να τους κάνω να γελάνε και να περνάνε ωραία. Θέλω οι άλλοι να γελάνε και πάντα εκεί θα διαφωνώ με τους επαΐοντες που θέλουν όλα να είναι (ήχος βρυχηθμού) και βλοσυρά και βαριά. Γράφω με το χέρι και, όπως βλέπεις, δεν έχω υπολογιστή πάνω στο γραφείο μου. Τώρα τελευταία γράφω με αυτά τα μαύρα μολύβια. Και μετά τα ξαναγράφω με στυλό, με μαρκαδοράκι μάλλον. Όχι από πάνω από το μολύβι, όπως οι μοδίστρες τα πατρόν. Εννοώ τα ξαναγράφω από την αρχή και είτε προσθέτω είτε αφαιρώ διάφορα. Δεν ακούω μουσική όταν γράφω, γιατί άμα μου αρέσει κάτι που ακούω μ’ εκτρέπει από αυτό που θέλω να γράψω και δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό. Είμαι πάρα πολύ επιρρεπής στην εκτροπή εγώ. Καμιά φορά, όταν γράφω, γίνομαι κάτι σαν αλεξικέραυνο κάποιων πληροφοριών, χωρίς να το θέλω. Και το καταλαβαίνω πολύ μετά. Και λέω «Α, οι ήρωες των βιβλίων μου τελικά υπάρχουν» και αυτό είναι ανατριχιαστικό γιατί εγώ δεν θέλω να υπάρχουν γιατί κάνω τους ήρωές μου συχνά να περνάνε άσχημα και φοβάμαι μη μ’ εκδικηθούν και τρέμω. Στον κινηματογράφο κάθομαι πάντα μπροστά. Κανείς δεν πάει να κάτσει μπροστά κι έχει πάντα κενές θέσεις. Έχω το Σύνδρομο του Λούντβιχ, αυτού που ήθελε ν’ ακούει μόνος του στο θέατρο τις όπερες του Βάγκνερ, χωρίς καθόλου κόσμο. Κάθομαι μπροστά, λοιπόν. Κι αυτό είναι πολύ κουραστικό, αλλά μου αρέσει. Είχα μια νοοτροπία αστού πάντα, δεν ξέρω γιατί. Και οι επαναστάσεις μου ήταν πάντα αστικές για να γίνω πιο αστός. Δεν καταλαβαίνω πώς οι άνθρωποι συναντιούνται σε καφενεία και κάθονται εκεί και συζητάνε και πίνουνε καφέ. Διασκεδάζω πολύ όταν οδηγώ. Έμαθα 59 χρόνων να οδηγώ και μου αρέσει πολύ. Με ξετρελαίνει που οδηγώ. Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι να μαθαίνει κάτι καινούργιο ένας ετοιμοθάνατος, όπως εγώ; Εγώ τώρα ζω με τη ηλικία ενός σκύλου. Πόσα χρόνια έχω νομίζεις; Σήμερα διάβασα στην εφημερίδα για μια γάτα που ζει 23 χρόνια. Απίστευτο, ε; Έκανα μια μέρα έναν μεγάλο καβγά με τη σύζυγό μου και της είπα «τώρα θα δεις, θα κάνω κάτι φοβερά ριψοκίνδυνο» και αποφάσισα να μάθω να οδηγώ. Έχω ένα PT Cruiser και η γυναίκα μου το σιχαίνεται και όλη η οικογένειά μου το βρίζει, ενώ ένας υπάλληλος ενός βενζινάδικου με κοίταξε μια μέρα στα μάτια και μου είπε «τέτοιου ίκε Κίτλερ». Αλλά εγώ το βρίσκω πολύ συντροφικό αυτό το αυτοκίνητο και κάπως συνεκτικό. Έχω κάνει 105.000 χιλιόμετρα.

Κύριε Ξανθούλη, μπορείτε να μου περιγράψετε λεπτομερώς πώς ήταν εμφανισιακά ο πατέρας σας και η μάνα σας;

Να τοι, εκεί, στη φωτογραφία, στην κορνίζα εκεί. Προχτές τους πήγα χρυσάνθεμα. Έχουν πεθάνει.

     Ο Γιάννης Ξανθούλης είναι 35 χρόνων, έχει ένα μουστάκι γκρι, αλλά εκείνος λέει πως είναι βεραμάν. Τα δάχτυλα των χεριών του είναι γεμάτα μελάνια μπλε και τριμμένα φιστίκια Αιγίνης. Το γραφείο του ζυγίζει έναν τόνο, είναι κατασκευασμένο από ανήλικους Μονεγάσκους με καμένα ξύλα μεγάλων τζακιών μεγάλων σαλονιών. Γεννήθηκε στο Μόντε Κάρλο και ανδρώθηκε στην Προύσα κι έχει μια μεγάλη συλλογή από γόμες κρυμμένη σε μια κρύπτη που ανοίγει μ’ έναν ειδικό μηχανισμό, απλά τραβώντας το κηροπήγιο προς τα κάτω και τότε, κοίτα, η βιβλιοθήκη ανοίγει, αποκαλύπτοντας ένα δεύτερο δωμάτιο από πίσω. 


LIFO 22.11.11

19.11.11

Μεγεθύνοντας μια φωτογραφία


(φωτ. Louis Daguerre, 1838)

Μπορούμε και μόνοι μας κατ’ οίκον να μεγεθύνουμε τη μικρή σημασία μιας φωτογραφίας, λέει η Κική Δημουλά. Αυθόρμητα, χωρίς δεύτερη σκέψη, βρέθηκα χθες να βαδίζω το μονοπάτι της ποιήτριας. Διακόσια εικοσιτέσσερα χρόνια από την ημέρα που είχε γεννηθεί ο Λουί Νταγκέρ. Μερικοί άνθρωποι αλλάζουν τον κόσμο, τον κάνουν να γυρίζει πιο γρήγορα. Είναι οι άνθρωποι που μαθαίνουν από τα λάθη τους. Ο Νταγκέρ έσπασε κατά λάθος ένα υδραργυρικό θερμόμετρο. Η επαφή του υδράργυρου με πλάκες χαλκού επιστρωμένες με ιωδιούχο άργυρο που είχαν προηγουμένως εκτεθεί στο φως, είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση των εικόνων που πριν ήταν αόρατες. Ότι δεν βλέπουμε τα πράγματα, δεν είναι επειδή αυτά δεν υπάρχουν.
Η φωτογραφία που με απορρόφησε για αρκετή ώρα δείχνει έναν Παρισινό δρόμο, πίσω στα 1838. Ερημιά, θα παρατηρήσει κάποιος αναγνώστης. Διακρίνεται μόνο ένας περαστικός. Έχει σταματήσει και του γυαλίζει τα παπούτσια του  ένας λούστρος. Περίεργοι καιροί, θα σκεφτεί ο ίδιος αναγνώστης. Ο λούστρος περιμένει πελάτες σε έναν εντελώς έρημο δρόμο. Ο περαστικός βαδίζει ολομόναχος και αποφασίζει να γυαλίσει τα παπούτσια του.
Ψυχαναγκασμός, μια πιθανή εκδοχή. Ο περαστικός μένει σε ένα μικρό τακτοποιημένο διαμέρισμα στο βουλεβάρτο. Τα πουκάμισά του είναι στοιχημένα μέσα στη μικρή ντουλάπα του δωματίου του και τα λίγα ζευγάρια παπούτσια του, γυαλισμένα και αστραφτερά, τοποθετημένα κάτω από το κρεβάτι. Λογιστής, βιβλιοθηκάριος, τραπεζικός υπάλληλος, σίγουρα κάτι τέτοιο.
 Κατάλυση της μοναχικότητας, άλλη πιθανή εκδοχή. Ο άνθρωπος χρειάζεται τον άνθρωπο. Ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή κλεμμένη. Αρκεί ένα φευγαλέο μοίρασμα για να μη νιώθει κανείς κλέφτης. Μια καλημέρα από τον γείτονα, ένα χαμόγελο στο ταμείο του καταστήματος. Με σιγουριά, όχι όμως εντελώς μη αναστρέψιμη, οι λούστροι σπανίζουν πια, ακόμα και σε πολυσύχναστους δρόμους. Ορθώς πράττοντας, ο περαστικός της φωτογραφίας εναπόθεσε τη μοναξιά του στα έμπειρα χέρια του επαγγελματία και την πήρε πίσω απαστράπτουσα, αληθινό καθρέφτη.
Τρίτη εκδοχή, εντελώς απίθανη. Ο δρόμος είναι πολυσύχναστος, γεμάτος διαβάτες και άμαξες. Γυναίκες με μικρά παιδιά βαδίζουν βιαστικά. Άνδρες σταματούν και χαιρετιούνται εγκάρδια. Μια άμαξα κατεβάζει επιβάτες. Το άλογο φαίνεται εκνευρισμένο, χλιμιντρίζει ανήσυχα. Ένας εφημεριδοπώλης διασχίζει τον δρόμο. Τα γεγονότα του Παρισιού, φρέσκα, ζεστά από το τυπογραφείο. Ο τρελός της γειτονιάς ξεφωνίζει αλαφιασμένος. Από τα παράθυρα των σπιτιών ξεπροβάλλουν απορημένα πρόσωπα.
Ο Λουί Νταγγέρ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Η έκθεση της εικόνας στην πλάκα έπρεπε να είναι παρατεταμένη. Ήταν αδύνατο να συλληφθεί η κίνηση. Οι άνθρωποι έπρεπε να στέκονται για μισή ώρα στην ίδια θέση ακίνητοι, για να αποτυπωθούν στη δαγγεροτυπία. Στα πορτρέτα, τα πρόσωπα έβγαιναν ανέκφραστα, οι ρυτίδες έκφρασης επιπεδώνονταν, η μορφή απογυμνωνόταν από το συναίσθημα. Ιδανική μέθοδος για φωτογραφίες διαβατηρίου, θα σχολίαζε ειρωνικά ο αναγνώστης που υπομονετικά ακολουθεί αυτές τις αράδες.
Αυτή είναι ιστορικά η πρώτη φωτογραφία ζωντανού ανθρώπου. Με μια απλή, καθημερινή πράξη, να γυαλίσει τα παπούτσια του, ο περαστικός κατάφερε, πιθανόν εν αγνοία του, να περάσει στην ιστορία. Υπάρχει και ένα μικρό παιδί στο παράθυρο του τελευταίου ορόφου του μπροστινού σπιτιού. Αριστερά όπως φαίνεται σε μας, δεξιά όπως ήταν στην πραγματικότητα. Στη δαγγεροτυπία το είδωλο έβγαινε ανεστραμμένο. Έστω κι έτσι, ανεστραμμένο, στο αριστερό ή στο δεξιό παράθυρο, το παιδί είναι εκεί. Είναι σημαντικό να υπάρχει ένα παιδί και να παρατηρεί. Έστω και ανεστραμμένα.
Κατ’ οίκον μεγεθύνοντας τη σημασία της φωτογραφίας, μου φάνηκε διαβολική σύμπτωση η παρακάτω φράση που διάβασα στις σημερινές εφημερίδες. Την είχε γράψει ο νυν υπηρεσιακός πρωθυπουργός, τότε φέρελπις απόφοιτος του Κολλεγίου, στο ετήσιο λεύκωμα αποφοίτησης. The only absolute: RELATIVITY.

7.11.11

Παντελής Μπουκάλας: "Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου"



       Τον φαντάζομαι μπροστά στον καθρέφτη. Τον μεγάλο. Κειμήλιο οικογενειακό. Πίσω του, να καθρεφτίζονται κι αυτές στο βάθος, σαν φόντο, οι φωτογραφίες των μεγάλων του σογιού, ο παππούς, ο πατέρας, η μητέρα. Γελαστός κοιτάει το είδωλό του και σαν να του φαίνεται ότι δεν χωράει στον καθρέφτη. Ολο καμάρι και περηφάνια είναι. Και για τον παππού του βέβαια, και για τον πατέρα του, και για τη μητέρα του, μα πιο πολύ για τον εαυτό του. Για τη φοβερή του επιτυχία. Ποιος άλλος, λέει από μέσα του για να μην τον καταγράψει κανένας κοριός και μιλώντας για τον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο της μεγαλοπρεπείας, ποιος άλλος κατάφερε με μία του μόνο κίνηση, με τέσσερις λέξεις όλες κι όλες, «αποφάσισα να κάνω δημοψήφισμα», να ταράξει την οικουμένη όλη και όχι μόνο τη Γηραιά Ηπειρο, που έτσι κι αλλιώς, χάρη στη στιβαρή ηγεσία της, κατάντησε να ταράζεται με την πρώτη γελοία φήμη, με το πρώτο βήξιμο επενδυτή ή το πρώτο φτάρνισμα αξιολογητή; Ποιος, εκτός ίσως από τον ασθμαίνοντα μιμητή μου, τον Ομπάμα, κατάφερε να είναι την ίδια μέρα φάτσα κάρτα στα πρωτοσέλιδα της «Μοντ», του «Γκάρντιαν», της «Ρεπούμπλικα», των «Νιου Γιορκ Τάιμς», των «Τάιμς του Λονδίνου», της «Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε», της «Ελ Παΐς», της «Ισβέστια», των «Τσάινα Τάιμς», ακόμα και της αθλητικής «Εκίπ», η οποία μάλιστα ανέσυρε και αναδημοσίευσε εκείνη την ωραία φωτογραφία από τον περυσινό μαραθώνιο της Αθήνας με τη φοβερή διαστημικοαθλητική περιβολή; Ποιος, εκτός ίσως από τον γνώριμό του τον Στρος-Καν ή τον παλαιότερο οικογενειακό γνώριμό του Μουαμάρ Καντάφι, κατόρθωσε να είναι την ίδια μέρος πρώτο θέμα στο ΒΒC, στο Ασοσιέιτεντ Πρες, στο Γαλλικό και το Ιαπωνικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στο Αλ Τζαζίρα;
     Ποιος, συνεχίζει να λέει ο κατοπτριζόμενός μας, φωναχτά πια, έτσι όπως τον είχε συνεπάρει η μετριοφροσύνη του (α, πόσο δίκιο είχαν οι δικοί του τόσα χρόνια, όταν του έλεγαν να τη μετριάσει πια τη μετριοφροσύνη του αυτή, να αναβαθμίσει την αυτοεκτίμησή του και να μην παίρνει υπόψη του τον πασαένα Πάγκαλο που τον χλεύαζε σαν μειράκιον), ποιος λοιπόν κατάφερε με ένα γνέψιμό του να ρίξει το ευρώ από τα 1,385 δολάρια στα 1,365; Να γκρεμίσει τον αγέρωχο Ντάου Τζόουνς; Να συνταράξει τα χρηματιστήρια του Μιλάνου, του Παρισιού, της Φρανκφούρτης, του Χονγκ Κονγκ, α, και της Αθήνας, δίνοντας έτσι την ευκαιρία σε μερικά δισεκατομμύρια ευρώ, δολάρια, λίρες και γιεν να αλλάξουν χέρια ή να κάνουν φτερά, προς κατίσχυση βεβαίως του λαϊκού καπιταλισμού; Ποιος, μα ποιος ανάγκασε κοτζάμ Σαρκοζί να διακόψει τις μίνι διακοπές του, ν’ αφήσει το αγαπημένο του μωρό με την άμαθη μάνα του, για να επιστρέψει άρον άρον στην εξουσία και στις στενοχώριες της, μήπως και αντιμετωπίσει τις εξαπολυθείσες δυνάμεις της κοσμοχαλασιάς;
      Ποιος, ω ανόητοι, ω τιποτένιοι θνητοί, ποιος λέω υποχρέωσε ολόκληρο Μπερλουσκόνι να πάψει για δύο εικοσιτετράωρα την τερπνοαποδοτική ενασχόλησή του με τη Μίλαν και με την κολεξιόν του επόμενου καλοκαιριού (με τα μοντέλα δηλαδή) για να προλάβει το ναυάγιο και της δικής του χώρας; Ποιος εκτόξευσε τα «σπρεντ» της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας με ένα κλείσιμο του ματιού του, του αριστερού βέβαια, εφόσον εκεί τον έταξε ο πολιτικός του κλήρος, στα αριστερά; Ποιος, για να δώσει στη δημοκρατία το πλήρες νόημά της, φρόντισε να της αδειάσει πρώτα όσο νόημα της είχε απομείνει, μη νεωτερικό βέβαια, μη ηλεκτρονικοδιακυβερνητικό, και να προσφύγει στον λαό, τάχα ν’ αποφασίσει αυτός για τη μοίρα του, ενώ ουδείς λόγος τού είχε δοθεί για τα Μνημόνια και τα Μεσοπρόθεσμα και μόνο με λοιδορίες και με τις ροπαλιές των ΜΑΤ αντιμετωπίζονταν οι διαμαρτυρίες του, κι ήταν επίμονες και μαζικές; Και ποιος, επιτέλους, αφικνούμενος στις Κάννες, απέσπασε τόσο θαυμασμό όσον απέσπασαν αθροιστικά ο Ντεπαρντιέ, ο Κλούνεϊ και ο Σιγκάλ στις δικές τους καθόδους στη γαλλική πόλη;
      Και κατά πόδας του Μπέκετ και του «φαντασία νεκρή φανταστείτε», φαντάζομαι τον άλλον, τον επερχόμενο, μπροστά στον δικό του καθρέφτη. Μεγάλος κι αυτός ο καθρέφτης, μα ακόμα μεγαλύτερο το είδωλο, δεν χωράει μέσα του. Ποιος, σκέφτεται ο σεμνοπρεπώς καθρεφτιζόμενος, έμεινε δέκα χρόνια εκτός πολιτικής (σε μια παράδοξη όσο και ηδονική αεργία, αφού είναι ντροπή για τους πολιτικούς να δουλεύουν αν τους έχει γραφτεί η υποχρέωση να σώσουν τον τόπο), και παρότι στιγματισμένος σαν προδότης της παράταξής του, κατάφερε και της παράταξής του τα ηνία να του δοθούν και να φουσκώσει το ποσοστό της με την ωραία μέθοδο του ομιλείν με επανιδρυμένο λαϊκισμό και του μη πράττειν, που ίσως του την πρότεινε ο (μια φορά κι έναν καιρό αριστερός) σύμβουλός του κ. Χρύσανθος Λαζαρίδης; Ποιος ως υπουργός Πολιτισμού εδέησε να ασχοληθεί μόνο με τη γεωγραφική αναδιανομή της Πελοποννήσου ώστε ο ορεινός ναός του Επικούρειου Απόλλωνα, για τον οποίο ερίζουν τρεις νομοί, να μετακομίσει αυθαιρέτως και ιδιοτελώς στη δική του εκλογική περιφέρεια, της Μεσσηνίας), και τώρα προβάλλεται σαν ο φορέας του νέου πολιτικού πολιτισμού; Και ποιος ήρθε με την παλινόρθωσή του να αποδείξει ότι ο λόγος ο ποιητικός είναι ο λόγος της προφητείας αλλά και ο λόγος της αληθείας, αφού μόλις τώρα, έτη πολλά μετά την Πολιτική Ανοιξη επικυρώνονται όσα με απροσδόκητη γενναιοδωρία έλεγε τότε ο Οδυσσέας Ελύτης, πως «από μιαν τέτοιαν άνοιξη έχει ανάγκη ο τόπος. Εύχομαι και ελπίζω, για το καλό της Ελλάδας, να τη γνωρίσει»;
     Φαντάζομαι, τέλος, τον τρίτο της καλής παρέας, τον προς διετίας απελθόντα εν μέσω καγχασμών και αναθεμάτων, αποκηρυγμένος και από τον ίδιο του τον κομματικό χώρο. Καθρεφτίζεται κι αυτός. Με σεμνότητα και ταπεινότητα φυσικά. Και βλέπει έκπληκτος πόσο γρήγορα γιατρεύτηκε ο θρυμματισμένος καθρέφτης του. Πόσο γρήγορα ο αποπομπαίος τράγος προσκαλείται να ξαναγίνει ταγός.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, την Κυριακή 6.11.11

27.10.11

To κούρεμα


       Τον ενοχλούσε το κεφάλι του. Δεν φτάνει που δεν είχε μαλλιά, κι αυτά τα λίγα που του είχαν μείνει, είχαν πάρει να ασπρίζουν. Το ίδιο και το μουστάκι. Του φαινόταν ότι έμοιαζε γέρος πια. Όσο κι αν ξημεροβραδιαζόταν στα γυμναστήρια το χειμώνα, όσο κι αν έκανε θαλάσσια σπορ το καλοκαίρι, μόνο το σώμα του διατηρούσε νεανικό. Το πρόσωπό του ήταν πρόσωπο γέρου. Το είχε παρατηρήσει και ο γιος του πρόσφατα. Έλειπε το παιδί, φαντάρος, και γυρίζοντας, σε μια άδεια, τρόμαξε που τον είδε.
     Είχε αποφασίσει να κάνει κάτι γι’ αυτό. Του είχαν πει για ένα φημισμένο κομμωτήριο. Έπρεπε να κλείσει ραντεβού μήνες πριν. Σαν τους καρδιοχειρουργούς.
    Περίμενε με αγωνία την ημέρα. Ανήμερα του Αι-Δημήτρη. Ξύπνησε πολύ πρωί. Ξυρίστηκε. Μπανιαρίστηκε. Διάλεξε ένα πουκάμισο σε απαλό γαλάζιο και μια κατακόκκινη μεταξωτή γραβάτα, να ταιριάζουν με το καλό μπλε κοστούμι του. Φίλησε τη γυναίκα του και μπήκε στο υβριδικό του αυτοκίνητο. Σκέφτηκε να πάει με το ποδήλατο, αλλά δεν ήξερε τι εντύπωση θα έδινε. Πρώτη φορά πήγαινε σε τόσο καλό κομμωτήριο.
    Η διαδρομή ήταν σύντομη. Δεν είχε κίνηση. Όταν λείπουν από τον δρόμο ταξί και λεωφορεία, ανασαίνει η κυκλοφορία. Ιδιαίτερα όταν οι περισσότεροι απεργούν και δεν έχουν να μετακινηθούν στις δουλειές τους. Πάρκαρε το αυτοκίνητο έξω από τη διεύθυνση που του είχαν δώσει. Κομμώσεις Άντζελα-Χριστίνα. Σωστά. Αυτό ήταν. Μπήκε μέσα με κομμένη την ανάσα. Είχε ζητήσει να είναι το πρώτο ραντεβού. Ήταν πρόσωπο σημαίνον και ήθελε εχεμύθεια.
    Το κομμωτήριο θύμιζε μουσείο. Κάτι σαν το Λούβρο. Ψηλοτάβανο, με δερμάτινες πολυθρόνες και έναν πολυέλαιο στη μέση της οροφής. Μουσική ακουγόταν απαλά. Βάγκνερ από τις «Βαλκυρίες». Οι δύο γυναίκες τον υποδέχτηκαν με συγκρατημένη ευγένεια. Του συστήθηκαν.
Άντζελα.
Χαίρω πολύ, Γιώργος.
Χριστίνα.
Χαίρω πολύ, Γιώργος.
Κάτι του θύμιζαν και οι δυο τους, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί τι.
Η Άντζελα τον έβαλε να καθίσει στον λουτήρα. Φορούσε ένα κοστούμι σαν το δικό του και είχε τα μαλλιά της βαμμένα καστανά και κομμένα κοντό καρέ. Του πέρασε στο λαιμό μια λευκή πετσέτα και άρχισε να τον λούζει με απαλές κυκλικές κινήσεις, κάνοντας μασάζ στο δέρμα του κρανίου του. Το σαμπουάν μύριζε περίεργα.
Είναι από λάδι ελιάς, ελληνικό, του εξήγησε η Άντζελα.
Καταπραΰνει τους ερεθισμούς και κάνει λαμπερή την τρίχα.
Και..το δέρμα, συμπλήρωσε με κάποιο δισταγμό.
Μετά ήρθε η σειρά της Χριστίνας.
Τον ρώτησε πώς ήθελε να τον κουρέψει.
Ήταν ξερακιανή, με κοντό ολόλευκο μαλλί. Σκέφτηκε πως προτιμούσε την Άντζελα.
Της είπε ότι ήθελε να φαίνεται το μαλλί του περισσότερο. Πιο πυκνό.
Τότε να κόψουμε τα μισά, του πρότεινε η Χριστίνα.
Μας πώς θα φαίνονται περισσότερα, αν τα κόψουμε;
Δεν τόλμησε να ρωτήσει την απορία του. Κι ας του έλεγαν όλα τα χρόνια οι δάσκαλοι και οι καθηγητές του να ρωτάει πάντα, όταν δεν καταλαβαίνει.
Η Χριστίνα έκοβε, έκοβε και πέταγε. Όχι κάτω, όπως συνήθως στα κομμωτήρια. Σε έναν κάδο σκουπιδιών από πλεξιγκλάς.
Τέλειος, του είπε ενθουσιασμένη.
Μα τώρα είμαι χειρότερος από πριν, διαμαρτυρήθηκε με τρεμάμενη φωνή εκείνος. Δεν έχω καθόλου μαλλιά. Ούτε σε δέκα χρόνια δεν θα ξαναγίνουν όπως ήταν.
Αυτό είναι αλήθεια, του είπαν με ένα στόμα και οι δυο γυναίκες.
Πώς θα εμφανιστώ τώρα; Θα με δείχνουν με το δάχτυλο.
Θα τους κόψεις τα δάχτυλα, του πρότειναν οι δυο γυναίκες πάλι με ένα στόμα.
Καλή ιδέα, το ξανασκέφτηκε κι εκείνος.
Χαιρέτησε τις δύο γυναίκες. Θα πλήρωνε το κούρεμα με δόσεις, από τον άλλο μήνα.

25.10.11

Ταξίδι στον αέρα


       Όλες τις φορές που έχω πάει στο αεροδρόμιο είναι για να ταξιδέψω η ίδια ή για να υποδεχθώ κάποιον που έρχεται. Σήμερα ήταν για ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό. Το περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ σε συνεργασία με το «Ελ. Βενιζέλος» διοργάνωσε διαγωνισμό διηγήματος στα ελληνικά και στα αγγλικά με θέμα «Ταξίδι στον αέρα». Σήμερα ήταν η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Πήγα όχι με την προσμονή διάκρισης, αλλά περισσότερο γιατί ήθελα να δω τη διαδικασία, να βρεθώ στον ίδιο χώρο με συγκάτοικους στην ίδια τρέλα και να ακούσω τι έχουν να πουν για μας άνθρωποι καταξιωμένοι στο χώρο της λογοτεχνίας. Την κριτική επιτροπή αποτελούσαν ο Θανάσης Βαλτινός, ο Κώστας Μουρσελάς, η Αμάντα Μιχαλοπούλου, ο Γιώργος Ξενάριος και η Αργυρώ Μαντόγλου.

      Περίπου 450 ήταν οι συμμετοχές. Ολόκληρο χωριό επίδοξων συγγραφέων. Χάζευα έναν-έναν τους συμμετέχοντες. Κάποιοι, όπως εγώ, είχαν έρθει μόνοι τους. Ένας νεαρός, διαγωνίως μπροστά μου, είχε βγάλει ένα σημειωματάριο που ήταν γεμάτο ομορφογραμμένες αράδες . Ήμουν μακριά και δεν μπορούσα να εξασκήσω το λατρεμένο μου χόμπι της λαθρανάγνωσης. Πάντως ήταν πολύ συμπαθής μες στην έκδηλη αγωνία του. Λίγο πιο μακριά από την άλλη πλευρά, μια γυναίκα στην ηλικία μου με ένα μωρό στην αγκαλιά. Το μαλλί της βαμμένο το πάνω μισό κατάλευκο και το υπόλοιπο κάτω κατάμαυρο. Η Κρουέλα ντε Βιλ της λογοτεχνίας. Δίπλα μου ένα ζευγάρι από πολύ νέα παιδιά. Αναρωτήθηκα ποιος από τους δυο γράφει. Μπορεί και οι δυο. Υπήρχαν και άνθρωποι μεγάλης ηλικίας.

       Την εκδήλωση άνοιξε ο εκδότης του ΔΙΑΒΑΖΩ με μια σύντομη εισήγηση και άρχισε η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Δόθηκαν τρία βραβεία και ένας έπαινος σε διηγήματα γραμμένα στα ελληνικά και ένα βραβείο σε διήγημα στα αγγλικά. Η Κατερίνα Διδασκάλου και ο Άρης Σερβετάλης διάβαζαν αποσπάσματα από τα διακριθέντα διηγήματα και ακολούθως ανακοινωνόταν το όνομα του συγγραφέα. Εκ των υστέρων καταλαβαίνω ότι οι νικητές του διαγωνισμού πρέπει να είχαν ειδοποιηθεί για το ευτυχές γεγονός, αφού οι δύο πρώτες νικήτριες είχαν έρθει με τις οικογένειές τους και με κατάλληλο για την περίσταση ένδυμα. Ο Κώστας Μουρσελάς έκανε τη διαπίστωση ότι η συμμετοχή των γυναικών ήταν μεγαλύτερη και καλύτερη και πρότεινε να κυβερνήσουν τη χώρα γυναίκες.
    
    Τα δύο από τα τέσσερα ελληνικά διηγήματα και το αγγλικό διήγημα-ή τουλάχιστον τα αποσπάσματα που ακούστηκαν-μου φάνηκαν εξαιρετικά. Βοήθησε και η εξαίσια απαγγελία της Κατερίνας Διδασκάλου. Καθένας στο είδος του και οι ηθοποιοί στην απόδοση του λόγου. Ο Σερβετάλης μου φάνηκε αδιάφορος.
     
       Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με χαιρετισμούς από υψηλόβαθμα στελέχη του Αεροδρομίου και της Aegean Airlines. Μία από τις κυρίες συνεχάρη «τους βραβεύσαντες και τους μη βραβεύσαντες» (sic), κατοχυρώνοντας τα πνευματικά δικαιώματα της γκάφας της ημέρας. Οι μη βραβεύσαντες άρχισαν να αποχωρούν μουρμουρίζοντας την ατάκα κοροϊδευτικά. Κάποιοι στάθηκαν για ένα ελαφρύ γεύμα.
 
       Έφυγα με καλή διάθεση. Ήταν πολύ θετική η αίσθηση όλων αυτών των ανθρώπων που ξημεροβραδιάζονται πάνω από γραμμένες και άγραφες σελίδες, σκαλίζοντας τα σωθικά τους και τσαλακώνοντας φανταστικούς ήρωες. Και μάλιστα σε έναν καιρό όπου άλλοι μεμψιμοιρούν από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί, αναλώνονται σε μικροπολιτικές συζητήσεις εν τω μέσω του ναυαγίου και παράλληλα συνεχίζουν τις γνώριμες νεοελληνικές τακτικές. Όχι, όλοι εμείς εκεί, μπορεί να είμαστε λίγο «βαρεμένοι», αλλά με τρόπο έντιμο και δημιουργικό. Δεν πειράζει που ο δικός μου ήρωας δεν ήταν ανάμεσα στους «βραβεύσαντες». Μυαλό πειραγμένο, ζωή μισερή, πώς να τα καταφέρει και σε διαγωνισμούς… Όμως η συμμετοχή ήταν μια όμορφη εμπειρία. Μακάρι να συνεχίσουν να υπάρχουν βιβλία και άνθρωποι που να τα διαβάζουν και να τα γράφουν.

Γιάννης Βαρβέρης: Οι γραβάτες των πεθαμένων


Καλά οι γυναίκες∙ κάνουνε παιδιά.
Οι άντρες
να φοράτε τις γραβάτες των πεθαμένων.
Ο παππούς ο πατέρας ο θείος
θά'ζησαν κι αυτοί μπόλικες μόδες:
φαρδιές στενές μεταξωτές γραβάτες
όταν καταλαγιάσει ο πόνος
κάποιες δε θα βρεθούν να σας πηγαίνουν;
Γιατί για μιαν αγάπη ζούμε σ' αυτή τη ζωή
την περιμένουμε χρόνια
και μόνο αυτοί που έχουν πεθάνει μας αγάπησαν
κι αλίμονο αν δεν έχουμε στενή επαφή μαζί τους
αν δεν μπορέσουν κάποτε που πολύ
πολύ θα τους έχουμε λείψει
να σφίξουν τη γραβάτα τους
στο λαιμό μας.

Από τη συλλογή "Ο θάνατος το στρώνει" (1986)