Σελίδες

30.11.13

Ο καθρέπτης στην είσοδο

Τελευταία μέρα του Νοέμβρη. Το "Liquid days" τον τελευταίο καιρό παρέμεινε σιωπηλό, παρατηρώντας τη ροή των γεγονότων και των γραφομένων, προετοιμάζοντας την αποχώρησή του, όχι χωρίς διάδοχο.
Σήμερα ξεκινάει την πορεία του στο διαδίκτυο ένας καινούριος ιστότοπος με αφετηρία και προορισμό τη λογοτεχνία. "Ο καθρέπτης στην είσοδο", το νεογέννητο ιστολόγιο, ονειρεύεται να φιλοξενήσει λογοτεχνικά και άλλα άξια λόγου κείμενα χωρίς όρια χρονικά ή τοπικά, έτσι μόνο για τη χαρά και την έπαρση να "δεχθεί επάνω του την άρτιαν εμορφιά", διατηρώντας την ασφαλή σε μια μικρή γωνιά του διαδικτύου.
Ευχαριστώ όλους εσάς που παρακολουθήσατε το "Liquid days" αυτά τα πέντε και πλέον χρόνια και σας περιμένω στην καινούρια γειτονιά. Θα την βρείτε εύκολα, από τον "καθρέπτη στην είσοδο".

ΤΕΛΟΣ

8.9.13

Κερκυραϊκές σημειώσεις


Το λοιπόν. Ξεκινάω έτσι όπως άρχιζαν την κουβέντα τους πολλοί Κερκυραίοι. Το λοιπόν, η Κέρκυρα ήταν ένα όνειρο από τα εφηβικά μου χρόνια. Την είχα ψηφίσει για την πενθήμερη της Γ’ Λυκείου· έχασε άδοξα από τη Ρόδο. Αργότερα, είχα δηλώσει το Γαστούρι της για το αγροτικό μου· μου πήρε τη θέση ένας συνάδελφος που είχε περισσότερα μόρια λόγω του χρόνου της στρατιωτικής θητείας. Έκτοτε την είχα πάντα μέσα στο μυαλό μου, όμως παρόλο που έφτασα σε πολλά από τα πέρατα της γης και σε ακόμα περισσότερα μέρη της πατρίδας μας, η Κέρκυρα παρέμενε ακόμα όνειρο.
                Έγινε αλήθεια την προηγούμενη εβδομάδα. Σίγουρα ήμουν πιο τυχερή από τον Αμερικανό θεολόγο και ελληνιστή Edward Everett που την άνοιξη του 1819 απέπλευσε από το Μπάρι με μια μικρή βάρκα και ταξίδευε για σαράντα ώρες, έχοντας ως μόνα τρόφιμα δύο πορτοκάλια και λίγο ψωμί. Εμείς ταξιδέψαμε με την Ελένη από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας για κάτι λιγότερο από δύο ώρες· μέσα στο πλοίο υπήρχε καλά εφοδιασμένο κυλικείο. Στο κατάστρωμα, το ελαφρύ μεσημεριανό αεράκι στροβίλιζε τα τσόφλια από τους ηλιόσπορους που έφτυνε ένας χοντρός μηχανόβιος, εραστής της βέσπας-όπως πρόδινε η πορτοκαλί μπλούζα που κάλυπτε την τεράστια, γεμάτη ηλιόσπορους κοιλιά του. Τα τσόφλια απλώνονταν με το αεράκι σε όλο το κατάστρωμα, στα παγκάκια, στα μαλλιά και στα νεύρα μας.
                Φτάσαμε στο λιμάνι της Κέρκυρας απομεσήμερο και πριν πάμε στο μικρό στούντιο που είχαμε νοικιάσει, κάναμε μια πρώτη εξερευνητική βόλτα στην παλιά πόλη. Τουριστικά καταστήματα, εστιατόρια για τουρίστες και τουρίστες· πάρα πολλοί τουρίστες. Στα καντούνια ακούγονταν παλιές μελωδίες· ο Ζορμπάς, «έχω ρίξει παραγάδια, σας αρέσει η Ελλάδα, μις» και Κουγιουμτζής και Ξαρχάκος και όλες οι μελωδίες που μπορεί να λένε κάτι στους τουρίστες. Ήπια έναν δροσιστικό ελαφρύ φραπέ και ξεκινήσαμε για τη Δασιά, όπου πιστεύαμε πως ήταν το ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Ήμουν εγώ η οδηγός της οικογένειας, κάτι που πλήρωσα με αρκετά Κερκυραϊκά φάσκελα, καθώς προσπαθούσα να προσανατολιστώ και πήγαινα ίσως λίγο αργά και σίγουρα πολύ εκνευριστικά.
                Η Δασιά είναι ένα πανέμορφο προάστιο της πόλης της Κέρκυρας, πολύ τουριστικό κι αυτό. Όμως το δικό μας κατάλυμα δεν ήταν στη Δασιά, όπως νομίζαμε, αλλά στην Κάτω Κορακιάνα. Ο ευγενικός ιδιοκτήτης των ενοικιαζόμενων δωματίων κύριος Βαγγέλης  μας παρέλαβε από ένα βενζινάδικο στον κεντρικό δρόμο και μας οδήγησε στα άδυτα της Κάτω Κορακιάνας από ένα δρόμο που μόνο οι κορακίνες πρέπει να ήξεραν. Το αυτοκίνητο μόλις που πέρναγε· ούτε λόγος για δεύτερο. Ο κύριος Βαγγέλης με καθησύχασε ότι αυτή είναι η πρώτη εντύπωση· όντως τις επόμενες ημέρες συνήθισα κάπως τον δρόμο, όμως κάθε φορά τον περνούσα έχοντας ένα πλάκωμα στο στήθος που υπό άλλες συνθήκες θα χρειαζόταν περαιτέρω διερεύνηση. Το σπιτάκι ήταν εντάξει. Καθαρό, ήσυχο και μεγάλο. Ο κύριος Βαγγέλης πολύ ευγενικός και εξυπηρετικός. Και οι δύο Κορακιάνες (Άνω και Κάτω) είναι ιστορικά χωριά. Μάλιστα η Άνω Κορακιάνα, που απείχε τέσσερα χιλιόμετρα από την Κάτω, έχει μεγάλη μουσική παράδοση, με μαντολινάτα από το 1623 που μετεξελίχθηκε αργότερα σε είχε Φιλαρμονική από τον περίφημο αρχιμουσικό Σπυρίδωνα Σαμάρα.
                Από την επόμενη μέρα αρχίσαμε τις διαδρομές στο νησί· ό,τι προφταίνει κανείς να δει σε λίγες μέρες. Επισκεφθήκαμε φυσικά το Αχίλλειο, το παλάτι της θλιμμένης Αυτοκράτειρας Σίσυ. Εντυπωσιάστηκα από τη φύση τριγύρω. Η θέση του παλατιού είναι μοναδική. Τα προαύλιά του φιλοξενούν πολύ ενδιαφέροντα γλυπτά εμπνευσμένα από την ελληνική μυθολογία (τις τρεις Χάριτες, τις εννέα Μούσες, τον θάνατο του Αχιλλέα) καθώς επίσης και προτομές αρχαίων και νεότερων φιλοσόφων και ποιητών, όλα σύμφωνα με τις επιθυμίες της αυτοκράτειρας. Κατεβήκαμε στις Μπενίτσες, που έχουν «το καλύτερο το ψάρι». Ομολογουμένως συναντήσαμε έναν ψαρά που πρέπει να είχε την πιο μαυρισμένη πλάτη του νησιού. Για ψάρια δεν ψάξαμε, επισκεφθήκαμε όμως το Μουσείο της Θάλασσας, με μια εντυπωσιακή συλλογή από όστρακα, ψάρια, κοράλλια και άλλα ευρήματα από τον θαυμαστό υποβρύχιο κόσμο.

                Συνεχίσαμε νότια. Η φύση του νησιού πανέμορφη, καταπράσινη, με ήμερη βλάστηση, πεύκα, κυπαρίσσια, πλατάνια, ελιές και οι ακτογραμμή  να σχηματίζει κατάφυτα φιορδ μέσα στο γαλάζιο του Ιονίου. Κατεβήκαμε μέχρι τη Λευκίμμη και σταθήκαμε στις Αλυκές. Όλα τα μέρη που έχουν στάσιμο νερό προσφέρονται για φωτογράφιση. Ίσως αυτό έχει να κάνει με την ίδια την ακινησία ή με τις αντανακλάσεις των υπερκείμενων και παρακείμενων στην ήρεμη, σαν καθρέφτη, επιφάνεια του νερού. Εδώ στις Αλυκές ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει στο παρελθόν, λες και το ρολόι της περιοχής, κολλημένο από την αλμύρα, αρνήθηκε να προχωρήσει έστω και ένα λεπτό μπροστά. Τα αλατόσπιτα, ενετικές αποθήκες αλατιού, τόπος ιστορικής μνήμης, θα μετατραπούν προσεχώς σε μουσείο. Φεύγοντας από τη Λευκίμμη, κάναμε μια στάση στο ποτάμι της για φαγητό. Δίπλα μας μια μαμά μάλλον Ρωσίδα, ζήτησε με το φαγητό της γαλλικό καφέ, ενώ το αγοράκι της, γύρω στα δέκα, απολάμβανε έναν γνήσιο ελληνικό φραπέ.

                Την επόμενη μέρα κατευθυνθήκαμε βόρεια. Σταματήσαμε στην παραλία Καλάμι, όπου είχε μείνει για ένα διάστημα ο Λόρενς Ντάρελ. Το σπίτι του, ένα μεγάλο αλλά απλό λευκό σπίτι, έχει γίνει ταβέρνα “White House” και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Η παραλία από κάτω είναι κατειλημμένη από ενοικιαζόμενες ομπρέλες και ξαπλώστρες, πάνω στις οποίες οι τουρίστες ροδοψήνονται διαβάζοντας (φέτος οι άνδρες Inferno του Dan Brown, ενώ οι γυναίκες διάφορες από τις αποχρώσεις του γκρι της E. L. James). Καταλήξαμε στο Σιδάρι, ρηχή θάλασσα με άμμο και πολύ κόσμο. Στο ένα της άκρο, το Κανάλι της Αγάπης (Canal dAmour), ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στα βράχια. Η παράδοση λέει πως αν κάποιος διασχίσει το κανάλι κολυμπώντας, θα συναντήσει τον σύντροφο των ονείρων του. Ο Στέλιος προσφέρθηκε να πάει από τη μία μεριά για να τον συναντήσω κολυμπώντας, αλλά εγώ προτίμησα να περιοριστώ στις φωτογραφίες.

                Κατεβήκαμε από τη διαδρομή που οδηγεί στο Αγγελόκαστρο και το αγναντέψαμε από τους Μακράδες. Στέκει στην κορυφή του βράχου, ακλόνητο, επιβλητικό, αλώβητο από τις ορδές των με επεκτατική ή τουριστική διάθεση βαρβάρων. Από μακριά οι περιηγητές που ανηφορίζουν φαίνονται σαν στρατιές από πολύχρωμα μυρμήγκια. Ζήλεψα τη διαδρομή, αλλά δεν υπήρχε αρκετός χρόνος για να ανέβουμε στο κάστρο. Στην έξοδο των Μακράδων, ντόπιοι ηλικιωμένοι, μπροστά σε πάγκους με τουριστικά είδη και εγχώρια  προϊόντα, μας έγνεφαν να σταματήσουμε. Συνεχίσαμε μέχρι την Παλαιοκαστρίτσα. Από ψηλά φαινόταν μαγευτική. Δύο καταπράσινα στεριανά πόδια και ο στρογγυλός κολπίσκος ανάμεσα, βράχοι με σπηλιές στην έξοδο του κόλπου. Το σημείο απ’ όπου τα βλέπαμε όλα αυτά λεγόταν Bella Vista (Καλλιθέα…) και πραγματικά είχε μεθυστική θέα, τόσο που όταν κινήσαμε να φύγουμε, η Έλλη μπήκε στο μαύρο σπορ BMW ενός ζευγαριού Ρουμάνων αντί για το δικό μου μαύρο Astra, με κίνδυνο να βρεθεί στο Βουκουρέστι αντί στην Κάτω Κορακιάνα. Φτάνοντας στην Παλαιοκαστρίτσα, η αφ’ υψηλού ομορφιά παραχώρησε στη θέση της για άλλη μία φορά στο αχόρταγο χωνευτήρι του τουρισμού. Rooms to let όλη η πλαγιά, ταβέρνες πάνω στο κύμα, ξαπλώστρες στα ελεύθερα από ταβέρνες κύματα και μια εξέδρα με καταστήματα τουριστικών ειδών. Φαίνεται ότι και τα «πιο όμορφα κορίτσια» της Παλαιοκαστρίτσας έχουν επιδοθεί στην μπίζνα του τουρισμού, όπως και ένα σεβαστό μέρος του ντόπιου πληθυσμού.


                Η κοντινή μας παραλία της Δασιάς ήταν πολύ ωραία. Λεπτό βότσαλο έξω και άμμος μέσα. Γεμάτη η θάλασσα με μεγάλα και μικρά ψάρια, έτοιμα να εφορμήσουν στα πασαλειμμένα με αντιηλιακά μπούτια των κολυμβητών. Από πάνω μας ο ορεινός όγκος του Παντοκράτορα με λίγα  χωριουδάκια στις πλαγιές του. Στην Άνω Κορακιάνα δεν πήγαμε. Πήγαμε όμως στο κέντρο της Κάτω Κορακιάνας. Ένα βράδυ, μετά από πολύωρο ταξίδι, δεν αντέχαμε άλλη διαδρομή με το αυτοκίνητο. Έτσι σύραμε τα βήματά μας μέχρι το κοντινό χωριό και καθίσαμε για φαγητό σε ένα μικρό εστιατόριο. Ελαφρώς κιτς ατμόσφαιρα (πρώτη η αίσθηση), λύση ανάγκης (δεύτερη η σκέψη), μακάρι να έχει κάτι της προκοπής (τρίτη η ευχή). Το εστιατόριο “Select” ξεπέρασε κάθε προσδοκία μας. Ο συμπαθέστατος εστιάτορας μας υποσχέθηκε φρέσκο σπιτικό φαγητό από τα χέρια της γυναίκας του και κράτησε την υπόσχεσή του. Με μουσική υπόκρουση κερκυραϊκές μαντολινάτες, μας σέρβιρε μοσχομυριστούς κολοκυθοκεφτέδες με κολοκύθια από τον κήπο του. Το φιλέτο κοτόπουλο που πήρα εγώ (φοβήθηκα να παραγγείλω κάτι μαγειρευτό) ήταν μαριναρισμένο με μυρωδικά, ζουμερό και μαλακό, με διαφορά το καλύτερο που έχω φάει. Τα κορίτσια μοιράστηκαν μια μακαρονάδα με κόκκινη σάλτσα που μοσχοβόλαγε. Για επιδόρπιο, μας κέρασε γλυκό περγαμόντο, φτιαγμένο κι αυτό από τη γυναίκα του. Στο τέλος του φαγητού ο κύριος Γρηγόρης άναψε τα φώτα στο υπόλοιπο του μαγαζιού, όπου από μια κληματαριά κρέμονταν δεκάδες χρηστικά αντικείμενα από τις αρχές του περασμένου αιώνα, κειμήλια από τη γιαγιά του. Γεωργικά εργαλεία, σίδερο με κάρβουνα, σίδερο που πύρωνε στη φωτιά, πριόνια, μια παλιά κιθάρα, μια ραπτομηχανή, ένα κράνος από την Κατοχή· ένα αυτοσχέδιο μικρό λαογραφικό Μουσείο στην αυλή ενός εστιατόριου στην Κάτω Κορακιάνα. Αυτές οι μικρές ανακαλύψεις σε απόσταση μισής ανάσας, που χρειάζεται να κοιτάξεις προσεκτικά και μάλλον στην Κέρκυρα, όπου τα κυρίαρχα χρώματα είναι αυτά που έχουν οι σημαίες των ξένων κρατών.
                Είδαμε και το Μον Ρεπό, το Κανόνι, το Ποντικονήσι με το εκκλησάκι του και την Παναγιά των Βλαχερνών. Τόσες εικόνες σε λίγες ημέρες και τόσες άλλες που μας ξέφυγαν μέσα στο τρέξιμο. Τριγυρίσαμε πολύ μέσα στα καντούνια, στο Καμπιέλο, στην πλατεία, στη Γαρίτσα. Δοκιμάσαμε και γαργαλιστικές νοστιμιές, σοφρίτο και μυζηθροκεφτέδες στην «Αίγλη», μπουρδέτο και τσιγαρέλι στον Θεοτόκη στη Γαρίτσα (ποτέ μην αγνοείς γαστριμαργική πρόταση από Θεσσαλονικιό), ήπιαμε και τσιτσιμπίρα.
                
        Η  πόλη της Κέρκυρας πρέπει να υπήρξε κούκλα στα νιάτα της. Αυτό μαρτυρούν κάποια παλιά αρχοντικά στη Γαρίτσα και στο κέντρο της πόλης, η βόλτα στη Σπιανάδα τις ήσυχες πρωινές ώρες, όταν οι τουρίστες ακόμα κοιμούνται, οι κεντρικοί δρόμοι της που παραπέμπουν σε ιταλικές μεγαλουπόλεις, η περιοχή του Παλαιού Κάστρου. «Η Πόλη περιλαμβάνει μερικά αξιόλογα οικοδομήματα κι ένα ευχάριστο πάρκο που ξεκουράζει, ψυχαγωγεί, διασκεδάζει το πνεύμα και αφαιρεί το αίσθημα των ταλαιπωριών της καθημερινής ζωής», έγραφε στην πραγματεία του «Η Κέρκυρα στις λεπτομέρειές της-Αρχές 19ου αιώνα» ο Εμμανουήλ Θεοτόκης, πολιτικός, μελετητής και συγγραφέας του 19ου αιώνα. Βρήκα το βιβλίο στο Μουσείο «Διονύσιος Σολωμός» που στεγάζει την Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών. Το διάβαζα καθώς κυκλοφορούσα μέσα στην πόλη. Έκλεινα τα μάτια μου και προσπαθούσα να φανταστώ την ομορφιά που είχαν καλύψει οι κακότεχνες εμπορικές επιγραφές. Δεν ξέρω, ίσως δεν πρόλαβα να τριγυρίσω αρκετά, αλλά αυτά που είδα μου προκάλεσαν ένα πνιγηρό αίσθημα δυσφορίας, έτσι ώστε με ανακούφιση έπαιρνα κάθε βράδυ το μονοπάτι της Κάτω Κορακιάνας, πνιγμένο στα δέντρα, με τα νυχτοπούλια να φωνάζουν και τη μυρωδιά του νοτισμένου από τη νυχτερινή υγρασία χώματος να μπαίνει από τα παράθυρα του αυτοκινήτου.
                Νησί γνήσιας ομορφιάς η Κέρκυρα, προικισμένη με εξαίσια φύση, παραλίες με κρυστάλλινα νερά, άλλες προσιτές για τον πολύ κόσμο και άλλες δύσβατες για τον ανήσυχο περιηγητή, ακρωτήρια και βραχοθάλασσες προς εξερεύνηση, κτήρια εξαιρετικής αρχιτεκτονικής και τόπους ιστορικής σημασίας. Δεν ξέρω γιατί μια τέτοια αρχόντισσα χρειάζεται να κάνει κονσομασιόν στους λαούς της γης, αντί να στέκει στο ύψος της και να τους προσελκύει με την αξιοπρέπεια και την καλλονή της. Ως συνολική αποτίμηση, εντυπωσιάστηκα με την Κέρκυρα· κυρίως όμως με τα ακατοίκητα κομμάτια της.


                

23.8.13

Ο φούρνος του μακαρίτη


Το καλύτερο ψωμί στο χωριό το έβγαζε από παλιά ο φούρνος του μακαρίτη. Ζυμωτές με το χέρι φραντζόλες και καρβέλια, ψημένα όλα σε φούρνο με ξύλα. «Αρτοποιία Βλάχου» έγραφε η μικρή ξύλινη ταμπέλα πάνω από την είσοδο, αλλά όλοι οι ντόπιοι ως «φούρνο του μακαρίτη» τον ήξεραν. Πρόλαβα ζωντανό τον Σταύρο Βλάχο, τον μακαρίτη. Ήταν ένας λεβεντάνθρωπος, κοντά δύο μέτρα, με ανοιχτές πλάτες, πυκνά καστανά μαλλιά και γαλανά μάτια. Ωραίος άντρας. Είχε ανοίξει τον φούρνο, όταν στο χωριό δεν υπήρχε παρά μόνο το μπακάλικο του μπαρμπα-Τάση, το «μαγαζί» του χωριού.
Στην αρχή ο Σταύρος δούλευε τον φούρνο μαζί με τη γυναίκα του, μιαν αεράτη τριαντάρα, «ξενόφερτη», όπως έλεγαν οι ντόπιοι. Η Καίτη, αυτό ήταν το όνομά της, ήταν Σαλονικιά. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς ποιος δρόμος την έβγαλε στο χωριό και στο σπίτι του Σταύρου. Όλοι όμως ήξεραν με κάθε λεπτομέρεια τα τσιλιμπουρδίσματα του Σταύρου με τις ντόπιες και τις ξένες. Γιατί ο Σταύρος, εκτός από το καλό ψωμί, ήξερε να εκτιμάει και τις ωραίες γυναίκες, ανεξάρτητα από την ηλικία, την καταγωγή και την οικογενειακή τους κατάσταση. Ως έμπειρος φούρναρης, τις ζύμωνε με μαεστρία στην τεράστια αγκαλιά του, αφήνοντάς τις στο τέλος αφράτες και ζεστές σαν φρεσκοψημένες φραντζόλες.
Η Καίτη κατάλαβε γρήγορα τα χούγια του άντρα της. Αν δεν είχαν κάνει ήδη τον γιο τους, θα είχε παρατήσει τον Σταύρο και τον φούρνο του και θα είχε γυρίσει στη βορινή πατρίδα της. Για χάρη του αγοριού της όμως, περιορίστηκε να εγκαταλείψει μόνο τον φούρνο• τουλάχιστον έτσι γλίτωσε από τα συγκαταβατικά έως κοροϊδευτικά βλέμματα που της έριχναν οι χωριανοί, καθώς τους τύλιγε τις φραντζόλες και τα παξιμάδια.
Οι δουλειές του Σταύρου στον φούρνο πήγαιναν καλά. Έφτιαχνε διάφορα αρτοσκευάσματα που άρεσαν πολύ και στους ντόπιους, αλλά και στους ξένους που πλημμύριζαν τα καλοκαίρια το χωριό. Σ’ αυτούς τους τελευταίους ο Σταύρος ήξερε να πασάρει με τρόπο κανένα λίγο μπαγιάτικο τσουρέκι, μερικά πολυκαιρισμένα κουλούρια ή χθεσινό ψωμί. Έτσι κι αλλιώς, όταν το έπαιρναν είδηση, ήταν ήδη μακριά στο δρόμο της επιστροφής ή δίπλα στη θάλασσα, με το κύμα να ξεπλένει την οργή για την κοροϊδία του φούρναρη. Η Καίτη τον μάλωνε. Την ενοχλούσαν περισσότερο τα μπαγιάτικα πράγματα που πούλαγε ο άντρας της στους πελάτες του, παρά το φρέσκο κέρατο που πέρναγε στην ίδια τουλάχιστον μία φορά το μήνα.
Τον ίδιο καιρό που έγινε αντιληπτή η οικονομική κρίση που κατέτρωγε τη χώρα, έδωσε και τα πρώτα του  σημάδια ο καρκίνος που έτρωγε το πάγκρεας του Σταύρου. Η λεβέντικη κορμοστασιά του σούρωσε, οι πλάτες του σκέβρωσαν, τα μαλλιά του αραίωσαν και άσπρισαν, τα μάγουλά του ήρθαν να βρουν τις κόγχες τους. Στο τέλος έγινε όλος χαλκοκίτρινος. Πριν υπογραφεί το πρώτο μνημόνιο που θα αναποδογύριζε τη χώρα, ο Σταύρος πρόλαβε να μετοικήσει στον χλοερό τόπο της αναπαύσεως, απέναντι από την εκκλησία του Σταυρού, για να βγει αληθινό-έστω και κάπως νωρίς-το τάμα της μάνας του.

  Είχα αρκετά χρόνια να πάω στο χωριό. Σπουδές, δουλειά, οικογένεια, όλο κάτι τύχαινε• και τα καλοκαίρια συνήθως νησιά, κάθε καλοκαίρι και διαφορετικό. Τη φετινή χρονιά όμως τα οικονομικά ήταν χειρότερα από ποτέ και τα εισιτήρια των πλοίων απλησίαστα. Έτσι, το χωριό αποδείχτηκε  σωτήρια λύση για διακοπές. Μετά από τόσα χρόνια, δεν μου φάνηκε να είχαν αλλάξει πολλά πράγματα. Βέβαια, είχε ανοίξει ένας θερινός κινηματογράφος που έπαιζε τις εμπορικές ταινίες της χρονιάς, καθώς και ένα μεγάλο φαρμακείο, όπου μπορούσα να βρω όλα σχεδόν τα βιολογικά καλλυντικά που χρησιμοποιούσα.
Ο «φούρνος του μακαρίτη» ήταν στην ίδια γωνιά, στο στενό που ανέβαινε προς την εκκλησία του Σταυρού. Οι προθήκες είχαν μείνει ίδιες από τον καιρό που ζούσε ο Σταύρος• το ίδιο και η ταμπέλα «Αρτοποιία Βλάχου», μόνο που τώρα ήταν λουστραρισμένη και γυαλιστερή. Όλα στη θέση τους, τα ψωμιά στα καλάθια, τα κουλούρια στις λαμαρίνες, τα ντόπια ζυμαρικά σε πλαστικές συσκευασίες πάνω στον ίδιο πάγκο. Δίπλα στην είσοδο του φούρνου ήταν εγκατεστημένο ένα μικρό ψυγείο γεμάτο με έτοιμα σάντουιτς και αραβικές πίτες. Στο βάθος του μαγαζιού, μέσα στο παρασκευαστήριο, ένας ψηλός και γεροδεμένος νεαρός  με ανοιχτές πλάτες και πυκνά καστανά μαλλιά φούρνιζε και ξεφούρνιζε πολλές ώρες την ημέρα, ακούγοντας χιπ-χοπ από ένα ψηφιακό ραδιοφωνάκι.
Στο ταμείο η Καίτη, μαυροφορεμένη, αφρατεμένη απ’ τα χρόνια κι από το τσιμπολόγημα στον φούρνο, με τα μεγάλα καστανά της μάτια χωνεμένα από τη συνήθεια, χτύπαγε στην ταμειακή μηχανή αραιά και πού καμιά απόδειξη, έτσι για τα μάτια του κόσμου που έχει γνωστούς στο ΣΔΟΕ, ενώ τις περισσότερες φορές κοίταζε με το ίδιο, στερεότυπα θλιμμένο και αφηρημένο ύφος τον πελάτη, κάνοντάς τον να νιώθει σχεδόν ένοχος που σκέφτηκε να ζητήσει απόδειξη. Πάνω από το κεφάλι της, στον τοίχο ακριβώς πίσω από το ταμείο, κρεμόταν ένα μεγάλο κάδρο με τον μακαρίτη, προφανώς επεξεργασμένο με κάποια από τις πρώτες εκδόσεις του Photoshop. Ο Σταύρος στη μεγάλη του ακμή, ευθυτενής, αγέρωχος, ντυμένος τα χειμωνιάτικά του, περικομμένος με το ψαλίδι του Photoshop και επικολλημένος  μπροστά από μια άποψη της παραλίας του χωριού, με τα πόδια να φαίνονται σαν να μην πατάνε στα χαλίκια. Έμοιαζε στη φωτογραφία σαν από μηχανής θεός που κατέβηκε από ψηλά για λίγο, ίσα να δει πώς πάνε οι δουλειές στον φούρνο. Είχε μάλιστα αυτή η φωτογραφία του Σταύρου το ίδιο θλιμμένο και αφηρημένο βλέμμα με τη χήρα του, μόνο που αν επέμενες να τον κοιτάζεις παρατεταμένα, θα τον έβλεπες κάποια στιγμή να σου κλείνει πονηρά το αριστερό πάντα μάτι, όπως έκανε ζωντανός, όταν σου έγνεφε συνωμοτικά να μην πάρεις ψωμί από το καλάθι, αλλά να περιμένεις να σου δώσει εκείνος από το φρέσκο, μόλις αδειάσει ο φούρνος από τους ξένους πελάτες.


19.8.13

Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας χωρίς τον Όμπερον

      
      Σήμερα τα ξημερώματα είδα ένα παράξενο όνειρο. Ίσως να έφταιγε η προχωρημένη ώρα που έφτασα να ξαπλώσω, κολλημένη ώρες και για πολλοστή φορά με τη βιογραφία του Αλμπέρ Καμύ· ίσως ο ήχος-έστω και σε χαμηλή ένταση-της τηλεόρασης, που έπαιζε τον «Νονό» (εξάλλου εγώ προέτρεψα την Έλλη να μην το χάσει)· ίσως το φεγγάρι που έχει σχεδόν ξεχειλίσει, προετοιμάζοντας την αυριανή πανσέληνο. Στο καλάθι της βεράντας, η γάτα του σπιτιού, η Σίβυλλα, κοιμόταν ήσυχα αγκαλιά με το γατάκι της, τη Φρίντα. Η Φρίντα γεννήθηκε φέτος ανήμερα στα γενέθλια της Frida Kahlo, μαζί με άλλα δύο αδελφάκια που δεν επέζησαν. Το τέλος και των δύο άλλων γατιών έλαβε χώρα στη βεράντα κι επειδή η Φρίντα ήταν εξαφανισμένη, φωνάζαμε τη Σίβυλλα «Μήδεια», μέχρις ότου, μετά από δεκαπέντε περίπου μέρες,  εμφάνισε με καμάρι στο χαλάκι της εξώπορτας τη μοναχοκόρη της, στρουμπουλή και χνουδωτή σαν λούτρινο.

            Αυτή είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που θα ήταν απαραίτητη σ’ έναν ψυχαναλυτή για να εμβαθύνει στο όνειρο. Ας έρθουμε στο ίδιο το όνειρο. Βρίσκομαι στο πατρικό μου σπίτι και είναι μεσημέρι. Ξαπλώνω «στην κάμαρά μου την παιδική», με τη μπαλκονόπορτα μισάνοιχτη και ένα δροσερό αεράκι να θροΐζει την κουρτίνα. Επεξηγώ στους νεότερους, κάποτε, ναι, κοιμόμαστε έτσι. Κι όμως, στο όνειρο νιώθω ανασφάλεια, «λες να μπει κανένας;» σκέφτομαι και σηκώνομαι να κλείσω τη τζαμαρία. Τότε βλέπω στην άκρη του μπαλκονιού, στον τοίχο της διπλανής πολυκατοικίας, έναν άνδρα να αναρριχάται. Έχει μακριά μαλλιά σαν χαίτη και η πλάτη του είναι γυμνή. Αυτά μόνο προλαβαίνω να δω και μπαίνω στο σπίτι έντρομη. Ξυπνάω τους γονείς μου και τηλεφωνώ στην αστυνομία.
            «Αστυνομικός υπηρεσίας», ακούγεται μια γυναικεία νυσταγμένη φωνή.
            «Κάποιος προσπαθεί να μπει στο σπίτι μας από το μπαλκόνι», ψελλίζω με φωνή που τρέμει.
            «Πώς το ξέρετε;»
            «Πώς ξέρω τι;»
            «Ότι θέλει να μπει στο σπίτι σας».
            «Μα… είναι κρεμασμένος έξω από το μπαλκόνι μας….»
            «Και πώς είστε σίγουρη ότι θα μπει μέσα;»
            «Και τότε τι κάνει κρεμασμένος; Ενδυνάμωση δικεφάλων;»
            «Μη με ειρωνεύεστε, παρακαλώ», απαντάει η αστυνομικός με αυστηρό ύφος. Η γραμμή κλείνει, μάλλον για τεχνικούς λόγους. Πριν ξανακαλέσω τον αριθμό, πάω στο καθιστικό. Η μητέρα μου έχει αναστατώσει όλη την πολυκατοικία. Οι γυναίκες από τα άλλα διαμερίσματα, καθισμένες στις πολυθρόνες, συζητάνε. Είναι στολισμένες, σαν να έχουν έρθει για καφέ. Ξαναπηγαίνω στο τζάμι της κρεβατοκάμαρας και κοιτάζω στο μπαλκόνι. Ο άνδρας είναι ακόμα εκεί. Έχει πηδήξει στο μπαλκόνι και είναι ακίνητος. Γυρισμένος ανφάς, είναι γοητευτικός. Έχει γλυκά χαρακτηριστικά· θυμίζει τον Οσάμα Μπιν Λάντεν· κι εκείνος είχε μορφή που εξαπατούσε. Ξανακαλώ την αστυνομία.
           «Έπεσε η γραμμή», απολογούμαι στην αστυνομικό.
           «Λοιπόν;»
          «Είναι μέσα στο μπαλκόνι».
          «Και τι κάνει;»
          «Στέκεται».
          «Ακίνητος;»
          «Προς το παρόν, ναι».
       
         Από το καθιστικό η σύναξη των γυναικών έχει φτάσει σε τσακίρ κέφια. Μιλάνε και γελάνε δυνατά. Ο πατέρας μου περιμένει δίπλα, να ακούσει το αποτέλεσμα της συνομιλίας μου με την αστυνομικό.
         «Ξέρετε, δεν είναι σίγουρο ότι έχει έρθει στο σπίτι σας για κακό».
        «Μα τι λέτε; Με κοροïδεύετε;» λέω και η υπομονή μου έχει πια εξαντληθεί. Κλείνω το τηλέφωνο και ξαναπάω στη τζαμαρία. Η ταραχή μου μεγαλώνει. Στο μπαλκόνι είναι τώρα τρεις άνδρες, ο όμορφος και άλλοι δύο, μεγαλύτεροι σε ηλικία και μάλλον κακοσουλούπωτοι. Βγαίνω έξω. Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει. Αυτή η αγωνία δεν αντέχεται άλλο.


        «Θέλετε κάτι;» ρωτάω με αφέλεια.
       «Όχι, ευχαριστούμε», απαντάει ο πιο ψηλός και πιο μεγάλος σε ηλικία. «Τα δίχτυα θα καθαρίσουμε μόνο».
       «Τα… δίχτυα;…»
       «Ναι… ξέρετε… δεν μπορεί ένας μόνος του. Χρειάζεται να είμαστε περισσότεροι».
            Κοιτάζω καλύτερα. Οι άνδρες έχουν απλώσει δίχτυα στην έξω μεριά του μπαλκονιού. Αρχίζουν να τα τραβάνε λίγο-λίγο, ενώ ταυτόχρονα τα ξεμπλέκουν και τα καθαρίζουν από κολλημένα λέπια και φύκια.
            Ξυπνάω απότομα. Βρίσκομαι ξανά στο Αλεποχώρι. Από την τηλεόραση ακούγεται το καταπληκτικό μουσικό θέμα του Νίνο Ρότα. Όνειρο ήταν και πάει. Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, με την πανσέληνο να παραμονεύει. Η Έλλη κλείνει την τηλεόραση και μπαίνει στο μπάνιο. Πόσο με ηρεμούν οι απλοί, συνηθισμένοι ήχοι του σπιτιού…


15.7.13

Αγριολούλουδο σε ηλιοκαμένη πλάτη


    Για τον καθένα, ελευθερία σημαίνει κάτι διαφορετικό· θα μπορούσαν να είναι λόγια μεγάλου φιλοσόφου, είναι όμως φράση από διαφήμιση της  Τράπεζας Πειραιώς, με την υπογράμμιση «σταθερή γιατί κινείται». Ελεύθερη μου φαίνεται μόνο η θάλασσα· κατά σύμπτωση κι αυτή κινείται. Αν μπορούσε, θα έφευγε μακριά, να γλιτώσει από τις ορδές των βαρβάρων του Σαββατοκύριακου. Οι φετινοί βάρβαροι είναι ζωγραφισμένοι· από πάνω μέχρι κάτω· Tatoo you· το εξώφυλλο των Rolling Stones τώρα και σε ολόσωμες εκδόσεις, για άνδρες και γυναίκες, σε πολλά νούμερα. Αετοί και γεράκια, κεραυνοί κι αστραπές, λουλούδια και άλογα. Κάποιος έχει χτυπήσει ένα μεγάλο σφυροδρέπανο στο μέρος της καρδιάς. Και φράσεις· μεγάλες και μικρές φράσεις, λέξεις χωρίς τελειωμό· ονόματα, στίχοι, συνθήματα, η νέα γενιά των ανθρώπων Moleskine είναι εδώ. Δεν χρειάζεται πια βιβλίο ή εφημερίδα στην παραλία. Μπορείς να διαβάζεις τον γείτονα της διπλανής ξαπλώστρας. Άδικα κουβαλάω μαζί και βιβλίο και εφημερίδα και βασανίζω τον ιδεοψυχαναγκαστικό εαυτό μου, με ποιο ν’ αρχίσω. 
         Με την πρώτη ματιά, η εφημερίδα του Σαββάτου φαίνεται αποκρουστική. Ουδέν κρυπτόν από την Εφορία. "Φτου, ξελευθερία" και βγαίνει να μας κατασπαράξει. Καινούριος μηχανισμός φορολογικής παρακολούθησης. Ξέρω τι έκανες πέρσι το καλοκαίρι. Αλλάζω σελίδα. Δεν θέλω να μάθω, τουλάχιστον όχι μέχρι να ισχύσει στ’ αλήθεια. Μόνο φωτογραφίες θα βλέπω. Να ο Τσίπρας με τον Γλέζο· ο ένας κοιτάει την Ανατολή κι ο άλλος τη Δύση. Τυχαίο, σκέφτομαι· ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πια συνισταμένη. Στην επόμενη σελίδα, ο Βενιζέλος τσουγκρίζει ρακές με δεσποτάδες του Ηρακλείου. Άλλοι 12.500 χιλιάδες για το δεύτερο κύμα διαθεσιμότητας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Στουρνάρας ντυμένοι σαν δίδυμα, με σχεδόν ίδιο κοστούμι και πανομοιότυπη γραβάτα και με το ίδιο αυστηρό ύφος, κοιτάζουν κάπου εκτός εφημερίδας. Στη διπλανή σελίδα οι σχολικοί φύλακες και οι δημοτικοί αστυνομικοί διαδηλώνουν «με παλμό», όπως λέει η εφημερίδα· ο ίδιος παλμός που επιτρέπει στα σχολεία τους γεμάτους άθλια γκράφιτι τοίχους και τις ρημαγμένες αίθουσες και στους δήμους την παράνομη στάθμευση και τα γεμάτα περιττώματα σκύλων πεζοδρόμια. Μάστιγα οι αργοί ρυθμοί της Δικαιοσύνης. Δεν τους μαστιγώνουν όλους το ίδιο, ευτυχώς. Μαστιγώθηκε ο Σακκάς προκαταβολικά, αλλά ο εθνικός μας Λάκης είναι πάλι ελεύθερος. Ευτυχώς· δεν αντέχεται  να πέφτουν τα σύμβολά μας το ένα μετά το άλλο.
                Βαρέθηκα. Η γρανίτα στο ποτήρι δεν λέει να λιώσει. Γι’ αυτό τη χρεώνουν τέσσερα ευρώ· φαίνεται ότι θα κρατήσει μέχρι το βράδυ. Από μπροστά μου περνάει μια ηλιοκαμένη πενηντάρα με brazilian μαγιό και greek γλουτούς. Thong είναι, όχι brazilian, με διορθώνει η Έλλη.  Στη λαδωμένη πλάτη της ίδιας γυναίκας γυαλίζει ένα λουλούδι, όχι μεγάλο, ούτε συνηθισμένο, όπως λέμε τριαντάφυλλο, γαρύφαλλο. Μάλλον αγριολούλουδο του βγήκε του καλλιτέχνη, σκέφτομαι. Πιάνω το βιβλίο μου. Παύλος Νιρβάνας:  «Το αγριολούλουδο».
[…]
Οι κήποι των Πατησίων μοσχοβολούσαν, το ανοιξιάτικο εκείνο πρωί, από το άνθισμα των νέων ρόδων. Ο Άλκης, μονάχος στη βεράντα του μικρού εξοχικού του σπιτιού, ήτανε ξένος στη μεγάλη απριλιάτικη γιορτή, που οργίαζε γύρω του σε ουρανό, γη και αέρα.

                Για τον καθένα ελευθερία σημαίνει κάτι διαφορετικό. Σωστά μιλάει η Τράπεζα Πειραιώς. Αυτή τη στιγμή, μου φαίνεται ότι ελευθερία είναι να φεύγεις από τούτη την πολυσύχναστη παραλία του Ιουλίου 2013 και να βρίσκεσαι σ’ έναν ολάνθιστο κήπο στα Πατήσια, έναν Απρίλη κάπου εκατό χρόνια πριν.