15.2.12

Άρης Μαραγκόπουλος: Αμάθητα παιδιά και προβοκάτορες


                                                                                           
         Στην Όλια Λαζαρίδου που το ενέπνευσε

       Πολύς λόγος γίνεται αυτές τις μέρες των προβοκατόρικων πυρκαγιών και των πληγωμένων κτηρίων της πόλης για την πολιτιστική κληρονομιά μας. Πολύς, εύκολος, επιπόλαιος και, το κυριότερο, ανιστόρητος λόγος. Εξηγούμαι αμέσως:
      1. Τα λεηλατημένα κτήρια μαρτυρούν ασυζητητί μια βαρβαρότητα. Κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό. Ίδιας και μεγαλύτερης όμως ποιότητας βαρβαρότητα ήταν εκείνη που ασκήθηκε πάνω στα κτήρια που μαζικά κατεδάφισε η πολιτική του παλαιού Κ. Καραμανλή, στη δεκαετία του εξήντα, για να πάρει τη θέση τους το ά-σχημο και βάναυσο μπετόν. Ας μην το ξεχνάμε αυτό. Το κτήριο του Τσίλερ, το Αττικόν και το Άστυ αποτελούν συστατικά κομμάτια της Ιστορίας αυτής της πόλης, ΑΚΡΙΒΩΣ όπως ήταν τα άπειρα νεοκλασικά που εξαφάνισε ατιμωρητί η τότε καραμανλική οκταετία. Παρόμοια όμως βαρβαρότητα έχουν διαπράξει και διαπράττουν (πάντα ατιμωρητί) οι περισσότεροι δήμοι της χώρας τα τελευταία είκοσι-τριάντα χρόνια – αναζητείστε και εύκολα θα βρείτε άπειρες περιπτώσεις σημαντικών κτηρίων σε ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ που παραχώρησαν την ιστορική τους oντότητα σε βλαχομπαρόκ τούρτες-κτήρια.
     2. Αντίστοιχης ολκής βαρβαρότητα είναι αυτή που καταδικάζει, ακόμα σήμερα, πάμπολλους αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία στην αργή καταστροφή –αντίστοιχη; όχι πολύ μεγαλύτερη μιας και πρόκειται για κληροδοτήματα που εξ ορισμού τεκμηριώνουν την Ιστορία.
     3. Αντίστοιχη επίσης πολιτισμική βαρβαρότητα είναι αυτή που καταδικάζει τα περισσότερα σχολεία να στερούνται ζωντανές βιβλιοθήκες με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, υποδομή κ.λπ. Αποτρέπεται έτσι η εξοικείωση των παιδιών με το εξωσχολικό βιβλίο και την όποια καλλιέργεια αυτό δωρίζει. Παρόμοιο γεγονός πολιτισμικής βαρβαρότητας διαπιστώνεται και στους περισσότερους δήμους που, κατά κανόνα, τα κοινοτικά κονδύλια για βιβλιοθήκες τα χρησιμοποίησαν και τα χρησιμοποιούν ακόμα για να φτιάχνουν φριχτά, άχρηστα, άσκημα κηπάκια, παγκάκια, καγκελάκια. (Και τι να πούμε για τις, απίστευτης υποστάθμης, «πολιτιστικές» εκδηλώσεις των δήμων ανά την Ελλάδα.)
    4. Ναι, τούτων δοθέντων, δεν μπορούμε να συζητάμε για τα ΚΑΜΜΕΝΑ κτήρια ως ΑΥΤΑ να αποτελούν ΤΟ πρόβλημα της πολιτισμικής και της γενικότερης κρίσης. Διότι αν το κάνουμε εξυπηρετούμε θαυμάσια όσους εγκληματίες διέπραξαν αυτή τη βαρβαρότητα, αφού αυτό ήθελαν: να στραφούμε αλλού, όχι στο τερατώδες μνημόνιο, όχι στους δόλιους πολιτικούς, όχι στη γενικότερη αθλιότητα που μαστίζει τη χώρα ως θεσμός και ως κουλτούρα, όχι στην επερχόμενη πείνα που χτυπάει τους αγριεμένους νέους πρώτα απ' όλα…

    Αγριεμένους νέους, είπα. Είστε 17-18 και δεν σας έμαθε κανείς να διαβάζετε εξωσχολικά βιβλία, ούτε το σχολείο, ούτε ο δήμος, ούτε πιθανόν οι γονείς σας· κανείς καθηγητής δεν φιλοτιμήθηκε να σας δείξει σε ένα περίπατο την ομορφιά της πόλης, τα ελάχιστα κτήρια που απόμειναν, να σας εξηγήσει τι σημαίνει ένα Αττικόν, ένα Άστυ… Να σας δείξει τη διαφορά ανάμεσα στη στοιχειώδη αρχιτεκτονική και στην καταναλωτική σαβούρα των malls. Το πολύ να σας έχει πάει στο μουσείο της Ακρόπολης όπου κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να καταλάβετε κάτι παραπάνω από το καθιερωμένο, το συμβατικό, το τετριμμένο. Όποιος αναγνώστης έχει επισκεφτεί μουσείο την ώρα επίσκεψης σχολείου καταλαβαίνει τι λέω· αν μάλιστα έχει επισκεφτεί αντίστοιχο μουσείο στο εξωτερικό με επίσκεψη παιδιών καταλαβαίνει περισσότερο: η απαξίωση της επίσκεψης.

    Έχουμε λοιπόν μια χώρα όπου δεν υπάρχουν ενεργείς βιβλιοθήκες για τους νέους, που τα πάντα, από τα σχολεία έως τους δήμους, και από την (σχεδόν αντιδραστική για το νεανικό κοινό) Εθνική Βιβλιοθήκη έως τα μουσεία, λειτουργούν με συμβατικούς, διαχειριστικούς όρους του πολιτισμού και με πλήρη αδιαφορία ως προς την καλλιέργεια των νέων. Επιπλέον, σ’ αυτή τη χώρα, με αυτή την υποτυπώδη κουλτούρα, τολμούμε και λέμε στους νέους ότι ο κατώτατος μισθός θα είναι δεν θα είναι 450 ευρώ, τολμούμε και τους λέμε ωμά ότι το μέλλον τους είναι υποθηκευμένο για πενήντα χρόνια και όλα αυτά τα ωραία.
     Πώς να μην αγριέψουν οι δεκαεφτάρηδες; Πώς να μην κάνουν το ίδιο με αυτό που κάνουν οι προβοκάτορες και οι πλιατσικολόγοι; Πώς να μην κάψουν το έργο του Τσίλερ που η σύγχρονη βαρβαρότητα το αποκαλεί αναιδώς κτήριο Kosta Boda;

     Τα αμάθητα, ακαλλιέργητα παιδιά, αμάθητα φέρονται. Είναι κι η βαρβαρότητα ένα μάθημα, εύκολα μαθαίνεται, μια ολόκληρη κοινωνία φροντίζει γι' αυτό εδώ και δεκαετίες. Τι θέλετε να κάνουν τα αμάθητα, απαίδευτα παιδιά; Θα κάνουν ό,τι και οι αμάθητοι εξεγερμένοι χωριάτες που όρμησαν να καταστρέψουν κάθε γλυπτό και κάθε πίνακα κατά την περίφημη επέλαση στα Χειμερινά Ανάκτορα του Τσάρου (εκεί υπήρχε ευτυχώς ένας Ανατόλι Λουνατσάρσκι να εξηγήσει τι σημαίνει πολιτισμική κληρονομιά…). Τι θέλετε, να συζητάνε για τις γραμμές του έργου του Τσίλερ; Δεν μπορούν. Δεν τους το έμαθε κανείς. Κανείς. Οπότε και προβοκάτορες και άλλους βάρβαρους θα μιμηθούν. Τα αμάθητα παιδιά που καταστρέφουν, χωρίς διάκριση, τα πάντα, είναι εικόνα της βάρβαρης, ανεύθυνης κοινωνίας που δεν τους δίδαξε ποτέ να διακρίνουν τις πολιτισμικές αξίες από τα σκουπίδια – της ίδιας κοινωνίας που τώρα μυξοκλαίει κροκοδείλια δάκρυα πάνω από καμμένα είδη προικός Costa Boda.

Δημοσιεύτηκε στο protagon.gr

9.2.12

Μοναχική διαδήλωση για μια Κατερίνα


Δεν μπόρεσα να σταματήσω και να φωτογραφίσω το πανό. 
Αν περάσετε από εκεί αυτές τις μέρες, θα το δείτε...

     Λεωφόρος Κηφισού, κάθοδος, στο ύψος της Λαχαναγοράς,  πριν από λίγη ώρα. Επιστρέφω με το αυτοκίνητο μετά από μια δύσκολη εφημερία. Οδηγώ στη δεξιά λωρίδα με σχετικά χαμηλή ταχύτητα. Οι μελαγχολικές μελωδίες του Lolek μόλις καταφέρνουν να υπερνικήσουν τη νύστα μου. Από μακριά φαίνεται η γέφυρα των πεζών. Μου αρέσει κάθε φορά να τη χαζεύω,  με τα ανθρωπάκια που την περπατούν να γίνονται όλο και πιο μεγάλα, καθώς η γέφυρα με πλησιάζει. Συνήθως υπάρχει αναρτημένο κάποιο πανό με κόκκινα ή μαύρα γράμματα, που καλεί σε διαρκή αγώνα τα ανθρωπάκια της γέφυρας και τους κανονικού μεγέθους οδηγούς των αυτοκινήτων που πορεύονται στη λεωφόρο. Πολλές φορές έχω σκεφτεί να σταματήσω  και να τραβήξω μια φωτογραφία με τα ανθρωπάκια που πηγαινοέρχονται βιαστικά πάνω στη γέφυρα, σχεδόν πατώντας επάνω στις κόκκινες και μαύρες αγωνιστικές φράσεις. Le rouge et le noir της απελπισίας μας.
     Σήμερα το πανό είναι διαφορετικό. Έχει μόνο κόκκινα κεφαλαία γράμματα. Le rouge sans le noir. Le rouge de l’ amour.
     ΚΑΤΕΡΙΝΑ!!! Σ’ ΑΓΑΠΑΩ 
     ΜΕΙΝΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ   ΣΕ ΕΧΩ ΑΝΑΓΚΗ
      Μεγάλο πανό, όπως αυτά των συνδικαλιστών. Ατομικός αυτός ο αγώνας, αλλά παθιασμένος και βροντόφωνος. Χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές. Ειλικρινής, σαφής, κατασταλαγμένος. «Σ’ αγαπάω. Μη μ’ αφήνεις. Σ’ έχω ανάγκη». Ας το μάθουν όλοι, πεζοί και οδηγοί. Δεν τον νοιάζει, αρκεί να το δει κι εκείνη.
      Κατερίνα, μάλλον θα το δεις το πανό σήμερα ή αύριο. Προφανώς αυτός είναι ο δρόμος σου. Αν όμως δεν τύχει να περάσεις από κει και δεις μόνο αυτή την ανάρτηση, μη βάλεις like σε μένα, αλλά σ’εκείνον. Με την καρδιά, από κοντά, όχι με το ποντίκι.

5.2.12

Νίκος Καρούζος: Περίπατος του Γιάννη

Νίκος Κεσσανλής

Έχοντας ένα σκορπισμένο βλέμμα στο δρόμο που είν' έρημος
ωχρός αγγίζει τον άχαρον αποσπερίτη -
μέσ' στη φυλακή της θάλασσας η ποίηση του νερού.
Βρέθηκε σε τρόμους με δηλητήρια στα χέρια
η μοναξιά σα δαχτυλίδι ζει στο δέρμα του
κ' η μοίρα είναι μαύρη ως τ' αστέρια.
Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο
χρόνια και χρόνια ραγιάδες
γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια
ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.
"Όσο βαριά είν' τα σίδερα
είν' η καρδιά μου σήμερα"...

Η Έλαφος των Άστρων (1962)

31.1.12

Η τυραννία του γραπτού λόγου


   
       Στα σαρανταπέντε του ο Γιόχαν είχε αποδεχτεί ότι δεν θα γινόταν ποτέ μεγάλος συγγραφέας. Η ζωή του μέχρι τώρα ήταν επίπεδη σαν δίσκος σερβιρίσματος. Οι μεγάλοι συγγραφείς ζούσαν ζωές ταραγμένες, με κουτσουρεμένα παιδικά χρόνια και μισερή νεότητα. Μισότρελοι ή μισομεθυσμένοι,  μπαινόβγαιναν στις ιστορίες τους ως πρωταγωνιστές με αλλαγμένο όνομα ή με το αντίθετο φύλο, ή ως απλοί παρατηρητές, όπως ο Χίτσκοκ στις γωνιές του σελιλόιντ των ταινιών του. Ξόδευαν όλη την ενέργεια μιας ζωής για να μετατρέψουν ένα ερέθισμα σε μερικές σελίδες καλλιγραφικές αράδες που θα έδιναν στον αναγνώστη χρόνο κερδισμένο, παράταση της δικής του, μίας και μοναδικής ζωής. Ένα καλογραμμένο βιβλίο ήταν όπως μια bonus ζωή σε ηλεκτρονικό παιχνίδι. Αυτό είχε γράψει ο Γιόχαν στην εισαγωγή της μελέτης του Η Τυραννία του Γραπτού Λόγου.
   
      Είχε γνωρίσει από κοντά πολλούς συγγραφείς, γνωστούς και άγνωστους, τυραννισμένους από τις ίδιες τους τις λέξεις. Ήξερε τα στέκια τους, τα οσμιζόταν και τα ξετρύπωνε σαν λαγωνικό. Πριν από χρόνια, έτυχε να βρεθεί στο Παρίσι και πήγε να επισκεφθεί την Παναγία των Παρισίων. Απέναντι ακριβώς από τον ναό, βρέθηκε αντιμέτωπος με τις προθήκες ενός παλιού βιβλιοπωλείου που έφερε το βαρύ όνομα Σέξπιρ και ΣΙΑ. Μαγνητισμένος από τη φορτωμένη βιτρίνα, γύρισε χωρίς δεύτερη σκέψη την πλάτη του στη Νοτρ Νταμ και πέρασε χωρίς τύψεις το κατώφλι του βιβλιοπωλείου, σταματώντας απορημένος στη μέση του, όπου υπήρχε ένα μικρό ρηχό πηγάδι γεμάτο με νομίσματα και με μια ταμπελίτσα που έγραφε: «Δώσε ό,τι μπορείς, πάρε ό,τι χρειάζεσαι». Ο ιδιοκτήτης του, που συστήθηκε εγκάρδια ως Τζορτζ Ουίτμαν, ήταν ένας ηλικιωμένος Αμερικανός με λεπτό και μακρύ ευγενικό πρόσωπο και ατίθασα γκρίζα μαλλιά. Θύμιζε ήρωα του Ντίκενς. Είχε αρχίσει τη ζωή του περιπλανώμενος στην Κεντρική Αμερική ως δημοσιογράφος, για να καταλήξει αργότερα στο Παρίσι, όπου είχε αγοράσει ένα παλιό μανάβικο και το είχε μετατρέψει σε βιβλιοπωλείο. Ο Ουίτμαν ήταν από την πρώτη στιγμή ιδιαίτερα φιλικός με τον άγνωστο επισκέπτη, εφαρμόζοντας κατά γράμμα ένα στίχο του Γέιτς (σύμφωνα με τον ίδιο, της Βίβλου κατ’ άλλους) που ήταν αναρτημένος σε μια πινακίδα πάνω από την είσοδο του βιβλιοπωλείου: «Μην είστε αφιλόξενοι στους ξένους, γιατί μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι άγγελοι». Ο Ουίτμαν είχε ξεναγήσει τον Γιόχαν στις θαυμαστές γωνιές του βιβλιοπωλείου: το μικρό γραφείο όπου μαζεύονταν ο Μπάροουζ με τον Γκίνσμπεργκ και την υπόλοιπη παρέα, την ξύλινη σκάλα όπου καθόταν η Αναΐς Νιν και διάβαζε τα γραπτά του Μίλερ, την πολυθρόνα που προτιμούσε ο Έζρα Πάουντ.


       Εκείνη η γνωριμία του με τον Ουίτμαν του είχε δώσει την έμπνευση να γράψει την πρώτη μεγάλη του μελέτη για την Τυραννία του Γραπτού Λόγου. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια ο Γιόχαν κυνηγούσε τα χνώτα των ζωντανών συγγραφέων. Πήγαινε σε όλες τις παρουσιάσεις βιβλίων και κρατούσε σημειώσεις, πώς έγραφε καθένας, ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα για το βιβλίο, πόσο και πώς έμπαινε ο ίδιος ο συγγραφέας στην πλοκή της ιστορίας του. Στο μυαλό του είχε ταξινομήσει τους συγγραφείς σε παραδοσιακούς, παλιομοδίτες που έγραφαν σε χοντρά σπιράλ τετράδια με καλοξυσμένα μολύβια ή λεπτά πενάκια ή σε παλιές γραφομηχανές με πλήκτρα μισοσβησμένα από τα πολλά χτυπήματα, και σε μοντέρνους τεχνοκράτες που φύλαγαν τις ιστορίες τους σε αρχεία Word ή PDF, επιμελώς ταξινομημένα σε κίτρινους ηλεκτρονικούς φακέλους ή σε εικονικούς δερμάτινους χαρτοφύλακες, αποθηκευμένα στον ταχύτατο κι ελαφρύ φορητό υπολογιστή τους. Ανεξάρτητα όμως με το πώς έγραφε ο καθένας τους, όλοι τους ήταν το ίδιο άπληστοι με τις λευκές σελίδες (χάρτινες ή ηλεκτρονικές). Ένιωθαν ότι το άδειο μπλοκ ή η λευκή οθόνη του υπολογιστή τους ζητούσαν απεγνωσμένα να τους στάξουν-με το μελάνι ή με το ποντίκι-λίγη ζωή και κάμποση δράση, να σπάσουν τη λευκή μονοτονία βάζοντας τους ήρωές τους να συγκρουστούν. Και όσο έγραφαν το βιβλίο τους, ήταν σαν να ζούσαν δύο ζωές: μία θορυβώδη καθημερινή και μια δεύτερη αθόρυβη, με αόρατα πρόσωπα και μυστικά γεγονότα, που κάποτε, σε χρόνο ανύποπτο, θα έβγαιναν στην επιφάνεια, μαγεύοντας τους φανατικούς τους αναγνώστες.
   
       Όσο καιρό έγραφε τη μελέτη του, ο Γιόχαν ένιωθε να τον τυραννάνε και τον ίδιο οι λέξεις που επρόκειτο να βγουν στο χαρτί. Ήταν κάτι σαν τοκετός που παρατεινόταν. Αγωνιούσε για τους ήρωες των βιβλίων και αδιαφορούσε εντελώς για τον ύπνο, το φαγητό, το σεξ, ακόμα και για τους πόνους που ταλαιπωρούσαν το αγύμναστο, νωθρό κορμί του στο τέλος κάθε μέρας μετά από το πολύωρο γράψιμο. Ο Χένρι Μίλερ είχε πει ότι το τελευταίο που απασχολεί τον συγγραφέα είναι να νιώθει άνετα την ώρα που γράφει, λες και η άβολη στάση δρα ως βοήθεια ή ερέθισμα. Ο Γιόχαν είχε αρχίσει να τον πιστεύει.
   
      Μάζεψε πολύ υλικό αυτά τα τέσσερα χρόνια, ψηλαφώντας σχεδόν ηδονικά τα πορτρέτα των συγγραφέων και φτάνοντας στις ιδιαίτερες κρυφές πτυχές τους: πώς έβρισκαν τα ονόματα για τους ήρωές τους (από τους τηλεφωνικούς καταλόγους, τις κοινωνικές στήλες των εφημερίδων ή τα κουδούνια των γειτονικών πολυκατοικιών), πώς οργάνωναν την ιστορία τους (τυχαία ή βάσει σχεδίου, νοερά ή πάνω σε στρατηγικό χάρτη), πώς αποφάσιζαν τον θάνατο, την αγάπη ή το μίσος, την οικονομική καταστροφή ή την ψυχική κατάρρευση ενός χαρακτήρα και πότε καταλάβαιναν ότι το βιβλίο είχε φτάσει στο τέλος του.
   
      Η Τυραννία του Γραπτού Λόγου είχε σχολιαστεί ευμενώς όταν κυκλοφόρησε, ως μελέτη «ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη και περιεκτική», που κατάφερνε να φωτίσει με γλαφυρό τρόπο τη σχεδόν σαδομαζοχιστική σχέση του συγγραφέα με τα γραπτά του. Μετά την έκδοσή της, ο Γιόχαν πέρασε μερικούς μήνες αδράνειας, σερφάροντας αφηρημένα στο διαδίκτυο. Στο μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται η ιδέα για το επόμενο βιβλίο του. Άρχισε να μαζεύει το υλικό του περισσότερο σε ηλεκτρονική μορφή, για πρακτικούς λόγους. Έπιασε ακόμα δειλά-δειλά να γράφει τις πρώτες σελίδες. Όμως από την ημέρα που μπήκε στη ζωή του η Μαργαρίτα, μπήκε και το βιβλίο του σε δρόμο ευθύ και ομαλό. Τι πιο φυσικό, αφού είχε δίπλα του το ίδιο το θέμα του, ολοζώντανο, προσιτό για κουβέντα και παρατήρηση, σαν δώρο σταλμένο από τον θεό του γραπτού λόγου στον ταπεινό και πιστό δούλο του.


ΠΗΓΕΣ:

1.Φίλιπ Γκούρεβιτς: Η τέχνη της γραφής - Εκδόσεις Τόπος (2011).



25.1.12

Σημειώσεις στη δεξιά λωρίδα του δρόμου



Χθες το βράδυ έφτασε η κακιά είδηση για τον τραυματισμό του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ευχές για ανάρρωση στο διαδίκτυο. Σήμερα το πρωί ο σκηνοθέτης δεν ήταν πια ανάμεσά μας. Εκτός από τις κινηματογραφικές πρωτιές, συνέβαλε άθελά του και στον άλλο μοναδικό τομέα όπου διεκδικεί επάξια την πρωτιά η χώρα μας: τα τροχαία ατυχήματα.
Ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μου έχει να κάνει με πολυτραυματίες, άλλους πιο σοβαρά, άλλους ελαφρότερα. Συνήθως, ακόμα και στους πιο άτυχους, υπάρχει λίγος χρόνος να παλέψεις το μοιραίο. Δυστυχώς, το φευγιό του Αγγελόπουλου από τον τρέχοντα χρόνο ήταν ταχύτατο, ασυγκράτητο, αντίθετο με τους κινηματογραφικούς του ρυθμούς. Στην αιωνιότητα μέσα σε μία μέρα. Από μια πλευρά, ευτυχής ο ίδιος. Έφυγε δημιουργώντας, σκηνοθετώντας, πιθανόν συνθέτοντας στο μυαλό του κάποια σκηνή της καινούριας ταινίας. Από την άλλη, βαριά για μας η απώλεια του σημαντικού δημιουργού. Ακόμα πιο φτωχός αυτός ο χρεοκοπημένος τόπος. Και η πνευματική χρεοκοπία δεν μαζεύεται με κανενός είδους μνημόνιο. R. I. P.  Σήμερα, το λιβάδι που άφησε πίσω του ο σκηνοθέτης δεν δακρύζει απλά, κλαίει θρηνητικά.
Έμαθα την είδηση για τον θάνατο του Θόδωρου Αγγελόπουλου το πρωί, οδηγώντας για το νοσοκομείο. Η μέρα σκοτεινή, συννεφιασμένη την ώρα αυτή. Η παραλιακή πηγμένη, τα αυτοκίνητα σημειωτόν (η πιο ασφαλής ταχύτητα).  Τι να έγινε πάλι… «Ακινητοποιημένο όχημα», «σύγκρουση οχημάτων» ή «έργα κατά μήκος της δεξιάς λωρίδας»… Δεν υπήρχε ενημέρωση στους οδικούς πληροφοριακούς πίνακες. Ολιγωρία, θα σκεφτόταν ένα συνηθισμένο μυαλό. Τροχαίο με ένα νεκρό, θα σκεφτόταν ο Αλμοδόβαρ και θα έβγαζε την κάμερα να τραβήξει τη σκηνή. Γιατί πραγματικά, το θέαμα που αντικρίσαμε οι διερχόμενοι οδηγοί ήταν κωμικοτραγικό, από τα περίεργα αλμοδοβαρικά σενάρια που στήνει μόνη της η ζωή, κινούμενη στα χνάρια του Ισπανού σκηνοθέτη.
Στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα ήταν σταματημένο ένα αυτοκίνητο με τα φώτα στάσης να αναβοσβήνουν. Τα τζάμια του θρυμματισμένα και το οδόστρωμα γεμάτο με γυαλιά. Λίγα μέτρα πιο κάτω, το έτερον ήμισυ της σύγκρουσης: μια νεκροφόρα σε trendy ανθρακί χρώμα με ένα φέρετρο στο πίσω μέρος της. Οι δυο οδηγοί, σώοι και αβλαβείς, συνομιλούσαν και αντάλλαζαν στοιχεία, περιμένοντας την τροχαία. Ο νεκρός περίμενε κι αυτός υπομονετικά. Οι διερχόμενοι οδηγοί είχαν σαστίσει. Οι χειριστές των πινάκων οδικής πληροφόρησης, σαστισμένοι κι αυτοί, δεν ενημέρωσαν τους πίνακες πιθανόν από αμηχανία. Πώς να χρεώσουν το συμβάν; «Σύγκρουση οχημάτων-Νεκρός ο ένας συνεπιβάτης»…
Να σου συμβεί τροχαίο και να τη γλιτώσεις, είναι ευχής έργο. Να σκοτωθείς σε τροχαίο, είναι τραγικό. Να σου συμβεί τροχαίο μετά θάνατον, δεν ξέρω τι είναι.