Σελίδες

31.12.10

Τσάι στο μουσείο


    Έχω κάτι με τους άνδρες που δεν είναι Βρετανοί, αλλά πίνουν τσάι. Κάτι με χαλάει. Όχι πάντα, αλλά εννιά στις δέκα φορές.
    Τσάι είχε παραγγείλει και ο μεσήλικας κύριος στο καφέ του Μουσείου της Ακρόπολης. Σακάκι πτι καρό, γραβάτα ουδέτερου χρώματος, μπεζ πουκάμισο, γυαλιά με μεταλλικό σκελετό. Αυτά ήταν όλα όσα μπορούσα να δω, καθώς εκείνος ήταν καθισμένος στο τραπέζι ακριβώς πίσω μας.
    Μπορούσα όμως να ακούω περισσότερα, όταν ο κύριος δέχτηκε τηλεφώνημα στο κινητό. Όχι μόνο εγώ. Και οι άλλοι θαμώνες του καφέ. Και οι επισκέπτες που βρίσκονταν σε άλλα επίπεδα. Ίσως και οι Κούροι με τις Κόρες του πρώτου επιπέδου. Μα και η κόρη του Αντήνορα και το παιδί του Κριτίου.
    -Έλα, Βασίλη. Είμαι μόνος μου στο Μουσείο της Ακρόπολης, ανακοίνωσε στο φίλο του με στεντόρεια φωνή.
    Αυτό ήταν εν μέρει σωστό. Δεν έπρεπε να νιώθει μόνος. Όλοι μια παρέα είχαμε γίνει από την ώρα που απάντησε το κινητό.
    -Πάω στα Τζουμέρκα. Ναι, για τρεις μέρες. Λάμπρος και Διονύσης μαζί μου.
    Τζουμέρκα. Ήσυχος τόπος. Για τρεις μέρες θα την χάσει αυτή την ησυχία. Με την ηχώ που έχουν μάλιστα τα ορεινά μέρη, θα αντιλαλούνε τα βουνά τα τσάγια του κυρίου.
    -Εκατόν σαράντα ευρώ το άτομο. Με ημιδιατροφή.
    Οι άλλοι στο ξενοδοχείο θα πληρώσουν σίγουρα λιγότερα, αν συγκατατεθούν να μείνουν για περισσότερο από λίγα λεπτά στον ίδιο χώρο με τον βροντόφωνο κύριο. Συνέχισε να δίνει πληροφορίες στο φίλο του σα να απήγγελλε ρετσιτατίβο σε όπερα. Μετά από πέντε λεπτά περίπου, το τηλεφώνημα φάνηκε να ολοκληρώνεται.
    -Θα είμαι πίσω τη Δευτέρα. Να βρεθούμε να τα πούμε από κοντά. Καλή Πρωτοχρονιά.
    Κι από μακριά που τα έλεγαν, σαν από κοντά μου φαινόταν εμένα. Μαγικό πράγμα η κινητή τηλεφωνία. Εκμηδενίζει κάθε απόσταση. Με γνωστούς και αγνώστους.
    Ο κύριος έβγαλε το φακελάκι με το τσάι και ανακάτεψε με το κουταλάκι. Πείτε το προκατάληψη, αλλά κάτι με χαλάει στους άνδρες που πίνουν τσάι. Όχι πάντα. Εννιά στις δέκα φορές.

30.12.10

Τα μελλούμενα

(M. C. Escher-The crystal ball)
Πόσο μέλλον να σου δείξω;
Ο καφές στο φλιτζάνι
έγινε μαύρο κατακάθι
που σκεπάζει τα μελλούμενα
Ασήμωσε, να τον κουνήσω
Βγήκαν στην επιφάνεια
άνθρωποι, μέρες, λόγια
δείπνα και ξεφαντώματα
σε φωτισμένα σπίτια
και μια ψηλόλιγνη μικρή
κρυφά να τραγουδάει.

Πόσο ακόμα μέλλον να σου δείξω;
Θόλωσε το γυαλί
από τη δροσιά του απόβραδου
Ασήμωσε, να το σκουπίσω
Εσένα βλέπω κατάμονο
σε σκοτεινό γραφείο
σωρό να γράφεις γράμματα
που δεν θα διαβαστούνε
κρυφογελώντας μεταξύ
σαν κάτι να θυμάσαι.

Πόσο ακόμα μέλλον να σου δείξω;
Τα χαρτιά κολλάνε
αφήνοντας μόνο
λίγες χαραμάδες ζωής
Ασήμωσε, να ξεκολλήσουν
Επτά σπαθί, χαρά πολλή
θα πάρεις στην ψυχή
τόση που θα την σπάσει
Θανατεμένος θα γελάς
και θα αναρωτιέσαι.

Πόσο μέλλον να σου δείξω;
Μη μ’ ασημώνεις άκριτα
Το μέλλον σου το ξέρεις.

28.12.10

Χλόη Κουτσουμπέλη: Άγγελος Θανάτου

    Eίμαι μια άσχημη γυναίκα. Η μύτη μου είναι ένα κάθετο, σάρκινο τείχος που κόβει το πρόσωπό μου στα δύο. Ίχνη από σπυράκια μιας άσχημης εφηβείας αυλακώνουν το πρόσωπο μου. Είμαι υπέρβαρη και φοράω συνέχεια φαρδιά και σκούρα ρούχα για να κρύψω το σώμα μου.
    Θα μπορούσα βέβαια να πω ότι έχω έναν πλούσιο ψυχικό κόσμο, μία πηγαία καλοσύνη και ένα κοφτερό μυαλό που αντισταθμίζουν την εξωτερική μου εμφάνιση. Θα μπορούσα να το πω, αλλά θα έλεγα ψέματα. Η εξωτερική μου ασχήμια για μένα ήταν πάντα ένα άλλοθι για να αδρανώ και να βυθίζομαι στην αυτολύπησή μου. Ως εκ τούτου, ποτέ δεν μορφώθηκα ιδιαίτερα, ούτε καλλιέργησα την καλή πλευρά του εαυτού μου.
    Οι άντρες συνήθως με προτιμούν για φίλη τους. Στην διάρκεια της ζωής μου είχα μερικούς εραστές. Κάποιοι ήταν όμορφοι, κάποιοι άσχημοι. Κανένας από αυτούς δεν με αγάπησε, αφού κι εγώ ποτέ δεν κατάφερα να αγαπήσω τον εαυτό μου.
    Κι ύστερα γλίστρησα στον μαγικό κόσμο του διαδικτύου και όλα άλλαξαν στην ζωή μου. Τώρα πια μπορώ. Να αναπτύξω όλα μου τα ταλέντα. Να αποκτήσω μία νέα αστραφτερή προσωπικότητα. Κανείς δεν με κρίνει και δεν με απορρίπτει εκ των προτέρων. Νιώθω δυνατή, όμορφη, ισχυρή γιατί στο διαδίκτυο είμαι η Αμαζόνα του Θανάτου.
    Μπορώ πια και παγιδεύω τα θύματα μου στον ασημένιο μου ιστό, έντεχνα καλλιεργώ τις ανασφάλειές τους και εξυμνώ τα προτερήματά τους, τα ταπεινώνω και τα εξυψώνω έτσι ώστε να μπορώ να τα χειρίζομαι, τους γίνομαι απαραίτητη και ύστερα τα εγκαταλείπω άσπλαχνα.
    Σε κανέναν ποτέ δεν αποκαλύπτω το πραγματικό μου πρόσωπο. Ούτε μπόρεσε ποτέ κανείς να μου εκμαιεύσει στοιχεία για την ζωή μου. Όταν μου ζητήθηκε να στείλω ηλεκτρονικά φωτογραφία μου το απέφυγα. Κι όμως οι συνομιλητές μου στο διαδίκτυο, μου εξομολογούνται τα πάντα γι αυτούς.
    Αυτό βέβαια μου δίνει την δύναμη που χρειάζομαι. Και μερικές φορές το εκμεταλλεύομαι. Για να τους διαλύω. Όπως για παράδειγμα τον «Φωτεινό Άγγελο», έναν συμπαθητικό τριαντάρη ασφαλιστή που μόλις γύριζε από την δουλειά έτρωγε το κατεψυγμένο του δείπνο μπροστά στην τηλεόραση και στην συνέχεια σέρφαρε στο διαδίκτυο μέχρι τα μεσάνυχτα. Αυτός έπαθε κόλλημα. Εξαρτήθηκε πραγματικά από μένα. Μου διηγήθηκε κάθε μικρή λεπτομέρεια της ζωής του. Έμαθα τα πάντα για το οιδιπόδειο του σύμπλεγμα με την χοντρή και υπερπροστατευτική μαμά του. Για τον φόβο του για τις αυταρχικές γυναίκες, για την Ελένη, μία γυναίκα από την δουλειά, με την οποία όμως δεν μπορούσε να κάνει έρωτα, γιατί φοβόταν ότι θα τον ευνούχιζε. Ξυπνούσε κάθε πρωί στις έξι για να μου στείλει το πρώτο μήνυμα με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Μου έστελνε διάφορα μηνύματα κατά την διάρκεια της μέρας και επικοινωνούσαμε πάλι ηλεκτρονικά το βράδυ. Ήταν τρυφερός και γλυκός, αλλά δυστυχώς γι αυτόν πολύ προβλέψιμος.
    Με ερωτεύτηκε. Μου πρότεινε να τον παντρευτώ. Όμως μου έτρωγε πολύ χρόνο και επιπλέον με μονοπωλούσε. Ήταν θέμα οικονομίας. Άλλωστε ο στόχος είχε επιτευχθεί. Είχα εισχωρήσει πια απόλυτα μέσα στην ψυχή του και είχα αρχίσει να την ροκανίζω.
    Η αποκοπή δεν ήταν εύκολη. Στην απόλυτη σιωπή μου απαντούσε με κλαψουρίσματα και απειλές ότι θα αυτοκτονήσει. Στο τέλος πρέπει να έπαθε ένα είδος νευρικού κλονισμού, γιατί τα επόμενα μηνύματα του ήταν ακατάληπτα, θαρρείς γραμμένα από ένα αγοράκι δέκα ετών. Στο τέλος φυσικά σώπασε.
    Άλλοι, ωστόσο, όταν φτάνει η ώρα που αποσύρομαι, γίνονται πραγματικά ζόρικοι και βίαιοι. Αισθάνονται εξαπατημένοι και προδομένοι, με βρίζουν, με απειλούν ότι θα μάθουν την αληθινή μου ταυτότητα, με αποκαλούν σκρόφα, μου περιγράφουν τι θα μου κάνουν αν πέσω στα χέρια τους και φτύνουν ηλεκτρονικά ένα καταιγισμό περιγραφών που ξεπερνάει και την πιο διεστραμμένη φαντασία.
    Είναι περίεργο, γοητευτικό και συγχρόνως τρομακτικό το Παιχνίδι μου στο διαδίκτυο. Κατά κανόνα οι περισσότεροι από τους συμπαίκτες μου είναι άτομα ανήσυχα και συνήθως μοναχικά, άσχετα αν ζουν με πολυπληθείς οικογένειες ή όχι. Αφήνοντας με να εισβάλω στην ψυχή τους, μου δίνουν μια πρόσβαση και στο σκοτάδι και στο φως τους. Κι αυτό που με σαγηνεύει πιο πολύ είναι το σκοτάδι τους.
    Γιατί το σκοτάδι που υπάρχει σε κάθε έναν από μας είναι γλοιώδες και πηχτό, γιατί κρύβει και έρπει και είναι ένας δρόμος από μόνος του, γιατί μέσα από το σκοτάδι των άλλων, βλέπω το ολόμαυρο σκοτάδι της δικής μου ψυχής. Γιατί μέσα από τις ζωές των άλλων βλέπω τελικά ανάγλυφη την δική μου.
    Τα θύματα μου είναι συνήθως αθώα και καλοπροαίρετα, διψασμένα για επαφή και επικοινωνία. Τα εντοπίζω μέσα σε διάφορους χώρους συζήτησης όπως τα chat rooms και τα διάφορα blogs. Τις προάλλες για παράδειγμα μπήκα μέσα σε ένα blog για την ποίηση του μεσοπολέμου, αφού εννοείται συγκέντρωσα αρκετές πληροφορίες για το θέμα μέσα από την μηχανή αναζήτησης. Από την συζήτηση στο blog γνώρισα δύο άντρες, ο ένας είχε το ψευδώνυμο «ιδανικός εραστής ποίησης» και ο άλλος «ουτοπικός αναγνώστης». Και οι δύο μου ζήτησαν την ηλεκτρονική μου διεύθυνση για περισσότερη επαφή και επικοινωνία.
    Με την πείρα και την συνεχή τριβή μου με το Παιχνίδι ανακάλυψα ότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως ψάχνουν το άλλο τους μισό, είτε το έχουν συνειδητοποιήσει είτε όχι. Είναι τόσο ισχυρή αυτή η ανάγκη ταύτισης με τον Άλλο που τους κάνει επιρρεπείς στο παραμύθι μου. Σε μένα βλέπουν ένα πιθανό alter ego τους που κάθεται κι αυτό μόνο μπροστά σε μία οθόνη υπολογιστή, παρεμφερή με την δική τους, με το οποίο έχουν κοινά ενδιαφέροντα και ίσως μπορέσει να γεμίσει επιτέλους το αφόρητο κενό.
    Κι έτσι αρχίζει η προσωπική αλληλογραφία με τα ηλεκτρονικά μηνύματα. Στο στάδιο αυτό τολμώ να πω ότι έχω τελειοποιήσει την τακτική μου. Έχω αντιληφτεί ότι κάποιοι συνομιλητές μου για παράδειγμα αισθάνονται περισσότερο άνετα όταν τους αφήνω χαλαρούς. Έτσι ποτέ δεν ρωτώ ηλικία, επάγγελμα, διεύθυνση, τηλέφωνο. Ποτέ δεν ρωτώ αν έχουν δεσμό, αν είναι παντρεμένοι, αν έχουν παιδιά, αν μένουν μόνοι. Aυτό συνήθως τους απελευθερώνει κι επιταχύνει την διαδικασία της παράδοσής τους σε μένα.
    Άλλοι πάλι λειτουργούν καλύτερα, όταν τους υποβάλλω ερωτήσεις. Τους αρέσει να διαπερνώ την άμυνά τους. Τους δίνει χαρά το ότι κάποιος ενδιαφέρεται αρκετά, ώστε να τους πολιορκήσει και να προσπαθήσει να τους καταλάβει.
    Ύστερα υπάρχει η κατηγορία αυτών που τους αρέσει να μεταμφιέζονται. Τους είναι απαραίτητο να φορούν διάφορες μάσκες και να προσποιούνται ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι. Στην πορεία, κάποιοι από αυτούς, όταν νιώσουν ασφάλεια μαζί μου, αποκαλύπτονται. Κάποιοι πάλι αποχωρούν από το παιχνίδι.
    Πέρα όμως από αυτή την κατηγοριοποίηση, έχω ανακαλύψει ότι κάθε ένας ηλεκτρονικός συνομιλητής μου είναι μοναδικός και ιδιαίτερος. Υπάρχουν διάφορες λεπτές αποχρώσεις. Σε μένα έγκειται να βρω τον τρόπο προσέγγισης, ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στους κωδικούς του και να μπω ελεύθερα πια στην ψυχή του. Αυτός άλλωστε είναι και ο στόχος του Παιχνιδιού. Το τι θα γίνει μετά δεν με αφορά. Συνήθως αποχωρώ γιατί αυτό μου δημιουργεί λιγότερες επιπλοκές.
    Η αλήθεια είναι ότι μέσα από αυτό το Παιχνίδι ανακάλυψα ένα μεγάλο ταλέντο μου. Με αλάθητο ένστικτο γίνομαι αυτό που ο ηλεκτρονικός μου συνομιλητής επιθυμεί. Γίνομαι η προσωπική του αυταπάτη, ο μύθος, το ιδανικό του.
    Ο χρόνος που χρειάζεται κάθε άτομο για να μου παραδοθεί είναι σχετικός. Σε κάποιους μπορεί να πάρει μέχρι και δύο χρόνια για να μου ανοιχτούν αληθινά. Πολλοί, ενώ αρχίζουν επιφανειακά και ανώδυνα, θυμώνουν στην συνέχεια και απαιτούν από μένα περισσότερη εγγύτητα και οικειότητα.
    Εγώ πάλι χρησιμοποιώ την τακτική των πέπλων. Κάθε φορά δηλαδή αφήνω να πέσει ένα ακόμα πέπλο, αργά και βασανιστικά τους αποκαλύπτω κομμάτια πολύ προσεκτικά μελετημένα, που αυτοί νομίζουν ότι είναι δικά μου, στην πραγματικότητα όμως είναι δικά τους. Εγώ είμαι μόνο ο καθρέφτης τους. Καθρεφτίζω τους πιο κρυφούς τους πόθους, τις μύχιες λαχτάρες, τους πιο τρομακτικούς τους φόβους.
    Και βέβαια, πάντα πάνω από το κεφάλι όλων των χρηστών του διαδικτύου με τους οποίους συνομιλώ, υπερίπταται η σκιά του τελικού στόχου. Η Πραγματική Επαφή. Πολλοί είναι αυτοί που την επιδιώκουν. Κάποιοι διαλέγουν να αποσιωπούν τελείως το θέμα. Δεν το θίγουν ποτέ, αλλά το νιώθεις να αχνίζει πίσω από κάθε τους λέξη. Κάποιοι ανυπόμονοι πάλι, το προσπαθούν σχεδόν από την αρχή. Εγώ όμως φροντίζω να δηλώνω κατηγορηματικά τους κανόνες του Παιχνιδιού, ώστε να μην αφήνω καμιά ψευδαίσθηση στους συμπαίκτες μου πάνω στο θέμα. Οποιαδήποτε επαφή σε μια άλλη πραγματικότητα, εκτός από αυτήν του διαδικτύου, είναι παντελώς απαγορευμένη και εντελώς ανέφικτη.
    Τρία χρόνια ασχολούμαι τώρα με το Παιχνίδι. Έχω αλλάξει. Νιώθω αυτοπεποίθηση, γιατί εγώ έχω πια τον έλεγχο και την εξουσία. Ως τώρα. Μέχρι προχθές που πήρα το πρώτο μήνυμα στον υπολογιστή μου από τον «Ιππότη του Ερέβους».
    «Αγαπητή Αμαζόνα του Θανάτου», μου γράφει, «πήρα την ηλεκτρονική διεύθυνσή σου από έναν φίλο μου και τολμώ να σου γράψω. Είμαι ο Ιππότης του Ερέβους. Ονομάζομαι έτσι γιατί το σκοτάδι είναι ο φυσικός μου χώρος. Η σκοτεινή βελούδινη μήτρα μέσα στην οποία κατοικώ. Άλλωστε είμαι ποιητής και οι ποιητές είναι πλάσματα της νύχτας. Από τα βάθη του σκοταδιού αναδύεται η ποίηση και εκεί καταλήγει. Μπορώ και βλέπω πέρα από τις λείες επιφάνειες, πίσω από τα χρωματιστά γυαλιά. Ξέρω τι κάνεις και γιατί. Ο φίλος μου υπέφερε πολύ από σένα. Όμως εγώ θα ήθελα να μάθω κι άλλα. Για την μυστική χαρά και τον μεγάλο σου Φόβο. Για την όμορφη γυναίκα μέσα σου που θέλει να ξεπροβάλει από το πηγάδι, αλλά που την πνίγεις, γιατί την φοβάσαι. Μου είναι αναγκαίο να μάθω τα πάντα για σένα. Ποια ήταν η πρώτη απόρριψη γύρω από την οποία κάνεις κύκλους σε όλη σου την ζωή. Γιατί κάνεις έρωτα με σβηστό το φως και σκεπάζεσαι με ένα σεντόνι για να μην δουν οι άντρες το σώμα σου. Πώς κλαις τα βράδια στο κρεβάτι σου. Παίρνεις άραγε την στάση του εμβρύου και γίνεσαι ένα κουβαράκι; Σκεπάζεσαι ως επάνω με τα παπλώματα και βυθίζεσαι μέσα στο φουσκωτό περίβλημα της θλίψης; Και η μοναξιά σου από τι είναι πλασμένη; Τι χρώμα έχει και τι σχήμα, πού πηγαίνει τις νύχτες όταν εσύ κοιμάσαι με τα μαλλιά σου να μπερδεύονται στο μαξιλάρι σου; Ποιά είναι αυτή η πείνα που δεν χορταίνει και σε κατατρώει, πού οφείλεται αυτή η αίσθηση του μισού που μάταια αναζητά το ολόκληρο, γιατί νιώθεις λειψή και κατακερματισμένη;»
    Διάβαζα και ξαναδιάβαζα το μήνυμα, ενώ ένιωθα ρυάκια με ιδρώτα να κυλούν στο κορμί μου. Παράλληλα είχα το τρομακτικό συναίσθημα ότι κάποιος είχε παρεισφρήσει μέσα στο σώμα μου και έβλεπε σε μία οθόνη την ψυχή μου. Με κατέλαβε ένας απόλυτος φόβος. Ο σκοτεινός Ιππότης είχε έρθει για μένα. Νέμεσις. Η τιμωρία γιατί είχα παραβιάσει το άβατο της ψυχής, γιατί είχα διαπράξει ιεροσυλία. Ο άγγελος με την ρομφαία τώρα ήρθε για να διαπεράσει την δική μου πύλη.
    Ύστερα από λίγη ώρα, προσπάθησα να επιβληθώ στον εαυτό μου και να σβήσω το μήνυμα, αλλά τα δάχτυλα μου δεν με υπάκουγαν. Στο τέλος το άφησα να βρίσκεται στα Εισερχόμενα, όμως κάθε λίγο και λιγάκι πήγαινα, το άνοιγα με το ποντίκι και το ξαναδιάβαζα. Δεν απάντησα σε κανένα από τα υπόλοιπα μηνύματα της μέρας. Σηκωνόμουν, έφευγα από τον υπολογιστή, τσιμπολογούσα, έκανα βόλτες στο δωμάτιο και μετά ξαναγύριζα και διάβαζα και πάλι το μήνυμα.
    Ξαφνικά, ένιωσα να πέφτω σε ένα κενό που με ρουφούσε. Κάποια στιγμή γύρω στα ξημερώματα κοιμήθηκα πάνω στον υπολογιστή. Το πρωί έκανα έναν δυνατό καφέ, έσβησα το μήνυμα και ασχολήθηκα με την αλληλογραφία μου.
    Το μεσημέρι όταν γύρισα από την δουλειά και άναψα τον υπολογιστή, διάβασα το δεύτερο του μήνυμα. «Όταν ήμουν δέκα πέντε χρόνων», έγραφε ο Ιππότης του Ερέβους, «κοιμήθηκα ένα βράδυ στο σπίτι της ξαδέλφης μου. Θυμάμαι πως γεύτηκα την πληθωρική της σάρκα και τι ανείπωτη ικανοποίηση μου έδωσε αυτό. Η αίσθηση να χάνεσαι μέσα σε έναν καινούργιο κόσμο. Εκείνο το βράδυ ανακάλυψα το κέντρο του Σύμπαντος, την πρωταρχική του ουσία. Το κορμί μιας γυναίκας. Θέλω να ανακαλύψω σε σένα εκείνο το κοριτσάκι που κρύβεται πίσω από την κουρτίνα. Θέλω όμως να γνωρίσω και την γυναίκα που θα αναδυθεί από το κουκούλι του κορμιού σου, όταν σε αγγίξω. Θέλω να ψιθυρίσω το όνομά σου στο πιο τρυφερό βελούδο σου, να σε νιώσω να πάλλεσαι, να σου ψιθυρίσω τις πιο κρυφές μου λέξεις εκεί, στο μύχιο βυθό σου. Γιατί νιώθεις τόση μοναξιά;».
    Αυτό το μήνυμα κύλησε πάνω στην σάρκα μου και το σώμα μου ολόκληρο το απορρόφησε. Ο «ιππότης του Ερέβους» είχε αγγίξει την αλήθεια μου. Έξω από μένα και χωρίς εμένα, το κορμί μου του δόθηκε απόλυτα. Ένιωσα ηττημένη.
    Επί μία εβδομάδα περίμενα το επόμενο μήνυμα του. Κάθε μέρα άνοιγα τον υπολογιστή με φόβο και λαχτάρα μόνο και μόνο για να νιώσω στην συνέχεια θυμό και απογοήτευση. Ξάφνου το να πάρω ένα ακόμα μήνυμα από τον μυστηριώδη ιππότη μου έγινε επιτακτική ανάγκη. Έστειλα μηνύματα στους Παίκτες μου ότι θα λείψω για λίγο καιρό. Δεν μπορούσα πια να παίξω το Παιχνίδι. Κάτι είχε τρυπώσει μέσα από την δική μου πανοπλία και με έκανε ξαφνικά τρωτή. Ήταν ζήτημα χρόνου για τους Παίκτες μου να το καταλάβουν και να με κατασπαράξουν. Το Παιχνίδι απαιτεί να είσαι νηφάλιος. Το Παιχνίδι απαιτεί να είσαι άτρωτος.
   Κι εγώ κάθε βράδυ αυτής της εβδομάδας έκλαιγα.
   «Γιατί νιώθεις τόση μοναξιά;»
    Όλη η ισορροπία μου ανατράπηκε. Κατρακυλώ στην άβυσσο.
    «Ποια ήταν η πρώτη απόρριψη γύρω από την οποία κάνεις κύκλους σε όλη την ζωή σου;» Η μητέρα μου. Τόσο κομψή και όμορφη. Διέσχισε την παιδική μου ηλικία πατώντας στα νύχια των μικρών καλοσχηματισμένων της ποδιών. Το έντονο κόκκινο κραγιόν στο στόμα της, ο ανάλαφρος τρόπος της να χάνεται, η πόρτα που έκλεισε πίσω της εκείνο το βράδυ όταν μας εγκατέλειψε και έφυγε. Και ύστερα τα χρόνια με τον πατέρα. Άδεια, μουντά χρόνια με σούπα κονσέρβα για δείπνο.Στα δέκα οκτώ μου έφυγα από το σπίτι. Ο πατέρας μου ξαναπαντρεύτηκε. Η μητέρα μου είναι πια μόνη. Κάνει γιόγκα και ταξιδεύει συχνά. Βλεπόμαστε μία φορά την εβδομάδα. Μου μαγειρεύει πάντα ψητό ψάρι με λαχανικά. Είναι μακρινή και άπιαστη σαν νιφάδα του χιονιού.
    Διάφορες σκέψεις και αναμνήσεις κατέκλυζαν συνέχεια το μυαλό μου, θαρρείς και κάποιος είχε επιτρέψει έναν καταρράκτη συναισθημάτων να ξεχυθεί μέσα μου. Η περίεργη εβδομάδα έφτασε στο τέλος της. Δεν ήρθε άλλο μήνυμα. Αυτό ήταν, σκέφτηκα. Θα ανασυγκροτηθώ και θα συνεχίσω. Στο κάτω κάτω υπάρχουν και οι Παίκτες που με περιμένουν. Δεν μπορώ να τους απογοητεύσω. Ήδη τα πρώτα θυμωμένα μηνύματα είχαν αρχίσει να καταφτάνουν. Η βαθιά εξάρτηση των Παικτών από εμένα, τους έκανε να επαναστατούν έστω και για αυτή την μικρή διακοπή επικοινωνίας.
    Και τότε, το βράδυ που καθόμουν μπροστά στον υπολογιστή, ξαφνικά το είδα να αστράφτει μπροστά μου. Το καινούργιο μήνυμα του Ιππότη μου. Νιώθω μια άγρια χαρά μέσα μου, το κεφάλι μου γυρίζει, διαβάζω:
    «Αμαζόνα μου, γεια σου. Σε περιμένω. Στον κήπο με τα κρίνα και τα νούφαρα. Θα σε ξεντύσω. Όχι από τα ρούχα σου. Αλλά σιγά σιγά θα σου αφαιρέσω όλο τον πόνο και θα σου αφήσω μόνο την λαχτάρα. Θα περπατάς γυμνή μόνο με την λαχτάρα να με δεις. Κι εγώ θα έρθω κοντά σου. Και θα σε φροντίσω όπως δεν σε φρόντισαν ως τώρα. Και θα σου πω. Αυτά που κανείς δεν τόλμησε ως τώρα. Θα σε αναλάβω και θα σε προστατέψω και θα σου δοθώ και θα είσαι δική μου και ασφαλής και αγαπημένη. Και θα σε δεχτώ. Όπως είσαι. Και γι αυτό που η αγάπη μου θα σε κάνει. Είσαι πολύ παιδί και πολύ γυναίκα και πολύ δική μου. Γράψε μου. Περιμένω μήνυμά σου».
    Κλαίω. Ούτε από λύπη, ούτε από χαρά. Είναι ένα κλάμα κάθαρση, κάποιος ξεκλείδωσε ένα υπόγειο μέσα μου, το υπόγειο πλημμύρισε με νερό και το νερό παρασέρνει μαζί του τα παλιά έπιπλα, τα βιβλία, τα ημερολόγια, τα αναμνηστικά, τον παλιό μπουφέ, το αλαβάστρινο πουλί, τις φαρδιές τσέπες από τα παλτά των εραστών, τα σπασμένα κρυστάλλινα αυγά του Πάσχα, βραδιάζει, έξω βρέχει. Ύστερα ξημερώνει πάλι, δεν πάω στην δουλειά, δεν τρώω, κλαίω. Πού ήταν κρυμμένη όλη αυτή η λύπη, πότε πάγωσε ο πόνος, στρώματα στρώματα αφαιρούνται και από κάτω ξεπροβάλλει κάτι καινούργιο, εύθραυστο, αστραφτερό.
    «Φοβάμαι» του γράφω. «Έχεις την δυνατότητα να με διαλύσεις, να με αποσυναρμολογήσεις. Ποιος είσαι; Ποιος είναι ο φίλος που σου έδωσε την ηλεκτρονική μου διεύθυνση; Τι θέλεις πραγματικά από μένα;».
    «Πρέπει να διαλυθείς», μου απαντάει αμέσως, θαρρείς και περίμενε το μήνυμά μου. «Για να γίνεις ολόκληρη, πρέπει να σπάσεις σε μικρά κομμάτια. Από σένα θέλω μόνο το αυτονόητο. Να μου δώσεις την εξουσία. Πάνω σου. Να με αγαπήσεις. Παράφορα. Να με μισήσεις. Χωρίς όρια. Θέλω την απόλυτη πρόσβαση στην ψυχή σου. Να με εμπιστευτείς. Χωρίς να ξέρεις, χωρίς να με δεις, χωρίς να με αγγίξεις. Έτσι με τα μάτια δεμένα με μαύρο μαντήλι να δοθείς σε αυτό το άγνωστο, να διακινδυνεύσεις τα πάντα, να βουτήξεις στο κενό χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Ναι, σου είναι δύσκολο γιατί δεν με γνωρίζεις. Πόσο όμως θα με γνώριζες ουσιαστικά αν ήμουν ένας συνάδελφός σου στην δουλειά; Αν κάθε πρωί με καλημέριζες και κάθε μεσημέρι με αποχαιρετούσες, χωρίς ποτέ να διαταράξουμε την επιφάνεια της καθημερινότητας; Αν πού και που ανταλλάσσαμε ανέκδοτα ή απόψεις για την πολιτική ζωή της χώρας; Αν ανήκαμε στο ίδιο κόμμα, στην ίδια ομάδα, στον ίδιο σύλλογο γονέων ή συγχωριανών; Ή αν πού και πού πίναμε σε ημιυπόγεια μπαρ ένα ποτό το βράδυ; Πόσο ξέρεις έτσι κι αλλιώς τους άντρες που σε περιβάλλουν καθημερινά; Στην διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής πόσο πραγματικά κοντά ερχόμαστε με τους άλλους, αυτούς που περιστρέφονται γύρω από τον προσωπικό μας πυρήνα; Θέλω να μου δοθείς ολοκληρωτικά. Όταν μπω μέσα σου, δεν θα υπάρχουν σύνορα, μόνο συγχώνευση».
    Αλλάζω. Νιώθω να ρευστοποιούμαι, κομμάτια ζωντανά μετακινούνται μέσα μου, μεταμορφώνομαι άθελά μου σε κάτι που ποτέ μου δεν υπήρξα. Μια άλλη γυναίκα, πιο μαλακή, πιο μικροσκοπική και ευάλωτη ξεπροβάλλει κρυστάλλινη και καθαρή σαν μίσχος λουλουδιού και ξαφνικά το περιβάλλον, η ζωή μου, τα μισοσπασμένα φλιτζάνια καφέ στην κουζίνα μου, τα γκρι καλύμματα του καναπέ, γίνονται όλα μεταξωτά, ασημένια, γυαλιστερά, πολύχρωμα, τα σχήματα μεταβάλλονται, γίνονται πιο εύκαμπτα, πιο αέρινα και για πρώτη φορά στην ζωή μου νιώθω χαρά, μια ανόθευτη, καθαρή χαρά που φυσάει την πραγματικότητα μου και την μετατρέπει σε ένα κόκκινο μπαλόνι κι εγώ η ίδια γίνομαι ένα αερόστατο που πετάει κάτω όλα του τα βάρη και υψώνεται ελεύθερο ψηλά.
    Του γράφω. Πολλές φορές στην διάρκεια της μέρας και της νύχτας. Στέλνω μηνύματα, άλλοτε κλαίω και άλλοτε γελώ. Με περιμένει. Είναι πάντα εκεί και με ακούει, είναι πάντα παρών στο μυθιστόρημα της ζωής μου. Με ρωτάει, θέλει να μάθει τα πάντα, του στέλνω φωτογραφία μου. Είμαι σίγουρη ότι θα αποχωρήσει μόλις δει πόσο άσχημη είμαι..
    Αυτός όμως μου γράφει:" Σ΄ ευχαριστώ. Τώρα ξέρω. Έτσι είχα φανταστεί τα μάτια σου. Τώρα πια μπορώ να σε φιλήσω".
    Αλλάζω ηλεκτρονική διεύθυνση. Καταργώ την παλιά. Οι παίκτες με χάνουν οριστικά. Τώρα πια ανταλλάσσω μηνύματα μόνο με τον ιππότη μου. Ποτέ δεν μου λέει το αληθινό του όνομα.
    Και τότε παραβαίνω τον κανόνα. Σαν να μην ήταν αυτονόητο ότι είναι ανέφικτο. Ζητώ το Απαγορευμένο. Να τον γνωρίσω από κοντά. Του ζητώ να μου πει το όνομά του, το επάγγελμά του, ρωτώ και ρωτώ και ρωτώ όλα τα πραγματικά στοιχεία της ζωής του, επιδιώκω να συναντηθούμε. Τα παίζω πια όλα για όλα. Κάνει δέκα οκτώ ώρες για να μου απαντήσει. Μετρώ κάθε λεπτό. Τελικά μου στέλνει ένα μήνυμα. Το διαβάζω και κλαίω. Μου γράφει:
    Θα έρθω σπίτι σου την επόμενη Δευτέρα, στις εννέα η ώρα το βράδυ. Σε μια εβδομάδα από τώρα. Το όνομά μου είναι Μανώλης Χατζηιωάννου, είμαι τριάντα επτά χρόνων και επιμελητής κειμένων σε εκδοτικό οίκο. Είμαι ο αδελφός του «Φωτεινού Αγγέλου»ή αλλιώς Νίκου Χατζηιωάννου, με τον οποίο αλληλογραφούσες ηλεκτρονικά για ένα διάστημα. Διάβασα πολύ προσεκτικά όλα τα μηνύματα που ο αδελφός μου είχε σώσει από την αλληλογραφία μαζί σου. Πρέπει να σου πω κάποια πράγματα γι αυτόν που δεν γνωρίζεις. Και πρώτα πρώτα ο Νίκος δεν είναι ασφαλιστής. Στην πραγματικότητα δεν είναι σε θέση να δουλέψει, γιατί ακολουθεί βαριά φαρμακευτική αγωγή. Ζει με μένα και την μητέρα μου. Πάντα ήταν ένα άτομο με πολύ ευαίσθητο ψυχισμό. Όταν δεν μπόρεσε να περάσει και για δεύτερη φορά στο Πανεπιστήμιο, έπαθε τον πρώτο του νευρικό κλονισμό. Από τότε περνάει κάποια διαστήματα που νιώθει καλύτερα και κάποια διαστήματα που βυθίζεται στο απόλυτο σκοτάδι. Τελευταία και με κάτι καινούργια χάπια που του δίνει ο ψυχίατρός του, κατορθώνει να ελέγχει κάπως τις κακές του φάσεις και να μην χάνεται τόσο πολύ. Όταν τον γνώρισες διένυε για πρώτη φορά μια καλή φάση στην ζωή του. Η ηλεκτρονική σας αλληλογραφία του έδωσε φτερά. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια ένιωσε φυσιολογικός. Μας μιλούσε συνέχεια για σένα, όλη την μέρα του την περνούσε μπροστά στον υπολογιστή. Εσύ τότε ξαφνικά και απροειδοποίητα διέκοψες την επαφή σας. Ο Νίκος συνέχισε απεγνωσμένα όπως ίσως θυμάσαι να σε ψάχνει, να σου στέλνει ατέλειωτα μηνύματα, να μην πιστεύει ότι τον εγκατέλειψες. Αυτή η ξαφνική σου σιωπή ύστερα από όλο αυτό το διάστημα εξομολογήσεων από την πλευρά του θα ήταν καταλυτική για οποιοδήποτε άνθρωπο, πόσο μάλλον για τον αδελφό μου. Κύλησε πάλι στην άσχημη φάση του, όμως πολύ πιο βίαια αυτήν την φορά. Τον παρακολουθούσαμε πολύ στενά, μια μέρα όμως που η μητέρα μου κατέβηκε για λίγο στον φούρνο για να πάρει ψωμί, αυτός επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Αυτή την στιγμή που μιλάμε, ο αδελφός μου νοσηλεύεται σε μία ιδιωτική ψυχιατρική κλινική. Κάποιες φορές μας αναγνωρίζει και άλλες πάλι όχι. Θέλω όμως πια κι εγώ να σε συναντήσω. Νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να αντικρύσουμε την αλήθεια μας. Δεν θέλω να ξαναμιλήσουμε μέσα στην εβδομάδα. Ας προετοιμαστούμε και οι δύο για την συνάντησή μας. Στείλε μου την διεύθυνσή σου και το επίθετό σου. Καλή αντάμωση.
    Του έστειλα την διεύθυνσή του σπιτιού μου. Και το τηλέφωνό μου και το επίθετό μου. Και το τηλέφωνο και την διεύθυνσή της δουλειάς μου. Τώρα πια είμαι εκτεθειμένη. Απόλυτα. Οι μέρες κυλούν αργά και βασανιστικά, οι ώρες πέφτουν βαριές μέσα στο ποτάμι του χρόνου, δεν μπορώ να φάω τίποτε, τα ρούχα μου άρχισαν να μου πέφτουν, πηγαίνω και αγοράζω ένα μαύρο στενό φόρεμα, μαύρα δαντελωτά εσώρουχα και ένα κατακόκκινο κραγιόν. Δεν ανοίγω καθόλου τον υπολογιστή. Όταν γυρνώ από την δουλειά, τακτοποιώ λίγο τα πράγματά μου και βγαίνω έξω. Περπατώ. Τον σκέφτομαι συνέχεια. Κοιτάζω την μοναδική φωτογραφία που μου έχει στείλει ηλεκτρονικά. Φοράει μαύρο δερμάτινο μπουφάν και τζιν παντελόνι. Είναι ψηλός και σωματώδης. Το πρόσωπό του όμως δεν διακρίνεται καλά. Είναι γεμάτο σκιές και το βλέμμα στα μάτια του φαίνεται παγωμένο μέσα στον χρόνο.
    Το σώμα νιώθει χαρά, λαχτάρα, πόθο, το σώμα φωνάζει δυνατά με διάπλατα όλα του τα στόματα, σπαρταράει και απεγνωσμένα ζητάει με όλα του τα χέρια, με όλα του τα δάχτυλα, με όλους του τους πόρους, το δέρμα, τα μάτια, κάθε σπιθαμή του κορμιού μου πάλλεται, τον θέλει. Ένα καινούργιο σώμα, απαιτητικό, φλογισμένο, έξαλλο, έχει αντικαταστήσει το δικό μου και διεκδικεί αυτό που θέλει. Περιμένω.
    Τα βράδια κοιμάμαι ελάχιστα. Τα όνειρά μου στάζουν αίμα, ένα μαύρο σκοτάδι κολλάει πάνω μου σαν νυχτερίδα.
    Δευτέρα πρωί δεν πηγαίνω στην δουλειά. Περνώ την μέρα μου ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Το απόγευμα κάνω μπάνιο, λούζω τα μαλλιά μου. Περνώ ώρες με τα μαλλιά μου ξέπλεκα μπροστά στον καθρέφτη. Ύστερα στέκομαι γυμνή. Φορώ τα μαύρα εσώρουχα, το μαύρο στενό φουστάνι.
    Μια γυναίκα με μαύρο φουστάνι στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη. Είναι μία γυναίκα που περιμένει. Τίποτε συγκλονιστικό και κοσμοϊστορικό. Μία ακόμα γυναίκα σε μία γωνιά του πλανήτη που περιμένει τον αγαπημένο της. Περιμένει κάτι που θα αλλάξει την ζωή της. Παρατηρώ την γυναίκα. Δεν είναι άσχημη, ούτε όμορφη. Είναι μόνο μια γυναίκα που περιμένει. Και αυτή η αναμονή την φωτίζει, την αλλάζει βαθιά.
    Κι ύστερα το κουδούνι χτυπάει. Ανοίγω την πόρτα. Τον βλέπω μπροστά μου. Ψηλό, δυνατό. Φοράει μαύρο μπουφάν και μαύρο δερμάτινο παντελόνι. Μπαίνει μέσα. Μου δίνει ένα σκαμπίλι στο πρόσωπο. Νιώθω την γεύση του αίματος στο στόμα. Κάνω να τρέξω προς την εξώπορτα όμως ο άγνωστος αγαπημένος την έχει ήδη κλειδώσει κι έχει πετάξει κάπου το κλειδί.
    Με πλησιάζει. Από την τσέπη του βγάζει ένα σκοινί. Με καθίζει με το ζόρι σε μία καρέκλα και δένει τα χέρια μου πίσω στην πλάτη. Δεν ουρλιάζω, δεν παλεύω. Όλα ξεκαθαρίζουν μέσα μου, γίνονται μία ήρεμη βεβαιότητα. Κοιτώ το πρόσωπό του μπροστά μου. Τα μάτια του είναι μικρά και λαμπερά. Μου θυμίζουν μάτια λύκου. Δεν περιμένω πια. Η αναμονή έληξε. Βλέπω την λεπίδα ενός μαχαιριού να αστράφτει στο χέρι του. Με βιαστικές κινήσεις ανοίγει το συρτάρι κάτω από τον καθρέφτη μου και ρίχνει στο πάτωμα το περιεχόμενό του. Βρίσκει ένα κόκκινο κραγιόν. Πρώτα με χαστουκίζει και μετά με το κραγιόν μου βάφει κόκκινο το πρόσωπο και τα γυμνά μου μπράτσα. Βλέπω αίμα παντού.
    Το στόμα μου είναι πρησμένο και ματωμένο.
    «Γιατί Μανώλη;» ρωτάω και τον κοιτώ κατάματα. Γελάει και το γέλιο του μου θυμίζει σαπισμένη κόλαση. Ξεχειλίζει σαν λάβα μούχλας από ένα ηφαίστειο μέσα του.
    «Δεν υπάρχει Μανώλης», μου λέει, «μόνο εγώ, επίτρεψέ μου να συστηθώ, Νίκος Χατζηαντωνίου, δύο σε ένα, Φωτεινός Άγγελος και Ιππότης του Ερέβους μαζί. Ναι, μην με κοιτάς έτσι, είμαι το ίδιο πρόσωπο, αυτό που συνέτριψες και αυτό που θα σε συντρίψει, θεία δίκη, τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Όμως εγώ θα είμαι το τελευταίο σου θύμα, δεν θα σου ξαναδοθεί η ευκαιρία να σακατέψεις άλλους ανθρώπους, κατάλαβες μικρή μου;»
    «Δηλαδή όλον αυτό τον καιρό ήσουν το ίδιο άτομο; Πώς μπόρεσες και με ξεγέλασες τόσο πολύ;» φώναξα με μια φωνή θρυμματισμένη και θαμπή που δεν αναγνώρισα, αλλά πρέπει να ήταν δική μου. «Με παγίδεψες, νίκησες όλες μου τις αντιστάσεις, νόμισα ότι επιτέλους δεν ήμουν πια μόνη, ότι βρήκα αυτό που έψαχνα πάντα»… Σταμάτησα απότομα γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησα τι του έλεγα.
    «Ακριβώς», μου είπε αυτός γελώντας σαρδόνια. «Ότι δηλαδή έκανες εσύ σε μένα. Και σε πολλούς ακόμα ανθρώπους, είμαι σίγουρη». Για πρώτη φορά με κοίταξε με συμπάθεια ανάμικτη με οίκτο. «Ήθελες έναν Ιππότη του Ερέβους κι εγώ σου τον προσέφερα. Βλέπεις, ο άγγελος μου δεν σου έφτανε γιατί αυτό που πραγματικά επιζητούσες ήταν το σκοτάδι μου. Τώρα λοιπόν ο Ιππότης του σκοταδιού θα σε μυήσει στο σκοτάδι μέσα του. Και θα σε λυτρώσει, γιατί αυτό ενδόμυχα επιθυμείς».
    «Πήγαινέ με στο κρεβάτι μου» του ψιθύρισα. Με έλυσε και πολύ απαλά με μετέφερε στο κρεβάτι μου. Ένιωσα τα μαύρα γυαλιστερά σεντόνια να τυλίγονται σαν νύχτα γύρω μας και αφέθηκα στην αγκαλιά του. Με έγδυσε με γρήγορες επιδέξιες κινήσεις και ύστερα πέταξε κάτω όλα του τα ρούχα.
    Και τότε για πρώτη φορά έγινα μια θάλασσα από μέλι, ακύμαντη, βαθιά και παραδόθηκα στην γύμνια του αστραφτερού κορμιού του, γιατί ο έρωτας είναι το τέλος και η αρχή, η συνέχεια και ο θάνατος, γιατί μπήκε μέσα μου και όλα αυτά που δεν έζησα κι αυτά που πόθησα κι αυτά που έχασα, όλα έγιναν αυτός και έριξα τις πόρτες και τα τείχη και οι γυναίκες που ήμουν κι αυτές που θα μπορούσα να γίνω έγιναν πάλι αυτός και έτσι για μια μοναδική στιγμή ένιωσα ολόκληρη. Την ίδια ακριβώς στιγμή που αυτός βύθιζε το μαχαίρι στην καρδιά μου.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ

25.12.10

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι





Οι συνηθισμένοι άνθρωποι
ζουν τις συνηθισμένες τους ζωές
στης κάθε μέρας το ξεδίπλωμα
Οσφραίνονται συνηθισμένα αρώματα
αποστηθίζοντας κοινότοπες επευφημίες
Καιροφυλακτούν στου απρόσμενου το διάβα
ψιθυρίζοντας συνηθισμένες εκκρεμότητες.


Οι συνηθισμένοι άνθρωποι
γεμίζουν προσεκτικά τις μέρες τους
με αόριστα κενά
Συνωστίζονται σε συνηθισμένα μέρη
ανταλλάσσοντας παρήγορα νέα
για τον καιρό, το ποδόσφαιρο, τη μαγειρική.


Οι συνηθισμένοι άνθρωποι
περιμένουν τα παιδιά τους
έξω από συνηθισμένα σχολεία
όπου οι δάσκαλοι διδάσκουν
τα ίδια από χρόνια γράμματα
για τον ήλιο, την πέτρα και το ανεμόβροχο.

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι
διαβάζουν συνηθισμένα βιβλία
και απρόσκοπτοι παρακολουθούν κάθε μέρα
την ίδια εκπομπή στην τηλεόραση
Επιστρέφουν προγραμματισμένα
στις ανώδυνες στιγμές της εβδομάδας
αποζητώντας γενναία αμοιβή
στης αναμονής τη δυσαρέσκεια.


Οι συνηθισμένοι άνθρωποι
εύκολα συνηθίζουν
και ακόμα πιο γρήγορα συνηθίζονται
και είναι δύσκολο
να κοπεί αυτή η συνήθεια
το ίδιο όσο και το κάπνισμα.

21.12.10

H δική μας Τασσώ

    Ήταν πριν δεκαπέντε χρόνια, ακριβώς τέτοια εποχή. Ήμαστε μαζί περίπου ένα μήνα και κάτι. Πολύ καλά. La vie en rose.
   -Σήμερα θα γνωρίσεις την ξαδέλφη μου, την «Τασσώ Καββαδία».
   Μου την έλεγε συχνά αυτή την εξαδέλφη. Την αγαπούσε πολύ. Μοναχοπαίδι ο ίδιος, είχε μεγαλώσει κοντά στις δυο του εξαδέλφες, τη Δήμητρα και την αδελφή της. Τις είχε σαν αδελφές. Μου είχε διηγηθεί πολλά από τα παιδικά τους καμώματα. Η Δήμητρα ήταν η μεγαλύτερη από τις δύο. Δεν ήξερα γιατί την έλεγε Τασσώ Καββαδία.
    Δεν είχα τίποτα με την Τασσώ Καββαδία. Καταπληκτική ηθοποιός. Έμπαινε στο πετσί των ρόλων της. Οι ρόλοι ήταν που δεν καταπίνονταν. Κακιά πεθερά, στριμμένη νύφη, ξινή αδελφή και βέβαια η φοβερή και τρομερή διευθύντρια των φυλακών που βασάνιζε τη Στεφανία.
    Εκείνη την ημέρα έδωσα ιδιαίτερη προσοχή στην εμφάνισή μου. Σοβαρό ντύσιμο: πουκάμισο, παντελόνι (όχι τζιν), μεταξωτό φουλάρι να δίνει μια αριστοκρατική πινελιά, κραγιόν λιγότερο έντονο απ’ ό,τι συνήθως (κόντεψα να φάω το χαρτομάντιλο). Αρωματίστηκα διακριτικά στα πέντε σημεία που γράφουν τα εμπεριστατωμένα εγχειρίδια αισθητικής. Ένιωθα πανέτοιμη να αντιμετωπίσω το παγερό εξεταστικό βλέμμα ακόμα και της αυθεντικής Τασσώς Καββαδία.
    Περίμενα στολισμένη σα νύφη. Θα περνούσε να με πάρει για να πάμε να συναντήσουμε την εξαδέλφη και να βγούμε για μεσημεριανό φαγητό. Είχε όμως αργήσει αρκετά, κάτι που δεν συνήθιζε. Ήταν η προ κινητών εποχή.
   Έφτασε με καθυστέρηση μισής ώρας. Τον είχε πάρει τηλέφωνο η εξαδέλφη. Το αυτοκίνητό της είχε πάθει βλάβη και ήταν ακινητοποιημένο κάπου στην Πειραιώς. Όχι και πολύ τυχερή η πρώτη μας συνάντηση. Φανταζόμουν την σωσία-Τασσώ να περιμένει εκνευρισμένη έξω στο κρύο, ρίχνοντας ανυπόμονες ματιές στο το ρολόι-μενταγιόν που θα κρεμόταν στο λαιμό της, έτοιμη να τα «σούρει» στον ξεμυαλισμένο ξάδελφο. Μπορεί να φορούσε μακρύ μαύρο φόρεμα με κλειστό λαιμό, όπως η διευθύντρια των φυλακών στη «Στεφανία».
    Εκείνος φαινόταν να το διασκεδάζει, βλέποντάς με σοβαρή και μαζεμένη. Στρίψαμε στην Πειραιώς. Η Τασσώ-Δήμητρα θα μας περίμενε σε ένα βενζινάδικο στην αρχή της Πειραιώς, κοντά στο Praktiker. Από μακριά είδα ένα λευκό Polo και μια μετρίου αναστήματος γυναίκα να γνέφει με ενθουσιασμό. Πλησίασαμε πιο κοντά και παρκάραμε. Βγήκαμε έξω. Η εξαδέλφη-Τασσώ ήταν μια πολύ εμφανίσιμη σαρανταπεντάρα με μαύρο δερμάτινο παντελόνι, μπότες, ένα καλόγουστο εφαρμοστό πουλόβερ και μοντέρνο μπουφάν.
   -Γεια, είμαι η Δήμητρα. Συγγνώμη που σας ταλαιπώρησα τόσο και τους δύο, μου είπε χαμογελαστά τείνοντάς μου μια θερμή χειραψία.
    Η Δήμητρα ήταν διασκεδαστική, ενδιαφέρουσα, ενημερωμένη περί την επικαιρότητα. Ήταν από τους ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις καλά από την πρώτη στιγμή. Και που συνεχίζεις να περνάς καλά μαζί τους όσο τους γνωρίζεις περισσότερο.
    Απ’ ό,τι λένε όσοι την ήξεραν, και η πραγματική Τασσώ Καββαδία ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος στην ιδιωτική της ζωή. Γρήγορα ενέπνεε στον συνομιλητή της μια τρυφερή οικειότητα. Σε αυτό βοηθούσε το γαλάζιο, έντονο βλέμμα που αυθόρμητα του απηύθυνε. Ήταν το ίδιο εκείνο βλέμμα με το οποίο κατακεραύνωνε στο ασπρόμαυρο σελιλόιντ τους συμπρωταγωνιστές της. Η ίδια είχε πει ότι ο ρόλος της κακιάς δεν την περιόρισε, αλλά της έκανε καλό. Μπορεί να είχε δίκιο. Οι κακοί του σινεμά και της τηλεόρασης δεν μπορούν να μας πειράξουν πραγματικά. Υπάρχει το άσπρο πανί ή η οθόνη (υγρών κρυστάλλων τώρα πια) που μας προστατεύουν αποτελεσματικά.

19.12.10

Τίτος Πατρίκιος: Υμνώ το σώμα

Ι.
Υμνώ το σώμα που υψώνεται σαν μίσχος
σώμα γυναίκας που γοργά ή νωχελικά κινείται
που ανθίζει και τον χειμώνα ακόμα
που αλλάζει όσα νεκρώνουν κύτταρά του
σε ρόδινη φρέσκια σάρκα, που δίνει
τις δικές του προσταγές γι' αέναες επιθυμίες
για σμίξιμο και συνταύτιση μ' ένα άλλο σώμα.

Υμνώ και το κουρασμένο σώμα της γυναίκας
το λυγισμένο από τον μόχθο κάθε μέρας
το φυραμένο, με στεγνωμένους τους χυμούς
το σώμα που το απειλεί η ακινησία
το φοβισμένο από την ηλικία, την αρρώστια
που ενώ ξέρει πως τελικά νικάει ο θάνατος
δεν παραδίδεται άνευ όρων στη φθορά.

ΙΙ.
Υμνώ τα πόδια που δεν αγγίζουν λες τη γη
σαν να ήσανε αέρινα, τις γάμπες σαν σπαθιά
που σκίζουνε στα δυο και το πιο βαθύ σκοτάδι
τ' ασυμβίβαστα γόνατα, τους γλυπτούς μηρούς
που προλειαίνουν ως τα κατάβαθα τις συνερεύσεις
τους διπλοθόλωτους γλουτούς, τη χαραγή τους
το σχίσιμο του κόλπου, το κλειδί της ηδονής.

Υμνώ και τα πόδια με τους πρησμένους αστραγάλους
τα κότσια, τις τριχωμένες γάμπες τις χοντρές
μ' εξογκωμένες φλέβες, φαγωμένες από κιρσούς
τα τσακισμένα γόνατα της δουλειάς, της ορθοστασίας
τα παχιά μεριά με βούλες απ' την κυτταρίτιδα
τις αδρόσιστες, συγκαμένες, μέσα παρειές τους
τα κρεμαστά καπούλια με τους απόκρυφους καημούς.

ΙΙΙ.
Υμνώ τα όρθια στήθη όπως των αγαλμάτων
στο χάιδεμα άγουρα, στο χούφτιασμα γινωμένα
με ρόγες κόκκινες όπως οι άγριες φράουλες
τα μπράτσα που ξέρουν ν' αγκαλιάζουν
τον στητό λαιμό, τις πλάτες επίπεδες κι ανθεκτικές
τη χορευτική κοιλιά με όσες χρειάζονται καμπύλες
με το χρυσό της χνούδι ακύμαντο να περιμένει.

Υμνώ και τις χαλαρές κοιλιές μανάδων
με ουλές από καισαρικές τομές, από εγχειρήσεις
τα προκοίλια γυναικών με το αδηφάγο λίπος
μοναδική απόλαυσή τους, τις κυρτωμένες πλάτες
τα μπράτσα τα πλαδαρά με τις αξύριστες μασχάλες
τους γερτούς τραχήλους, τους έρημους κούφιους κόρφους
με τους σβησμένους πόθους, τις άσβηστες ορέξεις.

IV.
Υμνώ το πρόσωπο που η ομορφιά του σε θαμπώνει
το πρόσωπο με τ' ατίθασα, ηλεκτροφόρα του μαλλιά
τα ματοτσίνουρα που αναβοσβήνουνε το φως
τη μύτη λεπτόγραμμη όπως πλώρη καϊκιού
την τέλεια γεωμετρία των χειλιών με το πηγούνι
το στόμα που στον έρωτα στάζει ροδόνερο και λόγια.
Υμνώ τα μάτια που καθρεφτίζουν δύο απρόβλεπτα πελάγη.

Υμνώ και το πρόσωπο που η ομορφιά το εγκαταλείπει
ή τρομαγμένη κρύβεται στο βάθος των ματιών
το πρόσωπο το σκαμμένο από αγκαθωτές ρυτίδες
με βλέμμα πήλινο, στεγνό, με βλέφαρα άδειες φούσκες
με φρύδια αθέριστα χωράφια, το πάνω χείλι τριχωτό
με κρεατοελιές στα χαμηλά της μύτης, στο πηγούνι.
Υμνώ το πρόσωπο που το τύλιξε μια σταχτιά σκιά.

V.
Υμνώ τα χέρια που δίνουν μορφή στην ύλη
που γράφουν στο χαρτί, στη γραφομηχανή, στον υπολογιστή
που σιωπώντας ξέρουν να μιλούν, τ' ασημένια χέρια
που σφίγγουν, θωπεύουν, αποχαιρετούν για πάντα
τα χέρια που πιάνουν ό,τι ακάθαρτο μένοντας αθώα
που ανασηκώνουν μωρά, αρρώστους, πληγωμένους.
Υμνώ τα δάχτυλα που αγγίζουν όργανα και χαρίζουν μουσική.

Υμνώ τα χέρια που βαριά δουλεύουν, τα τραχιά
τα μασημένα από μηχανές, τα ματωμένα από εργαλεία
τα καταπονημένα από τη λάτρα του σπιτιού
τα δάχτυλα με τα ραγισμένα, ξεφλουδισμένα νύχια.
Υμνώ τα χέρια που παίρνουν όπλα για την ελευθερία
τώρα όμως μόνο αφού εξετάσω και βεβαιωθώ
πως η ελευθερία που υπόσχονται δεν είναι μια νέα σκλαβιά.

VI.
Υμνώ και το σώμα του άντρα, όμως αυτό λιγότερο
ίσως γιατί λιγότερο μ' εμπνέει, λιγότερο το παρατηρώ
ίσως γιατί δεν διαφέρει τόσο πολύ απ' της γυναίκας.
Πάντως υμνώ το αρμονικό, το αθλητικό του σώμα
όπως και το ακρωτηριασμένο σε πολέμους, σ' ατυχήματα,
το σώμα σε γιορτή, σε συντροφιά, σε στοχασμό.
Κυρίως το υμνώ όπως το ύμνησαν γλύπτες και ζωγράφοι.

Υμνώ το κατορθωμένο σώμα σ' όλες του τις εποχές
όχι μονάχα στην εαρινή, την πρώτη
που όλα τα σώματα είναι από μόνα τους ωραία.
Υμνώ το σώμα που διασχίζει τους καιρούς
όπως καράβι τους ωκεανούς, που συνεχίζει
παρά τα ρήγματα, τις ζημιές, τις αβαρίες,
που μπορεί ν' αναγνωρίζει όλες τις δικές του απώλειες.

VII.
Υμνώ το σώμα που πλάθει τη συνείδησή μου
που φυλάει σε μια κρυψώνα του όσα της ξεφεύγουν
που γεννάει αισθήσεις, σκέψεις, τη μιλιά μου. Το σώμα
που όταν χαθεί θα ζει μες στις δικές μου λέξεις
αυτό που μου γέννησε και τη λέξη χρόνος
γιατί χωρίς το ανθρώπινο κορμί χρόνος δεν υπάρχει
ή κι αν υπάρχει ποτέ δεν αποχτάει νόημα.

Υμνώ το σώμα που μ' αντέχει, δεν μ' έχει βαρεθεί
δεν μ' έχει αποτινάξει από πάνω του
το σώμα που ό,τι κι αν του κάνω
με μεταφέρει, με μετακινεί, με κρατάει ορθό.
Υμνώ το απόλυτο σώμα, το σώμα όλων, το δικό μου
που με καλύπτει, μ' έχει σφιχτά αγκαλιασμένο
αυτό που μαζί μια μέρα θα τελειώσουμε.

Τίτος Πατρίκιος
Ιούλιος 2010

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Διαβάζω" τ. 513)


15.12.10

Τα ποιήματά σου είναι οι προσευχές σου

Είπα στον Πατέρα Νταν:
«Κοίτα δεν είμαι βέβαιη αν πιστεύω στον Θεό, ούτως ή άλλως».
Καθώς καθόταν εκεί διαβάζοντας τα ποιήματά μου, μου είπε:
«Τα ποιήματά σου είναι ο βωμός».
Και απάντησα:
«Δεν μπορώ να πηγαίνω στην εκκλησία. Δεν μπορώ να προσεύχομαι».
Και αποκρίθηκε:
«Τα ποιήματά σου είναι οι προσευχές σου».
Φεύγοντας μου είπε:
«Φύγε από ‘δω μέσα∙ δεν ανήκεις εδώ. Γύρνα στη γραφομηχανή σου!»
Κι εγώ είπα:
«Προσευχήσου για μένα».
Κι αυτός απάντησε:
«Όχι, πρέπει εσύ να προσευχηθείς για μένα».

(Απόσπασμα από συνέντευξη της Anne Sexton)

13.12.10

Σημειώσεις για τα εξαίσια όργανα ενός μυστικού θιάσου

    ΚΚ σημαίνει από παλιά κομμουνιστικό κόμμα. Από το περασμένο Σαββατοκύριακο σημαίνει και Κωνσταντίνος Καβάφης. Είναι το «συνωμοτικό ΚΚ» της Λένας Πλάτωνος με τον Γιάννη Παλαμίδα, το οποίο άνοιξε ως αποκορύφωμα της συνεργασίας τους στα τριάντα χρόνια που γνωρίζονται. Στους δύο τρίτος δεν χωρεί. Όμως οι καλοί χωράνε παντού. Έτσι χώρεσε και ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, χαρίζοντας τις εικόνες του στην ηχητική συνεργασία των άλλων δύο.
   Τρεις βραδιές στο «Παλλάς» με τον «Καβάφη» της Λένας Πλάτωνος. Πήγα στην τελευταία, την Κυριακή. Σχεδόν γεμάτο το θέατρο με ένα κοινό γοητευτικά ετερόκλητο: το κοινό του Καβάφη, το κοινό της Λένας Πλάτωνος , το κοινό του Παπαϊωάννου και η τομή των τριών κοινών. Στο μπροστινό κάθισμα, ένας ηλικιωμένος κύριος, μαυροντυμένος με λευκά μαλλιά και γένια. Στην πίσω σειρά μια παρέα από εξηντάρες κυρίες. Όλες οι κατηγορίες των ενηλίκων (το θέαμα είναι ακατάλληλο για ανηλίκους).
   Η παράσταση ξεκινά. Τα φώτα σβήνουν και το χρώμα χάνεται. Γίνονται όλα ασπρόμαυρα. Ο Γιάννης Παλαμίδας και οι μουσικοί ανεβαίνουν στη σκηνή. Πίσω τους προβάλλεται η κινηματογραφική σύνθεση του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Ένας δρόμος που δεν τελειώνει, γερανοί, πύρινοι δακτύλιοι, μια σχοινένια θηλιά που στάζει διάφανες σταγόνες νερού, συμπλέγματα από ανδρικά μέλη, δυο αγόρια που κάνουν κούνια, τρεις μαυροφορεμένες γυναίκες μπροστά στη θάλασσα. Κάπου-κάπου εισβάλλει χρώμα στην ασπρόμαυρη ακολουθία των εικόνων. Ερωτικές σκηνές ανάμεσα σε άνδρες, με οπτική επεξεργασία, έτσι ώστε να υπαινίσσονται χωρίς να προκαλούν. Ο έρωτας είναι πάντα χρωματιστός.
    Η μουσική άλλοτε υποβλητική, άλλοτε καταιγιστική, διηγείται, ανακαλεί, κραυγάζει. Μουσική εξαίσια ενός αόρατου θιάσου. Οι γνωστές εναλλαγές ύφους της Λένας Πλάτωνος, φυσική συνέχεια στα «Ημερολόγια». Το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» γίνεται ένα εκρηκτικό hip-hop. Η ποίηση του Καβάφη σα να γράφτηκε χθες. Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν κάποια λύσις. Ο Γιάννης Παλαμίδας υποστηρίζει επάξια τις μουσικές ακροβασίες της Πλάτωνος.
   Η παράσταση είναι σύντομη. Όση η διάρκεια ενός CD. Τα φώτα ανάβουν. Το χειροκρότημα είναι μάλλον μουδιασμένο. Σα να έπεσαν απότομα τόσες διαφορετικές εικόνες μαζί και τόση μουσική, που σάστισαν τον κόσμο. Οι λέξεις του ποιητή γνώριμο μονοπάτι, που όμως μας έβγαλε σε άγνωστους τόπους.
    Η Λένα Πλάτωνος ανεβαίνει στη σκηνή. Ξαφνικά παραπατά και πέφτει στο σκαλοπάτι. Τη βοηθούν να σηκωθεί και να ανεβεί. Οι κινήσεις της είναι αργές, προσεκτικές. Έχει μεγαλώσει. Πώς πέρασεν η ώρα. Πώς πέρασαν τα χρόνια. Η μουσική της είναι όμως περισσότερο εφηβική από ποτέ. Ανεβαίνει και ο Παπαϊωάννου. Το κοινό χειροκροτάει όρθιο. Ο μαυροντυμένος κύριος μπροστά μου έχει σηκωθεί και αυτός. Παρατηρώ έκπληκτη ότι φοράει ράσο. Είναι ιερωμένος.
    Βγαίνω έξω στη βραδινή παγωνιά. Δεν μπορώ να αποφασίσω αν αυτό που είδα μου άρεσε πολύ ή δεν μου άρεσε καθόλου. Ειν’ η ψυχή μου εν τω μέσω της νυκτός συγκεχυμένη και παράλυτος. Έχω όμως πάρει το CD. Θα έχω όλο το χρόνο να αποφασίσω.

6.12.10

Το ίζημα του χρόνου και η επιβράδυνση της Αθήνας

(φωτ. Nelly's)

       Η Αθήνα, όπως κάθε πόλη που ζει τη μακρά διάρκεια, είναι ιζηματογενής, δηλαδή είναι σχηματισμένη από τη διαδοχική εναπόθεση φυσικών και πολιτισμικών υλικών, που αποτυπώνουν σε επάλληλα στρώματα μεταβολές, που έχουν λάβει ή συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα.
     Κάτω από την πόλη βρίσκονται όλες οι πόλεις που έζησαν στον ίδιο τόπο, αφήνοντας να ξεφυτρώνουν δείγματα χαμένου χρόνου, που έχουν αντέξει στον άνθρωπο και τους καιρούς, μαζί με επιλεγμένα στρώματα, που έχουν ανασκαφεί για να προσθέσουν νόημα στο παρόν.
    Πάνω στη πόλη ορθώνονται νέα και παλιά κτίρια, που μεταβάλλονται αργά ή γρήγορα, νεοκλασικά ή μοντέρνα, συντηρημένα ή εγκαταλελειμμένα αλλά «ζωντανά».
    Ζούμε σε ένα ίζημα που εξαρτάται από τον χρόνο και παραπέμπει αναπόφευκτα σε αυτόν, έχει αποτυπωμένο επάνω του ένα ρυθμό. Αυτό είναι το ίζημα του χρόνου.
    Η σύγχρονη Αθήνα είναι μια πολύ «γρήγορη» πόλη. Η ταχύτητα με την οποία αλλάζει στα μεταπολεμικά χρόνια την έχει καταστήσει ανοίκεια. Δεν προλαβαίνει να κατακαθίσει η κάθε εποχή της και ανακατώνεται πάλι ο χρόνος της. Αυτή είναι η «κρίση» του χτισμένου σώματός της!
    Έχουμε ανάγκη την προστασία του χρόνου. Πρέπει να μπορείς να διαβάζεις στην πόλη τη διαστρωμάτωση, όπως διαβάζεις την ηλικία στο πρόσωπο, στο ρούχο ή στο χαρτί. Πρέπει να βλέπεις την ηλικία του χώρου, με τις ρυτίδες και τις ουλές.
   Στόχος είναι η επιβράδυνση της Αθήνας! Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεπεράσουμε το πάγωμα του αρχαιολογικού χώρου, εξασφαλίζοντας την ώριμη γοητεία του χτισμένου. Δεν μιλάω για «κατασκευές» του χρόνου, σαν το επίστρωμα των τοίχων του Πικιώνη, που μετέτρεψε το ίζημα σε collage.
   Η σύγχρονη πόλη να βιώνεται στην τέταρτη διάσταση της στρωματογραφίας, περίπου όπως στον κυβισμό, όταν περνάς βιαστικά από στρώση σε στρώση. Η διαφάνεια και η συνύπαρξη των εποχών να ορίζουν τη μακρά διάρκεια. Οι επάλληλοι χρόνοι να γράφουν ταυτόχρονα χωρίς να αποτελούν κατασκευή.
   Για να συμβεί αυτό ας αρχίσουμε περιορίζοντας τα εκατό χρόνια προστασίας του ισχύοντος αρχαιολογικού νόμου στα πενήντα. Τα έχω ήδη «περάσει» και πιστεύω ότι εξασφαλίζουν το «ζωντανό» ίζημα του χρόνου που κατακάθεται αργά και σταθερά χωρίς να είναι ακόμα απολίθωμα.

Παναγιώτης Τουρνικιώτης-Αρχιτέκτονας

(Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5-12-2010)

5.12.10

Σημειώσεις μιας μεταβατικής περιόδου


    Τα κείμενα αυτών των τελευταίων αναρτήσεων ήταν από την πρώτη περίοδο του Liquid days. Τότε το ιστολόγιο χόρευε ζεϊμπέκικο μεταξύ σοβαρού και αστείου, επίκαιρου και παλιομοδίτικου, ψάχνοντας για ύφος και μορφή. Ήταν και για μένα μια μεταβατική περίοδος, στη διάρκεια της οποίας ανακάλυψα πόσο απαραίτητη μου είναι η γραπτή έκφραση.

   Ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό. Όμως, και τα άλλα, αν τα προλάβεις πριν σε φάνε, σε δυναμώνουν. Το απέδειξε και η NASA με την ανακάλυψη στον πάτο της Αμερικανικής λίμνης των βακτηρίων που τρέφονται και περιέχουν στο γενετικό τους υλικό αρσενικό.

   Οι αντιφάσεις αλώνουν και ανατρέπουν τα συνηθισμένα. Φαίνεται και στην αρχιτεκτονική. Οι πολυκατοικίες χτίστηκαν για να στεγάσουν την παραδοσιακή οικογενειακή μορφή. Ποιο αρχιτεκτονικό κέλυφος μπορεί να υποστηρίξει τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα με τις μονογονεϊκές οικογένειες, τους μετανάστες και τους μοναχικούς; Ο Ζήσης Κοτιώνης, καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, επισημαίνει ότι, ενώ στο κέντρο παρατηρείται αύξηση των άδειων διαμερισμάτων, ποτέ οι άστεγοι δεν ήταν περισσότεροι. Δεν ξέρω γιατί η παρατήρηση αυτή μου φέρνει στο μυαλό την επιγραφή που υπάρχει στην είσοδο του Βικτωριανού νεκροταφείου της Γλασκώβης: «Απαγορεύεται το παρκάρισμα. Μόνο οι ένοικοι».

   Ο Ορχάν Παμούκ λέει ότι γράφει όχι για να πει μια ιστορία, αλλά για τη συνθέσει. Γράφει, γιατί φοβάται μην ξεχαστεί. Γράφει, γιατί του αρέσει η δόξα, το ενδιαφέρον που προκύπτει για κείνον από το γράψιμο. Γράφει, γιατί του αρέσει να τον διαβάζουν. Γράφει, γιατί πιστεύει ότι τα βιβλία του, έτσι όπως είναι στημένα στα ράφια, είναι αθάνατα. Καλά, αυτός βραβεύτηκε νωρίς και δεν θα ξεχαστεί.

   Ούτε ο Βαλέρι Γκέργκιεφ θα ξεχαστεί. Εμφανίζεται αυτή την εβδομάδα σε δύο sold-out συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Οι τυχεροί θα τον απολαύσουν. Στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν και ένας από τους 100 πιο ισχυρούς άνδρες για το 2010 σύμφωνα με τη λίστα του περιοδικού ΤΙΜΕ. Έχει μια καταπληκτική ικανότητα να βρίσκει ταλέντα. Μια από τις ανακαλύψεις του ήταν και η λαμπερή υψίφωνος Άννα Νετρέμπκο. Τη βρήκε στα είκοσί της να σφουγγαρίζει τα πατώματα του Μαριίνσκι.

    Ούτε ο Μίκης θα ξεχαστεί. Κι αυτό δεν θα οφείλεται στη «Σπίθα», αλλά στις σπίθες που, δεκαετίες μέχρι τώρα, ανάβει με τη μουσική του στις ψυχές μας.

    Αλλά και όσα ξεχαστούν, είναι δυνατόν από καιρό σε καιρό να ανασύρονται από το ίζημα του χρόνου και να ξανακάνουν την εμφάνισή τους. Τίποτα δεν πάει χαμένο, που έλεγε και ο άλλος μεγάλος Μάνος. Το κείμενο της ανάρτησης που θα ακολουθήσει το ζήλεψα. Από τον τίτλο μέχρι την τελεία του τέλους. Δεν γνωρίζω τον αρχιτέκτονα Παναγιώτη Τουρνικιώτη. Μπορώ όμως να συμπεράνω ότι πρόκειται για έναν ξεχωριστό άνθρωπο.

   Τελευταία σημείωση, άσχετη άλλα σημαντική, μια ρήση του Adorno για την ημιμόρφωση. Δεν πρόκειται για μισή μόρφωση ή απουσία μόρφωσης. Είναι η προσωποποίηση της έχθρας απέναντι στη μόρφωση. Είναι η συλλογική πατερίτσα της ανάπηρης πλειονότητας.

Τα χέρια στο παράθυρο

   Κρυφοκοιτάζω από την άκρη της κουρτίνας το φωτισμένο παράθυρο απέναντι. Τον παρακολουθώ εδώ και αρκετό καιρό. Για την ακρίβεια, παρακολουθώ τα χέρια του. Μακριά, λεπτά δάχτυλα ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, όσο μπορώ να δω από μακριά. Δεν μπορώ να διακρίνω αν τα χέρια του είναι τριχωτά ή άτριχα. Πάντως είναι ευέλικτα. Τα δάχτυλα τρέχουν ασυγκράτητα πάνω στο πληκτρολόγιο και ο αντικατοπτρισμός της οθόνης πάνω στο τζάμι της μπαλκονόπορτας αλλάζει χρώματα. Αραιά και πού, το ένα χέρι χωρίζει από το ζευγάρι του για να αναζητήσει από το πλάι την κούπα με τον καφέ ή κάποιο άλλο ρόφημα.
   Πρέπει να είναι πάνω-κάτω στην ηλικία μου. Δεν έχω κάποιο στοιχείο για να το υποστηρίξω αυτό. Δεν έχω δει ποτέ το πρόσωπό του. Μάλλον αυτό θέλω να πιστεύω. Μετακόμισε στο απέναντι διαμέρισμα πριν από ένα χρόνο περίπου. Την ημέρα της μετακόμισης, παραμονές Χριστουγέννων, εγώ έκλεινα το αρχείο της χρονιάς και ήμουν μέχρι αργά το βράδυ στη βιβλιοθήκη. Όταν γύρισα στο σπίτι, ο γείτονας είχε ήδη εγκατασταθεί στο απέναντι διαμέρισμα και το παράθυρο, μετά από πολύ καιρό, ήταν πάλι φωτισμένο. Από τότε μέχρι σήμερα ποτέ δεν κατάφερα να δω το πρόσωπό του. Ούτε καν το κεφάλι του ολόκληρο. Βλέπω πάντα μόνο τα χέρια του. Συνήθως γράφουν στο πληκτρολόγιο. Πιο σπάνια με στυλό πάνω σε λευκές κόλλες. Δεν καπνίζει. Πίνει πολύ καφέ ή κάτι άλλο.
   Σήμερα μοιάζει αναστατωμένος. Το ένα χέρι κάθεται άπρακτο πάνω στο πληκτρολόγιο, ενώ τα δάχτυλά του άλλου χεριού χτυπάνε ρυθμικά το γραφείο. Δεν ξέρω τι να υποθέσω: ανία; αγωνία; θυμό; Κάτι άλλο που μου διαφεύγει; Ξαφνικά, το δεξί χέρι σφίγγει σε γροθιά για λίγα δευτερόλεπτα. Βλέπω την επιδερμίδα να γίνεται ακόμα πιο χλωμή. Σχεδόν αμέσως, το κεφάλι του γείτονά μου, με μιαν απελπισμένη βουτιά, χώνεται μέσα στις ανοιχτές πια παλάμες που σπεύδουν παρηγορητικά να το συγκρατήσουν. Βλέπω τους ώμους του να τραντάζονται. Από λυγμούς, υποθέτω. Δεν θέλω να δω άλλο και τραβάω την κουρτίνα.
  Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που τον είδα ολόκληρο. Πρέπει, αλήθεια, να είχε την ηλικία μου.

Η σκιά μου κι εγώ

Πρωινό Κυριακής ξυπνώ τη σκιά μου
Ας πάμε, της λέω, οι δυο μας μια βόλτα
στα άδεια στενά, στους δρόμους, στα πάρκα

«Φοβάμαι, μισώ τον ήλιο που λάμπει
χαλάει τις σκιές, ανάμεσα μπαίνει
κι αφήνει χωρίς σκιά τους ανθρώπους».

Προσέχω πολύ εσένα μη χάσω
της λέω βιαστικά και βγαίνω στο δρόμο
Μπροστά πάω εγώ, ξοπίσω μου εκείνη.

Σκιές συναντώ των άλλων ανθρώπων
σκυμμένες κοιτούν με τρόμο τον ήλιο
και σβήνουν αργά, χαμένες στο φως του.

Στο πάρκο μπροστά αντάμωσα εσένα
τα μάτια κλειστά, θαμπά από τη λιακάδα
χωρίς να σκεφτώ το δρόμο διασχίζω.

Για λίγες κουβέντες μαζί σου στον ήλιο
μεμιάς λησμονώ κι αυτή τη σκιά μου.
Ξεφτίζει εκείνη, σκορπά στα λουλούδια
η γύρη που δίνει το χρώμα στον κόσμο.

3.12.10

Ain't no sunshine


Όταν φεύγεις
ο ήλιος χάνεται
και όταν γυρίζεις
ξαναλάμπει.

Αδύνατο να καταλάβω
με ποια δύναμη
η μικρή σου ζωή
μπορεί και ελέγχει
ολόκληρο πλανήτη.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΟΔΕΙΑ, τεύχος 5)

2.12.10

Κόκκινο και μαύρο


   Ο καφές στο μπρίκι σφύριξε διακριτικά. Μαύρες ανυπόμονες φυσαλίδες αναδύθηκαν στην επιφάνειά του σαν κολυμβήτριες στο τέρμα της διαδρομής. Ήταν έτοιμος. Με αργές κινήσεις σέρβιρε τον μισό στην ξεθωριασμένη κόκκινη κούπα της. Μύρισε το απαλό άρωμα του καφέ και η ζεστή του ανάσα της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο. Χρόνια τώρα ο καφές, πιστός της φίλος, και η ίδια κόκκινη κούπα τη συνόδευαν στα μοναχικά της απογεύματα.
   Λάτρευε το κόκκινο χρώμα. Παλιότερα η μισή ζωή της, η πρωινή, ήταν γεμάτη από κόκκινα αντικείμενα. Η κόκκινη τσάντα μόνιμα κρεμασμένη από τον ώμο της τράβαγε τα βλέμματα από μακριά, καθώς εκείνη πλησίαζε. Μια πιο κοντινή ματιά φανέρωνε τα κόκκινα βαμμένα χείλη και τα κόκκινα νύχια. Κόκκινα πορτοφόλια, παπούτσια, ατζέντες, μπρελόκ, στυλό συμπλήρωναν την κόκκινη ζωή της.
   Τα βράδια, τα κόκκινα υπάρχοντά της κρύβονταν. Λες και τα φόβιζε το σκοτάδι, μαζεύονταν βιαστικά στη ντουλάπα και στα συρτάρια και έδιναν τη θέση τους στα μαύρα. Αυτά γίνονταν ένα με το σκοτάδι. Ήταν φτιαγμένα να ζουν μαζί του.
   Δεν μπορούσε να πει με σιγουριά με ποιον εαυτό της περνούσε καλύτερα, με τον κόκκινο ή τον μαύρο. Ο κόκκινος ήταν εντυπωσιακός. Οι άντρες χάζευαν στο πέρασμά της. Μερικοί ντροπαλοί σχεδόν κοκκίνιζαν από ένοχες σκέψεις. Οι πιο τολμηροί της πρόσφεραν ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Άπλωνε τα κόκκινα αντικείμενά της τριγύρω όπου καθόταν και ο χώρος ζωντάνευε. Η πρωινή συννεφιά υποχωρούσε ντροπιασμένη, καθώς εκείνη, αληθινός κόκκινος ήλιος, φώτιζε τις χειμωνιάτικες μέρες.
   Από παλιά έπινε τον καφέ της σε κόκκινη κούπα. Είχε αλλάξει πολλές με τον καιρό. Μόνο την τελευταία την είχε κάμποσα χρόνια τώρα.
   Ο μαύρος της εαυτός ήταν αλλιώτικος. Αποσυρόταν σε μια σκοτεινή γωνιά του δωματίου και παρατηρούσε εξεταστικά τους ανθρώπους. Εκείνοι περνούσαν από δίπλα της και κοντοστέκονταν μαγνητισμένοι. Σαν σκιές τριγύρω της περνούσαν οι σκέψεις και τα όνειρά της. Καθένας μπορούσε να τα δει, όπως παρακολουθούν τα παιδιά τους υπαίθριους καραγκιοζοπαίχτες. Οι περισσότεροι έφευγαν πριν το τέλος της παράστασης. Κάτι λίγοι που έμεναν, χειροκροτούσαν τυπικά και έφευγαν βιαστικοί.
   Στην κόρη της δεν άρεσαν τα μαύρα ρούχα. «Μη φοράς θυμωμένα χρώματα», έλεγε συχνά στη μαύρη της μητέρα. Την κόκκινη την κολάκευε με γυναικεία γαλιφιά. «Είσαι πραγματική κούκλα», της έλεγε με φιλιά.
   Με τα χρόνια οι δύο της εαυτοί άρχισαν να μπερδεύονται. Ο κόκκινος σιγά-σιγά πήρε να μαυρίζει, ώσπου κατέληξε σε ένα θαμπό μπορντό χρώμα που κανένας δεν πρόσεχε πια. Ο μαύρος εαυτός ερήμωσε. Οι σκιές έγιναν ακριβοθώρητες και στο τέλος χάθηκαν εντελώς. Κάποια βράδια, έκανε λίγο πως κοκκινίζει, αλλά αυτό ήταν εντελώς φευγαλέο. Κανένας δεν προλάβαινε να το δει. Το καταλάβαινε μόνο εκείνη.
   Δεν ήταν πια ούτε κόκκινη ούτε μαύρη. Ένα γκρίζο χρώμα είχε γεμίσει τις μέρες της. Δεν έφευγε όσο κι αν εκείνη προσπαθούσε. Αγόραζε κόκκινα αντικείμενα, αλλά αυτά γρήγορα ξεθώριαζαν. Αγόραζε μαύρα, αλλά δεν τα έβλεπε πια μέσα στο σκοτάδι. Έτσι, συμβιβάστηκε με τα γκρίζα. Δεν λένε, εξάλλου, ότι το γκρι ταιριάζει με όλα; Όφειλε να ταιριάξει και με εκείνη.
   Η τελευταία κόκκινη κούπα είχε ξεθωριάσει. Ο ζεστός καφές μύριζε ακόμα όμορφα και κοντά του ένιωθε ασφάλεια. Ένιωθε ζωντανή. Όπως ξεπηδούσαν οι μαύρες φυσαλίδες του στην επιφάνεια της κόκκινης κούπας, της φαινόταν πως έβλεπε τους δυο παλιούς της εαυτούς να παίζουν στην ταινία της ζωής της. Και της άρεσε να τη βλέπει ξανά και ξανά...

30.11.10

Νυχτερινό

   ...Παλιά τραγούδια μακρινά, χαμένα από καιρό,
   μες σε στιγμές αγγελικές ή μέσα στ' όνειρό μου,
   τώρα που, εντός μου, τίποτα δε μένει πια γερό,
   το βράδυ που σας θυμηθώ μοιάζει με βράδυ τρόμου...
  
ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ
   "Ερινύες"

"...Στις συγκεντρώσεις μας αυτές, στη Σερεμέτη, ερχόταν ταχτικά κι η μητέρα μου και πολλές άλλες κυρίες. Κάτι που δεν μπορώ να λησμονήσω είναι τα δάκρυα που έχυσα, και τους αβάσταχτους λυγμούς που με τάραξαν σύγκορμα, όταν έν' απόγευμα άκουσα τη μικρότερη αδελφή του Κακλαμάνου να παίζει στο πιάνο μια "Νυχτωδία" του Σοπέν, που είναι, κυρίως, ένα σπαραχτικό πένθιμο εμβατήριο! Βγήκα τρέχοντας απ' την κάμαρα, και κρυμμένος στο διάδρομο, πνίγηκα κυριολεκτικά στα κλάματα! Και το κομμάτι αυτό-που είναι το υπ. αριθ. 15, σε φα μινόρε, από τις Nocturnes-ακόμα και τώρα μου δίνει το ίδιο ρίγος και την ίδια θανάσιμη απόγνωση που μου' δωσε τότε που το πρωτάκουσα, παιδί. Και το περιστατικό αυτό μου θυμίζει κι άλλα προηγούμενα περιστατικά, που το άκουσμα ορισμένων μουσικών συνθέσεων-κάποτε κι ελαφρότερων, αλλά πάντα γλυκών και θλιβερών- μ' έκανε να κλαίω απαρηγόρητα, σα μωρό παιδί, δίχως να μπορώ να πω γιατί, κάθε φορά που τύχαινε να παιχτούν μπροστά μου. Τα κομμάτια αυτά, που τα έχω σημειωμένα και τα παίζω σε ώρες μοναξιάς και περισυλλογής, μου ανοίγουν, θαρρείς, κόσμους περασμένους, κόσμους ομορφιάς και νοσταλγίας, χαμένους για πάντα ή προσωρινά, που η ανάμνησή τους με σπαράζει: άμα τ' ακούω, νιώθω πως είμαι ένας εξόριστος στη γη, και πως η πραγματική πατρίδα μου είναι κάπου αλλού, σε κάποιους άλλους ουρανούς, που ίσως κάποτε και να ξαναγυρίσω..."

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ: "Η ζωή μου - Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας"
Εκδόσεις Κέδρος 2009

28.11.10

Μαργαρίτα Καραπάνου: Η σκιά


     Όπως κάθε Πέμπτη, ήμουν στου θείου Χαρίλαου για να παίξουμε με το μακρύ κόκκινο τρένο που του’ χε χαρίσει η θεία Πάτρα για τα γενέθλιά του.
     Ξαπλωθήκαμε χάμω στο σαλόνι, βάλαμε γύρω από τις ράγες δέντρα, σχολεία και σταθμούς, και το σαλόνι έγινε ο κόσμος.
    Ο θείος Χαρίλαος δεν είχε όρεξη να παίξει. Όλο έπιανε το λαιμό του και ξέσφιγγε τη γραβάτα του.
   «Ξέρεις να φτιάχνεις κόμπους;» με ρώτησε.
   «Η Miss Benbridge μου’ χε μάθει κάτι ωραίους», του είπα.
    Έφερε ένα χοντρό σχοινί απ’ την κουζίνα και κάναμε πολλούς κόμπους, για να μάθουμε καλά. Μετά πήγαμε στο δωμάτιό του, κρεμάσαμε το σχοινί πάνω στο ταβάνι κι ο θείος Χαρίλαος το πέρασε γύρω απ’ το λαιμό του. Ήθελα κι εγώ να παίξω.
   «Άλλη φορά», μου είπε, «σήμερα είναι η σειρά μου. Αν με βοηθήσεις να παίξουμε καλά, την άλλη Πέμπτη, σ’ το υπόσχομαι, θα’ ναι η σειρά σου».
   Δοκιμάσαμε πολλές φορές, αλλά μια το σχοινί ήταν μακρύ και μια κοντό, ο θείος Χαρίλαος άρχισε να κλαίει.
   «Ούτε αυτό δεν μπορώ να κάνω», μου είπε και κάθισε χάμω κλαίγοντας, το πρόσωπο μες στα χέρια του.
   Κάθισα χάμω κι εγώ, με πήρε στην αγκαλιά του και μου ζήτησε να του πω ένα παραμύθι.
   «Θα σου πω για τον Άνθρωπο-Πουλί», του είπα. «Ο Άνθρωπος-Πουλί ζούσε σ’ ένα ψηλό βουνό κι αγαπούσε τη Γυναίκα-Ψάρι. Αλλά δεν μπορούσανε ποτέ να συναντηθούνε, γιατί ούτε αυτός έμπαινε μέσα στο νερό ούτε κι αυτή πετούσε. Γι’ αυτό και το Πουλί πάντα πετούσε πάνω από τη θάλασσα και το Ψάρι ακολουθούσε μες στα κύματα, ώσπου το Πουλί το σκέπασε κι έγινε η Σκιά του. Πριν κανείς μας δεν είχε Σκιά, περπατούσαμε σκέτοι και κρυώναμε. Από τότε όμως, γεννήθηκε η Σκιά και τώρα όλοι έχουμε μια για να μας κρατάει παρέα».
   Ο θείος Χαρίλαος άρχισε να κλαίει πιο δυνατά.
   «Εγώ ούτε σκιά δεν έχω. Εγώ δεν έχω τίποτα, είμαι ο μόνος που δεν έχω. Να, κοίτα, δεν έχω!» Έκλαιγε, το δάχτυλο τεντωμένο πάνω στον άσπρο τοίχο, που ήταν άσπρος.
    Είχε σκοτεινιάσει, ανάψαμε το φως.
    «Κασσάνδρα, έλα να ξαναδοκιμάσουμε».
    Ανέβηκε πάνω στο σκαμνί, πέρασε το σχοινί γύρω απ’ το λαιμό του, κι εγώ τράβηξα ξανά απότομα το σκαμνί κάτω απ’ τα πόδια του.
   Αυτή τη φορά ο θείος Χαρίλαος άρχισε να πετάει μες στο δωμάτιο, κουνώντας και τα χέρια του για να πάρει φόρα.
   Τότε είδα τη σκιά του που πετούσε πάνω στον τοίχο και του’ κανε παρέα.
   «Θείε Χαρίλαε, κοίτα, κοίτα!»
    Αλλά τα μάτια του είχανε γίνει άσπρα και σκέφτηκα πως ποτέ δεν είχα δει τόσο ωραία σκιά, χόρευε πάνω στον τοίχο, κι ο θείος Χαρίλαος, τα χέρια τεντωμένα, προσπαθούσε να την πιάσει.

Σημειώσεις από τα παλιά

    Ξεκίνησα αυτό το ιστολόγιο τον Οκτώβριο του 2007. Στην πορεία, η μορφή και το περιεχόμενό του άλλαξαν αρκετά. Τα περισσότερα παλιά κείμενα δεν θα είχαν θέση στο τωρινό Liquid days. Είναι όμως κάποια, δικά μου και δανεικά, που θα ήθελα να διαφυλάξω, έστω ως αρχειακό υλικό, από εκείνες τις παλιές ημέρες. Θα ακολουθήσουν λοιπόν κάποιες αναρτήσεις με κείμενα από παρελθούσες liquid days. Σας τα αφιερώνω.
    Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στην Αλφάμα, την παλιά πόλη της Λισαβόνας εκείνον τον πρώτο καιρό του ιστολογίου.

19.11.10

Ο Ένας και ο Άλλος

(Marion Molier)

     Χωρίς εισιτήριο μπήκε στο τραμ ο Ένας, αγκαλιάζοντας σχεδόν στοργικά το υπάκουο ακορντεόν του. Αδρά ξανθογάλανα χαρακτηριστικά, μέση ηλικία, χιλιοφορεμένο τζιν με ξεφτισμένα από τον καιρό μπατζάκια. Η ευέλικτη γκρίζα φυσούνα του οργάνου, με το πορφυρό της πανωφόρι και τα ασπρόμαυρα δόντια, παιάνιζε το γνωστό ρώσικο τραγούδι για το χιονόδεντρο. Σε άλλους καιρούς το ίδιο τραγουδάκι έκανε πολλά πόδια να χτυπάνε ρυθμικά το έδαφος με αγωνιστική διάθεση. Σήμερα ακούγεται μόνο από πλανόδιους μουσικούς, καθώς και από φτηνές ομιλούσες κούκλες που βρίσκει κανείς σε πανηγύρια.
     Ο Ένας διέσχισε τη μεγάλη φυσούνα του τραμ και πέρασε στο επόμενο βαγόνι, αλλάζοντας σκοπό. Η μικρή φυσούνα του ακορντεόν ανοιγόκλεινε τώρα πιο γρήγορα, πλημμυρίζοντας το τραμ με κύματα από το Δούναβη.
     Όταν μπήκε στο τραμ ο Ένας, ο Άλλος ήταν ήδη μέσα. Στεκόταν με την πλάτη στηριγμένη σε μια από τις εξόδους, κόντρα στις διεθνείς οδηγίες της ύπαρξης. Ψηλός, αθλητικός, τριαντάρης, κι αυτός με τζιν, φθαρμένο από γνωστό σχεδιαστή μόδας. Αυτό που λέμε «επιμελώς ατημέλητος». Φορούσε ακουστικά μεγέθους εντόμου και άκουγε μουσική από μια μικροσκοπική συσκευή, στηριγμένη προσεκτικά στη ζώνη του. Ήταν τόσο αφοσιωμένος σε αυτή την ιδιωτική ακρόαση, που φαινόταν να περιφρονεί τους απέξω ήχους με τρόπο σχεδόν αλαζονικό.
     Ο Ένας συνέχισε να προχωράει από βαγόνι σε βαγόνι παραπατώντας ελαφρά, ίσως από τα κύματα του τραμ, ίσως από εκείνα του ποταμού. Φιλόμουσοι και φιλεύσπλαχνοι επιβάτες αντάμειψαν τη Δουνάβια μελωδία με μάλλον ανάξια κέρματα. Ευχαριστώ, ευχαριστώ, σκόρπιζε ο Ένας.
     Ο Άλλος παρέμεινε με την πλάτη στηριγμένη στην πόρτα, συνεχίζοντας την ακρόαση της δικής του μουσικής. Το κεφάλι του κουνιόταν ρυθμικά, ακολουθώντας ένα τέμπο που μόνο να υποθέσει μπορούσε κανείς. Έμοιαζε να γνέφει με κάθε κύμα άρνηση και κατάφαση εκ περιτροπής,  συμμετέχοντας ακούσια, αλλά εντελώς μοιραία, στη μελωδική παράκληση του Ενός.

13.11.10

Η πόλη στην κορυφή


Νεκρόπολη ορθωμένη
στην κορυφή της πόλης των ζωντανών
Ό,τι πεθαίνει, εξυψώνεται
ό,τι γεννιέται, ταξιδεύει

Λευκός καπνός από ζωντανά φουγάρα
αναρριχάται στο λόφο
και ακροβατεί
στις ακμές των πεθαμένων λίθων
Δυο κάριες φτερουγίζουν ενοχλημένες

Ένας γέρος
καθισμένος στο μνήμα της κόρης του
με σκυλάκι σαλονιού στα γόνατά του
και μικρό ξύλο στο ένα χέρι
τινάζει την κολλημένη λάσπη
από τα παπούτσια του
Οι νεκροί με τους νεκρούς
και οι ζωντανοί
με τους νεκρούς κι αυτοί

Το λεωφορείο κάνει στάση
έξω από την εκκλησία
Ο φοιτητής τρέχει να το προλάβει
Ο οδηγός τον βλέπει και δεν ξεκινά
Παγωμένος ο ήλιος
κιτρινίζει τα σύννεφα στον ορίζοντα.

Γλασκώβη 10.11.2010

12.11.10

Σημειώσεις στα κρύα του Σκωτσέζικου λουτρού

 
    Δεν υπάρχει τίποτα πιο αναζωογονητικό μετά από μια ολόκληρη ημέρα περιήγησης σε μια ξένη πόλη, από ένα ζεστό μπάνιο και τα επακόλουθα πασαλείμματα με κρέμες και γαλακτώματα. Αυτά σκεφτόμουν κάτω από το ντους του ξενοδοχείου στη Γλασκώβη, έχοντας γυρίσει από μια περιπλάνηση περίπου οκτώ ωρών. Ο καιρός πολύ κρύος, με ένα ενοχλητικό ανεμοδαρμένο ψιλόβροχο που κατηφόριζε μάλλον κατευθείαν από τα highlands, και θερμοκρασίες μόλις στην πρώτη δεκάδα πάνω από το μηδέν.
    Από το τρίτο ραδιοφωνικό πρόγραμμα του BBC που μεταδίδει κλασσική μουσική (Τρίτο στην Ελλάδα, τρίτο κι εκεί-να μη χάνουμε και τη σειρά μας…) ακουγόταν ο Simon Rattle να διευθύνει τη Συμφωνική του Birmingham στη δεύτερη συμφωνία του Sibelius. Σχεδόν στα μισά του δεύτερου μέρους άρχισε να ηχεί ένας εκκωφαντικός συναγερμός. Στην εποχή του Sibelius αυτό θα σήμαινε πόλεμο. Στη δική μας συνήθως σημαίνει φωτιά. Κατά λάθος χτυπάει, σκέφτηκα και απτόητη συνέχισα να αλείφομαι με το γαλάκτωμα σώματος. Βανίλια με κανέλα, εκπληκτικός συνδυασμός.
    Ο συναγερμός συνέχιζε κι εκείνος απτόητος. Ο Rattle δεν ακουγόταν καθόλου. Βγήκα από το λουτρό τυλιγμένη μόνο με την πετσέτα. Σχημάτισα τον αριθμό της ρεσεψιόν.
    “Hotel reception. There’s a fire and we must evacuate the hotel”, μου απάντησε μια γυναικεία φωνή με σκωτσέζικη προφορά.
    Ο συναγερμός συνέχιζε να ουρλιάζει και μάλλον ήταν η ένταση αυτού του ήχου που με κινητοποίησε παρά η πραγματική αίσθηση κινδύνου. Κι αν όμως υπάρχει στ’ αλήθεια πραγματική πυρκαγιά; Στο νου μου ήρθαν παρελθόντα δελτία ειδήσεων με την Όλγα να τρέμει πραγματικά ανακοινώνοντας μια καταστροφική πυρκαγιά σε κτήριο της Αθήνας. Φόρεσα βιαστικά τα ρούχα μου. Προλαβαίνω να στεγνώσω τα μαλλιά μου; Να βάλω κραγιόν; Ή έστω την κρέμα νυκτός μου;
    Ο συναγερμός μου είχε κυριολεκτικά σπάσει τα νεύρα. Φανταζόμουν τους υπόλοιπους ενοίκους του ξενοδοχείου να είναι μαζεμένοι κάτω κι εμένα, τελευταία απ’ όλους, με το πρόσωπο μουτζουρωμένο από τους καπνούς, να προσπαθώ να κατέβω από ένα φλεγόμενο κλιμακοστάσιο.
   Τι προλαβαίνω να πάρω μαζί μου; Φόρεσα το καλό μου μπουφάν. Δεν με πειράζει να καεί το άλλο, το παλιό. Πορτοφόλι, κινητό, διαβατήριο. Κοσμήματα; Όχι. Το βιβλίο του Alex Ross για τη μουσική του 20ού αιώνα που μόλις αγόρασα; Τη μικρή σειρά Oxford με τα καταπληκτικά βιβλιαράκια; Το καινούριο τζιν της Άννας; Τίποτα από όλα αυτά. Ας σοβαρευτώ και να σταθώ στη θερμοκρασία της περίστασης.
    Βγήκα από το δωμάτιο. Στους διαδρόμους άλλοι ένοικοι με παλτά και βαλίτσες. Τυχεροί αυτοί, σκέφτηκα. Πρόλαβαν και πήραν όλα τους τα πράγματα. Στην είσοδο του ξενοδοχείου πυροσβέστες με ντουντούκες. Φωτιά, πάντως, πουθενά. Ούτε καπνός. Ούτε μυρωδιά καμένου. Μα βάλθηκαν να μας τρελάνουν;
   Βγήκα έξω στο Σκωτσέζικο αγιάζι. Τα μαλλιά μούσκεμα. Κουκούλα, όπως το παλιό, δεν είχε το καινούριο μπουφάν. Πολύς κόσμος έξω. Ρώτησα να μάθω. Υπήρχε, λέει, μια μικρή φωτιά στην αίθουσα συνεδριάσεων, αλλά η εκκένωση έγινε για προληπτικούς λόγους. Μετά από λίγα λεπτά και ευτυχώς πριν γίνω κατεψυγμένη, έληξε ο συναγερμός, σταμάτησε η σειρήνα να ηχεί και η ρεσεψιονίστ μας έδωσε το ελεύθερο να επιστρέψουμε στα δωμάτιά μας. Ανεβαίνοντας με πραγματική ανακούφιση τη σκάλα, αναλογιζόμουν ότι στην Ελλάδα θα είχε καεί το μισό κτήριο και η Πυροσβεστική  θα ήταν ακόμα στο δρόμο.
   Άνοιξα την πόρτα του δωματίου και έβαλα το καρτελάκι στην υποδοχή. O Simon Rattle είχε κατεβεί από το podium και τώρα ακουγόταν το πρώτο κονσέρτο για βιολί του Mendelssohn. Να πάρει, δεν πρόλαβα να ακούσω τους συντελεστές…
   Υ.Γ. Λίγο αργότερα γύρισε στο ξενοδοχείο ο Στέλιος.
«Ξέχασα να σου πω ότι εδώ στη Σκωτία κάνουν συχνά ασκήσεις ετοιμότητας για φωτιά. Είναι υποχρεωτική ρουτίνα σε όλα τα ξενοδοχεία».

6.11.10

Σημειώσεις ενός προαναγγελθέντος θανάτου

     Τα φυσιολογικά όρια για τα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους έχουν καθοριστεί, όπως εξάλλου και για κάθε άλλο είδος, από πολυάριθμες καταγραφές μεγάλων πληθυσμών. Από τις καταγραφές αυτές εκτιμάται η μέση τιμή, π.χ. του ύψους ή του βάρους, και ορίζονται εκατέρωθεν δύο όρια-φράχτες, εντός των οποίων περιέχεται το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Αυτοί που μένουν απέξω λέγονται outliers.
    Είναι απίστευτη τύχη να βρίσκεται κανείς μέσα σε αυτούς τους φράχτες. Δεν το συνειδητοποιεί, πάρα μόνο αν τύχει να κρυφοκοιτάξει μέσα από τις χαραμάδες του φράχτη προς τα έξω. Αυτό που αντικρίζει είναι συχνά τρομακτικό. Αλλόκοτες μορφές, δύσμορφα σώματα, λεηλατημένες ζωές, εξαθλιωμένη καθημερινότητα. Κατά τον Μισέλ Φουκό, η μη κανονικότητα δυνατόν να οδηγήσει σε εγκληματικές πράξεις, που εκδικάζονται από τον ψυχιατρικό και όχι από τον ποινικό κώδικα.
    Οι outliers είναι ευεργέτες για τους εντός των φραχτών τυχερούς. Με μικρές αναμνηστικές δόσεις, τονίζουν πόσο ευάλωτες είναι οι έννοιες υγεία, ευτυχία, ευπρέπεια. Αρκεί μια εκπομπή στην τηλεόραση για έναν υπέρμετρα παχύσαρκο ηθοποιό που μένει κλεισμένος στο σπίτι του ή μια σύντομη αναφορά στο δελτίο ειδήσεων για έναν άστεγο που αλέστηκε από το απορριμματοφόρο. Προσοχή, η υπερδοσολογία βλάπτει. Καταναλώνουμε τόσο, όσο δεν μας βλάπτει. Σαν το κρασί.
    Χορηγοί και πάροχοι σε αυτή την ενημέρωση, μια μερίδα δημοσιογράφων που καιροφυλακτούν για την είδηση. Μάλιστα, την προτιμούν φρέσκια, ζεστή, με το αίμα αν γίνεται. Δεν διστάζουν να παραβιάσουν οικογενειακό άσυλο, ιατρικό απόρρητο, ηλικιακό όριο, προκειμένου να βγάλουν το λαβράκι από την τρύπα του. Ενδεχομένως να υποχρεώσουν το έκθεμα σε δραστηριότητες που συνηθίζονται μέσα στους φράχτες-τραγούδι, χορό, κουβέντα. Έτσι η απόλαυση θα μεγιστοποιηθεί. Η ακροαματικότητα θα αγγίξει κόκκινο.
   Κάθε μέρα προσπαθώ να βρω μια αιτία για να ελπίζω, μια γωνιά που θα πάω να χαθώ ή να χωθώ. Αυτό έλεγε ένας μεγάλος ασκητής, outlier κι αυτός κατά μία έννοια, ο Δημήτρης Μητρόπουλος. Ουσιαστικά μόνος, αγκαλιά με τη μουσική, σε ολόκληρη τη ζωή του.
    Γιατί γράφω όλα τα παραπάνω, σήμερα, μια τόσο ηλιόλουστη μέρα μέσα στο φθινόπωρο; Αφορμή μια πρόσφατη τραγική ιστορία. Είναι εντυπωσιακό, πόση σημασία μπορεί να αποκτήσει ο θάνατος ενός ανθρώπου, όταν ολόκληρη η ζωή του πέρασε απαρατήρητη, ως ει απούσα.

4.11.10

Περιμένοντας το πλοίο


Μετά από ολόκληρο αιώνα προσμονής
ανακοινώθηκε
μέσω ηχείων περιβάλλουσας εμβέλειας
η άφιξη του μεσημεριανού πλοίου.
Η μικροσκοπική άσπρη παρουσία του
έκανε την εμφάνισή της
σαν ελεγχόμενη ελπίδα
στην τομή των δύο γαλάζιων.


Ο ενδιαφερόμενος αναθάρρησε
και έσκαψε μέσα στο πλήθος
ένα διάδρομο κενού
να τερματίζει στον κάβο που έδεναν τα μελλούμενα
Απομάκρυνε τα βήματά του από την αποβάθρα
κατά την επιθυμία της γυναίκας στο μεγάφωνο
Έτσι κι αλλιώς
πάντα ερήμην του
έπιαναν τα πλεούμενα στο λιμάνι.


Το πλοίο έδεσε σε στέρεο έδαφος
και οι επιβάτες φάνηκαν να κατεβαίνουν
κουβαλώντας τις ζωές τους
σε μεσαίου μεγέθους αποσκευές
Κατέβηκε και η δική της απουσία
για άλλη μία φορά
χρεώνοντάς τον
ασήκωτες αποσκευές με υποσχέσεις
Τις φορτώθηκε χωρίς σκέψη
και πήρε το δρόμο της επιστροφής.


Θριάμβευσε η καλοκαιρινή ζέστη
επί του ψύχους εντός του
καταλείποντας λεπτούς υδρατμούς
στους κανθούς των ματιών του.

1.11.10

Η Ευτυχία και οι ζωές των άλλων

   
    Η Ευτυχία σήμερα είχε τα γενέθλιά της. Γινόταν πενηνταπέντε ετών. Ήταν μια γυναίκα μετρίου αναστήματος, μετρίου βάρους και μέτριας ομορφιάς. Έτσι ήταν από νέα. Μόνο σε ένα πράγμα ήταν «υπέρ του δέοντος», όπως της έλεγαν: στη δουλειά της. Ήταν πραγματική μαστόρισσα. Με περισσή επιδεξιότητα μαστόρευε τις ζωές των άλλων. Διατηρούσε γραφείο συνοικεσίων. Κοινώς, ήταν προξενήτρα.
    Κέντρο προσωπικών διασυνδέσεων «Η Ευτυχία» έγραφε η ταμπέλα πάνω από την είσοδο. Και δεν έλεγε ψέματα. Ήταν, θες, το όνομά της που προδιέθετε θετικά, ήταν η ανάλαφρη και εγκαρδιωτική παρουσία της που χαλάρωνε τα υποψήφια ζευγάρια, το γραφείο δούλευε καλά. Είκοσι χρόνια στην ίδια διεύθυνση, είχε στήσει εκατοντάδες οικογένειες. Η Ευτυχία είχε μια ιδιαίτερη ικανότητα να σκάβει και να βρίσκει στον καθένα τα βαθύτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του με απλή παρατήρηση. Έπιανε στον αέρα μικρές λεπτομέρειες: τον τρόπο που σταύρωνε κάποιος τα χέρια του αμήχανα ή αποφασιστικά, τον γραφικό χαρακτήρα, τον συνδυασμό των χρωμάτων στα ρούχα, το άρωμα. Με τα χρόνια μπορούσε να διακρίνει αν κάποιος προσπαθούσε να προσποιηθεί έναν άλλο εαυτό.
    Έτσι τα ζευγάρια που έφτιαχνε ήταν στην πλειοψηφία τους ταιριαστά και η «διασύνδεση» είχε συνήθως αίσια κατάληξη. Άνοιγε κανονικό δικαστικό φάκελο με φωτογραφίες, γραπτά τεκμήρια και εβδομαδιαία ημερολογιακή καταγραφή περί της προόδου της διασύνδεσης.
    Όταν ολοκληρωνόταν επιτυχώς η υπόθεση, και ως επιτυχία νοείται ο γάμος, η Ευτυχία έπαιρνε μεγάλη χαρά. Τόση περίπου, όση και το ζευγάρι. Πήγαινε στους γάμους των ζευγαριών της. Τους έπαιρνε και δώρο, συνήθως ένα «καλό ασημικό». Χόρευε στα γλέντια και κάποια στιγμή έσερνε και το χορό, κρατώντας δίπλα της τη νύφη και τον γαμπρό. Εξάλλου, εκείνοι της το ζητούσαν.
    Κάθε χρόνο, ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, γινόταν πάρτι στο γραφείο. Έρχονταν ζευγάρια, παλιά και καινούρια, με κόκκινα μπαλόνια και σοκολατάκια σε σχήμα καρδιάς. Κοκκίνιζε το γραφείο και γλύκαιναν οι καρδιές με τη σοκολάτα.
    Εκτός από την ευτυχία που έπαιρνε από τη δουλειά της, η Ευτυχία έβγαζε και καλά λεφτά. Έμενε πια σε ένα άνετο οροφοδιαμέρισμα στα βόρεια προάστια και είχε ένα καινούριο αυτοκίνητο πολλών κυβικών. Της περίσσευαν χρήματα. Τόσα ώστε να μπορεί να δανείζει σε κάποια από τα νέα ζευγάρια που είχαν ανάγκη. Τις περισσότερες φορές της τα επέστρεφαν στο ακέραιο. Μερικές πάλι, όχι. Δεν τους κρατούσε κακία. Έβγαζε περισσότερα από όσα της χρειάζονταν.
    Σήμερα έκλεισε το γραφείο πιο νωρίς απ’ ό,τι συνήθως. Πάντα έτσι έκανε στα γενέθλιά της. Ασφάλισε τις μπαλκονόπορτες και έσπρωξε την καρέκλα του γραφείου στη θέση της. Έριξε μια βιαστική ματιά στο ταμπλό με τις γαμήλιες φωτογραφίες των παλιών πελατών της που κρεμόταν στον τοίχο πίσω από το γραφείο και χαμογέλασε στα ευτυχισμένα ζευγάρια. Έβαλε το συναγερμό σε λειτουργία και βγήκε από το γραφείο κλειδώνοντας την πόρτα.
    Το σπίτι της ήταν κοντά. Μετά τη δουλειά, της άρεσε να περπατάει τη διαδρομή. Της φαινόταν ξέγνοιαστος και δροσερός ο αέρας που ανάσαινε στην επιστροφή. Σήμερα σταμάτησε στο καλό ζαχαροπλαστείο της περιοχής. Ζήτησε τέσσερις πάστες σοκολατίνες. Λάτρευε τη σοκολάτα.
    «Να τις τυλίξω για δώρο;» ρώτησε η κοπέλα στο ταμείο.
    «Ναι», απάντησε αδιάφορα η Ευτυχία.
    Πήρε το μικρό κουτί με την κόκκινη κορδέλα και ανηφόρισε το στενό που οδηγούσε στο σπίτι της.
    Μπήκε στο διαμέρισμά της και άφησε ανέμελα τη ζακέτα και την τσάντα της στον δερμάτινο καναπέ του καθιστικού. Προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα, έβγαλε από το κομοδίνο της ένα μακρόστενο μεταλλικό κουτάκι και το άνοιξε. Μέσα ήταν ένα λεπτό ροζ κεράκι γενεθλίων. Άνοιξε βιαστικά το κουτί με τις πάστες και σέρβιρε τη μεγαλύτερη σε ένα πορσελάνινο πιάτο. Έμπηξε το κεράκι στο κέντρο της γυαλιστερής επιφάνειας, σηκώνοντας ένα στρογγυλό σοκολατένιο κύμα γύρω του. Πήρε έναν αναπτήρα και άναψε το κεράκι. Η λαμπερή αντανάκλαση φώτισε τη γυαλιστερή σοκολάτα. Με ένα ενθουσιώδες «φου» η Ευτυχία έσβησε το κεράκι.
    «Χρόνια μου πολλά», ευχήθηκε η Ευτυχία στον εαυτό της. «Και ευτυχισμένα», συμπλήρωσε.
    Έβαλε στο στόμα της μια γεμάτη κουταλιά από τη λαχταριστή πάστα. Λοιπόν, η σπουδαιότερη ανακάλυψη του ανθρώπου είναι η σοκολάτα. Με διαφορά, μάλιστα…

31.10.10

Το καταραμένο κείμενο του Δημήτρη Καμπουράκη

   Όταν φοιτούσα στην τρίτη λυκείου, είχα μια εξαιρετική φιλόλογο για τα αρχαία και την έκθεση. Κάποια γιορτινή μέρα που δεν είχε διάθεση για μάθημα (πριν τα Χριστούγεννα ήταν πιθανότατα), είχε τη φαεινή ιδέα να μας πει να γράψουμε μια έκθεση με ελεύθερο θέμα. Για ό,τι θέλουμε. Προφανώς το εγχείρημα με πέτυχε σε μια περίεργη στιγμή μεταφυσικής διαύγειας και αψήφιστης αποφασιστικότητας, διότι κάθισα και σκάρωσα μια φανταστική ιστορία με δύο αδέρφια που είχαν σκοτώσει τον πατέρα τους, τον τεμάχισαν, τον μαγείρεψαν και τον έφαγαν. Πέραν του προφητικού του πράγματος (έτυχε τρία χρόνια αργότερα να έχω συμφοιτητή και σχεδόν φίλο τον Φραντζή που τεμάχισε τη γυναίκα του), το κείμενο αυτό αποτέλεσε για μένα μια σπουδαία αφορμή να μελετήσω τη σκέψη και τη συμπεριφορά των ανθρώπων όταν βρίσκονται μπροστά σε μη προφανή πράγματα. Τότε κατάλαβα επίσης ότι σπάνια έχουμε τον πλήρη έλεγχο του δρόμου που παίρνουν τα λόγια και τα έργα μας, καθότι αυτά άπαξ και φύγουν από κοντά μας δεν εξαρτώνται από τη δική μας βούληση, αλλά από τη βλακεία ή την εξυπνάδα των υπολοίπων. Το καταραμένο αυτό πόνημα με κυνηγούσε ακαταπαύστως για μεγάλο χρονικό διάστημα, φέρνοντας μου τον ένα μπελά μετά τον άλλον. Διότι εγώ μεν το είχα περιβάλει με όλη την λογοτεχνική αθωότητα των δεκαεπτά μου χρόνων, όμως διαπίστωσα έκπληκτος ότι κανένας άλλος δεν το είδε μ’ αυτό τον τρόπο.
    Η σειρά των γεγονότων που ακολούθησαν την παράδοση του κειμένου στο χέρι της καθηγήτριας, ήταν η ακόλουθη: Η φιλόλογος που ήταν μια σκεπτόμενη και διαβασμένη γυναίκα, διέκρινε στις γραμμές του την εξέγερση ενός εφήβου, διοχετευμένη σε μια προκλητική και ευφάνταστη θεματολογία. Η ανάγνωση της έκθεσης όμως στο γραφείο των καθηγητών –προφανώς ως αξιοπερίεργο κείμενο ενός μαθητή τους- δημιούργησε άλλου είδους παρενέργειες. Ένα ικανό μέρος των καθηγητών, το ερμήνευσαν όχι ως ερασιτεχνική νεανική αλληγορία αλλά ως κυριολεκτική μεταφορά των προθέσεων του γράφοντος, με αποτέλεσμα να υποθέσουν ότι τα ‘χω βάλει με τον πατέρα μου. Ορισμένοι άρχισαν να με κοιτάζουν με συμπάθεια (είναι αυτοί που όλα τα ρίχνουν στους γονείς) κι άλλοι να με αντιμετωπίζουν σαν αχάριστο τσογλάνι (είναι αυτοί που τα ρίχνουν όλα στα παιδιά). Ένας απ’ τους δεύτερους μάλιστα, μόλις με πέτυχε αδιάβαστο, μού πέταξε μέσα στην τάξη: «Εμ βέβαια, δεν ξέρεις ν’ ανοίξεις κανένα βιβλίο, εσύ μόνο να τρως τον πατέρα σου ξέρεις».
    Πολύ άσχημα αντέδρασε ο καθηγητής των θρησκευτικών. Ήταν ένας θρησκόληπτος διοπτροφόρος εκδικητής του Θεού, που στο πρόσωπο μου ανακάλυψε επιτέλους έναν φορέα των ιδεών του Σατανά, τον οποίον και κατακεραύνωσε χωρίς οίκτο μπροστά σε όλους. Τα παιδιά έμαθαν το περιεχόμενο του κειμένου μου απ’ αυτό το στενόμυαλο ανθρωπάκι, αφού η φιλόλογος είχε αποφύγει την ανάγνωση του μέσα στη τάξη. Ακολούθησε μία χιονοστιβάδα συναισθημάτων και εκδηλώσεων εκ μέρους των συμμαθητών μου, που μετεωρίζονταν ανάμεσα στην καζούρα και το δέος. Τότε ήταν που καταγράφηκα ως ο διαφορετικός της τάξης, ως το περίεργο έντομο της μικροκοινωνίας μου. Νόμισα ότι το θέμα είχε τελειώσει, όμως μερικές μέρες αργότερα αντιμετώπισα έκπληκτος την οργή του πατέρα μου και τα κλάματα της μάνας μου, μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Ο πατέρας μου είχε κληθεί ερήμην μου και κάτω από συνθήκες πλήρους συνωμοτικότητας στο σχολείο και είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο της έκθεσης μου. Ματαίως προσπάθησα να μάθω ποιος τον κάλεσε και τι του είπε. Ακόμα πιο μάταιη αποδείχτηκε κάθε απόπειρα να εξηγήσω το περιεχόμενο του κειμένου μου. Ήμουν πολύ μικρός για να υπερασπιστώ επαρκώς τις λογοτεχνικές μου ανησυχίες και εντελώς ανήμπορος να πείσω για την σχετική αυτονομία της λογοτεχνίας από τα γεγονότα της πραγματικής ζωής.
    Ένα κομμάτι του παζλ μπήκε στη θέση του λίγους μήνες αργότερα, όταν άγνωστοι πήδησαν νύχτα τη μάντρα του λυκείου και μουτζούρωσαν με μαύρο σπρέυ το μαρμάρινο ηρώο που υπήρχε στο κέντρο της αυλής. Ήταν ένα μνημείο αφιερωμένο στους μαθητές του σχολείου που είχαν πάει εθελοντές στον πόλεμο του 1912 και είχαν σκοτωθεί. Ήμουν ο μόνος μαθητής που εκλήθη το επόμενο πρωί στο γραφείο του λυκειάρχη, για να αντιμετωπίσει έναν φρικτό άνθρωπο που ούρλιαζε υστερικά μοιράζοντας σάλια και χαστούκια. Με απειλούσε πως αν δεν του έλεγα αυτούς με τους οποίους είχαμε κάνει παρέα το έγκλημα, θα με παρέδιδε στην αστυνομία. Ο φόβος με είχε παραλύσει, παρά ταύτα μπόρεσα να συνειδητοποιήσω ότι όλος αυτός ο τρομερός μπελάς, δεν ήταν παρά αποτέλεσμα του καταραμένου κειμένου. Εξ αιτίας του, κάποιοι που είχαν εξουσία με είχαν κατατάξει στο στρατόπεδο των αντικοινωνικών στοιχείων και των επικίνδυνων αναρχικών. Δεν έκανα τίποτα ηρωικό μέσα σε κείνο το γραφείο, αντιθέτως σχεδόν κλαίγοντας ψέλλισα ότι δεν είχα σχέση μ’ αυτά και ότι το προηγούμενο βράδυ ήμουν από νωρίς στο σπίτι. Ο πατέρας μου το επιβεβαίωσε, με υπερασπίστηκε σθεναρά μπροστά στον λυκειάρχη (τότε κατάλαβα ότι αυτός τον είχε καλέσει για ενημέρωση), αλλά όταν φύγαμε με προειδοποίησε ψυχρά ότι ήταν η τελευταία φορά που του δημιουργούσα πρόβλημα. Το άτιμο το κείμενο είχε δημιουργήσει ρήγμα ως και μέσα στο σπίτι μας. Και τι να του έλεγα έτσι όπως τον έβλεπα να περπατά γρήγορα και γεμάτος οργή μπροστά μου; Πως ούτε να μουτζουρώσω μνημεία είχα διάθεση, ούτε να τον ψήσω και να τον φάω;
    Δεν θα αναφερόμουν περαιτέρω στον λυκειάρχη και θα τον παρέδιδα στην προσωπική μου λήθη ως φιγούρα μιας άλλης εποχής, το κάνω όμως διότι η εμπλοκή του στο περιβόητο κείμενο κράτησε ως το 1985. Το βράδυ της δολοφονίας του Καλτεζά, τα ΜΑΤ με συλλάβανε στα Εξάρχεια μαζί με άλλους και μας μεταφέρανε στη ΓΑΔΑ. Δώσαμε ονόματα, διευθύνσεις και αποτυπώματα, περάσαμε τη νύχτα σ’ έναν διάδρομο όρθιοι και το πρωί μάς καλούσαν ένα-έναν αφού είχαν ψάξει όλα τα στοιχεία που υπήρχαν για μας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκπληξη που ένιωσα, όταν είδα τον αξιωματικό να κοιτάζει το χαρτί που είχε μπροστά του και μετά να μου λέει σαρκαστικά κι έτοιμος να σηκώσει τη χερούκλα του: «Από μαθητής, βλέπω, έγραφες αναρχικά κείμενα»! Η ΓΑΔΑ είχε επικοινωνήσει με την Ασφάλεια Χανίων και το καταραμένο κείμενο ήταν στον φάκελο μου. Από τον κύριο λυκειάρχη προφανώς. Το είχε αναφέρει στους αστυνομικούς τότε που έκαναν την έρευνα για την βεβήλωση του μνημείου κι αυτοί το διέσωσαν ως αιώνια απόδειξη της παρα-κοινωνικής μου σκέψης και συμπεριφοράς. (Δεν θα ξεχάσω βέβαια τον τόνο της φωνής του ίδιου αξιωματικού λίγες ώρες αργότερα, όταν «ενημερώθηκε» ότι κατά λάθος με συλλάβανε. Για την αστυνομία υπήρχαν εκείνη τη στιγμή (και υπάρχουν ακόμα) δύο ειδών άνθρωποι. Οι νομιμόφρονες που ήταν υπέρ της δολοφονίας και οι αναρχικοί που ήταν εναντίον της δολοφονίας. Οι πρώτοι μόνο κατά λάθος έπεφταν στα χέρια της, οι δεύτεροι μόνο κατά λάθος δεν έπεφταν. Κι αφού οι άνωθεν διαταγές με κατέτασσαν στους πρώτους, ήταν λογικό να μου πει με πατρικό τόνο: Φαινόσουνα εσύ ότι ήσουν καλή πάστα. Τι ζητούσες βρε παιδί μου σ’ αυτή τη γειτονιά; Κι αυτά τα μαλλιά, κόφτα να πάνε στον διάολο.)
    Μου ξέφυγε η διήγηση, αλλά όλα έχουν το ενδιαφέρον τους. Επιστρέφω σε κείνες τις καταραμένες γραμμές, μέσα στις οποίες τα αδέρφια έφαγαν τον πατέρα τους. Τότε συνειδητοποίησα την φοβερή ισχύ που μπορούν ν’ αποκτήσουν οι λέξεις ενός κειμένου. Ισχύ που άλλοτε παίρνει τη μορφή μιας γροθιάς της αποκαλύψεως κι άλλοτε την τοξικότητα μιας σταγόνας δηλητήριου στην άκρη των χειλιών. Μα κυρίως κατάλαβα ότι το κείμενο το γράφεις για σένα και μόνο για σένα, ακόμα κι αν ο αντικειμενικός σκοπός του είναι να απευθυνθεί σε άλλους. Για τον συγγραφέα, κάθε προσπάθεια να καταλάβουν οι αναγνώστες του ακριβώς αυτά που θέλει, αποτελεί απόλυτη ματαιότητα. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη ούτε καλό, ούτε κακό. Απλώς είναι μια πραγματικότητα, που μόλις την συνειδητοποιήσει, τον απελευθερώνει.
    Την πραγματικότητα αυτή κατάλαβα για μια ακόμα φορά το 2008, όταν 30 χρόνια μετά την αποφοίτησή μας, όλοι οι παλιοί συμμαθητές καταφέραμε να ξανασυγκεντρωθούμε για να δούμε τα χάλια μας. Όταν θυμηθήκαμε όλα τα άλλα, ήρθε και η κουβέντα στο περιβόητο κείμενο. Και κάποιοι, αποθαυμάζοντας την «καριέρα» που έκανα, είπαν κουνώντας το κεφάλι τους με ύστερο θαυμασμό: «Από τότε που έγραψες εκείνη την έκθεση, φαινότανε ότι θα προκόψεις.» Γέλασα με την καρδιά μου. Διότι και άρτι αποφυλακισθείς βαρυποινίτης για φόνους να ήμουν, πάλι το ίδιο θα λέγανε: φαινότανε από το κείνο το κείμενο…

Δημήτρης Καμπουράκης
31-10-2010
http://www.protagon.gr/