Σελίδες

13.5.10

Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά

(φωτ. Bill Brandt)

     Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά. Την άλλη μισή μόνο λίγοι τυχεροί την έχουν από κούνια. Οι πολλοί πασχίζουν για το πρώτο μισό. Οι πραγματικοί άρχοντες, μάλιστα, δεν το κάνουν μόνοι τους. Προσλαμβάνουν υπηρέτες.
    Στο σπίτι μας, η μέρα της καθαριότητας ήταν πάντα μια μέρα αναστάτωσης. Κάτι σαν εκστρατεία. Άγνωστες γυναίκες εμφανίζονταν. Καθεμιά έκανε τη θητεία της, μικρότερη ή μεγαλύτερη. Αργά ή γρήγορα έπαιρνε το απολυτήριό της. Με την ίδια επίκριση κάθε φορά: "όλη μέρα δεν έκανε τίποτα".
  
    Δεν θα ξεχάσω μία από αυτές τις γυναίκες. Μόλις είχα μπει στο γυμνάσιο. Πρέπει να πρωτοήρθε στο σπίτι κάποιο Σάββατο. Θυμάμαι ότι δεν είχα σχολείο. Μελετούσα στο δωμάτιό μου. Διέκοψα τη μελέτη και πήγα για λίγο σε άλλο δωμάτιο, για να την αφήσω να καθαρίσει το δικό μου.
     Ήταν μικροκαμωμένη και υπερβολικά αδύνατη. Μελαχρινή με προέχοντα ζυγωματικά. Γύρω στα τριανταπέντε. Είχε ένα πολύ λυπημένο βλέμμα. Σαν του ανθρώπου που έχει χάσει κάποιον πρόσφατα. Φορούσε ρούχα αταίριαστα μεταξύ τους και με την ίδια. Και αρκετά φθαρμένα επίσης. Αφού έκανε ό,τι είχε να κάνει στο δωμάτιό μου, βγήκε να συνεχίσει στο διάδρομο. Εγώ ξαναγύρισα στη μελέτη μου. Την παρακολουθούσα όμως κρυφά.

   Μυρωδιά απορρυπαντικού ερχόταν από το διάδρομο. Την άκουγα να ρουφάει τη μύτη της, σα να έκλαιγε βουβά. Το παιδικό μου μυαλό έφτιαχνε ιστορίες, βγαλμένες, λες, από τα μυθιστορήματα που διάβαζα εκείνον τον καιρό. Φανταζόμουν ότι μπορεί να μην είχε να φάει, γι’ αυτό ήταν τόσο αδύνατη. Ότι είχε μικρά παιδιά και κρατούσε το λίγο φαγητό για εκείνα. Ότι έβρισκε ρούχα από δεύτερο και τρίτο χέρι.
     Όσο τα σκεφτόμουν αυτά, τόσο δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ στο διάβασμά μου. Ανησυχούσα ότι ο τρόπος που καθάριζε η γυναίκα το σπίτι δεν θα ικανοποιούσε τη μητέρα μου και δεν θα την κρατούσε για επόμενη φορά. Και τι θα γινόταν τότε εκείνη;

    Οι μαύρες σκέψεις είχαν αποκλείσει κάθε άλλο πιθανό ενδεχόμενο στο μυαλό μου. Δεν μου περνούσε καν από το μυαλό ότι μπορεί η γυναίκα να είχε αλλεργική ρινίτιδα από τα απορρυπαντικά που χρησιμοποιούσε. Ότι τα ρούχα που φορούσε μπορεί να τα είχε μόνο για τη δουλειά, γι’ αυτό ήταν παλιά και αταίριαστα. Ότι μπορεί να ήταν λεπτοκαμωμένη από το σκαρί της και να μην έβαζε κρέας επάνω της, όσο κι αν έτρωγε.

     Άκουγα τη φωνή της μητέρας μου που της έκανε παρατηρήσεις. Ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι δεν θα υπήρχε δεύτερη φορά. Και βγήκα αληθινή. Πρέπει να κοίταξα με σχεδόν δολοφονικό βλέμμα τη μητέρα μου, όταν ανακοίνωσε στο μεσημεριανό τραπέζι ότι θα έβρισκε άλλη καθαρίστρια, αφού η γυναίκα με το λυπημένο βλέμμα «δεν έκανε όλη μέρα τίποτα».

3 σχόλια:

Mambo Tango είπε...

Αληθινή ιστορία; πολύ λυπηρή..

Poet είπε...

Παράξενο ότι απεχθάνομαι τους άρχοντες αλλά με θέλγει η αρχοντιά. Για παράδειγμα, η αρχοντιά των παιδιών που φορούσαν καθαρά μπαλωμένα ρούχα, πλυμένα τότε στη σκάφη.

Με συγκίνησε η ιστορία σου, Μαρία. Ίσως γιατί έχω γνωρίσει πολλές λυπημένες γυναίκες. Μια τέτοια γυναίκα με μεγάλωσε στο αστικό μας σπίτι. Τριάντα χρόνια αργότερα μου τηλεφώνησε και πήγα να τη δω. Είπε μόνο «ο Τόλης είναι το δικό μου παιδί». Κατά ένα απλό και παράξενο τρόπο, πράγματι ήμουν. Κι εκείνη το άλας της γης.

Κωνσταντίνος Ριγελιανός είπε...

Μου θύμισε στιγμές πριν πολλά πολλά χρόνια...