Σελίδες

27.1.13

Η λίρα ήταν κάλπικη


       Η πολυθρόνα μιας αφήγησης πρέπει να είναι ευρύχωρη, να χωράει όλες τις ιστορίες∙ με γερή κατασκευή, να μην τσακίζει από συναισθήματα, και στόφα από φίνο ύφασμα, απαλό στην αφή και ξεκούραστο στο μάτι. Ακριβώς όπως η πολυθρόνα του Δημήτρη Μυράτ στην αρχή της Κάλπικης Λίρας. Το ύφασμά της έχει ένα μοτίβο με λουλούδια σε αποχρώσεις της κλίμακας του γκρι∙ η ασπρόμαυρη φωτογραφία αποσιωπά τις άχρηστες λεπτομέρειες.
      Καθισμένος στο καροτσάκι του μπροστά στο γραφείο, ο Δημήτρης γράφει με ένα καλοξυσμένο Faber Castell No 2 στο σημειωματάριο που άνοιξε μόλις πριν δύο μέρες. Τον τελευταίο καιρό, από τότε που καθηλώθηκε εντελώς στο καροτσάκι, ο Δημήτρης περνάει πολλές ώρες της ημέρας βλέποντας ταινίες. Συχνά δεν τις παρακολουθεί∙ τις αφήνει να υπάρχουν δίπλα του, καθώς εκείνος γράφει τα κείμενα που πρέπει να παραδώσει στην εφημερίδα. Τούτο το κρύο απόγευμα, σκαρφίστηκε ένα πείραμα: έβαλε στον υπολογιστή την ταινία να παίζει, έχοντας ταυτόχρονα ανοιχτή την τηλεόραση με τον ήχο χαμηλωμένο. Το αποτέλεσμα αποδείχτηκε  πιο ενδιαφέρον απ’ ό,τι είχε φανταστεί.

       Στην αρχή της ταινίας, ο αφηγητής εξετάζει με μεγεθυντικό φακό μια κάλπικη λίρα. Από τη σκοπιά του θεατή, ο φακός μεγεθύνει αλλόκοτα το αριστερό του μάτι, το κάνει να φαίνεται τεράστιο και απειλητικό. «Ο κάλπικος παράς δεν χάνεται ποτέ. Η παροιμία είναι σοφή όπως όλες οι παροιμίες», λέει με βαθιά φωνή και καθαρή άρθρωση ο Μυράτ. Ο Δημήτρης γράφει τις φράσεις στο τετράδιο. Τα γράμματά του, άλλοτε στρωτά και καλλιγραφικά, τώρα τρεμουλιάζουν∙ σαν να θέλουν να πέσουν από τις γραμμές. Το χέρι του μουδιάζει ελαφρά. Ο γιατρός έχει συστήσει ανάπαυση. Ο Δημήτρης δεν ακούει τον γιατρό∙ πιστεύει περισσότερο τον Χέμινγουέι. Όταν το γράψιμο γίνει το μεγαλύτερο πάθος και η μεγαλύτερη ηδονή, μονάχα ο θάνατος μπορεί να το σταματήσει. Εξάλλου πόσο καιρό θα μπορεί να γράφει ακόμα; Η εφημερίδα πάει για κλείσιμο∙ εδώ κλείνουν άλλες κι άλλες, πού να σταθεί λογοτεχνική εφημερίδα τέτοιους καιρούς… Ο Δημήτρης δαγκώνει την άκρη του μολυβιού, καθώς σκέπτεται μια φράση. Το βλέμμα του αποσπάται από το χαρτί στην τηλεόραση. Έγχρωμα πλάνα από τη Δαμασκό∙ βομβαρδισμένα κτήρια∙ δυο άντρες τρέχουν κουβαλώντας στους ώμους τους πτώματα παιδιών τυλιγμένα σε πολύχρωμες κουβέρτες. Το χρώμα είναι ενοχλητικό κάποιες φορές.

       Συχνά ο Δημήτρης νιώθει ένοχος∙ για το σπίτι του, για τα βιβλία του, για το γραφείο του, αντίκα αγορασμένη ακριβά από το Μοναστηράκι, για την ημέρα του που ξημερώνει σε σπίτι με τζάκι, μεγάλο μπαλκόνι και ιδιόκτητο πάρκινγκ. Από τότε που αρρώστησε όμως, οι ενοχές του μετριάστηκαν∙ τώρα τον απασχολεί περισσότερο ο χρόνος∙ αν θα προλάβει. Η ταινία δείχνει ένα πλάνο της Ακρόπολης πάνω στο λόφο της και από κάτω μια άλλη Αθήνα, με λίγα χαμηλά σπίτια, δέντρα και χώμα. Το χώμα είναι το πιο αξιοπερίεργο. Ο Δημήτρης περιμένει να δει τη γνώριμη φιγούρα του Ανάργυρου, του ήρωα της πρώτης ιστορίας, που από χαράκτης έγινε παραχαράκτης. Βγαίνει από το εργένικο δωμάτιό του στην αυλή. Η σπιτονοικοκυρά του τον χαιρετάει εγκάρδια και τον ρωτάει πώς κοιμήθηκε. Ο Ανάργυρος ροχαλίζει. Οι καλοί άνθρωποι ροχαλίζουν όταν έχουν ήσυχη συνείδηση, λέει ο αφηγητής Μυράτ. Δίπλα, η τηλεόραση δείχνει πλάνα από τη Βουλή. Ο Βενιζέλος ωρύεται πάνω στο έδρανό του∙ έτσι βουβή, η έκρηξή του μοιάζει να έχει βγει από δευτεροκλασάτη ταινία τρόμου. Το βλέμμα του έχει κάτι το απόκοσμο. Ο Δημήτρης αναρωτιέται αν ο Βενιζέλος ροχαλίζει στον ύπνο του.


     Η κάμερα του Γιώργου Τζαβέλλα μεταφέρεται στο πολυθόρυβο κέντρο της αγοράς, όπου ο Ανάργυρος έχει το μαγαζάκι του. Ο Δημήτρης σημειώνει στο τετράδιό του τη φράση «πολυθόρυβο κέντρο της αγοράς» και βάζει δίπλα δύο θαυμαστικά. Η τηλεόραση δείχνει πλάνα από ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο στα βόρεια προάστια, όπου είχε μόλις σημειωθεί έκρηξη βόμβας. Ο Δημήτρης δεν βγαίνει πια για ψώνια. Παραγγέλνει τα πάντα μέσω ίντερνετ. Έτσι εξοικονομεί  χρόνο για γράψιμο. Τουλάχιστον με αυτή τη δικαιολογία παρηγοριέται.

       Ο Ανάργυρος έχει  ήδη στήσει το παράνομο εργαστήριό του. Φτιάχνει λίρες. Λίγο χρυσάφι απέξω και οποιοδήποτε μέταλλο από μέσα. Έχει μπλέξει και με μια χυμώδη καλλονή, την Ίλια Λιβυκού στα νιάτα της. Η συνείδησή του δεν είναι πια ελαφριά. Όμως, όταν έχεις λεφτά, μπορείς ν’ αφήσεις τη συνείδησή σου να κοιμάται μόνη κι εσύ να κοιμάσαι με τις ωραιότερες γυναίκες.
Η αγαπημένη φιγούρα του Δημήτρη: ο τυφλός ζητιάνος, που κάτω από τα περίλυπα και πένθιμα μαύρα του ματογυάλια, έκρυβε μια περίφημη όραση. «Αόομματος… Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω …», ο Μίμης Φωτόπουλος διαλαλεί, κρυφοκοιτάζοντας πάνω από τα μαύρα γυαλιά τον άλλο επαγγελματία του πεζοδρομίου, την εκδιδόμενη της περιοχής, που του χαλάει την πιάτσα. Ο Δημήτρης μειδιά. Η τηλεόραση δείχνει διαφημίσεις για θερμαντικά σώματα, όμως ο Δημήτρης βλέπει με το νου του πλάνα από το κέντρο της Αθήνας, από αυτά που προβάλλονται καθημερινά. Πλάνα με ανθρώπινα κορμιά χυμένα στα πεζοδρόμια, σκεπασμένα με χαρτόνια, νέοι με βασιλεμένο βλέμμα και ωχρά πρόσωπα που αγωνιούν για τη δόση, πόρνες από κάθε μεριά της γης που στέκουν μετά βίας όρθιες στις σκοτεινές γωνιές του κέντρου. Από μια μεριά, ο Δημήτρης αισθάνεται τυχερός που δεν πολυκυκλοφορεί στο κέντρο. Ο ζητιάνος καταλήγει στο δωμάτιο της εκδιδόμενης Μαρίας, όπου απολαμβάνει τις υπηρεσίες της. Το όνειρο της Μαρίας είναι να αποκτήσει κάποτε πολλά λεφτά, για να μπορεί να κοιμάται μόνη.

       Ο Δημήτρης κυλάει το καροτσάκι του μέχρι το καθιστικό. Σταματάει σε ένα χαμηλό τραπεζάκι που έχει επάνω του έναν ασημένιο δίσκο με ποτήρια και ένα φρεσκοανοιγμένο μπουκάλι Dewar’s. Γεμίζει ένα ποτήρι και ξαναγυρίζει στο γραφείο.  Έχει αρχίσει η ιστορία με τη Φανίτσα, την κόρη του ασπριτζή της γειτονιάς. Ο σπιτονοικοκύρης τους, η αθηναϊκή εκδοχή του Εμπενέζερ Σκρουτζ,  κυνηγάει τη φτωχή οικογένεια για τα νοίκια και η Φανίτσα τον βλέπει με τρόμο. Ο ασπριτζής είχε ασπρίσει όλους τους μαγαζάτορες της γειτονιάς∙ μόνο ο σπιτονοικοκύρης του, ο Μαυρίδης, έμενε μαύρος κι άραχνος. Για κακή τύχη της οικογένειας, ο ασπριτζής πεθαίνει και η Φανίτσα με τη μητέρα της βρίσκονται σε ακόμα πιο τραγική κατάσταση. Η Φανίτσα αναγκάζεται να πουλάει στον δρόμο λουλούδια που έχει μαζέψει από νεκροταφεία.  Άλλες φορές, ο Δημήτρης έβρισκε αυτή την ιστορία αστεία στην τραγικότητά της.
Γελούσε με τη σούπα από κρέας που έφερνε η γειτόνισσα στην άρρωστη μητέρα της Φανίτσας, γελούσε με τη χαρά που κάνουν μαμά και κόρη όταν η Φανίτσα βρίσκει στον δρόμο την κάλπικη λίρα. Τώρα όμως δεν του έρχεται να γελάσει. Προχθές του είπε η κόρη του ότι στο σχολείο τους ένα παιδάκι ζαλίστηκε την ώρα του μαθήματος∙ οι γονείς του είναι άνεργοι και το πρωινό στο σπίτι έχει καταργηθεί από καιρό. Στη συνοικία τους λειτουργεί εδώ και μερικούς μήνες κοινωνικό εστιατόριο με φθηνές μερίδες φαγητού για άπορους και άνεργους. Στην τηλεόραση τα πράγματα είναι πιο χορταστικά. Έχει αρχίσει το σόου με τους επίδοξους σεφ που ανακατεύουν σαφράν με ροδάκινο για να γίνει πιο πορτοκαλί η σάλτσα που θα περιχύσει το ελάφι. Ο Δημήτρης κάνει ζάπινγκ∙ τούρκικο σήριαλ. Ομολογουμένως η φωτογραφία είναι αξιοπρεπής∙ οι μορφές ευγενικές.

        Η αγαπημένη του ιστορία, αυτή με τον Παύλο και την Αλίκη και το πορτρέτο «Σ’ αγαπώ», έχει αρχίσει. Ο Δημήτρης κλείνει την τηλεόραση. Από νέος είχε μεγάλο έρωτα για τη Λαμπέτη. Δεν χόρταινε τις ταινίες της, το μόνιμα σκοτεινό βλέμμα της, το πικρό χαμόγελο, τη βαθιά φωνή με τη σπασμένη συγκίνηση. Ο Παύλος και η Αλίκη βρίσκουν την κάλπικη λίρα μεταξύ των κομματιών της βασιλόπιτας και όλοι θεωρούν το γεγονός τυχερό για το νιόπαντρο ζευγάρι. Ο Χορν και η Λαμπέτη, ωραίοι σαν θεότητες του έρωτα. «Προχτές το βράδυ που κλεφτήκαμε, δεν σκέφτηκα πως πρέπει και να τρώμε», λέει ο Παύλος τη μαγική φράση∙ ο Δημήτρης ανυπομονεί κάθε φορά να ακούσει αυτή τη φράση από τα χείλη του Χορν. Η απόλυτη ευτυχία είναι αυτή που σε κάνει να ξεχνάς να φας. Ο Δημήτρης είχε χρόνια να ξεχάσει την ώρα του φαγητού∙ και τις λίγες φορές που είχε συμβεί αυτό, δεν ήταν από ευτυχία.

     
       Η Αλίκη φυλάει την κάλπικη λίρα μέσα σ’ ένα κουμπαρά. Η λίρα της αγάπης δεν πρέπει να ξοδευτεί. Όπως δεν πρέπει να ξοδευτεί το «σ’ αγαπώ»∙ να μείνει ολοζώντανο, αναλλοίωτο. Ο Παύλος διαλέγει να το ζωγραφίσει πάνω στον καμβά∙ ένα πορτρέτο, χίλια σ’ αγαπώ∙ στην αρχή ηχηρά, παλλόμενα, σχεδόν ματωμένα∙ αργότερα υποχρεωτικά, κλαμένα, μάλλον μετανιωμένα. Η σχέση του ζευγαριού τρεκλίζει πάνω στις οικονομικές δυσκολίες. Εξήντα χρόνια ταινία και πολλές σκηνές είναι σαν να γυρίστηκαν σήμερα. Καλό για την ταινία, κακό για το σήμερα. Ο Παύλος αναγκάζεται να κάνει συμβιβασμούς∙ δέχεται να ζωγραφίσει τον τοίχο της ταβέρνας του μπαρμπα-Γιάννη∙  ο ταβερνιάρης τού έχει παραγγείλει ένα μεγάλο φεγγάρι, κίτρινο σαν κεφαλοτύρι, πάνω από τα τραπέζια του μαγαζιού. Αυτό το φεγγάρι γίνεται η σελήνη του μέλιτος για το ζευγάρι, σχολιάζει ο αφηγητής και δίκιο έχει, αφού το ζευγάρι μπορεί να τρώει τζάμπα για ένα μήνα στο ταβερνάκι.
     
     Τελικά η Αλίκη, πτοημένη από τη δύσκολη πραγματικότητα, εγκαταλείπει τον Παύλο. Παντρεύεται έναν ευκατάστατο παιδικό της φίλο και η ζωή της παίρνει τους παλιούς της ρυθμούς. Στην άκρη του μυαλού της όμως πάντα υπάρχει ο Παύλος, που εν τω μεταξύ έχει γίνει ένας διάσημος ζωγράφος. Σε μια έκθεση ζωγραφικής του, η Αλίκη με τον σύζυγό της επιχειρούν να αγοράσουν το «Σ’ αγαπώ». Ο Παύλος αρνιέται αυστηρά. «Δεν πουλιέται, κύριε. Μπορεί να πουλήθηκε κάποτε το μοντέλο, αλλά αυτό όχι». Αυτό ανήκει στον ζωγράφο. Ο Δημήτρης λατρεύει τον Χορν σε αυτή τη σκηνή. Είναι η αιφνιδιαστική εμφάνισή του στο πλάνο, το μαύρο ζιβάγκο που του προσδίδει μια αδιάλλακτη αυστηρότητα, η αίσθηση του αδιαπραγμάτευτου συναισθήματος. Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή είναι δωρεάν. Ακόμα κι αν πληρώσεις, δεν μπορείς να τα αποκτήσεις.
   
       Αρκετά χρόνια μετά, ο Παύλος συναντά την Αλίκη ένα πρωινό, στην Ηρώδου του Αττικού, καθώς κατηφορίζει για μια βόλτα στο Ζάππειο. Στο πλάνο διακρίνεται ο τροχονόμος με την άσπρη κάσκα του. Ο Δημήτρης αναλογίζεται πού θα έκρυβε σήμερα ο Τζαβέλλας την κλούβα με τους αστυνομικούς που υπάρχει συνήθως εκεί, για να μην του χαλάσει το γύρισμα. Ο Παύλος λέει στην Αλίκη για τη ζωή του και τη ρωτάει για τη δική της. Της λέει και για τη λίρα που ήταν κάλπικη. «Μια μεγάλη αγάπη που ξεκίνησε από μια κάλπικη λίρα. Κάλπικη δεν είναι μόνο η λίρα σε αυτή την ιστορία. Κάλπικο είναι γενικά το χρήμα», σχολιάζει ο αφηγητής πριν πέσει η λέξη «Τέλος».
     
      Ο Δημήτρης πατάει το pause και μένει να κοιτάζει αφηρημένα τη μοιραία, αναπόφευκτη λέξη στην παγωμένη οθόνη του υπολογιστή. Το ουίσκι στο ποτήρι του έχει τελειώσει κι αυτό.



19.1.13

Η ζωή σε pixels


Μεταξύ φίλων. Βρυξέλλες, 2011.
        Μικρή αντιπαθούσα τις φωτογραφίες∙ ιδίως αυτές που με απεικόνιζαν. Με έβρισκα άσχημη, σχεδόν απωθητική∙ το στόμα μου μεγάλο, τα μαλλιά μου πολύ ίσια και πολύ κοντά, το χαμόγελό μου άχαρο. Έκρυβα τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες μου πίσω από βάζα, αγαλματάκια και κηροπήγια. Κάθε βδομάδα με το ξεσκόνισμα ξανάπαιρναν την περίοπτη θέση τους και πάλι τις κυνηγούσα σαν κατσαρίδες.
      Την ίδια εποχή, μέσα στην απειλητική αίθουσα αναμονής στο ιατρείο ενός ηλικιωμένου Ελληνορουμάνου οδοντίατρου, πολυτελή λευκώματα με εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες μεγάλων δημιουργών μου κρατούσαν συντροφιά στην αγωνία του τροχού. Εκεί, βυθισμένη στις αναπαυτικές πολυθρόνες, περίμενα τη σειρά μου σαν μελλοθάνατη, ξεφυλλίζοντας σελίδες μεγάλου μεγέθους με θαυμάσιες φωτογραφίες. Ο γέρος οδοντίατρος πρέπει να ήταν λάτρης ή και ερασιτέχνης φωτογράφος∙ τότε ήμουν πολύ μικρή για να μου δημιουργηθεί η απορία.

       Μετά το σχολείο άρχισα να ασχολούμαι με τη φωτογραφία, στην αρχή με μια πρωτόγονη αλλά έμπιστη ΖΕΝΙΤ, τόσο βαριά όσο και ανθεκτική. Έμαθα για τον φωτοφράκτη, το διάφραγμα, την ταχύτητα, την ευαισθησία. Έστηνα τους φίλους μου σαν μοντέλα μπροστά από παλιές πόρτες, τοίχους με τούβλα, ξεχαρβαλωμένα παράθυρα. Μερικοί «έγραφαν» πάνω στο φωτογραφικό φιλμ∙ άλλοι δυσανασχετούσαν, απορρυθμίζονταν. Αργότερα μου ήρθε η μανία με τις αντανακλάσεις. Προχωρούσα στον δρόμο σαν υπνωτισμένη, παρατηρώντας ό,τι που καθρεφτιζόταν στις βιτρίνες, στους καθρέφτες των αυτοκινήτων, στις λακκούβες με τα νερά της βροχής.  Με τη μηχανή κολλημένη στα μάτια γύριζα αριστερά, δεξιά, πάνω, κάτω, μέχρι να πετύχω την τέλεια λήψη. Ό,τι έγραφε το φιλμ, θα έβγαινε στο χαρτί∙ oύτε Photoshop, ούτε Instagram εκείνη την εποχή∙ no mercy.

       Στο τέλος των φοιτητικών χρόνων πήρα μια Canon SLR και παρακολούθησα μερικές σειρές μαθημάτων φωτογραφίας. Άρχισα να μετατρέπω το WC του πατρικού μου σπιτιού σε σκοτεινό θάλαμο. Κλεινόμουν μέσα με τις ώρες σε απόλυτο σκοτάδι και εξασκόμουν να περνάω το φιλμ μέσα στο καρούλι του δοχείου εμφάνισης. Σε αυτό το στάδιο με βρήκε η έναρξη της υποχρεωτικής υπηρεσίας υπαίθρου και αναγκάστηκα να τα παρατήσω.

      Στο αγροτικό άρχισα να αλλάζω φωτογραφική ματιά. Είχα αποκτήσει πια και ένα δυνατό τηλεφακό καθώς και ένα φακό macro. Στεκόμουν σε ουδέτερα σημεία στις πλατείες των χωριών, στις αποβάθρες των λιμανιών και στις γωνιές της αγοράς. Παρατηρούσα τους ανθρώπους∙ τους γέροντες με τα φαρδιά υφασμάτινα παντελόνια και τα μακρυμάνικα πουκάμισα χειμώνα-καλοκαίρι, που ξάκριζαν από τον δρόμο προς τα καφενεία∙ τους ψαράδες που ξεφόρτωναν τα ψάρια και τα θαλασσινά σχεδόν ζωντανά, με τον αφρό της θάλασσας ακόμα επάνω τους∙ τις νοικοκυρές που ψώνιζαν από τους μανάβηδες. Τραβούσα απανωτά φωτογραφίες. Ο τηλεφακός μου με προφύλασσε από ανεπιθύμητες αντιδράσειςαπό μακριά κι αγαπημένοι. Κάποιες φορές χρησιμοποιούσα τη μέθοδο του «ανθρώπινου δολώματος»: έκανα ότι φωτογράφιζα κάποιον γνωστό και τραβούσα το πρόσωπο που ήθελα.

     Την πιο αναπάντεχη αντίδραση σε φωτογραφία την εισέπραξα πριν από πολλά χρόνια, όχι από άνθρωπο, αλλά από ένα χιμπατζή στον ζωολογικό κήπο του Λονδίνου. Είχα σταθεί ακίνητη μπροστά στο κλουβί του και ρύθμιζα τη μηχανή μου για να τον τραβήξω καθώς έτρωγε τη μπανάνα του. Φαίνεται πώς η προετοιμασία μου πήρε λίγο παραπάνω, γιατί μόλις ήμουν πια έτοιμη να τραβήξω τη φωτογραφία, ο χιμπατζής εκνευρισμένος μου πέταξε τη μπανανόφλουδα κατακέφαλα. Αν υπήρχε επόμενη λήψη, θα με έδειχνε με τη φλούδα πάνω στα μαλλιά. Έγινα το ανέκδοτο της παρέας εκείνη την ημέρα…

Διακρίνεται η μπανάνα, καθώς εγκαταλείπει το χέρι του χιμπατζή,
κατευθυνόμενη προς το κεφάλι μου...


      Την τελευταία δεκαετία η φωτογραφία έχει γίνει πια μια εύκολη υπόθεση. Η ψηφιακή τεχνολογία έχει δώσει απόλυτη ελευθερία στις λήψεις. Τραβάς ό,τι θέλεις, όσες φορές θέλεις, όπως θέλεις. Με μηχανή, με κινητό, με tablet. Μετά το επεξεργάζεσαι, το κόβεις και το ράβεις, το χρωματίζεις, το αποχρωματίζεις, το παλιώνεις ή το κάνεις να φαίνεται σαν σκίτσο. Το ανεβάζεις στο facebook, στο flickr, στο μπλογκ. Το κάνεις φόντο στην επιφάνεια εργασίας, υδατογράφημα σε έγγραφο του Word, εικόνα σε παρουσίαση Powerpoint. Μπορείς επίσης να το βάλεις σε ηλεκτρονική κορνίζα∙ αν το βαρεθείς, δεν χρειάζεται να παραχώσεις την κορνίζα∙ απλώς της αλλάζεις το θέμα.

     Με τα χρόνια έχω κατασταλάξει στο είδος της φωτογραφίας που με συναρπάζει. Είναι αυτές οι φωτογραφίες που αιχμαλωτίζουν στιγμιότυπα∙ κάτι που γίνεται και δεν πρόκειται να ξανασυμβεί με τον ίδιο τρόπο. Συνήθως είναι άνθρωποι∙ βλέμματα, χειρονομίες, κινήσεις, χαμόγελα, εκφράσεις. Όχι τα στημένα χαμόγελα, αυτά που περιμένουν το κλικ του φακού, καλοχτενισμένα,  παγωμένα μέσα στην ίδια τους την αμηχανία∙ τα αυθόρμητα χαμόγελα, αυτά που ξεπετάγονται απροειδοποίητα, με τις γωνιές των ματιών να ρυτιδώνουν από ευφορία και τα δόντια να αποκαλύπτονται αβίαστα, αφήνοντας την ψυχή να εκτονώσει έστω και  στιγμιαία τα βάρη της. Είναι και οι εκφράσεις οι φυσικές, αυτές που ζωγραφίζονται αυτόματα, χωρίς παράγγελμα, χωρίς προσμονή∙ η έκπληξη, η δυσαρέσκεια, η βουλιμία, η νύστα, η συγκίνηση, η θλίψη, η απελπισία. Είναι το ίδιο το συναίσθημα που αποτυπώνεται με pixels και περνάει από τη μνήμη RAM στην αιωνιότητα. Φωτογραφία δεν είναι οι στημένες οικογενειακές λήψεις με θείους, ανίψια, εξαδέλφια σε παράταξη γύρω από το γιορτινό τραπέζι∙ αυτό είναι φωτογραφική καταγραφή της οικογένειας. Φωτογραφία είναι η στιγμή που ο θείος, μπουκωμένος με το κομμάτι της βασιλόπιτας, δαγκώνει το φλουρί και γουρλώνει τα μάτια με ενθουσιασμό.

     Οι φωτογραφίες είναι βλέμματα∙ τα βλέμματα των άλλων επάνω μας. Και είναι ίσως αυτά τα βλέμματα που μας κάνουν να νιώθουμε αμήχανα∙ όχι το πώς στ’ αλήθεια δείχνουμε, αλλά το πώς θέλουμε να μας βλέπουν οι άλλοι. Συνεχίζει να μη μου αρέσει ο εαυτός μου στις φωτογραφίες. Τώρα είναι οι ρυτίδες του γέλιου, οι ρίζες των μαλλιών που μπορεί να θέλουν βάψιμο, το κραγιόν που δεν φαίνεται, η φράντζα που έχει πέσει. Είναι όμως ανεκτίμητες κάποιες φωτογραφίες τραβηγμένες με χιούμορ, με αγάπη, που με έχουν συλλάβει απροειδοποίητα σε στιγμές αυθόρμητες∙ σε ένα δυνατό γέλιο με τις ρυτίδες πιο βαθιές από ποτέ, σε μια στιγμή περισυλλογής με τη φράντζα να πέφτει περισσότερο πάνω στο προβληματισμένο κούτελο, σε μια στιγμή λαιμαργίας με το στόμα γεμάτο και το κραγιόν χωνεμένο.

     Η ζωή φαίνεται  αλλιώς  μέσα από το φακό. Πρόκειται για μια ματιά επιλεκτική, συχνά αδιάκριτη, εξομολογητική, έως και τρυφερή.  Να παρατηρεί κανείς τους ανθρώπους και να συλλαμβάνει τα στιγμιότυπα πάνω στη γέννησή τους. Η φωτογραφία να είναι γεμάτη με πραγματικό χρόνο, να αποτυπώνει σκηνές, γεγονότα, εκφράσεις που δεν θα επαναληφθούν ποτέ με τον ίδιο τρόπο∙ μοναδικές στιγμές όπως μοναδική είναι και η ίδια η ζωή.


Σιγά τον πολυέλαιο. Βρυξέλλες 2011.

8.1.13

Καφές με χιόνι


          Δείξε μου τον καφέ σου να σου πω ποιος είσαι. Μεγάλη μου αδυναμία ο καφές∙ μαζί με φίλους, με ένα βιβλίο, ακόμα και σκέτος με το μπισκοτάκι του. Μου αρέσει πολύ ο μοναχικός καφές, σε ώρες που όλοι δουλεύουν (σχήμα λόγου το όλοι), όταν τα καφέ είναι ήσυχα, μισοάδεια. Μα περισσότερο απ’ όλα μου αρέσει ο μοναχικός καφές με χιόνι∙ να κάθεσαι κάπου ζεστά, με τον καφέ να αχνίζει μυρωδάτος κάτω από την παγωμένη σου μύτη, και να παρατηρείς τις νιφάδες καθώς αυτοκτονούν ομαδικά, πέφτοντας λιωμένες στο έδαφος.
           Απέναντι από το σχολείο της Άννας υπάρχει ένα μικρό συμπαθητικό καφέ. Συχνά κάθομαι εκεί∙ καφές και βιβλίο, μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι, για να σχολάσω και να πάω να πάρω την Άννα.
           Σήμερα το μεσημέρι, έχοντας εγκαταλείψει το στρες της χθεσινής εφημερίας στον διάδρομο του γυμναστηρίου, μπήκα στο καφέ. Διάλεξα ένα από τα λίγα ελεύθερα τραπέζια στο βάθος της αίθουσας∙ φαίνεται ότι ο καφές με χιόνι αρέσει σε πολλούς. Κάθισα στον μαύρο υφασμάτινο καναπέ, έβγαλα από πάνω μου τον χιονοδρομικό εξοπλισμό και από τον σάκο μου την Άννα Καρένινα. Πάνω στην ώρα διάλεξα να ξαναδιαβάσω τον Τολστόι, σκέφτηκα∙ ο καιρός αυτός πάει με Ρώσους.
           Παράγγειλα καπουτσίνο με σαντιγί και έριξα μια αναγνωριστική ματιά. Υπάρχουν κι άλλοι μαύροι καναπέδες τριγύρω και μαύρες πολυθρόνες με ασπρόμαυρα μαξιλάρια σε μοτίβο ζέβρας. Από τα φωτιστικά κρέμονται χριστουγεννιάτικες μπάλες. Στον μεγάλο τοίχο της αίθουσας μια ασπρόμαυρη ταπετσαρία με το Μανχάταν. Από τα ηχεία, η Barbra Streisand εξομολογείται ότι είναι μια ερωτευμένη γυναίκα∙ ακούγεται το ίδιο ερωτευμένη όπως πριν από τριάντα χρόνια, τότε που πρωτοβγήκε το τραγούδι∙ οι έρωτες στα δισκάκια κρατάνε παντοτινά. 
           Το κοντινό μου τραπέζι είναι άδειο∙ επάνω του τρεις σκακιέρες. Στο δεύτερο τραπέζι, ένας σαραντάρης άνδρας με αθλητικό μπουφάν, χωμένος στην οθόνη ενός λάπτοπ∙ πατάει τα πλήκτρα από ψηλά με το ένα δάχτυλο και πίνει φραπέ. Στο διπλανό τραπέζι, ένας κύριος γύρω στα εβδομήντα διαβάζει αθλητική εφημερίδα∙ ΧΡΗΜΑΣΠΟΡ∙ Δίψα για εκδίκηση, ο κυρίως τίτλος της πρώτης σελίδας∙ Μπείτε τώρα, προτρέπει με μεγάλα γράμματα το οπισθόφυλλο∙ από τόσο μακριά δεν μπορώ να διαβάσω πού πρέπει να μπει ο αναγνώστης της εφημερίδας∙ ο κύριος πίνει ελληνικό καφέ.
            Την προσοχή μου όμως τραβάει η γυναίκα που κάθεται στο μπροστινό τραπέζι, κοντά στο παράθυρο∙ το αγαπημένο μου τραπέζι. Η γυναίκα είναι στην ηλικία μου∙ φοράει πράσινο χοντρό πουλόβερ με ψηλό γιακά∙ δίπλα στην κούπα της το μικροσκοπικό γυάλινο βαζάκι με της κανέλας. Η γυναίκα πίνει καπουτσίνο και γράφει. Αναδεύει πού και πού μια κόλλα χαρτί, ενώ παρατηρεί κι εκείνη γύρω της όπως κι εγώ, από διαφορετική όμως γωνία. Είναι σκεπτική∙ κρατάει με το αριστερό χέρι το πηγούνι της, στηρίζοντας το κεφάλι της, βαρύ από την περισυλλογή∙ με το δεξί χέρι γράφει στο χαρτί. Φαίνεται πολύ απορροφημένη από το γραπτό της. Σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι η Ελληνίδα Τζόαν Ρόουλινγκ∙ κάπως έτσι γεννήθηκε ο Χάρι Πότερ, σε ένα καφέ του Εδιμβούργου.
              Βγάζω κι εγώ το μπλοκάκι μου και κρατάω σημειώσεις. Η γυναίκα γράφει το βιβλίο της κι εγώ γράφω για τη γυναίκα. Ο ηλικιωμένος κύριος παίρνει την εφημερίδα του και φεύγει. Ίσως αποφάσισε επιτέλους να μπει εκεί που του λέει η εφημερίδα του. Ο νεότερος άνδρας συνεχίζει να πληκτρολογεί με μανία κατεβάζοντας από ψηλά το ίδιο δάκτυλο. Η γέφυρα του Μανχάταν ξεκινάει από το τραπέζι με τις σκακιέρες, διασχίζει από ψηλά το τραπέζι του άνδρα με το λάπτοπ και το άδειο τραπέζι του κυρίου με την εφημερίδα και καταλήγει στη σκεπτική συγγραφέα που στοχάζεται τους χαρακτήρες του βιβλίου της.
               Από τα ηχεία τώρα ακούγεται το “Johnny B”, αφιερωμένο στους χθεσινούς Γιάννηδες ίσως. Ακούγεται επιπλέον, όχι βέβαια από τα ηχεία, το κουδούνι του σχολείου. Πληρώνω τον καφέ, ντύνομαι βιαστικά και βγαίνω έξω στο χιόνι. Το κρύο με χτυπάει στο μέτωπο. Πριν περάσω απέναντι, ρίχνω μια τελευταία ματιά στη συγγραφέα∙ κρατάει ακόμα το πηγούνι της. Κάτι μου λέει  ότι αυτό που γράφει είναι καλό.
                 


6.1.13

Συγγραφείς που γράφουν με δυσκολία




      Οι μεγάλοι συγγραφείς γράφουν με δυσκολία, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται. Και γράφουν με περισσότερη δυσκολία τα απλά πράγματα, αυτά που ο συνηθισμένος κόσμος βάζει στο χαρτί χωρίς δεύτερη σκέψη. Ένα σημείωμα για το καθαριστήριο, μια λίστα με ψώνια, μια υπενθύμιση στη σύζυγο.
     Κάποτε ο E. L. Doktorow χρειάστηκε να γράψει ένα σημείωμα για να δικαιολογήσει μια απουσία της κόρης του στο σχολείο. Η Καρολάιν, η κόρη του, πήγαινε στο δημοτικό, δεύτερη ή τρίτη τάξη. Ο συγγραφέας έτρωγε το πρωινό του στην κουζίνα, όταν εμφανίστηκε η Καρολάιν, με το αδιάβροχό της,  κρατώντας το καλαθάκι της με το μεσημεριανό, έτοιμη να φύγει για το σχολείο. Ζήτησε από τον πατέρα της να της γράψει το σημείωμα για τον δάσκαλο∙ σε λίγα λεπτά θα ερχόταν το σχολικό να την πάρει. Του είχε έτοιμο, μάλιστα, μολύβι και μπλοκ∙ τόσο προνοητική ήταν, από παιδί.
     Ο συγγραφέας έγραψε στο χαρτί την ημερομηνία και άρχισε Αγαπητέ κύριε Τάδε, η κόρη μου Καρολάιν…. Μετά σκέφτηκε «Όχι αυτό δεν είναι καλό, εννοείται ότι είναι η κόρη μου Καρολάιν». Έσκισε το χαρτί και ξανάρχισε σε καινούρια σελίδα. Χθες το παιδί μου… Όχι. Ούτε αυτό ήταν εντάξει∙ έμοιαζε με κατάθεση.
     Ο Doktorow συνέχισε να γράφει και να σκίζει, μέχρι που ακούστηκε η κόρνα του σχολικού. Το κοριτσάκι βρισκόταν σε κατάσταση πανικού. Πάνω στο τραπέζι είχε μαζευτεί μια στοίβα από τσαλακωμένα χαρτιά. Η σύζυγος του Doktorow σχεδόν τράβαγε τα μαλλιά της. «Δεν το πιστεύω αυτό. Δεν το πιστεύω!», μονολογούσε. Πήρε αποφασιστικά το μολύβι και το μπλοκ, έγραψε δυο αράδες και έδωσε το σημείωμα στην Καρολάιν.
    Ο Doktorow προσπαθούσε να γράψει το τέλειο δικαιολογητικό σημείωμα. Αυτό το ασήμαντο γεγονός ήταν μια αποκαλυπτική εμπειρία, όπως σχολιάζει ο ίδιος σε συνέντευξή του στο Paris Review. «Το γράψιμο είναι πολύ δύσκολο. Ιδίως οι μικρές φόρμες».

30.12.12

Σημειώσεις στο τέλος της χρονιάς και της λίστας


Όλοι περηφανευόμαστε και χαιρόμαστε στη σκέψη ότι είμαστε μοναδικοί, αλλά τελικά φοβάμαι ότι η αστυνομία έχει δίκιο: μόνο τα δακτυλικά αποτυπώματα μας ξεχωρίζουν.
DAVID SEDARIS

"Η λίστα «μίλησε» και δείχνει τον Γ. Παπακωνσταντίνου". Αδιαπραγμάτευτος ο τίτλος της εφημερίδας. "Έκπληξη, οργή και απορία". Ο υπότιτλος. Όχι έκπληξη, ούτε απορία. Ποιος είχε αμφιβολία; Το όνομα έλειπε, αλλά άραγε είναι μόνο αυτό; Η μόνη ίσως απορία. Ούτε οργή∙ έγινε συνήθεια κι αυτή. Όταν βρίσκονται συνεχώς σε κατάσταση διέγερσης, οι υποδοχείς του συναισθήματος εξοικειώνονται, γίνονται ανθεκτικοί. Τουλάχιστον φαίνεται να τέλειωσε ή να τελειώνει κάπου εδώ το παιχνίδι με τη λίστα. Έφτασε να θυμίζει κρυφτό ή εκείνο το άλλο παιχνίδι με το δαχτυλίδι («πού’ντο-πού’ντο…») ή και την κάλπικη λίρα που γυρνάει από χέρι σε χέρι. Προανακριτική επιτροπή, ειδικό δικαστήριο, να κάτι όροι από το παρελθόν ξανά στην επικαιρότητα. Ήμουν νέα και έγινα μεσόκοπη.
Βαίνουμε, φαίνεται, ολοταχώς προς μια διαδικασία κάθαρσης. Το είδε κι ο Θεός των μικρών χωρών και βρέχει συνεχώς, μερόνυχτα ολόκληρα∙ μια βροχή ποτιστική, καθαρτική, να πλυθούν όλα τα πεζοδρόμια από τις ακαθαρσίες∙ γιατί η ζωή στα χρόνια της ευημερίας ήταν ναρκοθετημένη από περιττώματα σκύλων, τουλάχιστον στις μεγάλες πόλεις.
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα της κάθαρσης παρασύρθηκα κι εγώ να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη μου∙ κάτι που της όφειλα καιρό και που όλο ανέβαλλα. Τώρα που όλα θα τακτοποιηθούν στο δημόσιο βίο, δεν πρέπει ο ιδιωτικός να τελεί σε κατάσταση χάους. Με ηχητική επένδυση από το καθιστικό τα δελτία ειδήσεων και με τα ονόματα Παπακωνσταντίνου (εξάδελφος και εξαδέλφες), Βενιζέλος, Λαγκάρντ, Κουβέλης, Σαμαράς να ηχούν diminuendo αντικαθιστάμενα προοδευτικά από άλλα ανεκτίμητα, ασημωμένα με την πατίνα του λογοτεχνικού χρόνου, άρχισα να κατεβάζω τόμους από τα ράφια.
Χαμός γινόταν. Τέτοια ανακατωσούρα ούτε σε παζάρι βιβλίων. Όπου χωρούσαν τα είχα τρυπώσει τα βιβλία. Ο Παπαδιαμάντης δίπλα στον Ζενέ∙ η δικιά μας γενιά του ’30 πλάι με τους Ρώσους∙ οι ποιητές, Έλληνες και ξένοι, στριμωγμένοι σε ένα ράφι∙ η Ζακλίν ντε Ρομιγί μέσα στους Αμερικανούς (τα Ρόδα της μοναξιάς της μόνο μοναξιά δεν θα μπορούσαν να ισχυριστούν). Βρήκα βιβλία που δεν θυμόμουν ότι είχα αγοράσει: μικρές νουβέλες του Μποντλέρ, του Ντιντερό και του Φλομπέρ, τον Φουέντες που νόμιζα ότι είχα χάσει. Βρήκα και βιβλία διπλά: τα Σταφύλια της οργής, την Πλωτή πόλη της Μάρως Δούκα. Και στα έξω ράφια όλα τα πρόσφατα αποκτήματά μου: Βαλτινός, ένας ακόμα Ζέμπαλντ, το Γλωσσικό πλέγμα του Paul Celan, η καινούρια συλλογή του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου, βιογραφίες (Κάφκα, Μπόρχες, Πηνελόπη Δέλτα, Βιρτζίνια Γουλφ). Μερικά βιβλία είχαν αρκετή σκόνη, σημάδι ότι κάθονταν ανενόχλητα πολύ καιρό στα ράφια. So many books, so little time. Είμαι αχόρταγη στα βιβλία. Οι μόνες αγορές που δεν έχω καταφέρει να περιορίσω.
Πάντως έκανα καλή δουλειά. Έλαμψαν οι συγγραφείς μου. Οι Ρώσοι στη βάση, όλοι μαζί για "ντόμπρι ντιεν"∙ από πάνω τους οι Έλληνες πεζογράφοι πριν το ’30∙ πιο ψηλά οι Γάλλοι∙ δίπλα οι αγγλόφωνοι, χώρια οι Άγγλοι από τους Αμερικανούς∙ πιο πάνω Γερμανόφωνοι. Στη συνέχεια οι Έλληνες μετά το ’30 και οι νεότεροι Έλληνες πεζογράφοι. Οι ποιητές σε δύο ράφια, ξεχωριστά οι Έλληνες από τους ξένους, με αλφαβητική σειρά το κάθε ράφι∙ βρήκε ο Καβάφης τον Κάλα, τον Καρούζο και τον Καρυωτάκη και τα λένε∙ η Κική πάντα δίπλα στον Άθω∙ κι ο Χιόνης στέκεται δίπλα στη Μυθολογία του Μάνου και στη Μάτση Χατζηλαζάρου, ενώ ο Εμπειρίκος μακριά της, δίπλα στον Οδυσσέα. Τι παιχνίδια παίζουν αυτές οι λίστες, έστω κι όταν είναι απλώς αλφαβητικές… Το πιο αγαπημένο μου ράφι παρέμεινε σχεδόν απείραχτο, στο κέντρο της βιβλιοθήκης, στο ύψος των ματιών. Είναι ένα ράφι με βιβλία για τα βιβλία, δηλαδή βιβλία με βιβλιοφιλικό περιεχόμενο (πώς γράφουν οι συγγραφείς, πώς διαβάζουν οι αναγνώστες, πώς νιώθουν τα ίδια τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες). Τελειώνοντας χθες αργά το απόγευμα, επιθεώρησα πολλές φορές τη βιβλιοθήκη μου καμαρώνοντας τη νέα τάξη βιβλίων.
Σήμερα ξύπνησα με την ελπίδα μιας μέρας τουλάχιστον στεγνής, έστω και ανήλιαγης. Όμως η ίδια βροχή πέφτει αδιάκοπα∙ ούτε στη Σκωτία να ήμαστε. Βγήκα μια μικρή βόλτα στο κέντρο∙ η Διονυσίου Αρεοπαγίτου με ελάχιστο κόσμο, η Πανεπιστημίου και η Σταδίου μουδιασμένες∙ οι περαστικοί χωρίς πολλές σακούλες στα χέρια, τα ζευγάρια κρατώντας το χέρι ο ένας του άλλου, οι άστεγοι στη θέση τους κουκουλωμένοι. Ο «Ιανός» κλειστός∙ απέξω εργαζόμενοι με πανό∙ απεργία. Μπήκα στον Παπασωτηρίου για κάτι τελευταία δωράκια. Εννοείται ότι δεν συγκρατήθηκα (τώρα που έκανα και χώρο στα ράφια)∙ μου πήρα τον Εξώστη του Καχτίτση, τον Ντοστογέφσκι του Κωστή Παπαγιώργη  και ένα βιβλιαράκι με μια νουβέλα του David Sedaris, τα Ημερολόγια από τη Χώρα των Χριστουγέννων.
Γύρισα σπίτι μούσκεμα∙ η τελευταία βροχή του 2012, τουλάχιστον για μένα, αφού αύριο θα είμαι όλη την ημέρα στο νοσοκομείο. Μου έκανε ο Στέλιος έναν ωραίο ζεστό καφέ και διάβασα μονορούφι τον Sedaris. Ένας τριαντατριάχρονος επίδοξος σεναριογράφος προσλαμβάνεται να κάνει το ξωτικό στη Χριστουγεννιάτικη Πολιτεία ενός μεγάλου πολυκαταστήματος. Ογδόντα περίπου σελίδες μικρού σχήματος μονορούφι∙ περίσσεψε και καφές. Γραφή ανάλαφρη και ταυτόχρονα νευρώδης, καυστική και χιουμοριστική∙ θα αναζητήσω και τα άλλα του βιβλία.
Τέλος χρόνου λοιπόν∙τελευταία τούτη η ανάρτηση για το 2012.  Πολλές ευχές για μια ευτυχισμένη καινούρια χρονιά με λιγότερα προβλήματα και περισσότερες λύσεις…