Σελίδες

19.1.13

Η ζωή σε pixels


Μεταξύ φίλων. Βρυξέλλες, 2011.
        Μικρή αντιπαθούσα τις φωτογραφίες∙ ιδίως αυτές που με απεικόνιζαν. Με έβρισκα άσχημη, σχεδόν απωθητική∙ το στόμα μου μεγάλο, τα μαλλιά μου πολύ ίσια και πολύ κοντά, το χαμόγελό μου άχαρο. Έκρυβα τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες μου πίσω από βάζα, αγαλματάκια και κηροπήγια. Κάθε βδομάδα με το ξεσκόνισμα ξανάπαιρναν την περίοπτη θέση τους και πάλι τις κυνηγούσα σαν κατσαρίδες.
      Την ίδια εποχή, μέσα στην απειλητική αίθουσα αναμονής στο ιατρείο ενός ηλικιωμένου Ελληνορουμάνου οδοντίατρου, πολυτελή λευκώματα με εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες μεγάλων δημιουργών μου κρατούσαν συντροφιά στην αγωνία του τροχού. Εκεί, βυθισμένη στις αναπαυτικές πολυθρόνες, περίμενα τη σειρά μου σαν μελλοθάνατη, ξεφυλλίζοντας σελίδες μεγάλου μεγέθους με θαυμάσιες φωτογραφίες. Ο γέρος οδοντίατρος πρέπει να ήταν λάτρης ή και ερασιτέχνης φωτογράφος∙ τότε ήμουν πολύ μικρή για να μου δημιουργηθεί η απορία.

       Μετά το σχολείο άρχισα να ασχολούμαι με τη φωτογραφία, στην αρχή με μια πρωτόγονη αλλά έμπιστη ΖΕΝΙΤ, τόσο βαριά όσο και ανθεκτική. Έμαθα για τον φωτοφράκτη, το διάφραγμα, την ταχύτητα, την ευαισθησία. Έστηνα τους φίλους μου σαν μοντέλα μπροστά από παλιές πόρτες, τοίχους με τούβλα, ξεχαρβαλωμένα παράθυρα. Μερικοί «έγραφαν» πάνω στο φωτογραφικό φιλμ∙ άλλοι δυσανασχετούσαν, απορρυθμίζονταν. Αργότερα μου ήρθε η μανία με τις αντανακλάσεις. Προχωρούσα στον δρόμο σαν υπνωτισμένη, παρατηρώντας ό,τι που καθρεφτιζόταν στις βιτρίνες, στους καθρέφτες των αυτοκινήτων, στις λακκούβες με τα νερά της βροχής.  Με τη μηχανή κολλημένη στα μάτια γύριζα αριστερά, δεξιά, πάνω, κάτω, μέχρι να πετύχω την τέλεια λήψη. Ό,τι έγραφε το φιλμ, θα έβγαινε στο χαρτί∙ oύτε Photoshop, ούτε Instagram εκείνη την εποχή∙ no mercy.

       Στο τέλος των φοιτητικών χρόνων πήρα μια Canon SLR και παρακολούθησα μερικές σειρές μαθημάτων φωτογραφίας. Άρχισα να μετατρέπω το WC του πατρικού μου σπιτιού σε σκοτεινό θάλαμο. Κλεινόμουν μέσα με τις ώρες σε απόλυτο σκοτάδι και εξασκόμουν να περνάω το φιλμ μέσα στο καρούλι του δοχείου εμφάνισης. Σε αυτό το στάδιο με βρήκε η έναρξη της υποχρεωτικής υπηρεσίας υπαίθρου και αναγκάστηκα να τα παρατήσω.

      Στο αγροτικό άρχισα να αλλάζω φωτογραφική ματιά. Είχα αποκτήσει πια και ένα δυνατό τηλεφακό καθώς και ένα φακό macro. Στεκόμουν σε ουδέτερα σημεία στις πλατείες των χωριών, στις αποβάθρες των λιμανιών και στις γωνιές της αγοράς. Παρατηρούσα τους ανθρώπους∙ τους γέροντες με τα φαρδιά υφασμάτινα παντελόνια και τα μακρυμάνικα πουκάμισα χειμώνα-καλοκαίρι, που ξάκριζαν από τον δρόμο προς τα καφενεία∙ τους ψαράδες που ξεφόρτωναν τα ψάρια και τα θαλασσινά σχεδόν ζωντανά, με τον αφρό της θάλασσας ακόμα επάνω τους∙ τις νοικοκυρές που ψώνιζαν από τους μανάβηδες. Τραβούσα απανωτά φωτογραφίες. Ο τηλεφακός μου με προφύλασσε από ανεπιθύμητες αντιδράσειςαπό μακριά κι αγαπημένοι. Κάποιες φορές χρησιμοποιούσα τη μέθοδο του «ανθρώπινου δολώματος»: έκανα ότι φωτογράφιζα κάποιον γνωστό και τραβούσα το πρόσωπο που ήθελα.

     Την πιο αναπάντεχη αντίδραση σε φωτογραφία την εισέπραξα πριν από πολλά χρόνια, όχι από άνθρωπο, αλλά από ένα χιμπατζή στον ζωολογικό κήπο του Λονδίνου. Είχα σταθεί ακίνητη μπροστά στο κλουβί του και ρύθμιζα τη μηχανή μου για να τον τραβήξω καθώς έτρωγε τη μπανάνα του. Φαίνεται πώς η προετοιμασία μου πήρε λίγο παραπάνω, γιατί μόλις ήμουν πια έτοιμη να τραβήξω τη φωτογραφία, ο χιμπατζής εκνευρισμένος μου πέταξε τη μπανανόφλουδα κατακέφαλα. Αν υπήρχε επόμενη λήψη, θα με έδειχνε με τη φλούδα πάνω στα μαλλιά. Έγινα το ανέκδοτο της παρέας εκείνη την ημέρα…

Διακρίνεται η μπανάνα, καθώς εγκαταλείπει το χέρι του χιμπατζή,
κατευθυνόμενη προς το κεφάλι μου...


      Την τελευταία δεκαετία η φωτογραφία έχει γίνει πια μια εύκολη υπόθεση. Η ψηφιακή τεχνολογία έχει δώσει απόλυτη ελευθερία στις λήψεις. Τραβάς ό,τι θέλεις, όσες φορές θέλεις, όπως θέλεις. Με μηχανή, με κινητό, με tablet. Μετά το επεξεργάζεσαι, το κόβεις και το ράβεις, το χρωματίζεις, το αποχρωματίζεις, το παλιώνεις ή το κάνεις να φαίνεται σαν σκίτσο. Το ανεβάζεις στο facebook, στο flickr, στο μπλογκ. Το κάνεις φόντο στην επιφάνεια εργασίας, υδατογράφημα σε έγγραφο του Word, εικόνα σε παρουσίαση Powerpoint. Μπορείς επίσης να το βάλεις σε ηλεκτρονική κορνίζα∙ αν το βαρεθείς, δεν χρειάζεται να παραχώσεις την κορνίζα∙ απλώς της αλλάζεις το θέμα.

     Με τα χρόνια έχω κατασταλάξει στο είδος της φωτογραφίας που με συναρπάζει. Είναι αυτές οι φωτογραφίες που αιχμαλωτίζουν στιγμιότυπα∙ κάτι που γίνεται και δεν πρόκειται να ξανασυμβεί με τον ίδιο τρόπο. Συνήθως είναι άνθρωποι∙ βλέμματα, χειρονομίες, κινήσεις, χαμόγελα, εκφράσεις. Όχι τα στημένα χαμόγελα, αυτά που περιμένουν το κλικ του φακού, καλοχτενισμένα,  παγωμένα μέσα στην ίδια τους την αμηχανία∙ τα αυθόρμητα χαμόγελα, αυτά που ξεπετάγονται απροειδοποίητα, με τις γωνιές των ματιών να ρυτιδώνουν από ευφορία και τα δόντια να αποκαλύπτονται αβίαστα, αφήνοντας την ψυχή να εκτονώσει έστω και  στιγμιαία τα βάρη της. Είναι και οι εκφράσεις οι φυσικές, αυτές που ζωγραφίζονται αυτόματα, χωρίς παράγγελμα, χωρίς προσμονή∙ η έκπληξη, η δυσαρέσκεια, η βουλιμία, η νύστα, η συγκίνηση, η θλίψη, η απελπισία. Είναι το ίδιο το συναίσθημα που αποτυπώνεται με pixels και περνάει από τη μνήμη RAM στην αιωνιότητα. Φωτογραφία δεν είναι οι στημένες οικογενειακές λήψεις με θείους, ανίψια, εξαδέλφια σε παράταξη γύρω από το γιορτινό τραπέζι∙ αυτό είναι φωτογραφική καταγραφή της οικογένειας. Φωτογραφία είναι η στιγμή που ο θείος, μπουκωμένος με το κομμάτι της βασιλόπιτας, δαγκώνει το φλουρί και γουρλώνει τα μάτια με ενθουσιασμό.

     Οι φωτογραφίες είναι βλέμματα∙ τα βλέμματα των άλλων επάνω μας. Και είναι ίσως αυτά τα βλέμματα που μας κάνουν να νιώθουμε αμήχανα∙ όχι το πώς στ’ αλήθεια δείχνουμε, αλλά το πώς θέλουμε να μας βλέπουν οι άλλοι. Συνεχίζει να μη μου αρέσει ο εαυτός μου στις φωτογραφίες. Τώρα είναι οι ρυτίδες του γέλιου, οι ρίζες των μαλλιών που μπορεί να θέλουν βάψιμο, το κραγιόν που δεν φαίνεται, η φράντζα που έχει πέσει. Είναι όμως ανεκτίμητες κάποιες φωτογραφίες τραβηγμένες με χιούμορ, με αγάπη, που με έχουν συλλάβει απροειδοποίητα σε στιγμές αυθόρμητες∙ σε ένα δυνατό γέλιο με τις ρυτίδες πιο βαθιές από ποτέ, σε μια στιγμή περισυλλογής με τη φράντζα να πέφτει περισσότερο πάνω στο προβληματισμένο κούτελο, σε μια στιγμή λαιμαργίας με το στόμα γεμάτο και το κραγιόν χωνεμένο.

     Η ζωή φαίνεται  αλλιώς  μέσα από το φακό. Πρόκειται για μια ματιά επιλεκτική, συχνά αδιάκριτη, εξομολογητική, έως και τρυφερή.  Να παρατηρεί κανείς τους ανθρώπους και να συλλαμβάνει τα στιγμιότυπα πάνω στη γέννησή τους. Η φωτογραφία να είναι γεμάτη με πραγματικό χρόνο, να αποτυπώνει σκηνές, γεγονότα, εκφράσεις που δεν θα επαναληφθούν ποτέ με τον ίδιο τρόπο∙ μοναδικές στιγμές όπως μοναδική είναι και η ίδια η ζωή.


Σιγά τον πολυέλαιο. Βρυξέλλες 2011.

2 σχόλια:

...μωβ είπε...

τι όμορφο κείμενο Μαρία... Και πόσο με περιέχει και μένα... Μεγάλωσα με τη φωτογραφία... Ακόμη μεγαλώνω μαζί της... Σ΄ευχαριστώ για τη συγκίνηση!

Margo είπε...

Όμορφη διαδρομή πίσω από το φακό κυρίως. Τι απέναντι από τον φακό μάλλον δυσκολεύει τους περισσότερους.. ή μάλλον έχει να κάνει και με τον φωτογράφο. Να μπορεί να διώξει την αμηχανία του μοντέλου..

Καλησπέρα Μαρία μου