Σελίδες

8.1.13

Καφές με χιόνι


          Δείξε μου τον καφέ σου να σου πω ποιος είσαι. Μεγάλη μου αδυναμία ο καφές∙ μαζί με φίλους, με ένα βιβλίο, ακόμα και σκέτος με το μπισκοτάκι του. Μου αρέσει πολύ ο μοναχικός καφές, σε ώρες που όλοι δουλεύουν (σχήμα λόγου το όλοι), όταν τα καφέ είναι ήσυχα, μισοάδεια. Μα περισσότερο απ’ όλα μου αρέσει ο μοναχικός καφές με χιόνι∙ να κάθεσαι κάπου ζεστά, με τον καφέ να αχνίζει μυρωδάτος κάτω από την παγωμένη σου μύτη, και να παρατηρείς τις νιφάδες καθώς αυτοκτονούν ομαδικά, πέφτοντας λιωμένες στο έδαφος.
           Απέναντι από το σχολείο της Άννας υπάρχει ένα μικρό συμπαθητικό καφέ. Συχνά κάθομαι εκεί∙ καφές και βιβλίο, μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι, για να σχολάσω και να πάω να πάρω την Άννα.
           Σήμερα το μεσημέρι, έχοντας εγκαταλείψει το στρες της χθεσινής εφημερίας στον διάδρομο του γυμναστηρίου, μπήκα στο καφέ. Διάλεξα ένα από τα λίγα ελεύθερα τραπέζια στο βάθος της αίθουσας∙ φαίνεται ότι ο καφές με χιόνι αρέσει σε πολλούς. Κάθισα στον μαύρο υφασμάτινο καναπέ, έβγαλα από πάνω μου τον χιονοδρομικό εξοπλισμό και από τον σάκο μου την Άννα Καρένινα. Πάνω στην ώρα διάλεξα να ξαναδιαβάσω τον Τολστόι, σκέφτηκα∙ ο καιρός αυτός πάει με Ρώσους.
           Παράγγειλα καπουτσίνο με σαντιγί και έριξα μια αναγνωριστική ματιά. Υπάρχουν κι άλλοι μαύροι καναπέδες τριγύρω και μαύρες πολυθρόνες με ασπρόμαυρα μαξιλάρια σε μοτίβο ζέβρας. Από τα φωτιστικά κρέμονται χριστουγεννιάτικες μπάλες. Στον μεγάλο τοίχο της αίθουσας μια ασπρόμαυρη ταπετσαρία με το Μανχάταν. Από τα ηχεία, η Barbra Streisand εξομολογείται ότι είναι μια ερωτευμένη γυναίκα∙ ακούγεται το ίδιο ερωτευμένη όπως πριν από τριάντα χρόνια, τότε που πρωτοβγήκε το τραγούδι∙ οι έρωτες στα δισκάκια κρατάνε παντοτινά. 
           Το κοντινό μου τραπέζι είναι άδειο∙ επάνω του τρεις σκακιέρες. Στο δεύτερο τραπέζι, ένας σαραντάρης άνδρας με αθλητικό μπουφάν, χωμένος στην οθόνη ενός λάπτοπ∙ πατάει τα πλήκτρα από ψηλά με το ένα δάχτυλο και πίνει φραπέ. Στο διπλανό τραπέζι, ένας κύριος γύρω στα εβδομήντα διαβάζει αθλητική εφημερίδα∙ ΧΡΗΜΑΣΠΟΡ∙ Δίψα για εκδίκηση, ο κυρίως τίτλος της πρώτης σελίδας∙ Μπείτε τώρα, προτρέπει με μεγάλα γράμματα το οπισθόφυλλο∙ από τόσο μακριά δεν μπορώ να διαβάσω πού πρέπει να μπει ο αναγνώστης της εφημερίδας∙ ο κύριος πίνει ελληνικό καφέ.
            Την προσοχή μου όμως τραβάει η γυναίκα που κάθεται στο μπροστινό τραπέζι, κοντά στο παράθυρο∙ το αγαπημένο μου τραπέζι. Η γυναίκα είναι στην ηλικία μου∙ φοράει πράσινο χοντρό πουλόβερ με ψηλό γιακά∙ δίπλα στην κούπα της το μικροσκοπικό γυάλινο βαζάκι με της κανέλας. Η γυναίκα πίνει καπουτσίνο και γράφει. Αναδεύει πού και πού μια κόλλα χαρτί, ενώ παρατηρεί κι εκείνη γύρω της όπως κι εγώ, από διαφορετική όμως γωνία. Είναι σκεπτική∙ κρατάει με το αριστερό χέρι το πηγούνι της, στηρίζοντας το κεφάλι της, βαρύ από την περισυλλογή∙ με το δεξί χέρι γράφει στο χαρτί. Φαίνεται πολύ απορροφημένη από το γραπτό της. Σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι η Ελληνίδα Τζόαν Ρόουλινγκ∙ κάπως έτσι γεννήθηκε ο Χάρι Πότερ, σε ένα καφέ του Εδιμβούργου.
              Βγάζω κι εγώ το μπλοκάκι μου και κρατάω σημειώσεις. Η γυναίκα γράφει το βιβλίο της κι εγώ γράφω για τη γυναίκα. Ο ηλικιωμένος κύριος παίρνει την εφημερίδα του και φεύγει. Ίσως αποφάσισε επιτέλους να μπει εκεί που του λέει η εφημερίδα του. Ο νεότερος άνδρας συνεχίζει να πληκτρολογεί με μανία κατεβάζοντας από ψηλά το ίδιο δάκτυλο. Η γέφυρα του Μανχάταν ξεκινάει από το τραπέζι με τις σκακιέρες, διασχίζει από ψηλά το τραπέζι του άνδρα με το λάπτοπ και το άδειο τραπέζι του κυρίου με την εφημερίδα και καταλήγει στη σκεπτική συγγραφέα που στοχάζεται τους χαρακτήρες του βιβλίου της.
               Από τα ηχεία τώρα ακούγεται το “Johnny B”, αφιερωμένο στους χθεσινούς Γιάννηδες ίσως. Ακούγεται επιπλέον, όχι βέβαια από τα ηχεία, το κουδούνι του σχολείου. Πληρώνω τον καφέ, ντύνομαι βιαστικά και βγαίνω έξω στο χιόνι. Το κρύο με χτυπάει στο μέτωπο. Πριν περάσω απέναντι, ρίχνω μια τελευταία ματιά στη συγγραφέα∙ κρατάει ακόμα το πηγούνι της. Κάτι μου λέει  ότι αυτό που γράφει είναι καλό.
                 


Δεν υπάρχουν σχόλια: