Σελίδες

31.1.12

Η τυραννία του γραπτού λόγου


   
       Στα σαρανταπέντε του ο Γιόχαν είχε αποδεχτεί ότι δεν θα γινόταν ποτέ μεγάλος συγγραφέας. Η ζωή του μέχρι τώρα ήταν επίπεδη σαν δίσκος σερβιρίσματος. Οι μεγάλοι συγγραφείς ζούσαν ζωές ταραγμένες, με κουτσουρεμένα παιδικά χρόνια και μισερή νεότητα. Μισότρελοι ή μισομεθυσμένοι,  μπαινόβγαιναν στις ιστορίες τους ως πρωταγωνιστές με αλλαγμένο όνομα ή με το αντίθετο φύλο, ή ως απλοί παρατηρητές, όπως ο Χίτσκοκ στις γωνιές του σελιλόιντ των ταινιών του. Ξόδευαν όλη την ενέργεια μιας ζωής για να μετατρέψουν ένα ερέθισμα σε μερικές σελίδες καλλιγραφικές αράδες που θα έδιναν στον αναγνώστη χρόνο κερδισμένο, παράταση της δικής του, μίας και μοναδικής ζωής. Ένα καλογραμμένο βιβλίο ήταν όπως μια bonus ζωή σε ηλεκτρονικό παιχνίδι. Αυτό είχε γράψει ο Γιόχαν στην εισαγωγή της μελέτης του Η Τυραννία του Γραπτού Λόγου.
   
      Είχε γνωρίσει από κοντά πολλούς συγγραφείς, γνωστούς και άγνωστους, τυραννισμένους από τις ίδιες τους τις λέξεις. Ήξερε τα στέκια τους, τα οσμιζόταν και τα ξετρύπωνε σαν λαγωνικό. Πριν από χρόνια, έτυχε να βρεθεί στο Παρίσι και πήγε να επισκεφθεί την Παναγία των Παρισίων. Απέναντι ακριβώς από τον ναό, βρέθηκε αντιμέτωπος με τις προθήκες ενός παλιού βιβλιοπωλείου που έφερε το βαρύ όνομα Σέξπιρ και ΣΙΑ. Μαγνητισμένος από τη φορτωμένη βιτρίνα, γύρισε χωρίς δεύτερη σκέψη την πλάτη του στη Νοτρ Νταμ και πέρασε χωρίς τύψεις το κατώφλι του βιβλιοπωλείου, σταματώντας απορημένος στη μέση του, όπου υπήρχε ένα μικρό ρηχό πηγάδι γεμάτο με νομίσματα και με μια ταμπελίτσα που έγραφε: «Δώσε ό,τι μπορείς, πάρε ό,τι χρειάζεσαι». Ο ιδιοκτήτης του, που συστήθηκε εγκάρδια ως Τζορτζ Ουίτμαν, ήταν ένας ηλικιωμένος Αμερικανός με λεπτό και μακρύ ευγενικό πρόσωπο και ατίθασα γκρίζα μαλλιά. Θύμιζε ήρωα του Ντίκενς. Είχε αρχίσει τη ζωή του περιπλανώμενος στην Κεντρική Αμερική ως δημοσιογράφος, για να καταλήξει αργότερα στο Παρίσι, όπου είχε αγοράσει ένα παλιό μανάβικο και το είχε μετατρέψει σε βιβλιοπωλείο. Ο Ουίτμαν ήταν από την πρώτη στιγμή ιδιαίτερα φιλικός με τον άγνωστο επισκέπτη, εφαρμόζοντας κατά γράμμα ένα στίχο του Γέιτς (σύμφωνα με τον ίδιο, της Βίβλου κατ’ άλλους) που ήταν αναρτημένος σε μια πινακίδα πάνω από την είσοδο του βιβλιοπωλείου: «Μην είστε αφιλόξενοι στους ξένους, γιατί μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι άγγελοι». Ο Ουίτμαν είχε ξεναγήσει τον Γιόχαν στις θαυμαστές γωνιές του βιβλιοπωλείου: το μικρό γραφείο όπου μαζεύονταν ο Μπάροουζ με τον Γκίνσμπεργκ και την υπόλοιπη παρέα, την ξύλινη σκάλα όπου καθόταν η Αναΐς Νιν και διάβαζε τα γραπτά του Μίλερ, την πολυθρόνα που προτιμούσε ο Έζρα Πάουντ.


       Εκείνη η γνωριμία του με τον Ουίτμαν του είχε δώσει την έμπνευση να γράψει την πρώτη μεγάλη του μελέτη για την Τυραννία του Γραπτού Λόγου. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια ο Γιόχαν κυνηγούσε τα χνώτα των ζωντανών συγγραφέων. Πήγαινε σε όλες τις παρουσιάσεις βιβλίων και κρατούσε σημειώσεις, πώς έγραφε καθένας, ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα για το βιβλίο, πόσο και πώς έμπαινε ο ίδιος ο συγγραφέας στην πλοκή της ιστορίας του. Στο μυαλό του είχε ταξινομήσει τους συγγραφείς σε παραδοσιακούς, παλιομοδίτες που έγραφαν σε χοντρά σπιράλ τετράδια με καλοξυσμένα μολύβια ή λεπτά πενάκια ή σε παλιές γραφομηχανές με πλήκτρα μισοσβησμένα από τα πολλά χτυπήματα, και σε μοντέρνους τεχνοκράτες που φύλαγαν τις ιστορίες τους σε αρχεία Word ή PDF, επιμελώς ταξινομημένα σε κίτρινους ηλεκτρονικούς φακέλους ή σε εικονικούς δερμάτινους χαρτοφύλακες, αποθηκευμένα στον ταχύτατο κι ελαφρύ φορητό υπολογιστή τους. Ανεξάρτητα όμως με το πώς έγραφε ο καθένας τους, όλοι τους ήταν το ίδιο άπληστοι με τις λευκές σελίδες (χάρτινες ή ηλεκτρονικές). Ένιωθαν ότι το άδειο μπλοκ ή η λευκή οθόνη του υπολογιστή τους ζητούσαν απεγνωσμένα να τους στάξουν-με το μελάνι ή με το ποντίκι-λίγη ζωή και κάμποση δράση, να σπάσουν τη λευκή μονοτονία βάζοντας τους ήρωές τους να συγκρουστούν. Και όσο έγραφαν το βιβλίο τους, ήταν σαν να ζούσαν δύο ζωές: μία θορυβώδη καθημερινή και μια δεύτερη αθόρυβη, με αόρατα πρόσωπα και μυστικά γεγονότα, που κάποτε, σε χρόνο ανύποπτο, θα έβγαιναν στην επιφάνεια, μαγεύοντας τους φανατικούς τους αναγνώστες.
   
       Όσο καιρό έγραφε τη μελέτη του, ο Γιόχαν ένιωθε να τον τυραννάνε και τον ίδιο οι λέξεις που επρόκειτο να βγουν στο χαρτί. Ήταν κάτι σαν τοκετός που παρατεινόταν. Αγωνιούσε για τους ήρωες των βιβλίων και αδιαφορούσε εντελώς για τον ύπνο, το φαγητό, το σεξ, ακόμα και για τους πόνους που ταλαιπωρούσαν το αγύμναστο, νωθρό κορμί του στο τέλος κάθε μέρας μετά από το πολύωρο γράψιμο. Ο Χένρι Μίλερ είχε πει ότι το τελευταίο που απασχολεί τον συγγραφέα είναι να νιώθει άνετα την ώρα που γράφει, λες και η άβολη στάση δρα ως βοήθεια ή ερέθισμα. Ο Γιόχαν είχε αρχίσει να τον πιστεύει.
   
      Μάζεψε πολύ υλικό αυτά τα τέσσερα χρόνια, ψηλαφώντας σχεδόν ηδονικά τα πορτρέτα των συγγραφέων και φτάνοντας στις ιδιαίτερες κρυφές πτυχές τους: πώς έβρισκαν τα ονόματα για τους ήρωές τους (από τους τηλεφωνικούς καταλόγους, τις κοινωνικές στήλες των εφημερίδων ή τα κουδούνια των γειτονικών πολυκατοικιών), πώς οργάνωναν την ιστορία τους (τυχαία ή βάσει σχεδίου, νοερά ή πάνω σε στρατηγικό χάρτη), πώς αποφάσιζαν τον θάνατο, την αγάπη ή το μίσος, την οικονομική καταστροφή ή την ψυχική κατάρρευση ενός χαρακτήρα και πότε καταλάβαιναν ότι το βιβλίο είχε φτάσει στο τέλος του.
   
      Η Τυραννία του Γραπτού Λόγου είχε σχολιαστεί ευμενώς όταν κυκλοφόρησε, ως μελέτη «ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη και περιεκτική», που κατάφερνε να φωτίσει με γλαφυρό τρόπο τη σχεδόν σαδομαζοχιστική σχέση του συγγραφέα με τα γραπτά του. Μετά την έκδοσή της, ο Γιόχαν πέρασε μερικούς μήνες αδράνειας, σερφάροντας αφηρημένα στο διαδίκτυο. Στο μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται η ιδέα για το επόμενο βιβλίο του. Άρχισε να μαζεύει το υλικό του περισσότερο σε ηλεκτρονική μορφή, για πρακτικούς λόγους. Έπιασε ακόμα δειλά-δειλά να γράφει τις πρώτες σελίδες. Όμως από την ημέρα που μπήκε στη ζωή του η Μαργαρίτα, μπήκε και το βιβλίο του σε δρόμο ευθύ και ομαλό. Τι πιο φυσικό, αφού είχε δίπλα του το ίδιο το θέμα του, ολοζώντανο, προσιτό για κουβέντα και παρατήρηση, σαν δώρο σταλμένο από τον θεό του γραπτού λόγου στον ταπεινό και πιστό δούλο του.


ΠΗΓΕΣ:

1.Φίλιπ Γκούρεβιτς: Η τέχνη της γραφής - Εκδόσεις Τόπος (2011).



1 σχόλιο:

Α.ΣΤΕΓΟΣ είπε...

O φόβος μου οι λευκές σελίδες
Το γυμνό σώμα.