Σελίδες

30.9.12

Όλες οι χελώνες της ζωής μου


 […]

Τώρα ερχόταν κατά δω ένα καμιονάκι, και σαν πλησίασε, ο οδηγός είδε τη χελώνα και λόξεψε για να την πατήσει. Η μπροστινή ρόδα χτύπησε το καβούκι στην άκρη, έκανε τη χελώνα και αναπήδησε, τη σβούρισε ίδιο νόμισμα και την κύλησε έξω απ’ το δρόμο. Το καμιόνι τράβηξε στη δουλειά του από το δεξί πλευρό του δρόμου. Η χελώνα, πεσμένη πάνω στη ράχη, έμεινε ακίνητη πολλή ώρα, κλεισμένη στο καβούκι της. Τέλος, τα πόδια της κούνησαν στον αέρα προσπαθώντας να πιαστούν από κάπου. Το ένα από τα μπροστινά πιάστηκε σ’ ένα σκύρο, σιγά σιγά ανασήκωσε το καβούκι και γύρισε απ’ την καλή. Το στάχυ έπεσε και τρία σπυριά κόλλησαν χάμω. Και καθώς η χελώνα σερνόταν στο κρηπίδωμα, το καβούκι της τρίφτηκε πάνω στα σπυριά και καθαρίστηκε από το χώμα. Η χελώνα μπήκε σ’ ένα δρόμο γεμάτο σκόνη και προχωρούσε χαράζοντας με το καβούκι της ένα ρηχό κυματιστό χαντάκι. Τα γέρικα πονηρά της μάτια κοίταζαν ολόισια μπροστά και το κοκαλένιο στόμα της απόμενε μισάνοιχτο. Τα κίτρινα νύχια των ποδιών της γλιστρούσαν λιγάκι μες στη σκόνη.

Τζον Στάινμπεκ

«Τα σταφύλια της οργής»

(μτφ. Κοσμάς Πολίτης)

Κάποιοι μετράνε τα καλοκαίρια τους με έρωτες, άλλοι με νησιά τα δικά μου καλοκαίρια τα μετράω με χελώνες.
          Το πρώτο καλοκαίρι με χελώνα ήταν κάπου προς το τέλος του Λυκείου. Βαρετές οι διακοπές στην Καλαμάτα με τον παππού και τη γιαγιά, μπάνιο στη θάλασσα πρωί-απόγευμα και διάβασμα για τις Πανελλήνιες ενδιάμεσα. Ο ξανθός Τζίμης από την Αυστραλία, που για χάρη του το προηγούμενο καλοκαίρι είχα μάθει πατίνια σ’ ένα απόγευμα, είχε ξαναγυρίσει στην πατρίδα του. Εκείνο το καλοκαίρι του ηλεκτρισμού στη Φυσική, μεταξύ πυκνωτών και πηνίων, μπήκε στη ζωή μου ο Ζίγκι, ένα χελωνάκι τόσο μικρό, που χώραγε στη χούφτα μου. Το όνομά του το όφειλε στον Ziggy Stardust του David Bowie και όφειλε να τον ακούει κάθε πρωί, από ένα μονοφωνικό καβουρντιστήρι-κασετόφωνο, μασουλώντας κέικ βανίλια και κορν φλέικς. Κάπου είχα διαβάσει ότι τα ζώα αγαπούν τη μουσική. Πάντως ο δικός μου Ζίγκι σίγουρα αγαπούσε πολύ το κέικ. Μετά την πρωινή μουσική ακρόαση, τον άφηνα ελεύθερο στον κήπο και άρχιζα τη μελέτη μου. Πέρασε έτσι ένας μήνας περίπου, ώσπου μετά από ένα πρωινό με Doors, εισακούστηκε η κραυγή του Morrison Break on through to the other side” και ο Ζίγκι διέφυγε λάθρα με μικρά χελωνίσια βήματα προς άγνωστη κατεύθυνση, αφήνοντάς με μόνη μου να διαβάζω τον ηλεκτρισμό, τρώγοντας με μεγάλες μπουκιές το κέικ βανίλιας.

Η δεύτερη χελώνα της ζωής μου ήρθε πολύ αργότερα, πάνω στην εκπνοή της οργάνωσης "17 Νοέμβρη". Κοινωνικά ήμουν πια σύζυγος και μητέρα και επαγγελματικά παθολόγος, εξειδικευόμενη στην Εντατική Θεραπεία. Η χελώνα που εντάχθηκε ως τέταρτο μέλος στην οικογένειά μας εκείνο το καλοκαίρι, ονομάστηκε Σάββας. Είχε προηγηθεί ο τραυματισμός και η σύλληψη του Σάββα Ξηρού, ο οποίος νοσηλευόταν στον Ευαγγελισμό. Ο Σάββας ήταν μια ανήσυχη χελώνα. Δεν τον χώραγε ο τόπος του κήπου μας. Πολύ γρήγορα  έφυγε, κι ας είχα υπάρξει πολύ χαλαρή μαζί του, αφήνοντάς τον ελεύθερο στις δικές του μουσικές επιλογές.

Η επόμενη χελώνα, μετά από μερικά καλοκαίρια, με βρήκε με δύο κόρες πια, να παλεύω να μπω στο ΕΣΥ. Μέχρι τότε, βλέποντας την ουρά τους,  νόμιζα όλες τις χελώνες που έβρισκα αρσενικές. Έτσι η καινούρια χελώνα πήρε το όνομα Μάρκος, που ήταν ένα από τα αγαπημένα μου ανδρικά ονόματα. Και γιο αν είχα, Μάρκο θα τον έβγαζα, αν βέβαια κατάφερνα να συμφωνήσει και ο Στέλιος, που ως Μάρκο στο μυαλό του είχε κρατήσει τον κακότροπο φορτηγατζή της γειτονιάς τους. Ο Μάρκος-χελώνα έζησε μαζί μας τρία καλοκαίρια. Τον έπαιζαν οι γάτες στον κήπο κι εκείνος τους έτρωγε τα γαριδάκια από το πήλινο πιάτο. Πώς κατάφερνε και βούταγε με το κεφάλι μέσα στο πιάτο και πώς έβγαινε μετά, ήταν άξιο απορίας, όμως και ο ίδιος ο Στάινμπεκ αναφέρει αντίστοιχο παράδειγμα ευκίνητης χελώνας στα Σταφύλια της Οργής. Επίσης, ο Μάρκος ήταν σβέλτος σα λαγός. Έφερνε βόλτα τον κήπο πέρα-δώθε, μέχρι που κουραζόσουν να τον κοιτάς. Ακολουθούσε τον Στέλιο που έσκαβε και πότιζε τα λουλούδια, και έπινε νερό από το λάστιχο. Το τρίτο καλοκαίρι του Μάρκου, κάπου διάβασα για το φύλο της χελώνας και άρχισα να αμφιβάλλω αν ο Μάρκος ήταν σίγουρα αρσενικός. Δεν ξέρω αν άλλαξε κάτι στη συμπεριφορά μου, πάντως μας έφυγε κι αυτός εκείνο το καλοκαίρι.

Το φετινό καλοκαίρι, την ημέρα ακριβώς που είδε το φως στον τύπο ένα αδημοσίευτο μισοξεχασμένο διήγημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, βρήκαμε τον Φιτζ. Αμετακίνητη στην ονοματοθεσία ως επί άρρενος, δεν βρήκα πιο ταιριαστό όνομα εκείνη την ημέρα για το καινούριο χελωνάκι, από εκείνο του αγαπημένου συγγραφέα. Τρυφερή ήταν εκείνη η μοναδική μέρα, στις αρχές του καλοκαιριού, που έμεινε μαζί μας ο Φιτζέραλντ. Τον χάσαμε την επόμενη με άγνωστο τρόπο. Μου έμεινε η χαρά, η φωτογραφία που είχα προλάβει να του τραβήξω και η έμπνευση ενός κειμένου για τις χελώνες της ζωής μου, που όμως δεν έγραψα.

Ή μάλλον δεν είχα γράψει μέχρι τώρα, γιατί σήμερα τα πρωί, καθώς ο Στέλιος πότιζε τον κήπο του εξοχικού, είδε ανάμεσα στα κιτρινισμένα φύλλα ένα κάπως περίεργο κιτρινισμένο φύλλο που περπατούσε. Ήταν ένα νεογέννητο χελωνάκι, σε μέγεθος φύλλου τριανταφυλλιάς. Διαβάζοντας για την αναπαραγωγή της χελώνας, σκέπτομαι πως μάλλον τον Φιτζ έπρεπε να τον είχα ονομάσει Ζέλντα και πως μάλλον εκείνη η χελώνα, πριν φύγει, γέννησε αυγά στον κήπο. Τα αυγά χρειάζονται επώαση περίπου δυόμισι μηνών, πριν ανοίξουν. Αν επωαστούν σε θερμοκρασία  μέχρι 28 βαθμούς Κελσίου, το νεογέννητο βγαίνει αρσενικό αν η θερμοκρασία είναι μεγαλύτερη, βγαίνει θηλυκό. Δεν πρόλαβα να δώσω όνομα στο χελωνάκι. Δεν ήξερα πώς να το πω. Αντώνη, Βαγγέλη, Φώτη (Αλέξη ίσως;) κι αν ήταν θηλυκό, με τη ζέστη που έκανε όλον αυτό τον καιρό; Το άφησα στην ησυχία του, να κάνει βόλτες μέσα στα φύλλα (θα μπορούσα ίσως να του είχα βάλει να ακούσει και το Les feuilles mortes) και γύρισα στην Αθήνα, φέρνοντας μαζί τη φωτογραφία του και ανανεωμένη την έμπνευση για το κείμενο Όλες οι χελώνες της ζωής μου. Σας το αφιερώνω.

 

26.9.12

Τα ρολόγια του ζητιάνου


         Ραδιοφωνικό πρωινό στο αυτοκίνητο. «Νιώθει κανείς καλοσύνη για τους ζητιάνους. Θα τους άφηνε να κολυμπήσουν στην πισίνα του»; αναρωτιούνταν οι Clandestinos δέκα χρόνια πριν, με ρομαντική hip-hop διάθεση. Ο ζητιάνος φοράει στα χέρια δύο ρολόγια που κανείς δεν μπορεί να αγοράσει. Στο ένα χέρι το φεγγάρι και στο άλλο τον ήλιο. Και τα δυο φτιαγμένα από ουρανό.
        Σκέψεις ποιητικά ειπωμένες, μακριά από την καθημερινή πια πραγματικότητα. Κανένα ρολόι δεν φοράνε οι ζητιάνοι που φθάνουν μόνοι τους ή με το ΕΚΑΒ στις εφημερίες των νοσοκομείων, αλλά και να φορούσαν, θα το έδιναν για ένα κομμάτι φρέσκο ψωμί.
       Καθώς σταματάω στο φανάρι της λεωφόρου, το τραγούδι κοντεύει να τελειώσει. Ένας ρακένδυτος νεαρός έχει σχεδόν χωθεί στον κάδο των σκουπιδιών και ψάχνει. Απέναντι, έξω από ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ, ένας καλοντυμένος εξηντάρης ουρεί σχεδόν κολλημένος σε έναν άλλο κάδο σκουπιδιών. Ο ρακοσυλλέκτης συνεχίζει το ψάξιμο. Ο άνδρας κουμπώνει το φερμουάρ του και μπαίνει στο πρακτορείο. Το κλαρίνο του Θανάση Παπαδόπουλου σβήνει αφήνοντας την τελευταία τρίλια του. Το φανάρι γίνεται πράσινο και ξεκινάω.

24.9.12

Χνάρια


H καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά, έλεγε η ξύλινη διακοσμητική επιγραφή πάνω από το ψυγείο και η κυρα-Λένη το πίστευε τόσο βαθιά, που σε όλη της τη ζωή, μέχρι τώρα στα γεράματα, ένιωθε μισή αρχόντισσα. Κάθε πρωί, καθώς άνοιγε το ψυγείο για να ετοιμάσει το μοναχικό πρωινό της, η ταμπελίτσα λες και την έσπρωχνε να ξεκινήσει τη μέρα της. Το σημερινό σπρώξιμο ήταν πιο δυνατό, κανονική διαταγή. «Να συμμαζέψω  λίγο. Μη με περάσουν και για εντελώς ανοικοκύρευτη», μονολόγησε  κλείνοντας το ψυγείο. Το πρωινό της σήμερα είχε βιολογικό γάλα, σαν κι αυτό που αγόραζε η νύφη της. Πιο ακριβό, όμως ας το δοκίμαζε κι εκείνη μια φορά, δεν χάλασε ο κόσμος. Γέμισε το ποτήρι και το ήπιε βιαστικά. Δεν βρήκε διαφορά από τα συνηθισμένα γάλατα, αλλά πάλι τι να καταλάβαινε εκείνη, γριά γυναίκα… Η ματιά της ξανάπεσε στην ταμπέλα και σηκώθηκε, κάνοντας την παλιά πολυθρόνα της να τρίξει συγκαταβατικά. Ήταν σπάνιες πια οι φορές που έμπαινε στο σπίτι κάποιος επισκέπτης, όμως σήμερα ήταν μια αλλιώτικη μέρα.
Πήρε τη σκούπα και τράβηξε τις καρέκλες μακριά από το τραπέζι. Το σπίτι βρωμάει, έλεγε κρυφά και φανερά η νύφη της, φαρμάκι σκέτο οι κουβέντες της, ευτυχώς που ο γιος της δεν έδινε σημασία. Όταν η Έλενα σχολίαζε το νοικοκυριό της μάνας του, εκείνος έπαιρνε την εφημερίδα του και έβγαινε στην αυλή. Η Έλενα τον έπαιρνε στο κατόπι μουρμουρίζοντας, όμως ο Νάσος πάντα συγκαταβατικός: «Έλα, βρε αγάπη μου. Σάμπως θα κάτσουμε για πολύ; Να κάνουν τα παιδιά μερικά μπάνια, να πάρουν καθαρό αέρα».
Η Έλενα ήταν πολύ όμορφη γυναίκα, μετρίου αναστήματος, καστανόξανθη με μελιά μάτια και χαριτωμένο λικνιστικό βάδισμα. Όταν ο Νάσος την έφερε για πρώτη φορά στο σπίτι, ο Στράτος είχε απομείνει να την κοιτάζει. «Γέρος άνθρωπος, δεν ντρέπεσαι…» του είχε πει γελώντας πονηρά η Λένη. Το μεσημέρι, σ’ εκείνο το πρώτο τραπέζι, σήκωσε συγκινημένος το ποτήρι του να την καλωσορίσει, μια και το πράμα  φαινόταν σοβαρό. «Στην υγειά σου και στη σπάνια ομορφιά σου, μωρή Λένη!  Έχεις και το ίδιο όνομα με την κυρά μου.»  Η  Έλενα ξαφνικά κοκκίνισε, γούρλωσε τα μάτια και πνίγηκε από ένα θυμωμένο βήχα που μύριζε μοσχοφίλερο. «Με…. λένε..Έ..λε..να», προσπαθούσε να αρθρώσει βήχοντας, «και θα.. χμ..σας παρακαλούσα να μην με ξαναποκαλέσετε μωρή
Όσες φορές η Λένη θυμόταν αυτό το γεγονός, γελούσε κρυφά.  Δύσκολος άνθρωπος η νύφη της, γιατρίνα με μεγάλη πελατεία στον Πειραιά και ακόμα μεγαλύτερη αγάπη για τα ακριβά και φανταχτερά πράγματα. Από τότε που παντρεύτηκαν, ο Νάσος είχε αλλάξει καμιά δεκαριά αυτοκίνητα. Λίγο να πάλιωνε το αμάξι, άρχιζε εκείνη να του τρώγεται. Έμεναν σε ένα μεγάλο διαμέρισμα με θέα τη θάλασσα. Ο Νάσος ήταν καθηγητής σε λύκειο και επιπλέον έκανε απογευματινά ιδιαίτερα μαθήματα. Πού να βγουν τόσα έξοδα; Η Έλενα έβγαζε καλά λεφτά, αλλά συνέχεια «ήθελε», ή-για την ακρίβεια- «δεν ήταν απαραίτητο, όμως θα ήταν τόσο ωραίο…». Ο Νάσος την αγαπούσε όπως τότε στην αρχή και ικανοποιούσε αγόγγυστα κάθε της επιθυμία.
Η κυρα-Λένη είχε φτάσει σκουπίζοντας στο υπνοδωμάτιο και κοίταζε τις φωτογραφίες πάνω στο παλιό κομό. Μπροστά η φωτογραφία από το γάμο του Νάσου με την Έλενα. Λεβέντης ο γιος της, ίδιος ο πατέρας της, αλλά και η Έλενα μια καλλονή. Δίπλα η φωτογραφία των παιδιών, του Κυριάκου και της Δάφνης, καλά παιδιά, πρώτοι μαθητές στο σχολείο.
Ο Κυριάκος ήταν ασκούμενος δικηγόρος, ένα παλικάρι ξανθό μέχρι εκεί πάνω. Είχε πάρει τα μάτια της, ανοιχτοπράσινα σαν το άγουρο σταφύλι. Περηφανευόταν στο χωριό ο Στράτος για την κυρά του, καμιά δεν είχε τέτοια ομορφιά στη ματιά. Του κακοφάνηκε λίγο που ο μοναχογιός του δεν είχε πάρει αυτά τα σπάνια μάτια, αναγάλλιασε όμως όταν γεννήθηκε ο πρασινομάτης εγγονός που όπως-μάταια-περίμενε, θα έπαιρνε τ’ όνομά του. Κι ας μην το παραδεχόταν η Έλενα πως τα μάτια ήταν της πεθεράς της, ας έλεγε ότι ήταν του θείου της του συμβολαιογράφου. Απ’ όποιον κι αν είχε πάρει τα μάτια, ο Κυριάκος έβλεπε με αυτά το σωστό δρόμο στη ζωή του. Τέλειωσε το πανεπιστήμιο στα τέσσερα χρόνια, πήγε φαντάρος και τώρα έκανε την άσκησή του σ’ ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο. Την έπαιρνε τηλέφωνο κάθε βδομάδα να της πει τα νέα του και ν’ ακούσει τα δικά της. Πολλά τα δικά του νέα, ανύπαρκτα τα δικά της, πάσχιζε όμως κι εκείνη κάθε φορά κάτι να βρει να του πει, αλλιώς καταλάβαινε ότι ο εγγονός της στενοχωριόταν.
Και η Δαφνούλα της, πότε ήταν τόσο μικρή όσο στη φωτογραφία… Την έφαγε η ξένη χώρα. Δεν θα μπορέσει  ποτέ αυτός ο τόπος να κρατήσει τα καλά παιδιά του. Τέλειωσε το κορίτσι το Πανεπιστήμιο, γιατρίνα κι αυτή σαν τη μάνα της, αλλά πού να περιμένει εδώ για να ειδικευθεί… Παιδίατρος… Ούτε σε δέκα χρόνια. Έφυγε για την Αγγλία. Η Λένη την έβλεπε πια μόνο τα καλοκαίρια. Ερχόταν η Δάφνη με φίλες της και κάθονταν στο χωριό λίγες μέρες και τότε γέμιζε το σπίτι φωνές, γέλια, αρώματα, νιάτα. Τα πρωινά, μόλις η Λένη τέλειωνε με τις δουλειές της, τις ξύπναγε, αλλιώς μπορεί να έφτανε μεσημέρι κι εκείνες να ήταν ακόμα χωμένες στα κρεβάτια τους. «Ξυπνάτε, μωρέ κοπελούδες! Μη σπαταλάτε τα νιάτα σας. Ο ύπνος είναι χαμένη ζωή!»
Η Δάφνη νοιαζόταν πολύ για τη γιαγιά της. Όποτε ερχόταν στο χωριό, κρατούσε για κείνη μια στοίβα βιβλία. Της Λένης της άρεσε να διαβάζει, μυθιστορήματα, συνταγές μαγειρικής, περιοδικά, εφημερίδες, την Αγία Γραφή, ο,τιδήποτε έπεφτε στα χέρια της. Δεν είχε πάει γυμνάσιο, δύσκολα εκείνα τα χρόνια για τα κορίτσια. Όταν ήταν εννιά χρονών, ο πατέρας της τη σταμάτησε από το σχολείο και την έβαλε στα κτήματα, τουλάχιστον όμως είχε προλάβει να μάθει γραφή κι ανάγνωση. Το διάβασμα της άρεσε πιο πολύ και από την τηλεόραση. Την τηλεόραση την κράταγε ανοιχτή για παρέα, δεν την παρακολουθούσε, ήταν όμως σα να είχε άνθρωπο στο σπίτι. Από τότε που συγχωρέθηκε ο Στράτος, σπάνιες ήταν οι μέρες που κάποιος διάβαινε το κατώφλι της. Η γειτόνισσά της η Πολυξένη είχε φύγει κι αυτή, πάει καιρός, μόνο τα παιδιά της-να’ ναι καλά-πέρναγαν τακτικά απέξω και τη ρωτούσαν αν χρειαζόταν κάτι. Μέχρι εκεί όμως. Σπάνια έμπαιναν μέσα. Παλικάρια κι αυτά, όλη μέρα στις δουλειές τους, τι να’ χουν  να πουν με μια γριά…
Ο Νάσος ερχόταν όσο πιο συχνά μπορούσε, θα’ πεφτε ο ουρανός να την πλακώσει, αν είχε παράπονο από το παιδί της. Μια φορά στις δεκαπέντε, ό,τι καιρό κι αν έκανε,  έπαιρνε τον κατήφορο με τ’ αμάξι κι ερχόταν να δει τη μάνα του, και κάθε φορά με τα χέρια γεμάτα. «Τι να τα κάνω, βρε Νάσο μου, τόσα πράματα; Μια ψυχή είμαι, πόσο να φάω;» Έβλεπε στα μάτια του γιου της την έννοια. Ο Νάσος τρωγόταν που την έβλεπε μόνη της. Για έναν καιρό της είχε κουβαλήσει μια «κοπέλα να την προσέχει». Είχε καταφτάσει ένα πρωί η Νόνα, μια πενηντάρα, ξανθιά και ψηλή σα λελέκι. Διαρκώς  γέλαγε  κι έλεγε «ντα, …ντα». Γρυ ελληνικά δεν μίλαγε. Κάθισε μαζί της τρεις μέρες. Από το πρωί μέχρι το βράδυ βαφόταν κι αρωματιζόταν στον καθρέφτη και ύστερα μίλαγε στο κινητό. Κι εκεί «ντα» και «ντα», αλλά και άλλες κουβέντες  που η κυρα-Λένη δεν καταλάβαινε. Και χαχανητά, πω, πω αυτά τα χαχανητά… Κολάστηκε και την ξαπόστειλε. Μάλωσαν με το γιο της. Ο Νάσος επέμενε ότι έπρεπε κάποιος να την προσέχει, δεν μπορούσε να καταλάβει ότι η κυρα-Λένη ήθελε την ησυχία της, το σπίτι της, τη σειρά της. Τον τελευταίο καιρό του είχε έρθει άλλη ιδέα, να τη βάλει-λέει-για το χειμώνα σε μια «μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων». Γηροκομείο, δηλαδή, αλλά με άλλα λόγια. Κόντεψαν να σφαχτούν στο τηλέφωνο την τελευταία φορά. «Καλύτερα να πεθάνω, να πάω να βρω τον πατέρα σου!» του είχε πει η Λένη φουρκισμένη. Ήξερε ότι ο γιος της θα επέμενε κι άλλο, θα της το έλεγε από κοντά. Είχε τον τρόπο του να περνάει το δικό του, μ’ αυτόν κατάφερνε και την Έλενα, ένα τρόπο ήρεμο, επίμονο και διεισδυτικό. Από τη μάνα του εξάλλου τον είχε κληρονομήσει, έτσι ήταν και η Λένη στα νιάτα της, υπομονετική και επίμονη. Δεν γύριζε κουβέντα, αλλά θα έκανε τελικά αυτό που ήθελε εκείνη, κι ας της βρόνταγε τη γροθιά στο τραπέζι ο Στράτος, στο τέλος εκείνος ήταν που θα υποχωρούσε. Διαφωνούσαν σε πολλά με τον άντρα της, ή μάλλον όχι απλώς σε πολλά, σε όλα. Μαύρο έλεγε εκείνος, άσπρο αυτή, μέχρι το τέλος. Δεν είχαν όμως μαλώσει ποτέ στα σοβαρά.
Τουλάχιστον όχι σαν τους καβγάδες του γιου της με τη νύφη της, που τους άκουγε όλη η γειτονιά. Πόσο ντρεπόταν τους γείτονες, όταν η Έλενα άρχιζε να τσιρίζει… Ήθελε ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί. Τι στο καλό της έφταιγε αυτής της κοπέλας;  Μονίμως με τα μούτρα κατεβασμένα στο πάτωμα, πάντα δυσαρεστημένη.  Όλα τα είχανε με τον άντρα της, το σπίτι τους, το λάδι τους… Γιατί γκρίνιαζε από το πρωί μέχρι το βράδυ; Ευτυχώς, ο Νάσος δεν έδειχνε να πτοείται. Έπαιρνε την εφημερίδα του να διαβάσει  ή έμπαινε στο αυτοκίνητο και πήγαινε βόλτα στην αγορά. Δεκαπέντε μέρες έρχονταν το καλοκαίρι για διακοπές, τριάντα φορές θα μάλωναν. Φοβήθηκαν όμως και λιγόστεψαν τους καβγάδες, τουλάχιστον στα φανερά, όταν στα μέσα του δημοτικού η Δάφνη άρχισε να υπνοβατεί. Ρώτησαν τότε ψυχολόγους και αυτοί τους είπαν ότι το παιδί στενοχωριέται πολύ και φοβάται, γι’ αυτό υπνοβατεί. Ευτυχώς που μεγαλώνοντας, έγιανε το κορίτσι. Τώρα δεν ξυπνάει που να χαλάει ο κόσμος…
Η κυρα-Λένη αποτέλειωσε το συμμάζεμα και άφησε τη σκούπα ξανά στη γωνιά της. «Δεν βαριέσαι, καλό είναι. Δεν θα’ ρθουν και για προξενιό», μονολόγησε. Μπήκε στο μπάνιο και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα μάτια της σήμερα έμοιαζαν θολά, σαν του μπαγιάτικου ψαριού. Έβγαλε το μαντίλι της και το δίπλωσε πάνω στο πλυντήριο. Πήρε μια ξεδοντιασμένη χτένα και έστρωσε λίγο τα κατάλευκα μαλλιά της. Γύρισε πίσω στο δωμάτιο που είχε για καθιστικό.
Ο φθινοπωρινός ήλιος έμπαινε από τις γρίλιες κάνοντας την  πολυθρόνα της να μοιάζει με γέρικη ζέβρα.  Πάνω στις ακτίνες του, τα σωματίδια της σκόνης είχαν στήσει για άλλη μια φορά έναν αργό, μονότονο χορό. Κάθε μέρα η Λένη χάζευε αυτό τον χορό. Της φαινόταν πως τούτη η σκόνη ήταν ό,τι είχε απομείνει από τους ανθρώπους του σπιτιού.  Μάλιστα, κάποιες φορές, τους έβλεπε και τους άκουγε μέσα στις σκονισμένες ηλιαχτίδες: ο Στράτος να γκρινιάζει για τον καιρό και για τους πόνους στα κόκκαλά του, η Δάφνη να αρωματίζεται  για να βγει βόλτα στην παραλία, ο Νάσος να διορθώνει τα γραπτά των μαθητών του καπνίζοντας ασταμάτητα, το ραδιόφωνο να παίζει τη λειτουργία της Κυριακής, η Έλενα να τραγουδάει με τον Κυριάκο μωρό στην αγκαλιά της,  η Πολυξένη με το πλεκτό της να αραδιάζει όλα τα νέα του χωριού. Και πολλοί άλλοι, φίλοι και συγγενείς, να τρώνε μαζεμένοι γύρω από το μεγάλο τραπέζι. Όλων τους τα  χνάρια υπήρχαν μέσα σε αυτό το χορευτικό νέφος. Τώρα πια μόνο με χνάρια γέμιζε η μέρα της. Με χνάρια και με την Παναγία. Την είχε πάντα συντροφιά, σε όλη της τη ζωή. Συχνά-πυκνά, όταν την έπαιρνε το παράπονο, της μιλούσε κρυφά. Εκείνη την άκουγε προσεκτικά και στο τέλος τη βύθιζε σ’ ένα γλυκό, λυτρωτικό ύπνο πάνω στην πολυθρόνα της, ίσα ν’ αδειάσει το μυαλό της από τη στενοχώρια.
Η Λένη ίσιωσε την εικόνα της Παναγίας που κρεμόταν στον τοίχο, πάνω από το τραπέζι.  Έπιασε την πολυθρόνα από τα μπράτσα και την έσυρε αγκομαχώντας στη μέση της αυλής. Μπήκε στην κουζίνα και άνοιξε το ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη με τα λογής-λογής μπουκάλια. Πήρε ένα μικρό πλαστικό μπουκάλι  από την πρώτη σειρά. Είχε ακόμα επάνω του την τιμή. Ψαχούλεψε μέσα στην τσέπη της ποδιάς της το κουτί με τα σπίρτα, σα να ήθελε να βεβαιωθεί ότι ήταν εκεί. Κάθισε στην πολυθρόνα της και έκανε την προσευχή της. «Σ’ ευχαριστώ, Παναγία μου», ψιθύρισε συγκινημένη. Άνοιξε το μπουκάλι και μούσκεψε τα μαλλιά της, τα ρούχα της και τα παπούτσια της. Η διαπεραστική μυρωδιά της βενζίνης και μια αναπάντεχα μεγάλη λάμψη από το αναμμένο σπίρτο ήταν τα τελευταία πράγματα που ένιωσε.
Όταν έφτασαν οι γείτονες, το σώμα της ήταν ήδη καρβουνιασμένο. Κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά αν η φλόγα είχε καταφέρει να φτάσει μέχρι την ψυχή της και να τη ζεστάνει, όμως ένα άκαμπτο μαύρο χαμόγελο, αποτυπωμένο πάνω σε αυτό που κάποτε ήταν το πρόσωπό της, μαρτυρούσε πως η ζωή της πρέπει τώρα στο τέλος να έγινε πιο φωτεινή, έστω και για λίγο.

 (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, τεύχος 163, Καλοκαίρι 2012)

 

21.9.12

Τα βήματα του Θεού


           Αφήνοντας πίσω μου την εφημερία, με τους ήχους των μηχανημάτων να φωνάζουν την ανθρώπινη αγωνία, περνάω την ηλιόλουστη αυλή του νοσοκομείου και μπαίνω στο αυτοκίνητο. Πρώτα η μουσική, μετά η μηχανή (πάντα η ίδια σειρά). Στο ραδιόφωνο ακούω έναν Κουβανέζο πιανίστα που δεν ήξερα, Felix Emilio Flynn, σε ένα καταπληκτικό κομμάτι. Εκεί λίγο παρακάτω, όπως βρίσκει η παραλιακή τη Συγγρού, με βρίσκει η Άλκηστη με τη «Λευκάδα» της. Ευανθία Ρεμπούτσικα, Μιχάλης Γκανάς ή και αντίστροφα. Χαρούμενο, φωτεινό τραγούδι, ειρωνεία-λες- των καιρών. Τα κτίρια της Συγγρού γίνονται λευκά, ο δρόμος ήρεμη γαλανή θάλασσα, το τιμόνι του Astra έχει πια ακτίνες και είναι ξύλινο κι εγώ αρμενίζω μεσοπέλαγα στο ύψος της Νέας Σμύρνης. Και τότε ο ποιητής (πάντα οι ποιητές) βλέπει τα νησιά σαν θεϊκά βήματα. Περπάτησε ο Θεός πάνω στη θάλασσα και τα χνάρια του έγιναν νησάκια, άλλα μεγαλύτερα, άλλα μικρότερα, ανάλογα με τη βιασύνη του ποδιού. Δεν είχα προσέξει αυτόν τον στίχο, αν και είχα ακούσει αρκετές φορές το τραγούδι. Έξω η φθινοπωρινή λιακάδα, τριγύρω στους δρόμους της πόλης οι άνθρωποι κυνηγούν τις ζωές τους. Τα νησιά θα είναι ήσυχα τώρα, παρέα με τους πιστούς κατοίκους τους. Δεν μπορεί, πρέπει να είναι ευλογημένη ετούτη η χώρα, με τόσα θεϊκά βήματα πάνω στο γαλάζιο της.

15.9.12

Όχι χωρίς λόγο



Όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ταξίδευε. Τα ταξίδια ήταν η ζωή του. Κάθε ταξίδι, μια ξεχωριστή ζωή. Ήταν σαν να έβγαζε κάθε φορά πιστοποιητικό γεννήσεως με το τσεκ-ιν στο γκισέ της αεροπορικής εταιρείας, ενώ στην επιστροφή, η αποσκευή που παραλάμβανε από τον κυλιόμενο ιμάντα, λες και περιείχε τη σορό μιας ζωής που είχε μόλις τελειώσει. Δεν μελαγχολούσε, δεν τον κατέθλιβε το πεπερασμένο του ταξιδιωτικού χρόνου. Αντίθετα, του φαινόταν ότι ο χρόνος διαστέλλεται μέσα σε κάθε ταξίδι και παραμένει στο μυαλό του αναλλοίωτα επιμηκυσμένος, σε πείσμα του αντίπαλου χρόνου της καθημερινότητας.
      Συνήθως ταξίδευε χωρίς σκοπό. Για το ίδιο το ταξίδι. Για την ίδια την ομορφιά του «χωρίς σκοπό». Αυτό το ταξίδι όμως ήταν λίγο διαφορετικό. Αθήνα-Μόναχο, Μόναχο-Βαρκελώνη, έγραφαν οι κάρτες επιβίβασης που παρέλαβε από το γκισέ της Λουφτχάνσα. Έλληνας ο υπάλληλος, του ευχήθηκε καλό ταξίδι. Περιττή ευχή. Όλα τα ταξίδια καλά είναι.
      Είχε ξαναπάει πολλές φορές στη Βαρκελώνη. Τόσες ώστε να τη θεωρεί πολύ γνώριμη. Είχε αγαπημένα στέκια για φαγητό, δικές του διαδρομές για βόλτα. Κάθε φορά, ξεφυλλίζοντας τον ταξιδιωτικό του οδηγό, έψαχνε για συγκεκριμένα μέρη. Δεν είχε όμως ποτέ μέχρι τώρα αναζητήσει κάποιο συγκεκριμένο άνθρωπο, γνωστό ή άγνωστο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά.
      Την είχε πρωτοδεί τέσσερις μήνες πριν, το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, στην πλατεία. Τριγυρνούσε μόνος. Εκείνη ήταν παρέα με δυο φίλες της. Τις παρατηρούσε αρκετή ώρα. Τρεις νεαρές γυναίκες, ανάμεσα εικοσιπέντε και τριάντα, πανύψηλες και εντυπωσιακές. Ούτε ξανθές, ούτε μελαχρινές. Κάτι απροσδιόριστο, αλλά όμορφο. Ήταν ντυμένες πολύ μοντέρνα, με κοντά σορτς και ψηλές μπότες πάνω από το γόνατο. Στέκονταν όπως τα μοντέλα στα τηλεοπτικά σόου, με τα καλλίγραμμα πόδια τους λυγισμένα σε κολακευτικές στάσεις, ενώ με τα μακριά δάκτυλα των χεριών τους σχημάτιζαν χειρονομίες. σα να διαφωνούσαν.
     Την ξεχώρισε αμέσως από τις άλλες δύο. Τον μαγνήτισε η παρουσία της, η έκφρασή της. Τον ξένισε λίγο το γυμνό της κεφάλι. Κεφάλι νεοσύλλεκτου, χωρίς ίχνος τρίχας. Τι τρέλα κι αυτή, να ξυρίζουν οι γυναίκες τα μαλλιά τους… Και οι άλλες έτσι ήταν, αλλά τουλάχιστον φορούσαν αϊ-βασιλιάτικους σκούφους. Γυναίκες. Το αλάτι της ζωής του. Μόνο που εδώ και πολύ καιρό έτρωγε τη ζωή του ανάλατη, έτσι για να μασουλάει κάτι. Ή μάλλον τον έτρωγε εκείνη σιγά-σιγά, απολαμβάνοντας, μέχρι να τον καταπιεί εντελώς.
      Απόμεινε να την κοιτάζει μαγεμένος. Η ψύχρα της γιορτινής νύχτας θα ταίριαζε στις ζωές άλλων συνομηλίκων του που κάθονταν μπροστά στο τζάκι τους, βολεμένοι ανάμεσα σε αγαπημένα πρόσωπα. Η δική του ζωή γινόταν ακόμα πιο παγωμένη τις κρύες νύχτες. Απόψε όμως είχε γίνει απροσδόκητα ζεστή. Τα μάγουλά του ήταν φλογισμένα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Άραγε σπάνε οι καρδιές των ανθρώπων; Το είχε ακούσει να γίνεται σε λαϊκά τραγούδια, όμως τα τραγούδια λένε τόσα ψέματα…
     Συνέχισε να την κοιτάζει για αρκετή ώρα. Του έδωσε την εντύπωση ότι τον κοίταζε κι εκείνη. Δεν έκανε όμως ούτε μια κίνηση να αφήσει τις φίλες της και να τον πλησιάσει. Η ώρα ήταν πια προχωρημένη και οι περαστικοί ελάχιστοι. Τα οικογενειακά τραπέζια στα σπίτια των Βασίληδων θα είχαν σίγουρα φτάσει στο γλυκό. Βασιλόπιτα, κουραμπιέδες, μελομακάρονα. Είχε κι εκείνος μια γλυκιά γεύση στο στόμα, παρόλο που δεν τον είχε καλέσει κανένας Βασίλης σε δείπνο. Πήρε αργά το δρόμο για το σπίτι του, ρίχνοντας πού και πού ματιές πίσω του σαν να τον παρακολουθούσαν.
 Από εκείνο το πρώτο βράδυ της καινούριας χρονιάς, η ζωή του άλλαξε πρόγραμμα. Άρχισε να συχνάζει περισσότερο στην πλατεία. Με κάθε αφορμή τα βήματά του τον πήγαιναν σ’ εκείνο το ίδιο μέρος που είχε συναντήσει τις πρωτοχρονιάτικες κοπέλες. Ήταν όλες τους πάντα εκεί, άλλοτε μόνες τους, άλλοτε μαζί με άλλους. Όταν βρισκόταν μαζί με τη δική του κάποιος άνδρας, η ψυχή του σφιγγόταν. Παρατηρούσε τις εκφράσεις της, τις χειρονομίες της. Κάθε φορά η ίδια αγωνία. Όχι, δεν πρέπει να έτρεχε κάτι με κανέναν από αυτούς που μπαινόβγαιναν στο κατάστημα. Είχε πάντα αυτή την ευγενική, χαμογελαστή έκφραση που δεν άφηνε περιθώρια για περισσότερα.
     Οι δουλειές πρέπει να πήγαιναν καλά. Ο κόσμος που έμπαινε, έβγαινε κρατώντας συνήθως μία ή περισσότερες σακούλες. Χαιρόταν για κείνη. Είναι δύσκολοι οι καιροί. Δεν είναι εύκολο να έχει κανείς σταθερή δουλειά. Εκείνη όμως έδειχνε ευχαριστημένη. Πάντοτε ντυμένη εντυπωσιακά, με ξεχωριστούς συνδυασμούς χρωμάτων και ασορτί κοσμήματα. Ψεύτικα, άλλα όμορφα. Ήταν υπέροχη.

  Αυτό κράτησε μερικούς μήνες. Τέλειωσαν και οι εκπτώσεις. Μέχρι εκείνη την καταραμένη Δευτέρα του Απρίλη, τη μέρα που την έχασε.
     Πέρασε πρωί-πρωί, όπως κάθε μέρα από το κατάστημα. Ήταν κλειστό. Ή μάλλον, όχι κλειστό. Άδειο. Η φωτεινή επιγραφή του ξηλωμένη. Η βιτρίνα άδεια. Μερικά χαρτόκουτα αραδιασμένα εδώ κι εκεί. Η πόρτα ανοιχτή. Σκόνη, πολλή σκόνη. Δυο άντρες μάζευαν μερικά τελευταία κομμάτια από τους πάγκους και τα ράφια. Σαν κεραυνοβολημένος ρώτησε τους εργάτες. «Τι να έγινε, φίλε; Οικονομική κρίση. Εσύ δεν πήρες χαμπάρι»; Όχι, δεν είχε καταλάβει τίποτα. Το κατάστημα έδειχνε να δουλεύει καλά.
     Τους ρώτησε για κείνη. Κάπου στην Ισπανία είχαν πάει όλες μαζί. Στη Βαρκελώνη, στον κεντρικό δρόμο με τα καλά καταστήματα, συμπλήρωσαν, αφού συζήτησαν κάτι μεταξύ τους χαμογελώντας. Όχι, τηλέφωνο δεν είχαν να του δώσουν. Ο ένας τους πρέπει να τον λυπήθηκε βλέποντας το χαμένο του ύφος και τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. «Γυναίκες, ρε φίλε. Τι περιμένεις; Άστατες, ακόμα κι όταν τα οικονομικά είναι καλά». Ο άλλος έπνιξε ένα γέλιο και συνέχισε να μαζεύει.
     Έφυγε όπως-όπως. Περπατούσε σαν χαμένος μέχρι το μεσημέρι. Ένιωθε άδειος. Έρημος. Πήρε μια εφημερίδα και κάθισε σε ένα καφέ. Τα γράμματα χόρευαν μπροστά στα μάτια του. Έπαιρναν χρώματα και άλλαζαν σχήματα. Άρχισαν να μοιάζουν με τις ψηφίδες και τα χρωματιστά πλακάκια του Γκαουντί. Ήξερε τη Βαρκελώνη απέξω κι ανακατωτά. Τη λάτρευε σαν πόλη όσο λάτρευε κι εκείνη σαν γυναίκα. Μήπως ήταν γραφτό από τη μοίρα να τις ξαναβρεί και τις δύο μαζί;
     Το αποφάσισε γρήγορα. Το ίδιο γρήγορα όσο τον καφέ που παρήγγειλε. Θα πήγαινε στη Βαρκελώνη. Την επομένη κιόλας θα πήγαινε να κλείσει εισιτήρια. Αυτά τα πράγματα δεν είναι να τα αφήνει κανείς. Μάτια που δεν βλέπονται… Τέλος πάντων, δεν έπρεπε να σκέφτεται το χειρότερο.

Το Σάββατο της ίδιας εβδομάδας αναχωρούσε για Βαρκελώνη μέσω Μονάχου. Πολύ νωρίς το πρωί η πτήση. Δεν τον πείραζε. Έτσι κι αλλιώς είχε αρκετά βράδια να κοιμηθεί. Έφτασε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» με το μετρό, κουβαλώντας μια μικρή αποσκευή. Έκανε τσεκ-ιν στο γκισέ της Λουφτχάνσα. Τον εξυπηρέτησε ο ευγενικός Έλληνας υπάλληλος που προαναφέραμε, λέγοντάς του «καλό ταξίδι» μία και μοναδική φορά, την προαναφερθείσα.
      Πέρασε τον έλεγχο των διαβατηρίων και προχώρησε στα καταστήματα. Έριξε βιαστικές ματιές, αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Άλλες φορές κάτι αγόραζε. Μια κολόνια, μια γραβάτα, έτσι για το καλό.
      Προχώρησε στον έλεγχο των χειραποσκευών για την επιβίβαση. Του άρεσε που στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» υπήρχε ειδικό μηχάνημα που έλεγχε τις μπότες. Όχι ότι εκείνος φορούσε ποτέ μπότες, για να το χρειαστεί. Όμως του άρεσε που υπήρχε εκεί. Είχε πάντα λίγο άγχος για τον σωματικό έλεγχο με τις ακτίνες. Δεν άφηνε ποτέ τίποτα μεταλλικό επάνω του. Κάθε φορά έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του ότι το μηχάνημα θα τον έβρισκε αθώο. Κάθε φορά κέρδιζε το στοίχημα και πανηγύριζε με τον ίδιο ενθουσιασμό. Συνήθως οι υπάλληλοι τον κοιτούσαν περίεργα, αλλά με συμπάθεια. Αυτή τη φορά το μηχάνημα τον βρήκε πάλι αθώο, αλλά δεν είχε όρεξη να πανηγυρίσει.
     Σε λίγα λεπτά άρχισε η επιβίβαση. Συνηθισμένα τα πόδια του, τον μετέφεραν μέσα από τη μακριά κατηφορική φυσούνα στην είσοδο του αεροσκάφους. Καλωσήλθατε, του χαμογέλασε μια όμορφη αεροσυνοδός. Όχι, δεν έμοιαζε σ’ εκείνη. Καμιά δεν μπορούσε να της μοιάζει.
     Κάθισε στη θέση του κοντά στο παράθυρο και έδεσε τη ζώνη του. Βόλεψε τη μικρή του χειραποσκευή ανάμεσα στα πόδια του. Η όμορφη αεροσυνοδός έδειχνε πώς ανοίγουν τα σωσίβια. Δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα ακούσει να χάθηκε κάποιος σε αεροπορικό δυστύχημα, επειδή δεν κατάφερε να ανοίξει το σωσίβιό του. Για να το δείχνουν όμως κάθε φορά, θα υπάρχει λόγος. Πάντα χρειάζεται να υπάρχει ένας λόγος. Είναι καλύτερα από το «έτσι, χωρίς λόγο». Όπως κι αυτός τώρα, σε αυτό το ταξίδι, είχε τον λόγο του. Τον αναστάτωνε αυτός ο λόγος. Τον έκανε να νιώθει ζωντανός, χαρούμενος, ανυπόμονος. Το αεροπλάνο απογειώθηκε και μαζί του και η δική του αγωνία.
    Είχε τα μάτια του κολλημένα στην ενημερωτική οθόνη. Τριάντα χιλιάδες πόδια ύψος, μείον εξήντα βαθμοί Κελσίου θερμοκρασία. Μία ώρα ακόμα μέχρι το Μόναχο. Στο Μόναχο θα είναι ακόμα μοναχός του, σκέφτηκε εύθυμα. Μετά, ένα γρήγορο τράνζιτ και… κατευθείαν στη Βαρκελώνη, μαζί της.
     Καθισμένος και δεμένος πειθαρχικά στη θέση του, αγνάντευε έξω από το παράθυρο. Όταν ταξίδευε με αεροπλάνο, του φαινόταν ότι άφηνε κάτω στη γη όλη του τη ζωή· ότι με το αεροπλάνο ταξίδευε κάποιος άλλος, με μια ζωή που μόλις άρχιζε. Του άρεσε να χαζεύει τους σχηματισμούς από σύννεφα και να φαντάζεται τι παρίσταναν. Σ’ ένα από τα τελευταία του ταξίδια είχε αντικρύσει μια μαγική εικόνα: ένα κυκλικό ουράνιο τόξο, σαν πολύχρωμο δαχτυλίδι, και στο κέντρο του τη σκιά του αεροπλάνου. Νόμιζε ότι ονειρευόταν. Του ήρθε να ξεφωνίσει από ενθουσιασμό και να ξυπνήσει τον διπλανό του που κοιμόταν ανυποψίαστος για το θαύμα που συνέβαινε έξω από το παράθυρο. Η συγκρατημένη του φύση όμως τον συνέτισε και αυτή τη φορά. Ευτυχώς, εδώ που τα λέμε, γιατί όταν αργότερα έψαξε στις εικόνες του Google «σκιά αεροπλάνου με ουράνιο τόξο», κατέβηκαν εκατοντάδες φωτογραφίες παρόμοιες με το δικό του, μοναδικό θαύμα.
    Προτιμούσε να κάθεται στο παράθυρο. Το ζητούσε πάντα στο τσεκ-ιν. Δεν ήταν μόνο ότι μπορούσε να βλέπει έξω. Το κυριότερο ήταν ότι έτσι είχε μονάχα έναν διπλανό. Θα αισθανόταν πολύ άβολα ανάμεσα σε δύο άγνωστους συνεπιβάτες. Σήμερα καθόταν δίπλα σε έναν μεσήλικα Ιταλό που διάβαζε, μεταφρασμένη στα ιταλικά, τη Λέσχη των τιποτένιων του Τζόναθαν Κόου. Καταπληκτικό βιβλίο, όπως εξάλλου και όλα τα υπόλοιπα του συγγραφέα. Ο Κόου ήταν από τους αγαπημένους του σύγχρονους συγγραφείς. Ιδιαίτερα το τελευταίο του βιβλίο με την ιστορία εκείνου του μοναχικού τύπου, τον είχε συγκινήσει πολύ. Θυμήθηκε σχεδόν ανατριχιάζοντας τη σκηνή όπου ο Μαξ αποφασίζει να γίνει πιο κοινωνικός και προσπαθεί με αδεξιότητα πρωτάρη να ανοίξει κουβέντα με τον διπλανό του συνεπιβάτη στο αεροπλάνο. Για πολλή ώρα τού διηγείται τη ζωή του σε περίληψη, παρασυρμένος σε έναν χειμαρρώδη μονόλογο, μέχρι τη στιγμή που μια αεροσυνοδός αντιλαμβάνεται ότι ο συνεπιβάτης και ακροατής του Μαξ είναι από ώρα νεκρός.
     Έριξε μια λοξή ματιά στον Ιταλό δίπλα του. Καλοθρεμμένος και ολοζώντανος, κρατούσε τώρα το βιβλίο με τη χαλαρότητα ενός ευκαιριακού ύπνου, ροχαλίζοντας ελαφρά. Ο ίδιος δεν ήξερε ιταλικά, αλλά και στην αντίθετη περίπτωση, δεν θα του μιλούσε. Ποτέ δεν άνοιγε κουβέντα με τους διπλανούς του. Δεν ήταν καλός συζητητής, ούτε καν με τους γνωστούς, πόσο μάλλον με ξένους. Ένιωθε να δένεται η γλώσσα του και να μην βρίσκει κάτι ενδιαφέρον να πει για να προχωρήσει η συζήτηση. Η θέση κοντά στο παράθυρο, εκτός από τη θέα, του εξασφάλιζε και ότι θα έχει μονάχα έναν διπλανό. Μειώνονταν έτσι στο μισό οι πιθανότητες να χρειαστεί να μιλήσει με έναν άγνωστο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Κουβέντιαζε μόνο με τον εαυτό του. Από μέσα του, εννοείται. Όχι πως και από αυτή την κουβέντα έβγαινε πάντα συμπέρασμα.
    Στη σκέψη του ξαναήρθε εκείνη. Κόντευαν πλέον να προσγειωθούν στο Μόναχο. Έσκυψε στο μικρό σακίδιο και πήρε από μέσα το σημειωματάριό του και ένα στυλό. Πέρασε μερικές γραμμένες σελίδες κι έφτασε στην πρώτη άγραφη. Σημείωσε πάνω δεξιά την ημερομηνία και στην επόμενη σειρά έγραψε με καλλιγραφικό χαρακτήρα:

Κι από τότε είμαι μόνο γιατί εσύ είσαι
κι από τότε είσαι κι είμαι, είμαστε οι δυο μας
και θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε από αγάπη. 

     Ήταν από ένα σονέτο του Πάμπλο Νερούντα που είχε βρει σε μια μέθοδο ισπανικών. Είχε μάθει να το απαγγέλλει στα ισπανικά. Θα της το έλεγε μόλις τη συναντούσε. Αν έβρισκε το κουράγιο, βέβαια… Τράβηξε μια διακεκομμένη γραμμή και συνέχισε από κάτω:


Φιλόξενη, αγαπημένη μου πόλη, η μοίρα με φέρνει πάλι σε σένα. Δεν μπορώ παρά να τηρήσω μια υπόσχεση δοσμένη από καιρό. Από τον καιρό που έφυγε η Γκλεντόρα και έμεινα εγώ.


      Έκλεισε το σημειωματάριο και με διπλωμένα χέρια το έσφιξε στην αγκαλιά του. Η οθόνη τώρα έδειχνε εικοσιοχτώ χιλιάδες πόδια ύψος. Κατέβαιναν. Σε λίγο θα προσγειώνονταν στο Μόναχο.
……………………………………………………………….

ΕΠΙΚΡΙΣΗ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ
Το ανωτέρω ιστορικό παραπέμπει σε περίπτωση αντικειμενοφιλίας (objectum sexuality) με συνύπαρξη αυτισμού και ήπιας ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής. 
(Σημείωση: το γυναικείο όνομα Γκλεντόρα πιθανόν προέρχεται από το ομώνυμο παλιό τραγούδι του Πέρι Κόμο, σχετικά με έναν άνδρα ερωτευμένο με μια κούκλα βιτρίνας).




 
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ, τεύχος 65-66, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2012)

11.9.12

Γιώργης Γιατρομανωλάκης: Μια τάξη σε διάλειμμα




Είναι μια αίθουσα διδασκαλίας. Στο πάνω επίπεδο φαίνεται ένα ράφι με κουτάκια, ένα πανεράκι και μια σημαία. Αμερικανική. Στο κάτω μέρος βλέπουμε τα κεφάλια δύο μικρών παιδιών. Αφρικανικής φυλής. Το αγόρι είναι κουρεμένο. Κοιτάζει λίγο δεξιά. Το κορίτσι είναι χτενισμένο, όπως οι αφρικανές γυναίκες. Κοιτάζει και αυτό δεξιά. Στο κέντρο φαίνονται δύο άνδρες λευκής φυλής. Ο ένας κάθεται γι' αυτό και λέγεται Πρόεδρος. Φοράει κουστούμι και γραβάτα. Έχει σταυρώσει τα χέρια και φαίνεται το δακτυλίδι του γάμου. Ο άλλος είναι όρθιος, γι' αυτό και λέγεται Επιτελάρχης. Φοράει κουστούμι και γραβάτα. Έχει σταυρώσει τα χέρια και φαίνεται το δακτυλίδι του γάμου. Ο Επιτελάρχης έχει σκύψει με ευλάβεια στο κεφάλι του Προέδρου και του μιλά. Στο αυτί. Του λέει ένα μυστικό. Ο Πρόεδρος ακούει. Ο Επιτελάρχης μιλά. Είναι απόλυτη ησυχία. Το κορίτσι κοιτάζει δεξιά. Το αγόρι κοιτάζει δεξιά. Ο Επιτελάρχης δεξιά. Ο Πρόεδρος κοιτάζει αριστερά. Δίπλα στο κεφάλι του Προέδρου υπάρχει ένας πίνακας. Μαύρος. Πάνω έχει γράμματα. Άσπρα. Τα γράμματα λένε Το διάβασμα κάνει μια χώρα μεγάλη.

Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (10-9-2011).

 

8.9.12

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια και ο νεαρός με την κατεβασμένη κουκούλα


          
               Σε κάθε ταξίδι επιστροφής, μηρυκάζω νοερά τα μέρη που άγγιξα με το φευγαλέο βλέμμα του επισκέπτη, συνήθως αθέλητα,  πάνω από ένα βιβλίο, με τον συγγραφέα να πλέκει μάταια τις ζωές των ηρώων του για να με κρατήσει μέσα στο αεροπλάνο, στο πλοίο ή στο αυτοκίνητο. Γυρίζοντας από τη Μήλο, βραδινή ώρα, με ένα ταχύπλοο, κάθομαι στη θέση που προβλέπει το εισιτήριό μου: 32Ι. Μετά το απέραντο γαλάζιο των προηγούμενων ημερών, βολεύω το απέραντο μπλε των αποσκευών μου-μικρή μπλε βαλίτσα και μπλε σακίδιο-δίπλα στα πόδια μου.  Βγάζω τον Μυριβήλη-μισό στο πήγαινε και μισό στο έλα είχα υπολογίσει-και τα πρόχειρα γυαλιά μου.
                Πριν ξαναχωθώ στη ζωή του Λεωνή, ρίχνω μια ματιά στο διπλανό μου ζευγάρι. Πολύ μικροί, γύρω στα είκοσι· ξένοι· μιλάνε χαμηλόφωνα, δεν μπορώ να καταλάβω σε ποια γλώσσα. Η κοπέλα, φυσική κοκκινομάλλα, με γυαλιά, ελαφρώς υπέρβαρη, σκούρο μακρυμάνικο πουκάμισο, στα πόδια ψηλά αρβυλάκια. Το αγόρι, πολύ λεπτό έως ισχνό, γκρίζο φούτερ με την κουκούλα τραβηγμένη μπροστά στο πρόσωπο μέχρι κάτω από τη μύτη, αρβυλάκια και αυτός. Είμαι καθισμένη δίπλα στο αγόρι και βλέπω κάτι που με αναστατώνει. Στα πόδια του έχει το σακίδιό του και στην εξωτερική τσέπη, σε πρώτη ζήτηση, μια σακούλα για τη ναυτία. Γι’ αυτό μάλλον έχει σκεπάσει το πρόσωπό του· τον ζαλίζει η θάλασσα. Σκέφτομαι ότι θα μου έρθει καμιά ρουκέτα και κολλάω στην άλλη άκρη του καθίσματος, τραβώντας μαζί και τα πράγματά μου. Δεν υπάρχουν άδεια καθίσματα. Το sea jet έρχεται από Σαντορίνη και Φολέγανδρο.
                Τον παρατηρώ πιο προσεκτικά. Το κομμάτι του προσώπου που φαίνεται είναι πολύ χλωμό, άτριχο. Τα χείλη λεπτά και η φωνή του ψιλή, σχεδόν παιδική. Τα χέρια του δεν βρίσκουν ησυχία. Με ανατριχιαστικό τρόπο σπάει τα δάχτυλα, σκύβει το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά του και πιάνει νευρικά τα άρβυλα, παίρνει βαθιές ανάσες. Η τηλεόραση παίζει το «The magnificent seven». Ένα παιδάκι από τα πίσω καθίσματα μπερδεύει τον Τζορτζ Κλούνι με τον Τομ Κρουζ (μπερδεύονται ποτέ αυτοί οι δύο;)
                Η κοπέλα κάνει μασάζ στον αυχένα του φίλου της, προσπαθώντας μάλλον να τον χαλαρώσει. Αυτός κάθε λίγο αναπηδάει στο κάθισμα. Κατεβάζει κι άλλο την κουκούλα. Την έχει ξεχειλώσει εντελώς. Σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι άρρωστος, για να είναι τόσο λεπτός (κάποια ειδική θεραπεία;) Συνεχίζει να σκύβει στα γόνατά του, να ανασαίνει βαθιά, να σπάει τα δάχτυλα. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στο βιβλίο. Ο Λεωνής κολυμπάει με τη Σαπφώ και την  αδελφή της. Η θάλασσα έχει κύματα, αλλά η Σαπφώ απομακρύνεται με σίγουρες απλωτές. Η δική μας θάλασσα είναι σχετικά ήρεμη, όμως το κάθισμα δίπλα μου συνεχίζει να τραντάζεται κάθε τόσο. Σε λίγο θα έχω κι εγώ ναυτία.
                Η Μήλος είναι μέσα στο μυαλό μου· δεν έχω φύγει ακόμα, θα μου πάρει μερικές μέρες. Η χώρα μας είναι ίσως η ομορφότερη του κόσμου· το «ίσως» μόνο για τα μάτια του κόσμου· είναι η ομορφότερη. Οι σκαρφαλωμένες στην κορυφή Παναγιές που αγναντεύουν τα γύρω νησιά, οι λαξευμένοι από γλύπτη βράχοι, ακλόνητοι μέσα στο απέραντο γαλάζιο, τα σπίτια που αστράφτουν ολόλευκα στο πρωινό φώς του ήλιου και που αργότερα, σχεδόν γαλάζια,  καθρεφτίζουν τη θάλασσα στο ηλιοβασίλεμα, οι κακοτράχαλοι γκρεμοί που οδηγούν τον επίμονο περιηγητή σε μαγικές παραλίες· όλα αυτά δεν τα έχω βρει αλλού. Ανυπομονώ να φτιάξω τις φωτογραφίες που έβγαλα. Ένα δυνατό τράνταγμα του διπλανού καθίσματος με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Πλησιάζουμε.
                Απέναντί μας βρίσκονται οι τουαλέτες. Αριστερά η ανδρική και δεξιά, ακριβώς στην ίδια ευθεία με το κάθισμα του νεαρού, η γυναικεία. Τον βλέπω να σηκώνεται απότομα, με τα πόδια ανοιχτά για να στηριχτεί καλύτερα, και να πηγαίνει προς τα εκεί. Έχει αρκετά στρογγυλή πύελο και πολύ λεπτά πόδια. Θα κάνει εμετό· είμαι σίγουρη. Ανοίγει τη δεξιά πόρτα· των γυναικών. Δεν προλαβαίνει να φτάσει στην ανδρική, σκέφτομαι. Και μετά λάμπει στο μυαλό μου η αλήθεια, εκτυφλωτικά αστραφτερή, σαν τα σπίτια της Μήλου στον ήλιο. Είναι γυναίκα. Είναι ζευγάρι γυναικών. Έτσι εξηγούνται και τα άρβυλα, καλοκαιριάτικα. Και η ψιλή φωνή, και το άτριχο δέρμα. Σε λίγο βγαίνει από την τουαλέτα, με το πρόσωπο σταθερά καλυμμένο με την κουκούλα. Κάθεται στη θέση της.
                Έχουμε μπει πια στο λιμάνι του Πειραιά. Βάζω τον Μυριβήλη στην τσάντα. Γύρω μου οι επιβάτες ετοιμάζονται για την αποβίβαση. Το ταχύπλοο σταματάει. Οι κοπέλες δίπλα φιλιούνται. Τη βγάλαμε και αυτή τη φορά, πρέπει να σκέφτεται η διπλανή μου. Κατεβαίνω στο λιμάνι και στήνομαι στην ουρά για ταξί. Με παραλαμβάνει ένας αδύνατος, αξύριστος ταξιτζής, ντυμένος στα μαύρα. Το ταξί μυρίζει τσιγάρο και πετρέλαιο. Πριν πιάσει το τιμόνι, ανάβει τσιγάρο και μου λέει με βαριά τσιγαροφωνή, που θυμίζει τον Μπάτη: «Τι λέει το τζετάκι; Έκανε κούνια;»
                Εκείνη τη στιγμή θέλω να βγω από το ταξί, να πέσω στη θάλασσα με τον Λεωνή και τη Σαπφώ και μαζί, κολυμπώντας, να γυρίσουμε στη Μήλο. Περιορίζομαι σε μια ξινή αντερώτηση: «Κούνια; Τι εννοείτε;»