Σελίδες

26.3.12

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου: η αρχόντισσα του Αναπλιού


     Για την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου έμαθα εντελώς τυχαία, σε μια από αυτές τις αναζητήσεις στο διαδίκτυο, όπου το ένα φέρνει τ’ άλλο και λοξοδρομείς σε εντελώς απρόβλεπτη και συχνά γοητευτική κατεύθυνση. Έτσι, από κάτι που κοίταζα σχετικά με τον Δράμαλη, βρέθηκα μπροστά στο όνομα αυτής της γυναίκας.
     Είχε γεννηθεί στην Πάτρα, κόρη του πρόκριτου Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Κατά την έναρξη της επανάστασης, η Καλλιόπη  κατέφυγε στη Ζάκυνθο με τη μητέρα της και στη συνέχεια στην Ανκόνα της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε και έμαθε να μιλά άριστα ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά.
     Το 1824 η οικογένεια της μετακόμισε στο Ναύπλιο, όπου η Καλλιόπη παντρεύτηκε τον Σπύρο Παπαλεξόπουλο, δήμαρχο Ναυπλίου και γερουσιαστή. Ήταν μια όμορφη γυναίκα, ετοιμόλογη και χαριτολόγος, με πλατιά μόρφωση. Σύντομα ξεχώρισε για το πνεύμα της. Είχε δημιουργήσει μια πλούσια βιβλιοθήκη, ενώ το σπίτι της είχε μετατραπεί σε φιλολογικό σαλόνι, όπου σύχναζαν μεγάλοι ποιητές και συγγραφείς της εποχής. Πρόσφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς και στους πρόσφυγες. Τάχθηκε φανερά εναντίον του Όθωνα και συμμετείχε ενεργά στον αντιμοναρχικό αγώνα κατά των Βαυαρών. Το περίεργο ήταν ότι όταν ο Όθωνας είχε πρωτοφτάσει στην Ελλάδα, η Καλλιόπη ήταν 18 χρονών και λέγεται ότι μαζί της είχε χορέψει τις πρώτες καντρίλιες του.
      Μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1850, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση για ένα μεγάλο διάστημα. Πρωτοστάτησε στην αποτυχημένη εξέγερση του Ναυπλίου, την 1η Φεβρουαρίου του 1862, γι' αυτό και καταδιώχθηκε από το παλάτι. Για την αποφυγή στρατιωτικού πραξικοπήματος στο Ναύπλιο, η κυβέρνηση της Αθήνας έστειλε ένα εκστρατευτικό σώμα με Γερμανό διοικητή. Ο διοικητής, στρατηγός Hahn, πληροφορήθηκε ότι οι νεότεροι αξιωματικοί της φρουράς σύχναζαν στο σπίτι της Καλλιόπης και της έστειλε τελεσίγραφο, ζητώντας της να φύγει από την πόλη, γιατί τα βασιλικά στρατεύματα θα έμπαιναν στο Ναύπλιο και υπήρχε η πιθανότητα αιματηρών συγκρούσεων, που θα έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή της. Η Καλλιόπη απάντησε:
    «Θα μείνω όπου βρίσκομαι. Τα μόνα ζωντανά πλάσματα που φοβάμαι είναι οι ποντικοί, γι’ αυτό τους αφάνισα όλους μέσα στο σπίτι μου».
       Λέγεται ότι όταν τελικά ο Hahn μπήκε στην πόλη με τα στρατεύματά του, συνέλαβε τους συνωμότες, αλλά έστειλε στην Καλλιόπη με έναν υπασπιστή του τα σέβη του σε μια αρχόντισσα πολύ ευγενική, αλλά πολιτικά παραστρατημένη.
     Όταν τελικά ο Όθων εκθρονίστηκε, κατέπλευσε στο Ναύπλιο το πλοίο «Ελλάς» και μετέφερε την Καλλιόπη στην Αθήνα ως προσκεκλημένη της Κυβέρνησης. Παρεβρέθηκε στην Εθνική Συνέλευση και λέγεται ότι όρθιοι οι βουλευτές την χειροκρότησαν παρατεταμένα. Τιμήθηκε για τη δράση της και της απονεμήθηκε τιμητική σύνταξη 500 δρχ.
     Ύστερα από αυτή την επίσκεψη στην πρωτεύουσα, γύρισε στο Ναύπλιο και δεν βγήκε ποτέ πια από το σπίτι της. Φορούσε πάντα ένα μεταξωτό φόρεμα και ένα βελούδινο πανωκόρμι, ενώ στην πλάτη της έπεφταν τα μαλλιά της, δεμένα σε δυο πλεξούδες. Ήταν σχεδόν εκατό χρονών, αλλά το πρόσωπό της έμενε ακόμα αρυτίδωτο.
     Απεβίωσε πάμφτωχη στις 8 Φεβρουαρίου του 1898. Στο Ναύπλιο υπάρχει οδός, έξω από το αρχοντικό της, που φέρει το όνομά της καθώς και προτομή της στο αναγνωστήριο της δημόσιας βιβλιοθήκης του Ναυπλίου, έργο του Χαριάτη. Εξυμνήθηκε από ποιητές της εποχής όπως τον Παναγιώτη Σούτσο. Ο τάφος της βρίσκεται στο κοιμητήριο του Ναυπλίου, κάτω από τη σκιά του βενετσιάνικου λιονταριού.

Πηγές:
1.     Δ. Κακλαμάνος. Ένα πανόραμα της Ελλάδας στο Ναύπλιον, μτφ. Σ. Καρούζου, εκδ. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1979.
2.     http://argolikivivliothiki.gr/2008/11/12/revolution1862/
4.     Μ. Γ. Λαμπρυνίδης « Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου », Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ. Σκόκου, Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.
5.     Επιστολή της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου προς τον Ιωάννη Κωλέττη (15-5-1838) http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=101421



21.3.12

Η μέρα και η νύχτα της ποίησης


   
      Ο συγγραφέας έξυσε το μολύβι του να γίνει μυτερό. Μια φράση μόνο έμενε∙ η τελευταία. Ήταν κατάκοπος, όπως κάθε φορά που τέλειωνε κάτι μεγάλο. Είχε βολέψει όλους τους ήρωές του. Άλλους στη ζωή, άλλους στον θάνατο. Κρατούσε το κεφάλι του βαρύ με την αριστερή παλάμη. Με το άλλο χέρι βάσταγε το μολύβι όρθιο πάνω στο χαρτί, εκείνο όμως δεν έλεγε να πάρει το μυτερό πόδι του και να γράψει την τελευταία εκείνη φράση.
     Ο συγγραφέας ξαναδιάβασε την τελευταία παράγραφο.

«…..Ο Άλμπερτ έκλεισε την πόρτα και γύρισε το κλειδί δύο φορές στην κλειδαριά. Ο αφηγητής απόμεινε μόνος στην κρύα νύχτα. Κατέβηκε τα σκαλιά της εξώπορτας και βγήκε στον δρόμο….»

      Εκεί είχε κολλήσει. Ήθελε τη μία και μοναδική φράση που θα έκλεινε το βιβλίο. Τέσσερα χρόνια δουλειάς και τώρα τον κρατούσε αιχμάλωτο μια πρόταση. Ήξερε πώς την ήθελε∙ σχετική με το φεγγάρι. Η μικρή εργατούπολη της ιστορίας του ήταν αδικημένη από χρόνο κι από τόπο. Οι ήρωές του ένας-ένας είχαν παρελάσει τις ζωές τους με τα μικρά και μεγάλα γεγονότα που είχε σκαρφιστεί ο συγγραφέας  γι’ αυτούς. Σε ολόκληρο το βιβλίο το φεγγάρι ακολουθούσε τη μικρή πόλη σαν σε εντεταλμένη υπηρεσία∙ τη φώτιζε, την ομόρφαινε, την έκρινε.
      Ο συγγραφέας χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλά του στο χαρτί. Take five για το μολύβι∙ αναπαυόταν ξαπλωμένο πάνω στα κλειδιά του Άλμπερτ. Ο συγγραφέας κλωθογύριζε το φεγγάρι στο μυαλό του. Μισό ή ολόκληρο, χλωμό, ασημένιο, θλιμμένο ή χαμογελαστό, ανέγγιχτο, μακρινό∙ ό,τι κι αν σκεφτόταν, του φαινόταν αταίριαστο, λίγο. Εκείνος ήθελε να αφήσει την πόλη στο φεγγάρι της και να απελευθερώσει τον αφηγητή∙ να του επιτρέψει να τρυπώσει σε άλλη ιστορία.
      Είχε να κοιμηθεί τρία βράδια. Συλλογιζόταν τη φράση και ξαγρυπνούσε. Το πρωί τον έβρισκε στην ίδια θέση, με το μολύβι του, που συνεχώς κόνταινε, ξυσμένο στην εντέλεια. Τα μάτια του είχαν γίνει δυο μαύροι κύκλοι με δύο κουρασμένους βολβούς στο κέντρο τους.
     Τα παράτησε για άλλη μία φορά. Δεν του ερχόταν τίποτα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Προσπάθησε να ξεκουράσει το μυαλό του, που ήταν θολωμένο, σαν ανάπηρο. Πήρε από το κομοδίνο του ένα βιβλίο. Δεν διάβαζε τις αφηγήσεις άλλων συγγραφέων. Διάβαζε μόνο ποιητές. Έβρισκε κάτι σ’ εκείνους, που δεν το είχε αυτός. Οι λέξεις τους έκοβαν σαν νυστέρι, αφού είχαν θωπεύσει προηγουμένως την ψυχή. Ζήλευε τους ποιητές. Οι αναγνώστες τους μάθαιναν απέξω στίχους ή και ολόκληρα ποιήματα. Κανείς ποτέ- ούτε και ο ίδιος εξάλλου- δεν μπορούσε να αποστηθίσει έστω και ένα μέρος από κάποιο δικό του βιβλίο.
     Άνοιξε τον τόμο με τα ποιήματα σε μια τυχαία σελίδα. Έτσι διάβαζε πάντα την ποίηση. Χωρίς αρχή και τέλος∙ γιατί η ποίηση δεν είχε αρχή και τέλος∙ ήταν η ίδια αρχή και τέλος.
Έμεινε να κοιτάει σαν κεραυνοβολημένος το ποίημα. Η άνεση της νύχτας, ο τίτλος του. Ένας στίχος όλο το ποίημα. Μία φράση όλη κι όλη. Και….. ναι.... Βέβαια! Ήταν η δική του φράση. Η φράση που έψαχνε τόσες μέρες. Πέντε λέξεις, ένα ολόκληρο ποίημα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, σα να είχε τρέξει σε ανηφόρα. Διάβασε και ξαναδιάβασε τη φράση∙ με τα δικά του χείλη∙ ύστερα με τα χείλη του αφηγητή. Αυτή ήταν. Τέλεια. Μοναδική. Ξεχωριστή. Η φράση του ποιητή. Το ποίημα του ποιητή.

Αδειάζουμε τα πάντα στην πανσέληνο.

     Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από την πλαγιαστή γραμματοσειρά του βιβλίου. Άλλαζε τη σειρά των λέξεων. Η φράση παρέμενε ακέραιη. Τέλεια. Ένιωθε γαλήνιος τώρα. Ο ποιητής του είχε στραγγίξει την αγωνία∙  του είχε πάρει όλη την κούραση. Δεν μπορούσε πια να κρατήσει τα βλέφαρά του ανοιχτά. Κοιμήθηκε με τα ρούχα, κρατώντας στο ένα χέρι το βιβλίο με το λυτρωτικό ποίημα. Η άνεση της νύχτας. Σε λίγο το χέρι του χαλάρωσε και το βιβλίο έπεσε στο πάτωμα. Ο συγγραφέας κοιμόταν βαθιά. Είχε πάρει πια να ξημερώνει∙ 21 Μαρτίου.

Το ποίημα που αναφέρεται είναι η Άνεση της Νύχτας του Νίκου Καρούζου από τη συλλογή Πενθήματα (1969).

18.3.12

Πρωινό Κυριακής με δύο ήλιους κι ένα δαιμόνιο


      Η σημερινή Κυριακή έφερε όπως πάντα τις εφημερίδες της, λίγο αργότερα έναν πρωινό χρυσαφή ήλιο και πιο μετά το άνοιγμα της κάλπης για το τιμόνι του πράσινου ήλιου. Πήρα τις εφημερίδες, με έβαλε σε σκέψεις ο χρυσαφής ήλιος, αδιαφόρησα εντελώς για τον πράσινο. Οι φίλοι του διαδικτύου είχαν κι αυτοί από νωρίς ξεσηκωθεί στο πλευρό του χρυσαφή ήλιου και κόντρα στον πράσινο. Βγείτε βόλτα, πρότειναν στις σελίδες τους. Έσκισα τις ζελατίνες των εφημερίδων, περιμένοντας την Άννα να ξυπνήσει. 
     Το επιβεβαίωσα άλλη μία φορά. Οι κυριακάτικες εφημερίδες αξίζουν περισσότερο για τα βιβλία παρά για τα νέα που φέρνουν μαζί τους.  Το σημερινό ΒΗΜΑ έδινε το Δαιμόνιο του Γιώργου Θεοτοκά. Λίγα πράγματα ήξερα γι’ αυτόν: σημαντικός εκπρόσωπος της γενιάς του ’30. Από τα έργα του θα μπορούσα να μνημονεύσω μόνο την Αργώ∙ όχι πως την έχω διαβάσει. Ετοιμάστηκα να βάλω το Δαιμόνιο στο ράφι με τα υπόλοιπα της σειράς, παρακαταθήκη για μελλοντικά διαβάσματα. Άνοιξα το βιβλίο με τη συνηθισμένη μου «περιέργεια της πρώτης σελίδας»: πάντα στέκομαι προσεκτικά  στην πρώτη φράση ενός μυθιστορήματος ή ενός διηγήματος.

   «Θα ήμασταν απάνω κάτω είκοσι χρονώ όταν συνδεθήκαμε ο Ρωμύλος Χριστοφής κι εγώ…»

     Έτσι ξεκινάει το Δαιμόνιο. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με τράβηξε στη μάλλον κοινότοπη αυτή εισαγωγή-προαίσθημα ίσως;-και συνέχισα να διαβάζω. Προχώρησα στην πρωτοπρόσωπη περιγραφή του Ρωμύλου και της οικογένειάς του από τον ήρωα-αφηγητή. Περνούσα τις μικρού μεγέθους σελίδες του βιβλίου με αχόρταγη ταχύτητα, έχοντας ξεχάσει τους δύο ήλιους και την Άννα που κοιμόταν ακόμα. Η αφηγηματική δεινότητα του Θεοτοκά με είχε καθηλώσει στο τραπέζι της κουζίνας. Ο καφές φίλτρου που στάλαζε στην καφετιέρα, είχε αρχίσει να μυρίζει, σημάδι ότι τσουρουφλιζόταν.
     Η αισιόδοξη σκέψη της Κυριακής: πόσα άγνωστα καταπληκτικά πράγματα καρτερούν μόνο ένα τυχαίο βήμα μου για να μου αποκαλυφθούν… Μου φαίνονται πολύ τυχεροί όσοι διάλεξαν κλασσικές σπουδές και μελέτησαν σε βάθος όλους τους θαυμαστούς συγγραφείς του παρελθόντος. Τυχεροί μου φαίνονται επίσης όσοι έκαναν ολοκληρωμένες μουσικές σπουδές σε κάποιο όργανο ή στην ίδια τη μουσική γενικά. Θα μπορούσα ακόμα να απαριθμήσω πολλές κατηγορίες τυχερών ανθρώπων. Το μεγάλο δράμα είναι πως πρέπει κανείς να διαλέξει: τούτο ή εκείνο. Δεν μπορείς όλα μαζί… Αυτό λέει κάπου ο Ρωμύλος Χριστοφής στο Δαιμόνιο. Ο αδελφός του, Θωμάς Χριστοφής, πάλεψε ανάμεσα στη μουσική και την ιατρική. Νίκησε η ιατρική, όπως και στη δική μου ζωή. Μόνο που η δική μου ιατρική άφησε πίσω της μερικά ανάπηρα θύματα, να διεκδικούν λαίμαργα τις μέρες μου.
     Το Δαιμόνιο γράφτηκε το 1938. Τη χρονιά αυτή, όπως έμαθα επίσης σήμερα, πέθανε ο Georges Méliès, περίφημος κινηματογραφιστής ή «κινηματογραφικός μάγος» όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία. Ήταν ο πατέρας των κινηματογραφικών εφέ. Η πατρότητα μιας οποιασδήποτε ανακάλυψης έχει συνήθως δύο συστατικά: το δαιμόνιο και την τύχη. Ο Méliès κουβάλαγε μέσα του «δαιμόνιο», όπως και οι Χριστοφήδες του Θεοτοκά, ενώ σε τύχη μετέτρεψε την ατυχία να κολλήσει μια μέρα η κινηματογραφική του μηχανή, επινοώντας έτσι το εφέ στάσης (stop trick): ένα αντικείμενο ή ένα πρόσωπο μπορούσε να εξαφανιστεί ή να μετατραπεί σε κάτι άλλο. Τα πρώιμα εκείνα κινηματογραφικά παιχνίδια γέννησαν πολλές ταινίες με αξιοπρόσεχτα για την εποχή τους εφέ, καθιστώντας τον Méliès έναν “cinemagician”. 
    Την ιστορία του Georges Méliès, δοσμένη σαν παραμύθι, είχαμε δει με την Άννα το προηγούμενο βράδυ. H ταινία Hugo του Μάρτιν Σκορτσέζε, παρά το χαλαρό σενάριο και την ευτελίζουσα (κατά την προσωπική μου άποψη) τρισδιάστατη απεικόνιση, έδινε πολλά ερεθίσματα για περαιτέρω αναζήτηση. Σήμερα το πρωί, πριν με απορροφήσει εντελώς ο Θεοτοκάς, είχα προλάβει να διαβάσω για τον Méliès στο διαδίκτυο. Γεννημένος στις 8 Δεκεμβρίου (ίδια γενέθλια με τον Τζιμ Μόρρισον) και θαμμένος τώρα πια στο Κοιμητήριο Père Lachaise (όπως εξάλλου κι εκείνος). Ο Hugo της ταινίας είναι μυθικό πρόσωπο, ένα ορφανεμένο αγόρι, που ζει σχεδόν κρυφά σε ξεχασμένα δυσπρόσιτα κομμάτια του σιδηροδρομικού σταθμού Montparnasse, κλέβοντας κρουασάν για να φάει και γρανάζια για να επισκευάσει ένα αυτοσχέδιο ρομπότ που άφησε πίσω του ο πατέρας του. Το ρομπότ ανήκε στον Georges Méliès (αυτό ήταν επινόηση του συγγραφέα του βιβλίου, Brian Selznick).
    Ο μικρός Hugo κυκλοφορεί μέσα στο σταθμό σχεδόν σαν ποντίκι: βρώμικος, πεινασμένος, αρπάζοντας κρυφά κανένα ζεστό κρουασάν ή κανένα μπουκάλι γάλα, καταδιωκόμενος διαρκώς από τον φύλακα του σταθμού. Άνθρωποι και ποντίκια του Στάινμπεκ∙ άνθρωποι-ποντίκια του σήμερα. Όσο περνάει ο καιρός, οι άνθρωποι-ποντίκια αυξάνονται. 
      Στο τραμ που πήραμε με την Άννα για να πάμε στο σινεμά, ένας επιβάτης τραβούσε αμέσως την προσοχή. Καθόταν σε μια από τις διπλές θέσεις∙ άδεια η διπλανή του και οι δύο πίσω θέσεις, παρά τους πολλούς όρθιους επιβάτες. Απροσδιόριστης ηλικίας και απερίγραπτης μυρωδιάς ο άντρας, κρατούσε ένα πλαστικό ποτήρι με ποτό που έμοιαζε με θολή μπύρα. Τα ρούχα του ήταν πολύ βρώμικα, όμως το πλέον αποκρουστικό στην όψη του ήταν τα μαλλιά του: αρκετά μακριά, ξανθωπά που έπαιρναν ν’ ασπρίζουν, κολλημένα μεταξύ τους σε μια σχεδόν άμορφη μάζα. Άθελά μου σκέφτηκα ότι πρέπει να ήταν γεμάτα ψείρες. Στην επόμενη στάση από τη δική μας, ο οδηγός κατέβηκε από τη θέση του και ήρθε να του κάνει παρατήρηση. «Ξέρεις ότι δεν επιτρέπεται αυτό εδώ μέσα», του είπε δείχνοντας το πλαστικό ποτήρι. «Άφησέ το έξω και ξαναμπές». Ο άντρας βγήκε αδιαμαρτύρητα από το τραμ και κάθισε στο παγκάκι της στάσης, χωρίς να αφήσει λεπτό από τα χέρια του το πλαστικό ποτήρι. Έβγαλε να στρίψει τσιγάρο. Πρόλαβα να παρατηρήσω ότι το χαρτάκι ήταν τσαλακωμένο και βρώμικο. Μετά, το τραμ προχώρησε και ο άνδρας χάθηκε∙ σαν το stop trick του Méliès. 
     Ο κόσμος είναι γεμάτος ζητιανιά, θα έλεγε η Ιφιγένεια Χριστοφή στο Δαιμόνιο την άλλη μέρα, πρωινό Κυριακής, με ένα χρυσαφή ήλιο στον ουρανό και έναν πράσινο στο εδώλιο.


13.3.12

Μια θεά σε άσπρο-μαύρο



  1. Πόσες πυγολαμπίδες στη σειρά χρειάζονται για να διατρέξει το όνειρο μία πλήρη τροχιά;
  2. Πόση θλίψη μπορεί να αντέξει ένα ηλιοτρόπιο, ώστε να συνεχίσει να υψώνει το κεφάλι του στον ήλιο;

Ντινγκκκ…. Ντινγκκκ… Οκτώ "ντινγκ" στη σειρά.  Ο ήχος από το επιτοίχιο εκκρεμές παραμέρισε το ποτάμι των σκέψεων του Ανέστη. Δρύινο το κουτί του, ελβετική κατασκευή, οι ώρες με λατινικούς αριθμούς. Ενθύμιο από τους γονείς του, δώρο του γάμου τους από κάποιο μακρινό εξάδελφο ναυτικό. Τούτο το εκκρεμές, αλλόκοτο από τη γέννησή του, σαν και του λόγου του, χτυπούσε τις μισές ώρες. Μιάμιση, δυόμισι, τρεισήμισι. Δεν έπαιρνε επισκευή, κανένας δεν μπορούσε να βρει τι του έφταιγε. Τώρα χτυπούσε οκτώμισι. Αυτό και το παλιό ραδιόφωνο ήταν τα μόνα αντικείμενα που είχε πάρει μαζί του στο ίδρυμα.
Ο Ανέστης έκλεισε το σημειωματάριό του και άφησε στο τραπέζι  το μολύβι του, μαύρο Faber-Castell Νο 2, χιλιοδαγκωμένο στην κορυφή, δαγκωνιά και στίχος. Ο «Ποιητής των Αοράτων», έτσι συστηνόταν ο Ανέστης κι έτσι ήθελε να τον αποκαλούν. Είχε αφήσει τα ορατά στον Παντοδύναμο και είχε ιδιοποιηθεί τα αόρατα. Παντού όμως έλεγε ότι κι ο ίδιος ένας απεσταλμένος ήταν, με εντολή να τα δημιουργήσει. Όλα κι όλα, δεν ήταν ξιπασμένος. Τα χέρια του έτρεμαν λιγότερο τις τελευταίες εβδομάδες. Είχαν φύγει και οι φωνές. Αυτά τα μικρά, χρώματος ώχρας χάπια ήταν θαυματουργά.
Σηκώθηκε από το τραπέζι και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Στο κομοδίνο του φάνταζε καμαρωτό το ραδιόφωνό του, Siemens 1960. Ο Ανέστης γύρισε τον διακόπτη του, μέχρι ν’ ακουστεί ένα απαλό «κλικ». Onff….Οffn. Όλα στη ζωή έχουν off και on. Ποια είναι περισσότερα, αυτά που είναι off και γίνονται on ή όσα είναι on και γίνονται off; Ο Ανέστης δεν είχε ακόμα καταλήξει σε σίγουρο συμπέρασμα. Γύρισε το κουμπί μέχρι που η βελόνα έδειξε τη συχνότητα του αγαπημένου του σταθμού. Τα ακροδάχτυλά του είχαν το ίδιο καφεκίτρινο χρώμα με τα πλήκτρα του ραδιοφώνου. Χιλιάδες τσιγάρα, χιλιάδες on/off… on/off…on/off….
Η συναυλία δεν είχε αρχίσει ακόμα. Η εκφωνήτρια, με βραχνή ναζιάρικη φωνή κι ένα ελαφρό ψεύδισμα στο ρο, εξαντλούσε τα λίγα ραδιοφωνικά λεπτά με στοιχεία από τη ζωή της πιανίστριας. Ο Ανέστης τα ήξερε όλα απέξω κι ανακατωτά. Ήταν η θεά του από τον καιρό που ήταν νέος, πριν ακόμα έρθουν οι φωνές. Δεν είχε δίσκους της, την άκουγε όμως στο ραδιόφωνο και μάζευε από τις εφημερίδες και τα περιοδικά ό,τι δημοσιευόταν για κείνη. Είχε παρακολουθήσει τους τρεις γάμους της, είχε χαρεί με τις γέννες της (μία κόρη από κάθε γάμο), είχε πανικοβληθεί με την αρρώστια της, προσευχόταν νύχτα-μέρα για κείνη (πότε στο Θεό, πότε στον Μπαχ και τον Μπετόβεν). Έγινε επιτέλους καλά, συνέχιζε να γυρίζει τον κόσμο με συναυλίες, μαζί με τους φίλους της. Σπάνια έπαιζε μόνη, ήθελε παρέα πάνω στη σκηνή. Βοηθούσε νεαρούς μουσικούς να ανοίξουν τα φτερά τους, διοργάνωνε μουσικά φεστιβάλ, συμμετείχε ως κριτής σε διαγωνισμούς πιάνου. Ο Ανέστης μάζευε κομματάκι-κομματάκι τη ζωή της. Μετά ήρθαν οι φωνές∙ η δική του ζωή άρχισε να θολώνει και τα κομματάκια σκόρπισαν. Ούτε θυμόταν πια πού ήταν αυτό το παλιό λεύκωμα με τα αποκόμματα.
Πριν από τρεις μήνες είχαν αναγγείλει στις ειδήσεις τη συναυλία της. Στο Μέγαρο Μουσικής, τρεις απανωτές μέρες. Σκέφτηκε να πάει. Παρακάλεσε τους γιατρούς. Με τα πολλά τον άφησαν. Θα τον συνόδευε ένας νοσοκόμος. Ο Ανέστης θα πλήρωνε και τα δύο εισιτήρια. Βρήκε το τηλέφωνο του Μεγάρου∙ πήρε να ρωτήσει. Δεν υπήρχε τίποτα. Όλα τα εισιτήρια είχαν πουληθεί από τις πρώτες κιόλας μέρες. Έτσι κι αλλιώς, δεν κρατούσαν εισιτήρια τηλεφωνικά. Έπρεπε να πάει στα εκδοτήρια ή να τα κλείσει μέσω ίντερνετ με πιστωτική κάρτα. Ο Ανέστης πανικοβλήθηκε. Ένιωσε όπως τον προηγούμενο καιρό∙ φοβήθηκε ότι θα ξαναέρχονταν οι φωνές. Οι συναυλίες θα μεταδίδονταν απευθείας από το ραδιόφωνο, του είχε πει η ευγενική κυρία στο τηλέφωνο. Εσείς θα πάτε; τη ρώτησε ο Ανέστης. Δεν δούλευε σαββατοκύριακα, ήταν η απάντησή της∙ κοφτή, δεν άφηνε περιθώρια. Ο Ανέστης δεν κατάλαβε τι σήμαινε αυτό: θα πήγαινε ή όχι; Δεν συνέχισε όμως την κουβέντα. «Έχω άλλη γραμμή», του είπε η κυρία και το τηλεφώνημα διακόπηκε απότομα.
 Ο Ανέστης μετρούσε τις μέρες και τις μισές ώρες με το εκκρεμές του. Έπινε τα χαπάκια του σχολαστικά, έτρωγε καλά και ξεκουραζόταν∙ κατά γράμμα το πρόγραμμα του γιατρού. Ήθελε να είναι σε φόρμα εκείνο το Σαββατοκύριακο.
Και πραγματικά, ήταν σε τέλεια φόρμα εκείνο το Σάββατο απόγευμα. Είχε τακτοποιήσει το δωμάτιο, είχε κάνει μπάνιο και φορούσε καθαρές πιζάμες. Της είχε γράψει ένα ποίημα το πρωί και το διόρθωνε, αλλάζοντας τις φράσεις ξανά και ξανά, μέχρι το απόγευμα. Επιτέλους, η μεγάλη ώρα είχε φτάσει.
Χειροκρότημα. Η εκφωνήτρια περιέγραφε την είσοδο της πιανίστριας στη σκηνή. Φορούσε μακρύ μαύρο φόρεμα. Τα λευκά μαλλιά της-είπε η εκφωνήτρια-έπεφταν «ελεύθερα» στους ώμους. Ατίθασα σαν κι εκείνη, σκέφτηκε ο Ανέστης με αγάπη∙ λευκά μαλλιά και μαύρο φόρεμα, άσπρο-μαύρο, η θεά των πλήκτρων. Ακούστηκαν τα έγχορδα να κουρδίζουν∙ κούρδιζαν πάντα σε ρε, ο Ανέστης το ήξερε αυτό καλά. Έπιανε με το αυτί του όλα τα διαστήματα της Πυθαγόρειας κλίμακας. Το κούρδισμα σταμάτησε. Σιγή. Η εκφωνήτρια είχε σταματήσει κι αυτή να μιλάει. Τα βιολιά άρχισαν χαμηλόφωνα την εισαγωγή του πρώτου μέρους του κοντσέρτου.
Ο Ανέστης πήρε από το κομοδίνο το χάρτινο φακελάκι με το βραδινό του «ωχροκίτρινο» (έτσι το έλεγε ο γιατρός) χαπάκι. Έβαλε το χάπι στο στόμα του, ξάπλωσε στο μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια. Άκουγε τα χέρια της να μαγεύουν τα πλήκτρα. Άσπρο/μαύρο, άσπρο μαύρο, άσπρο μαύρο…. Η φωνή της σιγοτραγουδούσε: on/offon/off… (μα έχει φωνητικό μέρος το κοντσέρτο; ο Ανέστης είχε σαστίσει) on/offon/offon/off




9.3.12

Τζούλια Φορτούνη: Φως

(φωτ. Νικόλας Φορτούνης)

ανάμεσα στα δέντρα
ακόμα παίζουν κρυφτό
οι παιδικοί μας ίσκιοι

τρέχουν να ξεφύγουν
απ΄ το στοιχειωμένο σπίτι
κι απ΄ την τρελή γριά
που τους καταδιώκει

 όταν άξαφνα άναβαν οι στύλοι
και γέμιζε φως ο δρόμος
μια φέτα ψωμί με ζάχαρη
κι ένα ζεστό κρεβάτι
ήταν το καταφύγιό τους


ακόμα παίζουν κρυφτό
οι παιδικοί μας ίσκιοι
τώρα ανάμεσα στα δέντρα
δεν βλέπω φως
κάτι να τρεμοσβήνει μόνο


έξω απ΄το παράθυρο
μόνιμη απειλή πια
τ΄ αστέρια

4.3.12

Στην έρημο δεν βρίσκει κανείς φίλο


Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς.
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια.
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά.
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο.
"Η Οδός Αριστοτέλους"-Χλόη Κουτσουμπέλη

       Όλα τα μικρά παιδιά πρέπει να έχουν μια πλατεία για να παίζουν. Πρέπει επίσης να έχουν άλλα παιδιά, για να τους κάνουν φίλους και να παίζουν μαζί τους στην πλατεία. Αν έχουν και παππού ή γιαγιά, μπορούν να πηγαίνουν στην πλατεία κάθε μέρα. Αυτά όλα τα έχουν αποφασίσει από παλιά οι μεγάλοι για το καλό των παιδιών.
      Μάλλον ήμουν πολύ τυχερό παιδί, αφού είχα δύο πλατείες για παιχνίδι. Η πρώτη είχε στην είσοδό της το άγαλμα ενός ιερέα. Μάλιστα, δεν ήταν απλός ιερέας, αλλά Μητροπολίτης. Τον είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι στη Μικρασιατική Καταστροφή. Το άγαλμα είχε τον περισσότερο καιρό ένα πράσινο χρώμα, λίγο πιο ανοιχτό από τα φυτά της πλατείας. Κατά καιρούς το καθάριζαν και γινόταν μεταλλικό, αλλά γρήγορα πάλι ξαναπρασίνιζε. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ πράσινο άγαλμα (ο Βαρώτσος δεν είχε ακόμα φτιάξει τον Δρομέα του). Είχε κι άλλα αγάλματα η πλατεία αυτή. Πιο συμπαθητικός από όλους τους αθανάτους - σαν καλός παππούς - μου φαινόταν ο Στέλιος Σπεράντζας. Είχαμε και τα ποιήματά του στο αναγνωστικό μας, ήταν - πώς να το κάνουμε - άλλη η σχέση μας.
     Η άλλη πλατεία δεν είχε αγάλματα. Είχε όμως λιμνούλες - τσιμεντένιες δεξαμενές στην πραγματικότητα - με πάπιες και κύκνους. Τα νερά δεν ήταν πολύ καθαρά∙ κολυμπούσαν μέσα τους μισοφαγωμένα κουλούρια, χαρτάκια από καραμέλες ή μικρά παιχνίδια∙ οι πάπιες όμως έδειχναν ευχαριστημένες.
     Εκτός από τις δύο πλατείες, η παιδική μου τύχη μού είχε επιπλέον εξασφαλίσει και μια καλή γιαγιά, διαθέσιμη να με πηγαίνει κάθε απόγευμα - μαζί με τον αδελφό μου - σε μία από τις δύο ή και στις δύο πλατείες. Η σημερινή μεγάλη λεωφόρος ήταν τότε κι αυτή ακόμα μικρή, τόσο ώστε να μπορούν εύκολα να τη διασχίσουν μια γιαγιά με τα εγγονάκια της. Μόλις περνάγαμε απέναντι, στον γειτονικό μας δήμο, ο Μητροπολίτης μας έγνεφε με την ποιμαντορική του ράβδο το καλωσόρισμα.
     Παρά την ευνοϊκή συγκυρία με τη γιαγιά και τις δύο πλατείες, το απογευματινό παιχνίδι μου δεν ήταν δεδομένο. Τα παιδάκια που έπαιζαν στις πλατείες ήταν άγνωστα∙ και πώς να πλησιάσεις έναν άγνωστο… Ο αδελφός μου είχε λυμένα αυτά τα παιδικά υπαρξιακά θέματα. Αυτοσυστηνόταν και έμπαινε στο παιχνίδι. Καμιά φορά τον ακολουθούσα κι εγώ. Συνήθως όμως, για καλό και για κακό, έφερνα φίλους μου από το σπίτι, για να μην είμαι μόνη μου.
     Οι καλύτεροί μου φίλοι σ’ εκείνες τις βόλτες της πλατείας ήταν τα Κλασσικά Εικονογραφημένα∙ ο ιππότης σερ Κένεθ (από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο) ήταν ο πιο τακτικός μου συνοδός∙ ίσως επειδή ήταν ήρωας στο πρώτο τεύχος που κυκλοφόρησε, ίσως εκείνη η πρώτη του κουβέντα μέσα στο συννεφάκι ομιλίας - «Στην έρημο δεν βρίσκει κανείς φίλο» - να τον έκανε να μου φαίνεται πιο έμπιστος. Όμως και οι άλλοι που ακολούθησαν, ο Γιάννης Αγιάννης με την εφιαλτική σκιά του, τον Ιαβέρη (από τότε αντιπάθησα τις φαβορίτες στους άνδρες), ο Όλιβερ Τουίστ, ο Ρομπέν των Δασών, όλοι μου κρατούσαν καλή παρέα στη μία ή την άλλη πλατεία. Τους κουβαλούσα μέσα σε μια πλαστική σακούλα, σαν θησαυρό, ρίχνοντας στο δρόμο κρυφές ματιές στα χρωματιστά εξώφυλλα μέσα από το άνοιγμα της σακούλας. Αυτοί ήταν πιστοί φίλοι∙ πάντα διαθέσιμοι, χωρίς παρακάλια, χωρίς συστάσεις.
     Οι μεγάλοι διασκέδαζαν με την καμουφλαρισμένη στην πλαστική σακούλα εσωστρέφειά μου και με προέτρεπαν να πλησιάζω τα παιδάκια με θάρρος, όπως ο αδελφός μου. Όμως αυτό ή το’ χεις ή δεν το’ χεις∙ κι εγώ δεν το είχα. ‘Ένα απόγευμα που ήμουν χωρίς τον Βαγγέλη στο πάρκο με τ’ αγάλματα, νόμιζα ότι το απέκτησα. Πλησίασα μια παρέα από παιδιά που έφτιαχναν σπιτάκια με λάσπη και τούβλα και τους ζήτησα να παίξω μαζί τους. Δεν απόρησα πώς είχαν βρεθεί τα σπασμένα τούβλα στο πάρκο∙ δεν πρόλαβα μάλλον να απορήσω, γιατί το ένα παιδί μού κατάφερε ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι με ένα τούβλο. Ευτυχώς αναίμακτη η κάκωση (χαμηλής βαρύτητας, όπως θα διάβαζα πολύ αργότερα στα φοιτητικά μου συγγράμματα), αρκετή όμως για να ματαιώσει κάθε περαιτέρω διάθεση κοινωνικότητας, τουλάχιστον στην πλατεία με τ’ αγάλματα. Γύρισα πίσω στη γιαγιά και στη σακούλα, χωρίς να πω λέξη για το γεγονός. Δεν θυμάμαι αν ήταν μαζί μου ο σερ Κένεθ εκείνη την αποφράδα μέρα, αλλά το σύννεφο «Στην έρημο δεν βρίσκει κανείς φίλο» πηγαινοερχόταν στη σκέψη μου, ανακατεμένο με τα άλλα σύννεφα που σκοτείνιαζαν το χτυπημένο μου κεφάλι.
     Ευτυχώς, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα έβγαλαν πολλά τεύχη. Στο τέλος, είχαν σχεδόν αποκλειστικά ιστορίες από την Ελληνική Μυθολογία και από την Επανάσταση του 1821∙ δεν μου άρεσαν τόσο πολύ, όσο οι ιστορίες των κλασσικών συγγραφέων. Είχα αρχίσει κι εγώ να μεγαλώνω∙ μπήκαν στην παρέα τα κοριτσίστικα περιοδικά, η Μανίνα, η Κατερίνα, η Πάττυ. Στο σχολείο οι τάξεις ανέβαιναν. Είχαν προστεθεί και εξωσχολικές δραστηριότητες: αγγλικά, γαλλικά, πιάνο. Όλες οι ώρες του απογεύματός μου ήταν καλυμμένες∙ τα γερούνδια, οι διέσεις και το σολφέζ με προστάτευαν επαρκώς από τούβλα και  πέτρες. Ο σερ Κένεθ παντρεύτηκε την αγαπημένη του Λαίδη Έντιθ∙ οι πάπιες μεταφέρθηκαν στον Εθνικό Κήπο∙ η λεωφόρος μεγάλωσε και χωρίστηκε στη μέση με μεταλλικό κιγκλίδωμα∙ δημιουργήθηκαν υπόγειες διαβάσεις για τους πεζούς. Η γιαγιά δεν ήταν πια κοντά μας∙ ήταν με τον παππού.
     Μόνο ο Μητροπολίτης έμεινε στη θέση του, να χρυσίζει και να πρασινίζει, κρατώντας στιβαρά την ποιμαντορική του ράβδο. Και βέβαια και ο Στέλιος Σπεράντζας πιο πέρα, σαν καλός μπαμπάς. Ποιος ξέρει, άραγε, τι να έγινε το παιδί με το τούβλο∙ αρχιτέκτονας, πολιτικός μηχανικός, εργολάβος οικοδομών… Σίγουρα κάτι τέτοιο, αν κρίνω από τη δική μου δουλειά, που σε μεγάλο μέρος της έχει να κάνει με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Τίποτα στη ζωή δεν είναι τυχαίο, τελικά.

Σύνδεσμοι:
  1. Ολόκληρο το ποίημα "Η Οδός Αριστοτέλους" της Χλόης Κουτσουμπέλη, εδώ: http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com/2012/03/blog-post.html
  2. Ένας σύνδεσμος με πολλά (όλα;) τα τεύχη των Κλασσικών Εικονογραφημένων σε pdf: http://www.filecrop.com/%CE%9A%CE%9B%CE%91%CE%A3%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%91%20%CE%95%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%97%CE%9C%CE%95%CE%9D%CE%91.html