Σελίδες

29.5.12

Χλόη Κουτσουμπέλη: Η κρίση είναι μια φάλαινα



(Ομιλία με θέμα: «Η πνευματική ζωή σε καιρούς κρίσης: η παιδεία, η παραγωγή σκέψης και η συγγραφή σε μια εποχή γεμάτη αντιξοότητες»- Εκδήλωση του περιοδικού Intellectum - 9η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης)

Λέει ο Κάρλος Φουέντες στον Ύμνο για το βιβλίο:
Ένα βιβλίο, παρότι ανταγωνίζεται τον σύγχρονο κόσμο, με την αφθονία και τις ευκολίες της τεχνολογίας της πληροφόρησης, είναι κάτι παραπάνω από πηγή πληροφόρησης. Γιατί μας διδάσκει για ό,τι λείπει από την απλή πληροφόρηση: ένα βιβλίο μας διδάσκει να απλώνουμε συγχρόνως την κατανόηση του εαυτού μας, την κατανόηση του αντικειμενικού κόσμου έξω από εμάς και την κατανόηση του κοινωνικού κόσμου όπου συγκεντρώνονται η πόλις και ο άνθρωπος.
Το βιβλίο μας λέει ότι υπάρχει ο άλλος, ότι υπάρχουν οι υπόλοιποι, ότι η προσωπικότητά μας δεν εξαντλείται στο εγώ μας, αλλά επιδίδεται στην ηθική υποχρέωση να αφουγκράζεται τους υπόλοιπους που ποτέ δεν είναι «οι λοιποί».
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ένας συγγραφέας, ένα βιβλίο και μια βιβλιοθήκη μας λένε: « Αν εμείς δεν σας κατονομάσουμε, κανείς δεν θα σας δώσει ένα όνομα. Αν δεν μιλήσουμε εμείς, η σιωπή θα επιβάλει τη σκοτεινή της κυριαρχία».
Είναι η εποχή της σιδερένιας κυριαρχίας των δυνατών. Ήδη οι ορδές των βαρβάρων έχουν μαζευτεί έξω από τα τείχη. Το πιο τραγικό όμως είναι αυτό που συμβαίνει μέσα στα τείχη. Γιατί μέσα απλώνεται η σιωπή. Γιατί μέσα στα τείχη εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού. Γιατί μέσα στα τείχη οι προδότες ήδη έχουν αποφασίσει την τύχη μας. Τώρα αυτή την εποχή, στην καθολική επικράτηση της σιωπής χρειαζόμαστε την τέχνη, την παιδεία, την σκέψη, την πνευματική ζωή. Αυτή είναι η μόνη ελπίδα, το μόνο αντίβαρο.

Ο Στεφάν Εσέλ, γεννημένος το 1917, λέει:
Είμαι 93 χρόνων το τέλος δεν είναι μακριά. Πρέπει να επαγρυπνούμε όλοι μαζί προκειμένου η κοινωνία μας να παραμείνει τέτοια ώστε να είμαστε υπερήφανοι: όχι μια κοινωνία λαθρομεταναστών, απελάσεων, καχυποψίας εναντίον των μεταναστών, όχι μια κοινωνία που αμφισβητούνται οι συντάξεις, τα κεκτημένα της κοινωνικής ασφάλισης, όπου τα ΜΜΕ βρίσκονται σε χέρια μεγιστάνων.
Παιδεία είναι το δικαίωμα όλων των παιδιών στην παιδεία χωρίς διακρίσεις
Ας κάνουμε λοιπόν έκκληση για μια αληθινά ειρηνική εξέγερση και για μια αντίσταση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που παρουσιάζουν ως μοναδική προοπτική για την νεολαία τη μαζική κατανάλωση, την περιφρόνηση για τους αδύναμους, την αδιαφορία για τον πολιτισμό, τη γενικευμένη αμνησία και τον ξέφρενο ανταγωνισμό όλων εναντίον όλων.
Για εκείνους που θα φτιάξουν τον 21ο αιώνα, λέμε με στοργή:
Δημιουργία σημαίνει αντίσταση, αντίσταση σημαίνει δημιουργία. 
Η τέχνη, η συγγραφή , η ποίηση, η ζωγραφική και η παιδεία που σημαίνει επαφή με την πνευματική ζωή είναι η μόνη αντίσταση που έχουμε.

Ο Μπένγιαμιν, ο Γερμανός φιλόσοφος που αυτοκτόνησε το 1940 για να δραπετεύσει από τον Ναζισμό, είχε ανιχνεύσει ένα απαισιόδοξο μήνυμα στον πίνακα του Ελβετού ζωγράφου Πάουλ Κλέε Angelus Novus, όπου η φιγούρα ενός αγγέλου ανοίγει τα χέρια για να συγκρατήσει και να απωθήσει την τρικυμία, την οποία ταυτίζει με την πρόοδο. Σήμερα η τρικυμία δεν είναι η πρόοδος, αλλά κάτι πιο συνολικό, πιο τρομακτικό, πιο βαθύ, γιατί έχει να κάνει με το σκοτεινό κομμάτι μας, η κρίση αυτή είναι πολύ βαθιά, δεν είναι μόνο οικονομική ή δημοσιονομική, η λαίλαπα αυτή τη στιγμή, που έρχεται να μας σκεπάσει ως τρικυμία, είναι η αδιαφορία.

Αναφέρει ο Στέφαν Τσβάιχ στο βιβλίο του Το μυστικό της καλλιτεχνικής δημιουργίας:
Κατά την εισβολη των ρωμαϊκών στρατευμάτων στις Συρακούσες, τα τείχη είχαν αλωθεί και οι στρατιώτες λεηλατούσαν την πόλη, όταν ένας από αυτούς εισβάλλει στο σπίτι του Αρχιμήδη και τον βρίσκει στην αυλή του να χαράζει στο χώμα γεωμετρικά σχήματα με το ραβδί του. Ενώ ο στρατιώτης ορμά πάνω του κραδαίνοντας το σπαθί του, εκείνος, απορροφημένος και χωρίς να γυρίσει, του λέει: "Μη μου τους κύκλους τάραττε". Το μόνο που βλέπει εκείνη την ευλογημένη στιγμή της αυτοσυγκέντρωσης είναι ένα ξένο πόδι που ετοιμάζεται να πατήσει τα σχήματα που είχε χαράξει στο έδαφος. Δεν ξέρει ότι πρόκειται για το πόδι ενός στρατιώτη, δεν ξέρει ότι ο εχθρός έχει μπει στην πόλη, δεν έχει ακούσει τα χτυπήματα των πολιορκητικών κριών, ούτε τις κραυγές όσων προσπαθούν να διαφύγουν και όσων σκοτώνονται, ούτε τις χαρμόσυνες σάλπιγγες των νικητών. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή της δημιουργίας δεν βρισκόταν στις Συρακούσες, βρισκόταν στα έργα του.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ ο καλλιτέχνης δεν έχει την πολυτέλεια να είναι στραμμένος μέσα του. Πρέπει να ακούσει τους ήχους από τις πολιορκητικές μηχανές πριν να είναι αργά. Πρέπει να ακούσει τις κραυγές και τις χαρμόσυνες σάλπιγγες των νικητών που έρχονται να αλώσουν και να αντιδράσει.

Το μενού στην Α΄ θέση για δείπνο στον "Τιτανικό" 
Menu Α΄ Θέσης 14 Απριλίου 1912
Ποικίλα ορεκτικά-Στρείδια
Κονσομέ Olga-Κρέμα από κριθάρι
Σολωμός με σάλτσα mousseline-αγγουράκια
Filet Mignon Lili-Σωτέ κοτόπουλο α λα Lyonnaise-Γεμιστά κολοκυθάκια

Ούτε θέλω να ξέρω τι έτρωγε ο κόσμος στα αμπάρια της τρίτης θέσης…
Ο Τιτανικός, το αβύθιστο πλοίο, προσέκρουσε σε ένα παγόβουνο και βυθίστηκε στις 14 Απριλίου του 1912.
Η τέχνη δεν είναι ένα άχρηστο μενού στην πρώτη θέση ενός υπερπολυτελούς υπερωκεανίου που σε λίγο θα βυθιστεί. Δεν αφορά μόνο την πρώτη θέση, ούτε είναι προνόμιο της υψηλής κοινωνίας. Όπως ο Θάνατος δεν επέλεξε μόνο τους επιβάτες του αμπαριού του Τιτανικού.

Είναι μια πολύ σκοτεινή εποχή αυτή που ζούμε. Η κρίση είναι μια πελώρια φάλαινα, ένα κήτος που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Όπως ο Καρχαρίας του Κάρλο Κολόντι στον Πινόκιο, το κήτος συγκεντρώνει στην κοιλιά του τραπεζάκια, έπιπλα, μικρά ψάρια, ανθρώπους. Καταπίνει αμάσητες συνειδήσεις, αξίες, θεσμούς, ιδέες. Μέσα στην ερεβώδη λιπαρή κοιλιά  του χάνονται τα περιγράμματα, χάνεται η ταυτότητα ανθρώπων και πραγμάτων, όλα ισοπεδώνονται και πολτοποιούνται. Καταλύονται τα δικαιώματα, χάνονται τα χρώματα, η μοναδικότητα, η κοινωνική μέριμνα, η αγάπη. Πρέπει να ανάψουμε λοιπόν μέσα στην κοιλιά της φάλαινας μια φωτιά, να αναγκάσουμε το κήτος να φτερνιστεί και να μας εκπνεύσει. Αυτή η φωτιά είναι η τέχνη, η παιδεία, η παραγωγή σκέψης.



[Η φράση «Η κρίση είναι μια φάλαινα» είναι του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου.]

27.5.12

Σημειώσεις μεταξύ στάσεων (Everything we had, was in here)

(φωτ. Έφη Σταματέλου)

     Διαδρομές με τραμ, μετρό, λεωφορεία∙ ανάγκη πιο πολύ παρά επιλογή, τώρα πια που η βενζίνη από υλικό αγαθό έγινε υλικό δεινό∙ ίσως όμως περισσότερο ενδιαφέρουσες από τις μοναχικές διαδρομές με το αυτοκίνητο, έστω και με τη συντροφιά μουσικών θρύλων από τα ηχεία∙ στα μέσα μαζικής μεταφοράς συναντάς την ίδια τη ζωή, ηχηρή και οσμηρή, να σπαρταράει στα γύρω καθίσματα και στις χειρολαβές.

    Σάββατο πρωί μπήκα στο τραμ. Ένας ηλικιωμένος κύριος σηκώθηκε και πέρασα  να καθίσω δίπλα του στην εσωτερική θέση. Από το τραμ της Παρασκευής μου είχε μείνει στη μέση το Εκ του φυσικού του W. G. Sebald. Ήμουν στην αφήγηση της ζωής του εξερευνητή Στέλλερ, γύριζα όμως πίσω στον ζωγράφο Γκρύνεβαλντ, πήγαινα και μπροστά στις βιωματικές σελίδες της τρίτης αφήγησης. Θαύμαζα για άλλη μια φορά την αφηγηματική δεινότητα του Sebald σε τούτο το πρώτο του βιβλίο, γραμμένο σε στίχους, διατηρώντας όμως την ιδιαίτερη πτύχωση της μετέπειτα πεζής γραφής του∙ ένα ποιητικό πεζό.

    Ο ηλικιωμένος κύριος δίπλα μου διάβαζε κι εκείνος∙ το δικό μου βιβλίο, όπως κατάλαβα σε λίγο.
«…λαγαρή επιφάνεια…» σχολίασε μια φράση του Sebald που έκανε και σε μένα εντύπωση. «Μυθιστόρημα είναι;» Του είπα κάποια πράγματα για τον Sebald∙ μου δόθηκε έτσι η ευκαιρία να τον παρατηρήσω καλύτερα. Μπεζ - σχεδόν μέχρι λευκότητας - ρούχα και ίδιο χρώμα καπέλο∙ σαν τους παππούδες της παιδικής μου ηλικίας∙ συμπαθής. Βασίλης, μου συστήθηκε∙ Μαρία, με ανάγκασε να του συστηθώ κι εγώ∙ «όμορφο κορίτσι» με βρήκε και σε αυτό το σημείο αναδιπλώθηκα (nach der Natur κατά Sebald) στις σελίδες του βιβλίου μέχρι την επόμενη στάση που κατέβηκα.

    Μπήκα στο μετρό∙ αντανακλαστικά σχεδόν, απέφυγα να βγάλω ξανά τον Sebald από την τσάντα. Κάθισα δίπλα σε έναν άλλο ηλικιωμένο κύριο, με σχετικά μοντέρνο ντύσιμο, που διάβαζε τα ημερολόγια του Τσε. Το βαγόνι αντηχούσε από τις φωνές και τα γέλια τριών κατάξανθων πιτσιρικιών, δύο αγοριών κι ενός κοριτσιού, όχι πάνω από δέκα χρονών, που έπαιζαν το παλιό παιχνιδάκι «πέτρα-μολύβι-ψαλίδι-χαρτί». Μιλούσαν ξένη γλώσσα-έμοιαζε και δεν έμοιαζε με ρώσικα. Κάθε φορά ο νικητής μοίραζε χαστούκια στους άλλους δύο. Το κορίτσι έδινε κι έτρωγε κι αυτό ίσης ορμής χαστούκια με τα αγόρια. Τα παιδάκια έμοιαζαν αδέλφια και ήταν ασυνόδευτα∙ liberté, égalité, fraternité.  Στιγμές-στιγμές κάθονταν κατάχαμα στο βαγόνι∙ τα χέρια τους και τα γόνατά τους ήταν κατάμαυρα∙ τα χαστούκια άφηναν στα μάγουλα μουτζουρωμένη κοκκινίλα. Το παιχνίδι συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση. Χαμογελαστοί οι ενήλικοι επιβάτες του βαγονιού-ντόπιοι και τουρίστες-φαίνονταν να διασκεδάζουν με τα πιτσιρίκια. Λίγο πριν το Σύνταγμα, τα παιδιά κατέβηκαν.

    Στο Σύνταγμα ετοιμάστηκα κι εγώ να κατεβώ. Στο βάθος του βαγονιού, ένας ηλικιωμένος τουρίστας διαπίστωσε ότι του έλειπε ο σάκος του. Είχε κάνει φτερά μπροστά στα μάτια τα δικά του και των συνεπιβατών. Είχε μείνει μόνο η βαλίτσα του. Βγήκε στο Σύνταγμα και ανέβαινε την κυλιόμενη σκάλα κλαίγοντας και χτυπώντας το κεφάλι του, καθώς συνειδητοποιούσε σιγά-σιγά το γεγονός-“everything I had was in there”. Τον σκεφτόμουν για αρκετή ώρα, καθώς γύριζα στο σπίτι. Θα πήγε στα γραφεία των υπαλλήλων του μετρό, αλλά δεν θα βρήκε άκρη. Εδώ εξιχνιασμένες μεγάλες ληστείες και απάτες και μένουν ατιμώρητες, πόσο μάλλον ένας φτερωτός πορτοφολάς…
 
    Everything we had, was in here, too...

    Μία ημέρα πριν, ο Γκύντερ Γκρας είχε δημοσιεύσει στη Süddeutsche Zeitung ένα ποίημα αφιερωμένο στην Ελλάδα, που κατηγορήθηκε αρχικά ως λογοτεχνικά κακό και αργότερα ως πλαστό. Στη Guardian, η Κριστίν Λαγκάρντ μιλούσε με σκληρό τρόπο για την Ελλάδα και, σε αντιπαράθεση, διερρήγνυε τα Κarl Lagerfeld ιμάτιά της από θλίψη για τα παιδιά του Νίγηρα, κάνοντας τη σελίδα της στο facebook να πλημμυρίσει από σχόλια εξαγριωμένων Ελλήνων, που-δυστυχώς-σε μεγάλο ποσοστό ξεπερνούσαν το όριο της απλής χυδαιότητας.

     Το ίδιο βράδυ, όλα θα έμπαιναν προσωρινά στην άκρη, δίνοντας τη θέση τους στο λαμπερό ετήσιο ευρωπαϊκό παζάρι της Γιουροβίζιον, που φέτος έσπασε κάθε ρεκόρ κακογουστιάς: ρωσίδες γιαγιάδες σε ένα μεταπαρκινσονικό hip-hop χοροπήδημα, η Αλβανίδα με τη σφηκοφωλιά στο κεφάλι και τη δενδρογαλή στο λαιμό να ουρλιάζει ως επί υστερίας, οι Τούρκοι να παίζουν με πανιά τους πειρατές στο πλοίο, η Ελλάδα με τον συνηθισμένο αχταρμά σε γαλανόλευκο φόντο και η Σουηδέζα, σε απόλυτη ευφορία, να ανεβαίνει στην κορυφή με μια ελληνική λέξη στα χείλη της. Πάντως, κάθε Ελληνίδα πρέπει να πήρε μια κρυφή χαρά, να ένιωσε μια δικαίωση, με τη διάλυση δυο προαιώνιων ανδρικών μύθων: δεν είναι όλες οι Σουηδέζες δίμετρες ξανθιές με γαλανά μάτια - μερικές μοιάζουν με Πορτορικανές ή Εσκιμώες∙ και δεν είναι όλες οι Ρωσίδες καλλίγραμμες με ατέλειωτα πόδια - μερικές είναι γριές, έχουν χρυσά δόντια και φορούν λουλουδιαστές μαντίλες.

26.5.12

Günter Grass: Europas Schande (Η ντροπή της Ευρώπης)

(πίνακας: Terry Collett)

Είσαι πολύ κοντά στο χάος, 
γιατί δε συμμορφώθηκες πλήρως στην αγορά


 Ό,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει
τώρα σαν κάτι περιττό αποβάλλεις και το πετάς μες στα σκουπίδια.


Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη
που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη.


Στη φτώχεια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του
τώρα στολίζει τα μουσεία: λάφυρα που έχεις τη φροντίδα Εσύ.


Κείνοι που χίμηξαν με την ορμή των όπλων στη χώρα την ευλογημένη με νησιά
στολή φορούσαν και κρατούσαν τον Χέλντερλιν μες στο γυλιό τους.


Καμιά ανοχή πλέον δε δείχνεις στη χώρα
που οι συνταγματάρχες υπήρξαν σύμμαχοι ανεκτικοί.


Χώρα που ζει δίχως το δίκιο, μα με εξουσία που επιμένει πως έχοντας αυτή το δίκιο
ολοένα σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.


Σε πείσμα σου η Αντιγόνη μαυροφορεί - σ’ όλη τη χώρα
πενθοφορεί και ο λαός της που κάποτε σ’ είχε φιλοξενήσει.


Μα οι ακόλουθοι του Κροίσου έχουν στοιβάξει έξω απ’ τη χώρα,
στα θησαυροφυλάκιά σου, ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.


Πιες, επιτέλους, πιες κραυγάζουν επίτροποι σαν μαζορέτες
μα ο Σωκράτης σού επιστρέφει γεμάτο πίσω το ποτήρι.


Σύσσωμοι, ό,τι σου ανήκει, βαριά θα ρίξουν την κατάρα
θεοί, αφού η θέλησή σου ζητά ξεπούλημα του Ολύμπου.


Χωρίς του πνεύματος τροφή, τότε κι εσύ θα καταρρεύσεις
δίχως τη χώρα που ο νους της, Ευρώπη, εσένα έχει πλάσει.

 (απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ευθυμιάδης - Σοφία Γεωργαλλίδη)



Dem Chaos nah, weil dem Markt nicht gerecht,
bist fern Du dem Land, das die Wiege Dir lieh.


Was mit der Seele gesucht, gefunden Dir galt,
wird abgetan nun, unter Schrottwert taxiert.


Als Schuldner nackt an den Pranger gestellt, leidet ein Land,
dem Dank zu schulden Die Redensart war.


Zur Armut verurteiltes Land, dessen Reichtum
gepflegt Museen schmückt: von Dir gehütete Beute.


Die mit der Waffen Gewalt das inselgesegnete Land
heimgesucht, trugen zur Uniform Hölderlin im Tornister.


Kaum noch geduldetes Land, dessen Obristen von Dir
einst als Bündnispartner geduldet wurden.


Rechtloses Land, dem der Rechthaber Macht
den Gürtel enger und enger schnallt.


Dir trotzend trägt Antigone Schwarz und landesweit
kleidet Trauer das Volk, dessen Gast Du gewesen.


Außer Landes jedoch hat dem Krösus verwandtes Gefolge
alles, was gülden glänzt gehortet in Deinen Tresoren.


Sauf endlich, sauf! schreien der Kommissare Claqueure,
doch zornig gibt Sokrates Dir den Becher randvoll zurück.


Verfluchen im Chor, was eigen Dir ist, werden die Götter,
deren Olymp zu enteignen Dein Wille verlangt.


Geistlos verkümmern wirst Du ohne das Land,
dessen Geist Dich, Europa, erdachte.
ddeutsche Zeitung 25-5-12

15.5.12

Το σκιάχτρο της αυλής



Το σκιάχτρο στην πίσω αυλή
γνέφει  ήλιους στα πετούμενα 
ντυμένο τα ρούχα του πατέρα
μπλε σακάκι σταυρωτό 
λειψό κουμπί στ’ αριστερό μανίκι
και καταμεσής στο πέτο
ανεξίτηλη λαδιά περασμένων Χριστουγέννων
φαρδί μάλλινο παντελόνι
με τσέπες ξέχειλες από προσμονή
στο κεφάλι φορεμένο στραβά
το καπέλο της μνήμης
ψαθί πλατύγυρο με μαύρο σειρήτι
που σκίαζε τα μάτια του 
σαν βούρκωνε κι ανέμιζε τα βλέφαρα
μόνος μέσα στον κόσμο.

Φοβούνται το σκιάχτρο
του δρόμου τα παιδιά
ξεμακραίνουν το βήμα τους
χωρίς δεύτερη ματιά
ανύποπτα πόσο τα λαχταρά
η αγκαλιά των ρούχων του πατέρα.


12.5.12

Ναϊάδες στα μαύρα


       Οι Ναϊάδες ήταν μυθικές νύμφες των λιμνών, των πηγών και των ποταμών. Ήταν κόρες του Δία και ζούσαν χιλιάδες χρόνια, ανέγγιχτες από τη φθορά του χρόνου, αιώνια νέες και όμορφες…

        Ο συγγραφέας, καθισμένος στο εστιατόριο του «Ξενοδοχείου της Λίμνης», σήκωσε τα μάτια του από τη σελίδα του ταξιδιωτικού οδηγού και σάρωσε με τη ματιά του τον ορίζοντα της λίμνης. Τα νερά ήταν γαλανά σαν της θάλασσας, χωρίς όμως τη δική της αγριάδα. Η στεριά άπλωνε πράσινες γλώσσες γης μέσα στη λίμνη, φτιάχνοντας μια μακριά δαντέλα σε όλο το μήκος της λίμνης.
      Όλα τα παραλίμνια ξενοδοχεία μοιάζουν να έχουν να διηγηθούν αξιοπερίεργες ιστορίες. Ίσως είναι οι ίδιες οι λίμνες που δημιουργούν αυτή την εντύπωση∙ γεμάτες από τέρατα, ξωτικά και θεότητες του γλυκού νερού. Το «Ξενοδοχείο της Λίμνης», σε αλλοτινούς καιρούς πολυσύχναστο και πολυδιαφημισμένο, τώρα σχεδόν έρημο.
     Ούτε οι Ναϊάδες δεν γλιτώνουν από αυτή τη ρημάδα την κρίση, σκέφτηκε ο συγγραφέας και ήπιε μια μεγάλη γουλιά τσίπουρο. Ένιωσε την αψιά γεύση του γλυκάνισου να διασχίζει την απόσταση από τα χείλη στον οισοφάγο, αρωματίζοντας ελαφρά τον ουρανίσκο του.
     Μόνο ένα ακόμα τραπέζι ήταν κατειλημμένο. Πέντε γυναίκες ντυμένες στα μαύρα, δύο μοναχές και τρεις λαϊκές. Οι Ναϊάδες σε μαύρη εκδοχή, ήταν η αρχική σκέψη του συγγραφεά. Εδώ και ώρα τις χάζευε. Οι άκρες των ματιών του, όπως και στους περισσότερους συγγραφείς, ήταν εξασκημένες να παρακολουθούν με διακριτικότητα, κινούμενες ανεξάρτητα από το υπόλοιπο μάτι, που συνέχιζε να εκτελεί ευθέως και φανερά τη λειτουργία της νόμιμης όρασης.
Οι δύο μοναχές φαίνονταν πολύ νέες. Σκεπασμένες εντελώς με τα ράσα και τις μαντίλες τους, άφηναν ακάλυπτα μόνο τα πρόσωπά τους και δύο ζευγάρια κατάλευκα χέρια, που εκείνη τη στιγμή ανακάτευαν στο πιάτο μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα,  γεύμα νόστιμο, χορταστικό και αγνό, απαλλαγμένο από το αμάρτημα της γευστικής λαγνείας. Οι άλλες τρεις γυναίκες έμοιαζαν μάνα με κόρες (ή μήπως όλες μαζί ήταν μάνα με κόρες;). Η μεγαλύτερη γυναίκα σέρβιρε τσίπουρο στις δύο νέες. Είχε τα ίδια χρώματα με αυτές και την ίδια ποιότητα μαλλιών (ξανθοκόκκινα και οι τρεις-η μάνα μάλλον τα διατηρούσε πλέον με βαφή). Οι κοπέλες είχαν τα μαλλιά τους μακριά, ριγμένα στους ώμους. Ήταν απλά ντυμένες, χωρίς κοσμήματα ή μακιγιάζ, με μαύρα παντελόνια και μαύρες κοντομάνικες μπλούζες που άφηναν ακάλυπτα τα χέρια και τον λαιμό, να γεύονται ανεμπόδιστα τη λιακάδα της λίμνης.
      Συζητούσαν για συνταγές μαγειρικής. Οι μοναχές άκουγαν με ενδιαφέρον τη μία από τις κοπέλες να απαριθμεί συνταγές για θαλασσινά. Ο συγγραφέας μπορούσε να πιάσει μόνο σκόρπιες λέξεις. Πήρε το αυτί του κάτι για σβήσιμο με κρασί, για ζάχαρη μέσα στη σάλτσα και για φρέσκο άνηθο. Μια και δεν μπορούσε να έχει πλήρη τη συνταγή, έπιασε πάλι το βιβλίο του. Όμως η έννοια του ήταν ακόμα στις γυναίκες. Περίεργη σύνθεση γυναικείας παρέας για μεσημέρι στη λίμνη. Να είχαν έλθει για την αποψινή πανσέληνο; Εντελώς απίθανο∙ ιδιαίτερα για τις μοναχές. Ο συγγραφέας βασανιζόταν από την περιέργειά του. Το είχε αυτό το κουσούρι∙ να φτιάχνει με το μυαλό του μια ιστορία για κάθε άγνωστο που συναντούσε.
      Η απορία του έμελλε να λυθεί το ίδιο εκείνο βράδυ, όταν κατέβηκε πάλι στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για το δείπνο. Η πανσέληνος ήταν ολόλαμπρη και ο δρόμος της στιλβωμένος με χρυσό πάνω στη λίμνη. Κάθισε στο ίδιο πανοραμικό του τραπέζι και ακούμπησε το σημειωματάριο και τα μολύβια του δίπλα στο κηροπήγιο του τραπεζιού.  Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και-σαν να είχαν ραντεβού-η μεγαλύτερη από τις μαυροντυμένες Ναϊάδες του μεσημεριού πέρασε αθόρυβα από δίπλα του ψιθυρίζοντας ένα εγκάρδιο και ταυτόχρονα διακριτικό «καλησπέρα» και έπιασε το ίδιο μεσημεριανό τραπέζι, αφήνοντας μπροστά της μια ταμπακιέρα από σκαλιστό ασήμι και το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα, αυτό με την κυρά της λίμνης που εξαφανίστηκε ένα βράδυ και δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς.