Σελίδες

27.2.12

Το μαύρο κουτί



        Πρώτη φορά  συναντούσε η Αθηνά τέτοιον άνθρωπο από κοντά. Ενεχυροδανειστής, με όλη τη σημασία της λέξης. Μέσα στο κέντρο της Αθήνας, στα Χαυτεία. «Αγοράζω χρυσαφικά-ρολόγια-χρυσά δόντια στις καλύτερες τιμές της αγοράς». Ίδια η επιγραφή στην πόρτα του ενεχυροδανειστηρίου με αυτή που είχε δει η Αθηνά στην εφημερίδα∙ μόνο που η επιγραφή της πόρτας διευκρίνιζε με μαρκαδόρο δίπλα στο «χρυσά δόντια», «δεκτά και με σφραγίσματα».
       Η Αθηνά άγγιξε απαλά το κιτρινισμένο πορσελάνινο κουδούνι. Ανατρίχιασε στη σκέψη ότι έμοιαζε με γεροντικό δόντι, ενεχυριασμένο λόγω έλλειψης χρυσών. Η πόρτα άνοιξε με έναν θαμπό ήχο, αποκαλύπτοντας ένα κακοφωτισμένο δωμάτιο που μύριζε ξινίλα και καπνό τσιγάρου. Ο κύριος Μάριος, έτσι της είχε συστηθεί στο τηλέφωνο - η Αθηνά γελούσε με όσους αυτοσυστήνονταν ως «κύριος» ή «κυρία», ήταν ένας κοντόχοντρος πενηντάρης με αραιά μαλλιά βαμμένα στο χρώμα του έβενου και ένα ροδαλό πρόσωπο μωρού.  Της έτεινε μια παχουλή, ιδρωμένη παλάμη για χειραψία. Η ίδια παλάμη στη συνέχεια την οδήγησε με στοργή επαγγελματικών προδιαγραφών σε μια ταλαιπωρημένη δερμάτινη πολυθρόνα. Ο ίδιος κάθισε στο γραφείο του και πήρε τον μεγεθυντικό φακό.
       Η Αθηνά έβγαλε με τρεμάμενα χέρια από την τσάντα της ένα μικρό μαύρο βελούδινο κουτί∙ το δικό της κουτί της Πανδώρας. Δεν το άνοιγε συχνά, γιατί θυμόταν.  Θυμόταν τον πρώτο καιρό μαζί του∙ τις ατέλειωτες αγκαλιές, τα παιχνίδια στο κρεβάτι∙ τη μυρωδιά του καφέ-φρεσκοκομμένος Λουμίδης-και των Κυριακάτικων εφημερίδων∙ τις νυχτερινές εξόδους στο κέντρο της Αθήνας∙ σινεμά στο Έμπασυ, περπάτημα μέχρι την Ιπποκράτους για κρέπες στις "Μαριονέτες" και ύστερα βόλτα για βιτρίνες μέχρι το Σύνταγμα∙ η Πανεπιστημίου και η Ακαδημίας φωτισμένες, γιορτινές∙ τα αυτοκίνητα να έρχονται ανάποδα και τα φώτα τους να θαμπώνουν τις σιλουέτες των περαστικών∙ η ανάσα του ζεστή στο λαιμό της, τσίχλα με άρωμα κανέλας ανακατεμένη με την πρώτη ανεπανάληπτη ανδρική Αρμάνι. Σε μια τέτοια βόλτα της είχε δώσει το δαχτυλίδι. Αγάπη μου, ήταν το μόνο που της είχε πει∙ δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποια από τις δύο λέξεις την είχε κάνει να βουρκώσει.
     Ήταν μαζί για δέκα χρόνια. Δεν παντρεύτηκαν, δεν έκαναν παιδιά∙ κανένα από τα δύο «δεν» δεν ήταν αιτία του άλλου. Η Αθηνά έγινε καθηγήτρια φιλόλογος, εκείνος δικηγόρος. Σε ένα μικρό ιδιωτικό σχολείο εκείνη, μεγαλοδικηγόρος εκείνος. Ο κύκλος του διευρύνθηκε. Ανέλαβε μεγάλες υποθέσεις. Πήγαινε στο γραφείο ακόμα και τις Κυριακές. Ανάσαινε ακριβά πούρα και είχε από χρόνια αποχωριστεί την παλιομοδίτικη Αρμάνι. Πρέπει να έβρισκε και την Αθηνά παλιομοδίτικη, αλλά δεν την είχε αποχωριστεί, τουλάχιστον όχι τυπικά. Πήγαινε με τις παρέες του, χωρίς εκείνη,  σε gourmet εστιατόρια στο Κολωνάκι. Παράγγελνε ακριβά πιάτα και συλλεκτικά κρασιά. Η Αθηνά έμενε πίσω με τα βιβλία και τις μουσικές της ή πήγαινε σινεμά με φίλες. Σύντομα χώρισαν.
     Δεν βλέπονταν πια καθόλου, ούτε σαν φίλοι. Δεν είχαν συναντηθεί ούτε τυχαία, έτσι σε κάποιο κατάστημα ή στον δρόμο. Φαίνεται ότι ακόμα και η τύχη είχε απογοητευθεί από τον συνδυασμό τους και δίσταζε να τον ξαναδοκιμάσει σε οποιαδήποτε μορφή.
     Η Αθηνά έδωσε το κουτί στον κύριο Μάριο. Δεν στενοχωριόταν για το ίδιο το δαχτυλίδι. Έτσι κι αλλιώς από χρόνια δεν το φορούσε. Το κρατούσε φυλαγμένο μέσα στο μαύρο του κουτί, βαθιά μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου της. Είχε σκοπό να το εξαργυρώσει κάποια στιγμή, ίσως για να πάρει κάτι άλλο που θα της άρεσε. Έτσι όμως αναγκεμένοι που ήταν οι καιροί, μάλλον τελικά θα το έδινε για να φάει. Χρώσταγε νοίκια δύο μηνών και τη δόση του αυτοκινήτου. Το σχολείο φέτος δεν πήγαινε καλά. Θα γίνονταν απολύσεις.
    Τα χέρια της ήταν παγωμένα, σαν ξύλα. Θύμωνε κάθε φορά που της συνέβαινε αυτό∙ πολύ περισσότερο, γιατί το περίμενε να γίνει. Αυτή τη φορά ήταν χειρότερα∙ της φαινόταν ότι είχε μείνει αλειμμένη επάνω τους η υγρή και μαλακή-σαν σφουγγάρι-χειραψία του κυρίου Μάριου. Αηδίασε.
     Ο κύριος Μάριος εξέτασε προσεκτικά το δαχτυλίδι με τον μεγεθυντικό φακό του,  σουφρώνοντας τα φρύδια του. Ψεύτικο. Είναι ψεύτικο. Η ετυμηγορία, ειπωμένη δύο φορές, ήχησε σαν ιατροδικαστικό πόρισμα. Το πρόσωπο του κυρίου Μάριου γυάλιζε στο ημίφως. Από ροδαλό, έμοιαζε τώρα πορσελάνινο, σαν πεθαμένου. Έβαλε ξανά τον φακό στη θήκη του και το δαχτυλίδι στο κουτί του. Η Αθηνά πήρε πίσω το κουτί, μουδιασμένη∙ μια σχέση που συνετρίβη κατά την απογείωση και μέσα στα συντρίμμια της το μαύρο κουτί με την εξήγηση.
     Βγήκε έξω στη στοά. Μπροστά της ένα κατάστημα «1 ευρώ». Ομπρέλες, μαντίλια, στέκες για τα μαλλιά, στυλό, κάλτσες∙ όλα με 1 ευρώ. Στην είσοδο, ένας μελαψός Ασιάτης της χαμογέλασε με μια κατάλευκη οδοντοστοιχία. Η Αθηνά μπήκε μέσα και άρχισε να ξεδιπλώνει ένα προς ένα όλα τα μαντίλια.

Οδυσσέας Ελύτης: Ο χαρταετός


                                                                   Πίνακας: Φωτεινή Στεφανίδη

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
εμένα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την “ανάμνηση του μέλλοντος”
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: “δεσποινίς”
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι “πάνω άνθρωποι” έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους “κάτω”·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια·
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι ” Ή Άννέτα με τα σάνταλα”
” Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης”
το “Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει”
(ναι θυμάμαι και άλλα)
το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το “Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί
για σένα”.
Μου το 'χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το 'χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον
αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη καί μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν — απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.


Από τη συλλογή “Μαρία Νεφέλη”, Ίκαρος, 1978

25.2.12

Η νεράιδα των κίτρινων λουλουδιών



      Ευτυχώς. Αυτό να λες, για να είσαι πάντα ευτυχισμένη. Της το είχε μάθει η γιαγιά της και η Ρένα το χρησιμοποιούσε σχεδόν σαν γιατρικό. Ευτυχώς. Κι έπαιρνε κουράγιο.
      Ευτυχώς που ήταν γεροί όλοι, η Χριστίνα της, ο Τάκης κι εκείνη. Και οι γονείς της. Ευτυχώς που είχε τη μάνα της να μεγαλώνει το παιδί. Ο Τάκης ταξίδευε τον περισσότερο καιρό με το φορτηγό. Έλειπε μήνες στο εξωτερικό κάθε φορά. Εκείνη δούλευε στην Αθήνα, όμως ευτυχώς  μπορούσε και πήγαινε στο χωριό κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο.
     Ευτυχώς που είχαν το κάτω σπίτι, γιατί το επάνω δεν θα μπορούσαν να το προχωρήσουν. Η Ελλάδα πήγαινε για φούντο. Το έβλεπε παντού. Ευτυχώς όμως εκείνη είχε ακόμα δουλειά. Καθαρίστρια σε συνεργείο καθαρισμού σε ένα μεγάλο νοσοκομείο. Όχι πολλά λεφτά. Τετρακόσια κάθε μήνα και η ασφάλεια. Ο εργοδότης της την είχε δηλώσει ανύπαντρη και χωρίς παιδιά. Αν της άρεσε, της είχε πει στην αρχή της συμφωνίας τους.
       Βρώμικη δουλειά. Όχι τόσο οι άρρωστοι. Περισσότερο οι γιατροί. Δεν την πείραζε ν’ αδειάζει τα χάρτινα κουτιά με τα μολυσματικά. Πιο πολύ από τις ματωμένες γάζες και τις κατουρημένες πάνες των αρρώστων, την αηδίαζαν οι παρατημένες κούπες πάνω στα γραφεία των γιατρών στο τέλος της μέρας. Με κόκκινα χείλη από κραγιόν αποτυπωμένα στα στόμια, με τσίχλες και τσαλακωμένα χαρτομάντιλα να κολυμπάνε στα υπολείμματα του παγωμένου καφέ.  Έπρεπε να τις μαζέψει εκείνη και να τις πλύνει. Έτσι τους είχε συνηθίσει.
      Ευτυχώς, δύο Σαββατοκύριακα το μήνα τα είχε ελεύθερα. Έμπαινε στο ΚΤΕΛ και πήγαινε στο χωριό. Μόλις την αντίκριζε η Χριστίνα, έτρεχε καταπάνω της. Ευτυχώς που είχε αυτή τη μικρή αγκαλιά να την περιμένει. Η κόρη της ήταν καλό παιδί, υπάκουη και άριστη στο σχολείο.
       Αυτόν το μήνα ήταν οι Απόκριες. Ήταν όμως και το άλλο καρναβάλι, το μεγάλο, που κρατούσε μήνες πολλούς και χρόνια. Αυτό με τους μασκαράδες βουλευτές που ξεπούλαγαν τη χώρα. Ο εργοδότης της είχε μειώσει το προσωπικό του συνεργείου. Ευτυχώς η Ρένα παρέμεινε. Μάλιστα, την παίνεσαν για την οικονομία που έκανε στα υλικά. Φθηνά υλικά, τα χειρότερα. Κόβονταν τα χέρια της από τα απορρυπαντικά. Τρύπαγαν τα γάντια. Όμως εκείνη τα μέτραγε, όπως έκανε και στο σπίτι της.
       Στο τηλέφωνο η Χριστίνα της είχε πει ότι είχαν αποκριάτικη γιορτή στο σχολείο. Ήθελε να ντυθεί. Κάτι σε νεράιδα. Οποιοδήποτε είδος νεράιδας, δεν την πείραζε. Έψαξε η Ρένα όλα τα μαγαζιά με αποκριάτικες στολές. Απλησίαστες οι τιμές. Σαράντα και πενήντα ευρώ όλες οι νεράιδες. Καλύτερη τιμή αδύνατον. Τώρα περίμεναν κι εκείνοι να πουλήσουν. Μετά την Καθαρά Δευτέρα, τέλος. Όλες οι νεράιδες και οι ιππότες έμπαιναν σε χαρτοκιβώτια και καταχωνιάζονταν στις αποθήκες μέχρι του χρόνου.
      Ευτυχώς, σε ένα μικρό μαγαζάκι στο κέντρο βρήκε μια νεράιδα μισοτιμής. Ελαττωματική, της είπε ο πωλητής. Τι ελάττωμα, τον ρώτησε. Ξέχασαν να της ράψουν λουλούδια. Νεράιδα των λουλουδιών χωρίς λουλούδια, ποιος να την αγοράσει… Ευτυχώς, τα χέρια της Ρένας έπιαναν. Ένα απόγευμα μετά το νοσοκομείο, πήρε μια δική της παλιά κίτρινη μπλούζα, την έκοψε σε κομμάτια και έραψε τρία μεγάλα λουλούδια, ένα για το καπέλο και δύο για τους ώμους. Η στολή ήταν έτοιμη. Κανονική νεράιδα των λουλουδιών.
      Η Ρένα πήγε η ίδια την κόρη της εκείνη την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς στο σχολείο. Σε όλο τον δρόμο, η Χριστίνα την κρατούσε σφιχτά από το χέρι και περπατούσε με καμάρι, πραγματική νεράιδα. Στο προαύλιο του σχολείου, οι φίλες της ξεφώνισαν ενθουσιασμένες με τη στολή της.
      «Μου την έφερε η μαμά μου από την Αθήνα! Είμαι η Νεράιδα των Κίτρινων Λουλουδιών».
      Η Ρένα  άφησε τη Χριστίνα στη γιορτή και πήρε τον δρόμο για το σπίτι κρυφογελώντας. Ευτυχώς, η μικρή δεν είχε καταλάβει τίποτα. Από όλες τις μπλούζες της μαμάς της,  αυτή την κίτρινη αγαπούσε η Χριστίνα περισσότερο. Δεν την άφηνε να την δώσει πουθενά. Η ίδια η Ρένα την είχε βαρεθεί. Ευτυχώς, είχε επιτέλους βρει τρόπο να την ξεφορτωθεί μια για πάντα.


(Η φωτογραφία είναι από τον τοίχο της Χρύσας Φραγκιαδάκη. Από τη στιγμή που την πρωτοείδα, την είχα διαρκώς στο μυαλό μου).

19.2.12

Χρήστος Γιανναράς: Η λογική της αυτοάμυνας


       Ας υποθέσουμε ότι η Διεθνής των πανίσχυρων τοκογλύφων, η κατ’ ευφημισμόν επονομαζόμενη «αγορές», αλλάζει διαθέσεις απέναντι στην Ελλάδα, πιστοποιεί ότι είναι και για την ίδια ασύμφορος ο ακάθεκτος βυθισμός μας στην ύφεση. Kαι αποφασίζει γενναιόδωρα να μας χορηγήσει «πακέτο» κάποιων δισεκατομμυρίων ευρώ αποκλειστικά για «ανάπτυξη». Ποιος θα διαχειριζόταν αυτή την τελευταία ευκαιρία; Tο υπάρχον πολιτικό προσωπικό; Oι ίδιοι που σπατάλησαν και σφετερίστηκαν τα τεράστιου οικονομικού μεγέθους «πακέτα» ευρωπαϊκής βοήθειας, τα προορισμένα να θεμελιώσουν «σύγκλιση» της ελλαδικής με τις προηγμένες οικονομίες της Ευρώπης – να χρηματοδοτήσουν έργα υποδομής, τον εκσυγχρονισμό του κράτους και της παραγωγής; Και αν εμπιστευόμασταν ένα ακόμα αναπτυξιακό «πακέτο» στους ίδιους, αποδεδειγμένα ενόχους κακουργημάτων κλοπής, διαφθοράς και ανικανότητας, αν τους αναθέταμε, για μια ακόμα φορά, να διαχειριστούν τους όρους της επιβίωσής μας και της ιστορικής μας συνέχειας, δεν θα ήμασταν εμείς οι πολίτες οι απολύτως υπαίτιοι της οριστικής καταστροφής μας, του αυτοχειριασμού μας;

      Mε ονειρικές υποθέσεις ή χωρίς, είναι εξωφρενικός παραλογισμός, είναι αυτοκτονία, να αναθέτουμε στους αυτουργούς της καταστροφής να μας σώσουν από την καταστροφή. H στοιχειώδης λογική αυτοάμυνας σήμερα επιβάλλει να παραμεριστεί το υπάρχον πολιτικό προσωπικό της χώρας, να εξαφανιστεί από τον δημόσιο βίο. Oλοι, χωρίς εξαίρεση. Γιατί και οι ακκιζόμενοι ως «καλοί», ως «αδιάφθοροι», συνεργάστηκαν. Aνέχθηκαν, δεν κατήγγειλαν.

      Αλλά πώς να γίνει πράξη ο παραμερισμός των ανίκανων και φαύλων; Mας έχουν δεμένους χειροπόδαρα, καθηλωμένους στους νάρθηκες των δικών τους συμφερόντων: Σε Σύνταγμα που ερήμην μας συντάσσουν και «αναθεωρούν». Σε εκλογικούς νόμους που κάθε φορά για τη βολή τους μαγειρεύουν. Σε ένα πολυπλόκαμο πλέγμα νόμων και διατάξεων, που κατοχυρώνουν επινοήσεις και τεχνάσματα της συντεχνιακής τους ιδιοτέλειας. Δεν μας έχουν αφήσει την παραμικρή θεσμική δυνατότητα άμυνας απέναντι στον ολοκληρωτισμό της κομματοκρατίας, κανένα περιθώριο αντίστασης στην αυθαιρεσία και στους εκβιασμούς των συνδικαλιστών πραιτωριανών τους, κανένα ενδεχόμενο να οδηγήσουμε στη Δικαιοσύνη τους κλέφτες, τους καταχραστές, τους εξόφθαλμα προδότες.

      Eίναι οι αυτουργοί της οικονομικής καταστροφής που ζούμε, του εφιάλτη ανελπιστίας για τα πενήντα, τουλάχιστον, επόμενα χρόνια. Kαι δεν έχουμε τρόπο να διαδηλώσουμε ούτε τον πανικό μας. Aν κατέβουμε στις προκάτ «πορείες» και στα συλλαλητήρια που οργανώνουν οι συνδικαλιστές μπράβοι των αυτουργών, παίζουμε το δικό τους παιχνίδι υπεράσπισης των εξωφρενικών τους προνομίων. Kαι επιπλέον προσφέρουμε άλλοθι στην κουκουλοφόρο ψυχανωμαλία να καταστρέφει, για απειροστή φορά, την πόλη της κοινής μας ζωής. Zητάμε από την «τρίτη εξουσία» και την «τέταρτη» να στηρίξουν το πάγκοινο αίτημα ριζικής αλλαγής του πολιτικού σκηνικού, το αίτημα για καινούργιο Σύνταγμα. Kαι οι δυνατότητες ανταπόκρισης μοιάζουν αποκλεισμένες ή ελεγχόμενες.

     Έτσι υπογράφεται ερήμην μας η άνευ όρων συλλογική μας υποτέλεια – υποταγή του κράτους και της κοινωνίας των Eλλήνων στους εξοντωτικούς της ιστορικής μας ύπαρξης όρους που μας επιβάλλουν η E.E. και η Διεθνής των τοκογλύφων (με τα όρια της διαφοράς τους συγκεχυμένα). Kαι υπογράφουν εκ μέρους μας ποιοι; Mια κυβέρνηση που το 91% του πληθυσμού απορρίπτει την πολιτική της, την εγκρίνει μόνο το 2%, κυβέρνηση που το 48% του λαού αποδοκιμάζει τον πρωθυπουργό της και το 79% δηλώνει δυσαρεστημένο από την εντόπια «δημοκρατία», ενώ το 13% έχει το κουράγιο να δηλώνει απερίφραστα ότι δημοκρατία δεν υπάρχει στην Eλλάδα σήμερα («K» 8.2.2012).

     Ζούμε χαοτικό παραλογισμό: Tο δεύτερο στη Bουλή κόμμα παραμένει αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και συγκυβερνά, γιατί έτσι επιτάσσουν οι δανειστές μας – απαιτούν δεσμευτική συγκατάθεση και των δύο κομμάτων στις εκβιαστικές απαιτήσεις τους, έγγραφες δεσμεύσεις συμμόρφωσης και επίσημη επικύρωση στη Bουλή (πρακτικές σταλινικές εντός του «παραδείσου» των δημοκρατικών κοινωνιών της E.E.). Aλλά δεν υπάρχουν απέναντι στους δανειστές μας ηγετικά αναστήματα, υπάρχουν υπάλληλοι χωρίς καν αξιοπιστία, συνέπεια, υπευθυνότητα.

     Κορύφωμα μικρολογίας, να θριαμβολογεί ο πρόεδρος της N.Δ. ότι μόνο αυτός «διαπραγματεύθηκε», και μάλιστα ασημαντότητες σε σύγκριση με την καταδίκη σε εξαθλίωση δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων που απαίτησαν και επέβαλαν οι τοκογλύφοι. Kαι ένας τέτοιος «αρχηγός», με τέτοια μικροπρέπεια σε στιγμές που το κουράγιο του λαού καταρρέει, επιμένει να ζητάει αμέσως εκλογές, χωρίς να έχει ποτέ ξεκαθαρίσει τι διαφορετικό θα κάνει αυτός αν γίνει πρωθυπουργός και με ποιους συνεργάτες θα το κάνει, με ποιον σχεδιασμό, με ποια στρατηγική θα αντιπαλέψει τη συντελεσμένη καταστροφή. Tα παραδείγματα των προηγηθέντων στην πρωθυπουργία και απορριμμένων σήμερα στην περιφρόνηση και στη χλεύη, δεν τον συνετίζουν.

    Ίσως επειδή ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του, ίσως επειδή κανένας πολίτης ή ομάδα πολιτών δεν διαθέτει τη θεσμική θωράκιση που θα έκανε ακουστή τη φωνή του στους ηγήτορες της E.E. και των τοκογλύφων, γι’ αυτό και επανέρχεται έμμονη η ιδέα: H Aκαδημία Aθηνών ή η ηγεσία της Δικαιοσύνης ή των Eνόπλων Δυνάμεων η ηγεσία ή η συνοδική έκφραση του λαϊκού σώματος της Eκκλησίας ή όλοι μαζί αυτοί οι «φορείς» να απευθύνονταν στις κοινωνίες των λαών της E.E. και στις ηγεσίες των αντίστοιχων εκεί θεσμών για να καταθέσουν μια ελάχιστη υπενθύμιση, αμυντική της τιμής του ελληνικού ονόματος:

    Είμαστε λαός με πολλές αδυναμίες χαρακτήρα, ήθους, καλλιέργειας. Kαι ασφαλώς εξαιτίας της ακρισίας μας βρεθήκαμε, εδώ και τριάντα χρόνια, όμηροι συντεχνιών αδίστακτης φαυλότητας και νοσηρής εξουσιολαγνείας. Mας φίμωσαν με Συντάγματα και νόμους που διαιωνίζουν την αυθαιρεσία και απολυταρχία των πλαστής νομιμότητας δυναστών μας. Στερούμαστε την οποιαδήποτε θεσμική δυνατότητα να αποκαταστήσουμε δημοκρατικό, λειτουργικό, έντιμο κράτος. Δεν ζητάμε οίκτο ούτε να μας υποκαταστήσουν άλλοι στις ευθύνες μας. Zητάμε απλώς να πληροφορηθούν οι Eυρωπαίοι εταίροι μας ότι το 91% του λαού μας απορρίπτει με βδελυγμία αυτούς που οι ηγέτες της E.E. συναντούν σαν «εκπροσώπους» μας.

    Ποιος θα αναλάβει την πρωτοβουλία μιας τέτοιας διακήρυξης, απρόβλεπτης δυναμικής;


Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή της Κυριακής", 19.2.2012

15.2.12

Άρης Μαραγκόπουλος: Αμάθητα παιδιά και προβοκάτορες


                                                                                           
         Στην Όλια Λαζαρίδου που το ενέπνευσε

       Πολύς λόγος γίνεται αυτές τις μέρες των προβοκατόρικων πυρκαγιών και των πληγωμένων κτηρίων της πόλης για την πολιτιστική κληρονομιά μας. Πολύς, εύκολος, επιπόλαιος και, το κυριότερο, ανιστόρητος λόγος. Εξηγούμαι αμέσως:
      1. Τα λεηλατημένα κτήρια μαρτυρούν ασυζητητί μια βαρβαρότητα. Κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό. Ίδιας και μεγαλύτερης όμως ποιότητας βαρβαρότητα ήταν εκείνη που ασκήθηκε πάνω στα κτήρια που μαζικά κατεδάφισε η πολιτική του παλαιού Κ. Καραμανλή, στη δεκαετία του εξήντα, για να πάρει τη θέση τους το ά-σχημο και βάναυσο μπετόν. Ας μην το ξεχνάμε αυτό. Το κτήριο του Τσίλερ, το Αττικόν και το Άστυ αποτελούν συστατικά κομμάτια της Ιστορίας αυτής της πόλης, ΑΚΡΙΒΩΣ όπως ήταν τα άπειρα νεοκλασικά που εξαφάνισε ατιμωρητί η τότε καραμανλική οκταετία. Παρόμοια όμως βαρβαρότητα έχουν διαπράξει και διαπράττουν (πάντα ατιμωρητί) οι περισσότεροι δήμοι της χώρας τα τελευταία είκοσι-τριάντα χρόνια – αναζητείστε και εύκολα θα βρείτε άπειρες περιπτώσεις σημαντικών κτηρίων σε ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ που παραχώρησαν την ιστορική τους oντότητα σε βλαχομπαρόκ τούρτες-κτήρια.
     2. Αντίστοιχης ολκής βαρβαρότητα είναι αυτή που καταδικάζει, ακόμα σήμερα, πάμπολλους αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία στην αργή καταστροφή –αντίστοιχη; όχι πολύ μεγαλύτερη μιας και πρόκειται για κληροδοτήματα που εξ ορισμού τεκμηριώνουν την Ιστορία.
     3. Αντίστοιχη επίσης πολιτισμική βαρβαρότητα είναι αυτή που καταδικάζει τα περισσότερα σχολεία να στερούνται ζωντανές βιβλιοθήκες με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, υποδομή κ.λπ. Αποτρέπεται έτσι η εξοικείωση των παιδιών με το εξωσχολικό βιβλίο και την όποια καλλιέργεια αυτό δωρίζει. Παρόμοιο γεγονός πολιτισμικής βαρβαρότητας διαπιστώνεται και στους περισσότερους δήμους που, κατά κανόνα, τα κοινοτικά κονδύλια για βιβλιοθήκες τα χρησιμοποίησαν και τα χρησιμοποιούν ακόμα για να φτιάχνουν φριχτά, άχρηστα, άσκημα κηπάκια, παγκάκια, καγκελάκια. (Και τι να πούμε για τις, απίστευτης υποστάθμης, «πολιτιστικές» εκδηλώσεις των δήμων ανά την Ελλάδα.)
    4. Ναι, τούτων δοθέντων, δεν μπορούμε να συζητάμε για τα ΚΑΜΜΕΝΑ κτήρια ως ΑΥΤΑ να αποτελούν ΤΟ πρόβλημα της πολιτισμικής και της γενικότερης κρίσης. Διότι αν το κάνουμε εξυπηρετούμε θαυμάσια όσους εγκληματίες διέπραξαν αυτή τη βαρβαρότητα, αφού αυτό ήθελαν: να στραφούμε αλλού, όχι στο τερατώδες μνημόνιο, όχι στους δόλιους πολιτικούς, όχι στη γενικότερη αθλιότητα που μαστίζει τη χώρα ως θεσμός και ως κουλτούρα, όχι στην επερχόμενη πείνα που χτυπάει τους αγριεμένους νέους πρώτα απ' όλα…

    Αγριεμένους νέους, είπα. Είστε 17-18 και δεν σας έμαθε κανείς να διαβάζετε εξωσχολικά βιβλία, ούτε το σχολείο, ούτε ο δήμος, ούτε πιθανόν οι γονείς σας· κανείς καθηγητής δεν φιλοτιμήθηκε να σας δείξει σε ένα περίπατο την ομορφιά της πόλης, τα ελάχιστα κτήρια που απόμειναν, να σας εξηγήσει τι σημαίνει ένα Αττικόν, ένα Άστυ… Να σας δείξει τη διαφορά ανάμεσα στη στοιχειώδη αρχιτεκτονική και στην καταναλωτική σαβούρα των malls. Το πολύ να σας έχει πάει στο μουσείο της Ακρόπολης όπου κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να καταλάβετε κάτι παραπάνω από το καθιερωμένο, το συμβατικό, το τετριμμένο. Όποιος αναγνώστης έχει επισκεφτεί μουσείο την ώρα επίσκεψης σχολείου καταλαβαίνει τι λέω· αν μάλιστα έχει επισκεφτεί αντίστοιχο μουσείο στο εξωτερικό με επίσκεψη παιδιών καταλαβαίνει περισσότερο: η απαξίωση της επίσκεψης.

    Έχουμε λοιπόν μια χώρα όπου δεν υπάρχουν ενεργείς βιβλιοθήκες για τους νέους, που τα πάντα, από τα σχολεία έως τους δήμους, και από την (σχεδόν αντιδραστική για το νεανικό κοινό) Εθνική Βιβλιοθήκη έως τα μουσεία, λειτουργούν με συμβατικούς, διαχειριστικούς όρους του πολιτισμού και με πλήρη αδιαφορία ως προς την καλλιέργεια των νέων. Επιπλέον, σ’ αυτή τη χώρα, με αυτή την υποτυπώδη κουλτούρα, τολμούμε και λέμε στους νέους ότι ο κατώτατος μισθός θα είναι δεν θα είναι 450 ευρώ, τολμούμε και τους λέμε ωμά ότι το μέλλον τους είναι υποθηκευμένο για πενήντα χρόνια και όλα αυτά τα ωραία.
     Πώς να μην αγριέψουν οι δεκαεφτάρηδες; Πώς να μην κάνουν το ίδιο με αυτό που κάνουν οι προβοκάτορες και οι πλιατσικολόγοι; Πώς να μην κάψουν το έργο του Τσίλερ που η σύγχρονη βαρβαρότητα το αποκαλεί αναιδώς κτήριο Kosta Boda;

     Τα αμάθητα, ακαλλιέργητα παιδιά, αμάθητα φέρονται. Είναι κι η βαρβαρότητα ένα μάθημα, εύκολα μαθαίνεται, μια ολόκληρη κοινωνία φροντίζει γι' αυτό εδώ και δεκαετίες. Τι θέλετε να κάνουν τα αμάθητα, απαίδευτα παιδιά; Θα κάνουν ό,τι και οι αμάθητοι εξεγερμένοι χωριάτες που όρμησαν να καταστρέψουν κάθε γλυπτό και κάθε πίνακα κατά την περίφημη επέλαση στα Χειμερινά Ανάκτορα του Τσάρου (εκεί υπήρχε ευτυχώς ένας Ανατόλι Λουνατσάρσκι να εξηγήσει τι σημαίνει πολιτισμική κληρονομιά…). Τι θέλετε, να συζητάνε για τις γραμμές του έργου του Τσίλερ; Δεν μπορούν. Δεν τους το έμαθε κανείς. Κανείς. Οπότε και προβοκάτορες και άλλους βάρβαρους θα μιμηθούν. Τα αμάθητα παιδιά που καταστρέφουν, χωρίς διάκριση, τα πάντα, είναι εικόνα της βάρβαρης, ανεύθυνης κοινωνίας που δεν τους δίδαξε ποτέ να διακρίνουν τις πολιτισμικές αξίες από τα σκουπίδια – της ίδιας κοινωνίας που τώρα μυξοκλαίει κροκοδείλια δάκρυα πάνω από καμμένα είδη προικός Costa Boda.

Δημοσιεύτηκε στο protagon.gr

9.2.12

Μοναχική διαδήλωση για μια Κατερίνα


Δεν μπόρεσα να σταματήσω και να φωτογραφίσω το πανό. 
Αν περάσετε από εκεί αυτές τις μέρες, θα το δείτε...

     Λεωφόρος Κηφισού, κάθοδος, στο ύψος της Λαχαναγοράς, πριν από λίγη ώρα. Επιστρέφω με το αυτοκίνητο μετά από μια δύσκολη εφημερία. Οδηγώ στη δεξιά λωρίδα με σχετικά χαμηλή ταχύτητα. Οι μελαγχολικές μελωδίες του Lolek μόλις καταφέρνουν να υπερνικήσουν τη νύστα μου. Από μακριά φαίνεται η γέφυρα των πεζών. Μου αρέσει κάθε φορά να τη χαζεύω,  με τα ανθρωπάκια που την περπατούν να γίνονται όλο και πιο μεγάλα, καθώς η γέφυρα με πλησιάζει. Συνήθως υπάρχει αναρτημένο κάποιο πανό με κόκκινα ή μαύρα γράμματα, που καλεί σε διαρκή αγώνα τα ανθρωπάκια της γέφυρας και τους κανονικού μεγέθους οδηγούς των αυτοκινήτων που πορεύονται στη λεωφόρο. Πολλές φορές έχω σκεφτεί να σταματήσω  και να τραβήξω μια φωτογραφία με τα ανθρωπάκια που πηγαινοέρχονται βιαστικά πάνω στη γέφυρα, σχεδόν πατώντας επάνω στις κόκκινες και μαύρες αγωνιστικές φράσεις. Le rouge et le noir της απελπισίας μας.
     Σήμερα το πανό είναι διαφορετικό. Έχει μόνο κόκκινα κεφαλαία γράμματα. Le rouge sans le noir. Le rouge de l’ amour.
     ΚΑΤΕΡΙΝΑ!!! Σ’ ΑΓΑΠΑΩ 
     ΜΕΙΝΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ   ΣΕ ΕΧΩ ΑΝΑΓΚΗ
      Μεγάλο πανό, όπως αυτά των συνδικαλιστών. Ατομικός αυτός ο αγώνας, αλλά παθιασμένος και βροντόφωνος. Χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές. Ειλικρινής, σαφής, κατασταλαγμένος. «Σ’ αγαπάω. Μη μ’ αφήνεις. Σ’ έχω ανάγκη». Ας το μάθουν όλοι, πεζοί και οδηγοί. Δεν τον νοιάζει, αρκεί να το δει κι εκείνη.
      Κατερίνα, μάλλον θα το δεις το πανό σήμερα ή αύριο. Προφανώς αυτός είναι ο δρόμος σου. Αν όμως δεν τύχει να περάσεις από κει και δεις μόνο αυτή την ανάρτηση, μη βάλεις like σε μένα, αλλά σ’εκείνον. Με την καρδιά, από κοντά, όχι με το ποντίκι.

5.2.12

Νίκος Καρούζος: Περίπατος του Γιάννη

Νίκος Κεσσανλής

Έχοντας ένα σκορπισμένο βλέμμα στο δρόμο που είν' έρημος
ωχρός αγγίζει τον άχαρον αποσπερίτη -
μέσ' στη φυλακή της θάλασσας η ποίηση του νερού.
Βρέθηκε σε τρόμους με δηλητήρια στα χέρια
η μοναξιά σα δαχτυλίδι ζει στο δέρμα του
κ' η μοίρα είναι μαύρη ως τ' αστέρια.
Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο
χρόνια και χρόνια ραγιάδες
γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια
ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.
"Όσο βαριά είν' τα σίδερα
είν' η καρδιά μου σήμερα"...

Η Έλαφος των Άστρων (1962)