Σελίδες

27.11.11

Συλλέκτης ήχων

(φωτ. Bill Brandt)

(ένα παλιότερο κείμενο, ξανακοιταγμένο)

Είμαι συλλέκτης. Μαζεύω ήχους, ακριβώς όπως άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα, νομίσματα ή παλιά βιβλία. Με την ίδια μανία αποθηκεύω τα κομμάτια της συλλογής μου, παλαιότερα σε κασέτες και τώρα σε CD. Με την ίδια λαχτάρα τα ταξινομώ. Με το ίδιο καμάρι τα επιδεικνύω. Κάνω αυτή τη συλλογή από μικρός. Σχεδόν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Πώς σκέφτηκα να κάνω τη συγκεκριμένη συλλογή; Δεν το θυμάμαι. Ίσως είναι και το ότι σε αυτές τις νεαρές ηλικίες δεν χρειάζεται να το πολυσκεφτεί κανείς για να κάνει κάτι. 
Ο πρώτος ήχος που έβαλα στη συλλογή μου ήταν ο θόρυβος που έκανε η ραπτομηχανή της γιαγιάς,  μια παλιά μαύρη Singer στηριγμένη σε ένα μαρμάρινο τραπεζάκι με μαντεμένια πόδια. Η γιαγιά καθόταν με τις ώρες πάνω από τη μηχανή, με τα πρεσβυωπικά γυαλιά έτοιμα σχεδόν να κυλίσουν από τη μύτη της, και διόρθωνε τα ρούχα μας. Στρίφωνε τα παντελόνια και τις φούστες (ο μπαμπάς και η μαμά δεν ήταν πρώτο ανάστημα) και μπάλωνε τους αγκώνες και τα γόνατα στα δικά μου ρούχα (σαν παιδί κι εγώ, δεν μάζευα ήχους ολημερίς). Γελούσαν ο μπαμπάς κι η μαμά με τη σοβαρότητα που είχα την ώρα της «ηχογράφησης». Πολλά χρόνια αργότερα όμως, όταν η γιαγιά είχε πια αφήσει ορφανή την πιστή της ραπτομηχανή, μου ζητούσαν από καιρό σε καιρό να τους παίξω τη μαγνητοταινία με τον πρώτο αυτό ήχο και τότε κατάλαβα ότι η συλλογή μου είχε την ίδια ή ίσως και μεγαλύτερη αξία με τις άλλες πιο δημοφιλείς συλλογές γραμματοσήμων και νομισμάτων.
Πάντως, ήξερα καλά ότι οι συμμαθητές μου στο σχολείο με κορόιδευαν. Στα διαλείμματα, την ώρα που εκείνοι καθισμένοι κατάχαμα αντάλλασσαν μεταξύ τους εικονίτσες ποδοσφαιριστών και αεροπλάνων, εγώ τριγυρνούσα με το μαγνητοφωνάκι μου και έγραφα τη βαβούρα του διαλείμματος. Παραμόνευα τα κορίτσια στα αποδυτήρια, όχι για να τις δω που γδύνονταν, αλλά για να ηχογραφήσω τα γέλια και τις κουβέντες τους. Μιλούσαν όλες μαζί και ξεκαρδίζονταν εντελώς απροειδοποίητα. Αραιά και πού, το μαγνητοφωνάκι μου έπιανε κανένα αγορίστικο όνομα. Άκουγα τις μαγνητοταινίες ξανά και ξανά, προσπαθώντας με αγωνία να ξεχωρίσω μέσα στην κοριτσίστικη φασαρία και το δικό μου όνομα. Θες η κακή ποιότητα εγγραφής (δεν έφτιαξε ούτε όταν πήρα κασέτες χρωμίου και μετάλλου), θες το ότι δεν ήμουν και κανένας κούκλος, η συλλογή εκείνης της εποχής μπορεί να μου έδωσε άλλες χαρές, ποτέ όμως την πολυπόθητη.
Αργότερα, στο πανεπιστήμιο, οι συμφοιτητές μου με αντιμετώπιζαν ως φαινόμενο υπό παρατήρηση. Φρόντιζαν μάλιστα να είναι όσο το δυνατόν πιο αθόρυβοι όταν βρισκόμουν ανάμεσά τους, με τον φόβο ότι οποιαδήποτε κουβέντα τους μπορούσε να περάσει στη μαγνητοφωνημένη αιωνιότητα. Ακόμα και σήμερα, οι συνάδελφοί μου στο γραφείο, αλλά και η Χριστίνα, πρέπει-μεταξύ μας-να με θεωρούν ιδιόρρυθμο, για να μη με χαρακτηρίσω αλλιώς.
Έχω μαζέψει ως τώρα περίπου δώδεκα χιλιάδες ήχους. Φυλάω τα λάφυρά μου σε μια βιβλιοθήκη. Όλοι οι ήχοι ταξινομημένοι κατά είδος και κατά ημερομηνία ηχογράφησης. Πραγματικός θησαυρός.
Ήχοι από την καθημερινότητα, η βροχή που πέφτει στις πλάκες του πεζοδρομίου και στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, ο ήχος του κρασιού καθώς σερβίρεται στο ποτήρι, το ξεφύλλισμα των κυριακάτικων εφημερίδων, το απορριμματοφόρο που μαζεύει τα σκουπίδια τις πρώτες πρωινές ώρες, ήχοι και μουσικές από τα παιχνίδια της Άλκηστης.
Μερικοί ήχοι έχουν ιστορική σημασία, όπως ο ήχος από τα κλειδιά που κουδούνιζαν  κρεμασμένα στις πόρτες του διαμερίσματός μας,  ολοκαίνουργιου τότε, το βράδυ που έγινε ο μεγάλος σεισμός της Αθήνας. Θυμάμαι, ήμουν ξαπλωμένος και διάβαζα το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Ήμουν εντελώς απορροφημένος στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Στο σημείο όπου ο Ντόριαν μαχαίρωνε το πορτρέτο του, άρχισε το σπίτι να τρέμει και μια υπόκωφη βουή, σαν κροτάλισμα τυμπάνων, κάλυψε τους σπιτικούς θορύβους. Προς στιγμή θαύμασα την πένα του  Όσκαρ Ουάιλντ (τι συγγραφέας! να μπορεί να ταρακουνάει τον αναγνώστη με τόση αμεσότητα!), γρήγορα όμως κατάλαβα ότι δεν με κούναγε ο Όσκαρ, αλλά ο Εγκέλαδος.  Ίσα που πρόλαβα να πατήσω το record στο μαγνητοφωνάκι και να γράψω λίγα δευτερόλεπτα από την ηχητική πλευρά της γης που σείεται, ηχογράφησα όμως σε όλο της το μεγαλείο μια πραγματική συμφωνία για έξι διπλά κλειδιά κρεμασμένα σε πόρτες, που ακολούθησε το συθέμελο ταρακούνημα του καινούργιου μας σπιτιού.
Τα κορναρίσματα στους δρόμους τη χρονιά που η ελληνική ομάδα κέρδισε το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα μπάσκετ: άλλος ιστορικός ήχος. Εκείνες τις ημέρες, έδινα Πανελλήνιες και αναγκαστικά είχα περιορίσει τόσο τη συλλεκτική όσο και τις υπόλοιπες δραστηριότητές μου. Το επόμενο πρωί έδινα Χημεία. Ένιωθα δεμένος πισθάγκωνα στην καρέκλα του γραφείου μου με αλυσίδες άνθρακα. Τις προηγούμενες νύχτες έβλεπα όνειρα γεμάτα με κετόνες και αλδεΰδες. Τα μαλλιά μου και τα ρούχα μου είχαν ποτίσει από νικοτίνη: ο χημικός που μου έκανε ιδιαίτερα μαθήματα για τις εξετάσεις κάπνιζε απανωτά τσιγάρα και ήταν κι αυτός περισσότερο αγχωμένος απ’ ό,τι συνήθως. Τον θυμάμαι να φυσάει τις λύσεις των δύσκολων προβλημάτων ανάμεσα σε δαχτυλίδια καπνού που διαλύονταν άδοξα στο πρόσωπό μου. Η νίκη της Εθνικής ομάδας μπάσκετ μου είχε δώσει μια ξαφνική και μεγάλη χαρά, αφού μέχρι τότε δεν είχα ποτέ ζήσει άλλη διάκριση της Ελλάδας σε διεθνή διοργάνωση. Θυμάμαι ότι είχα παρατήσει για λίγο το τσαλακωμένο βιβλίο με τις κετόνες και είχα βγει στο μπαλκόνι. Αυτοκίνητα περνούσαν κορνάροντας, μερικές φορές μελωδικά, ενώ από τα παράθυρά τους ανέμιζαν γαλανόλευκες. Τραγούδια ακούγονταν από μακριά. “It is the final countdown”, η επιτυχία της εποχής με το χαρακτηριστικό σάλπισμα.  Στο κατώφλι της ενηλικίωσης τυπικά, αλλά με παιδική σκέψη ακόμα,   δεν ήμουν τότε σε θέση να συνειδητοποιήσω πόσο λίγες, σχεδόν συλλεκτικές, είναι οι στιγμές που νιώθει κανείς υπερήφανος για την Ελλάδα, όμως αργότερα ταξινόμησα την ηχογράφηση αυτή στους σπάνιους ήχους.
Οφείλω να σας αποκαλύψω την πιο αστεία ηχογράφηση της συλλογής μου. Φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη, μέρες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου και η Χριστίνα έγκυος στην Άλκηστη. Μέναμε στην Πλατεία Αριστοτέλους, σε πολύ καλό ξενοδοχείο. Η Χριστίνα μπαινόβγαινε στις κινηματογραφικές αίθουσες και ερχόταν στο ξενοδοχείο σχεδόν μόνο για να κοιμηθεί. Εγώ είχα πάρει μαζί μου δουλειά του γραφείου και έκανα μικρά διαλείμματα μόνο για να γράψω κανέναν ήχο. Το δεύτερο βράδυ δεν μου κόλλαγε ύπνος. Πρέπει να ήταν περίπου δύο τα ξημερώματα κι εγώ στριφογύριζα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να μην ξυπνήσω τη Χριστίνα. Ξαφνικά, ο τοίχος που ήταν κολλητά στην πλάτη του κρεβατιού άρχισε να δονείται ρυθμικά, σαν κάτι να τον έσπρωχνε από πίσω. Προστέθηκε ένα ρυθμικό κρεσέντο από χτυπήματα ξύλου πάνω σε τσιμέντο. Το μαγνητόφωνό μου είχε ήδη αρχίσει να γράφει. Μετά από την κρουστή αυτή εισαγωγή, ακολούθησε το φωνητικό μέρος, εξίσου ρυθμικό και διεγερτικό. Μια γυναικεία κραυγή, ένα επαναλαμβανόμενο «α-α-α-α-...» με διαφορετικό χρωματισμό σε κάθε εκφορά του: πόνος, αγωνία, ηδονή, θυμός. Μια οργασμική άρια για σοπράνο με συνοδεία κρουστών, ένα ηχητικό διαμάντι. Ηχογραφούσα γελώντας. Τρία λεπτά και σαράντα δευτερόλεπτα. Άξιος ο βαρύτονος, σκέφτηκα. Η Χριστίνα δίπλα μου, παρέμενε βυθισμένη σε όνειρα σινεμασκόπ με πρόσωπο γλυκό και αφρατεμένο από την πλημμύρα των ορμονών.
Οι πιο αγαπημένοι μου ήχοι είναι αυτοί που επιγράφονται ως «ήχοι της φύσης». Ήχοι ηχογραφημένοι κατά τη διάρκεια μακρινών περιπάτων μέσα σε δάση ή πάνω σε λόφους και βουνά. Τριζόνια, τζιτζίκια, μέλισσες, αλλά και το κελάρυσμα ενός ρυακιού, το θρόισμα που κάνουν τα στάχυα μέσα στο κατακαλόκαιρο, το κόασμα των βατράχων μέσα στις καλαμιές.
Η πιο κατάλληλη ώρα για να μαζέψει κανείς  ήχους είναι το βράδυ. Είναι η ώρα που οι ήχοι αποκτούν τη μέγιστη καθαρότητά τους και γίνονται πιο ευδιάκριτοι. Ξεφυτρώνουν και άλλοι ήχοι,  εντελώς ιδιαίτεροι. Ήχοι που λες και κρύβονταν από τη μέρα, περιμένοντας το σούρουπο για να ξεμυτίσουν από την κρυψώνα τους.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βράδυ. Αρχές καλοκαιριού, με μια ασυνήθιστη ψύχρα για την εποχή. Περασμένες έντεκα.  Έκλεισα τα βιβλία στο γραφείο και ξεκίνησα για το σπίτι. Η γνωστή διαδρομή με το αυτοκίνητο, αρκετά κοντινή για να μην κουράζει, αλλά και αρκετά μακρινή, για να μου επιτρέπει να ακούσω ήχους. Υπάρχει ένα σημείο της διαδρομής που μοιάζει σαν να μην είναι μέσα στην πόλη. Είναι ένα ήσυχο δρομάκι, παράλληλο με την κεντρική οδό. Σε ένα σημείο, δύο πανύψηλα πεύκα εκατέρωθεν στενεύουν τόσο το δρομάκι, ώστε ίσα που χωράει να περάσει ένα μικρό αυτοκίνητο.  Αυτό το σχεδόν εξωτικό σημείο αποτελεί πραγματικό καταφύγιο για σπάνιους ήχους. Εκεί έχω συλλέξει μερικούς από τους πιο αγαπημένους μου ήχους.
Εκείνο το βράδυ, καθώς περνούσα από το σημείο αυτό, άκουσα τη γλυκιά, εύθραυστη λαλιά ενός αηδονιού. Σταμάτησα επιτόπου το αυτοκίνητο. Ο ήχος της μηχανής ακουγόταν προσβλητικά άσχημος πλάι στις τρίλιες του πουλιού. Απόμεινα μαγεμένος να ακούω. Το δημοσιογραφικό μου μαγνητοφωνάκι άκουγε κι αυτό και έγραφε νότες κρυστάλλινες  σε μια μελωδία υπέρτατης έμπνευσης, ικανή να κάνει και τον πιο προικισμένο συνθέτη να σκάσει από ζήλια. Θυμήθηκα εκείνο το έργο του Messiaen με τα πουλιά, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πόση δεξιοτεχνία χρειάστηκε για να αποδώσει τις φωνές των πουλιών με μουσικά όργανα, πόσα χρόνια πειραματισμών και πόσες παρτιτούρες πρέπει να είχε σκίσει και ξαναγράψει στην προσπάθειά του να πλησιάσει την αρμονία των μικρών φτερωτών μουσικών.
Καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, το αηδόνι συνέχιζε αμέριμνο το ρεσιτάλ του κι εγώ, ο μοναδικός τυχερός ακροατής, είχα ξεχαστεί εντελώς. Σχεδόν δεν θυμόμουν από πού ερχόμουν και προς τα πού πήγαινα. Με επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα ο ήχος της μηχανής ενός αυτοκινήτου και ένα γαλάζιο φως που αναβόσβηνε ρυθμικά. Ένα περιπολικό.
     «Καλησπέρα. Πάθατε τίποτα;» με ρωτούσε ένα πρόσωπο νεαρού αστυνομικού από το δικό μου μισάνοιχτο παράθυρο του οδηγού. Ελαφρώς αξύριστο με παλιά σημάδια ακμής στα μάγουλα. Βλέμμα που μαρτυρούσε ενδιαφέρον και καχυποψία σε ίσες αναλογίες.
     «Όχι…», ψέλλισα ξαφνιασμένος, αποσιωπώντας την αλήθεια. Κάτι είχα πάθει: είχα σαστίσει από την απερίγραπτη ομορφιά, από την απαράμιλλη μελωδία. Θυμήθηκα τους συμμαθητές μου και ενέμεινα στην αρχική απάντηση.
     «Μπορώ να έχω το δίπλωμα οδήγησης και την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου σας;»
     «Πώς… Βέβαια… Αμέσως…», απάντησα και άρχισα να ψάχνω στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου.
 Μα πού ήταν; Εκεί πρέπει να τα είχα αφήσει. Ανακάτεψα διάφορα άχρηστα χαρτιά που ήταν παραχωμένα όπως-όπως στο ντουλαπάκι. Δεν είχε άδικο η Χριστίνα που με έλεγε ακατάστατο. Πουθενά τα χαρτιά…. Ούτε το δίπλωμα, ούτε η άδεια…. Από το ύφος του αστυνομικού κατάλαβα ότι μάλλον είχα μπλέξει. Πόσο άσχημα άραγε; Αυτό το συνειδητοποίησα λίγο αργότερα, όταν έφτασα συνοδευόμενος από το περιπολικό στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής για εξακρίβωση στοιχείων.

25.11.11

Ο κύριος Ξανθούλης ποτέ δεν ξυπνάει τόσο πρωί


(Ο Ευθύμης Φιλίππου συναντά πρόσωπα που του λένε ιστορίες)


       Κύριε Ξανθούλη, μπορείτε να μου μιλήσετε για διάφορα πράγματα, γενικά, σας παρακαλώ;

       Είχα (παύση) πάει στην Τουρκία. Χτες γύρισα. Πήγα με το αυτοκίνητο μέχρι τις Καστανιές, μετά Ανδριανούπολη. Ξέρεις, στα σύνορα οι Τούρκοι σε καθυστερούν για να δείξουν ότι είναι υπηρεσιακοί και μετά μπορεί να πάνε για φαγητό και να περιμένεις άλλη μισή ώρα και μετά ρεύονται και περιμένεις ξανά και μετά σε 2 περίπου ώρες είσαι στην Πόλη. Πάω συχνά, είτε μόνος είτε κουβαλώντας μαζί μου κάποιους άλλους, έντρομους συνήθως, που μπορεί να διασχίζουν τον  Έβρο για πρώτη φορά και βλέπουν τα τζαμιά με ανοιχτό το στόμα κι εγώ δίπλα τους λέω διάφορες ιστορίες για να τρομάζουν ακόμα πιο πολύ. Πολύ, δεν ξέρω πώς να το πω, πολύ γκόθικ διαδρομή. Παλιά, όταν πήγαινα στην Πόλη, έμενα στο Divan, αλλά όχι πια. Γεννήθηκα το 1947. Γεννήθηκα στην Αλεξανδρούπολη. Στην προεφηβεία ήμουνα πολύ προστατευμένος απ’ τη φαντασία μου. Όχι από τους άλλους, ξαναλέω, απ’ τη φαντασία μου ήμουνα προστατευμένος και μετά βρέθηκα ξαφνικά εκτεθειμένος στην αδηφαγία μιας εφηβείας, της εφηβείας μου. Δεν έχω αδέρφια. Μισούσα το σχολείο. Πέρασα τα καλοκαίρια μου διαβάζοντας, επειδή ήμουνα μετεξεταστέος και τιμωρούσα τον εαυτό μου με μελέτη, κάτι σαν αυτομαστίγωμα. Ξέρεις, είμαι υπέρ της τιμωρίας και όταν αποφασίσω ότι πρέπει να τιμωρήσω κάποιον, τότε απλά τον αντιμετωπίζω σαν να είναι πεθαμένος, αυτό κάνω. Πήγα σ’ ένα πρότυπο σχολείο. Έμενα ο πατέρας μου ήταν ηλεκτρολόγος κι επειδή δεν ήταν δικηγόρος πέρασα από κάτι εξετάσεις για να με πάρουν στο σχολείο και με ρωτήσανε για κάτι χρώματα σ’ ένα ταμπλό και μου δείξανε ένα κι εγώ τους είπα «Αυτό το χρώμα είναι σικλαμέν» κι αυτοί με περάσανε αμέσως και κοίταξα με περιφρόνηση τα υπόλοιπα παιδιά γιατί εγώ είχα μόλις πει το χρώμα σικλαμέν πρώτος. Έλεγα, έλεγα, έλεγα, μίλαγα συνέχεια. Μια ξαδέρφη μου τότε, μάλιστα, είχε μείνει έγκυος χωρίς, όπως μας είπε, να έχει δεσμό και κάτι δασκάλες με ρωτήσανε στο σχολείο για να κουτσομπολέψουνε κι εγώ τους μίλαγα για την περίπτωση της ξαδέρφης περίπου κάνα μισάωρο. Μίλαγα συνέχεια. Στο δημοτικό νομίζω ήμουνα κοινωνικός, αλλά μετά, στο γυμνάσιο, απομονώθηκα γιατί μάλλον κάτι φοβήθηκα. Κάτι θα με τρόμαξε ίσως. Τα τελευταία 50 χρόνια ζω μ’ ένα στερητικό άλφα (παύση) μπροστά μου. (παύση) Αμέτοχος. (παύση) Όχι, δεν δέθηκα με όλα αυτά εκεί τότε. Σχολεία, δασκάλους, θρανία, κιμωλίες, τίποτα. Έδωσα εξετάσεις και απέτυχα δυο φορές. Μηδενίστηκα στην έκθεση ιδεών. Είχαν πέσει οι «Εστιάδες» του Γρυπάρη κι έκανα μια μεγάλη ανάλυση πάνω στον Γρυπάρη γιατί, ξέρεις, ενημερωνόμουν πολύ για το θέατρο και ήξερα διάφορα για τους διευθυντές του Εθνικού κι ας ήμουνα εκεί, μακριά, στο μέρος που είναι η απειλή του δημόσιου υπαλλήλου, στο μέρος που του λένε ότι θα τον στείλουν άμα δεν προσέχει ή κι εγώ δεν ξέρω τι. Έδωσα εξετάσεις για να έχω μόρφωση, που λέμε. Μου άρεσε πολύ αυτή η έκφραση. «Αυτός σπούδασε γιατρός για μόρφωση». Δεν έδωσα εξετάσεις για να φύγω απ’ την Αλεξανδρούπολη, γιατί θα έφευγα έτσι κι αλλιώς. Και δεν το θεώρησα ποτέ ηρωικό το ότι έφυγα, όταν έφυγα. Σιγά. Τόσος κόσμος φεύγει κάθε μέρα από ένα μέρος και πάει κάπου αλλού. Στην Αθήνα κατέβαινα από μικρός. Πολλές φορές και μόνος μου κατέβαινα. Την πρώτη φορά που ήρθα παρά λίγο να πεθάνω από μια οξεία νεφρίτιδα, αλλά τελικά δεν πέθανα. Στον Ευαγγελισμό με πήγανε. Όταν ήρθα στην Αθήνα και είδα τη Βασιλίσσης Σοφίας και τις πρεσβείες και τις σημαίες και τον Ευαγγελισμό, είπα μέσα μου «εδώ, εδώ». Συνέδεσα πολύ τον εαυτό μου με τον Ευαγγελισμό. Μου άρεσαν πολύ ο Ευαγγελισμός και η Αθήνα και το Α’ Νεκροταφείο και η Ζωή Φυτούση κι ο Χατζιδάκις. Όταν ήρθα για να μείνω, έμεινα σ’ ένα ξενοδοχείο στην Αθηνάς που δεν θυμάμαι πως το λέγανε, αλλά θυμάμαι ότι μύριζε παστουρμά, γιατί απέναντι πουλάγανε αλλαντικά. Τότε είδα και για πρώτη φορά στη ζωή μου φρέζιες και είχα ξετρελαθεί γιατί απάνω δεν φυτρώνανε. Μάλλον λόγω κρύου, δεν ξέρω. Ήμασταν περίεργη οικογένεια, μιλούσαμε μόνο με δευτερεύουσες προτάσεις. Δεν ξέρω πώς να σ’ το περιγράψω. Όταν μιλούσαμε μεταξύ μας δεν μιλούσαμε ποτέ για την ουσία των πραγμάτων. Ήταν πολύ δύσκολο για κάποιον ξένο να μας παρακολουθήσει σε μια συζήτηση. Μπορεί να έλεγε κάποιος «το γάλα ξίνισε» και μετά «γιατί δεν πήγες τα ρούχα στο καθαριστήριο το πρωί». Τέλος πάντων, (παύση) δεν ξέρω πώς να το προσδιορίσω ακριβώς, αλλά μιλούσαμε πολύ περίεργα. Το δωμάτιό μου το θυμάμαι. Τότε ήταν πολύ της μόδας τα κάδρα. Όλοι ήθελαν να κορνιζάρουν πράγματα. Εγώ είχα κορνιζώσει τον «Εσταυρωμένο» του Γκρέκο. Όταν βίωνα αποτυχίες στα μαθήματα ή αλλού τον κατέβαζα, μόλις τα πράγματα καλμάρανε τον ξανακρέμαγα τον «Εσταυρωμένο». Εμείς, ως πρόσφυγες εκεί, την ξέραμε την ιστορία μας, δηλαδή την ξέραμε όπως μας την έλεγαν κάποιοι πιο ηλικιωμένοι, που βέβαια ο καθένας έλεγε μια άλλη, δική του εκδοχή της ιστορίας. Και μετά έλεγα κι εγώ σε άλλους τη δικιά μου εκδοχή, αλλά εγώ έβαζα μέσα με κάποιον τρόπο και τους Ρομανόφ, έτσι, για πιο πολύ πλούτο. Δεν μου άρεσαν αυτές οι μίζερες ιστορίες που άκουγα με τις φτώχιες και τ’ αντίσκηνα και τις αηδίες και τις σαχλαμάρες. Εγώ έβαζα πάντα πάρα πολλή ξιπασιά και πλούτο. Η Αλεξανδρούπολη δεν ήταν ωραία. Εντάξει, είχε θάλασσα και ψάρια. Αλλά εμείς δεν είχαμε σχέση με αυτήν τη θάλασσα, δεν ταξιδεύαμε με πλοία. Εμένα δεν με νοιάζανε ποτέ τα πλοία, αλλά τα τρένα. Μου αρέσουνε τόσο πολύ τα τρένα*, δεν φαντάζεσαι πόσο. Στο σπίτι παλιά έρχονταν πολλοί φίλοι και καθόμασταν μέχρι πολύ αργά. Κάναμε κάτι σαν φιλολογικά σαλόνια. Έτσι ξεκίνησα να γράφω. Για να τους κάνω να γελάνε δηλαδή - ήθελα να τους κάνω να γελάνε και να περνάνε ωραία. Θέλω οι άλλοι να γελάνε και πάντα εκεί θα διαφωνώ με τους επαΐοντες που θέλουν όλα να είναι (ήχος βρυχηθμού) και βλοσυρά και βαριά. Γράφω με το χέρι και, όπως βλέπεις, δεν έχω υπολογιστή πάνω στο γραφείο μου. Τώρα τελευταία γράφω με αυτά τα μαύρα μολύβια. Και μετά τα ξαναγράφω με στυλό, με μαρκαδοράκι μάλλον. Όχι από πάνω από το μολύβι, όπως οι μοδίστρες τα πατρόν. Εννοώ τα ξαναγράφω από την αρχή και είτε προσθέτω είτε αφαιρώ διάφορα. Δεν ακούω μουσική όταν γράφω, γιατί άμα μου αρέσει κάτι που ακούω μ’ εκτρέπει από αυτό που θέλω να γράψω και δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό. Είμαι πάρα πολύ επιρρεπής στην εκτροπή εγώ. Καμιά φορά, όταν γράφω, γίνομαι κάτι σαν αλεξικέραυνο κάποιων πληροφοριών, χωρίς να το θέλω. Και το καταλαβαίνω πολύ μετά. Και λέω «Α, οι ήρωες των βιβλίων μου τελικά υπάρχουν» και αυτό είναι ανατριχιαστικό γιατί εγώ δεν θέλω να υπάρχουν γιατί κάνω τους ήρωές μου συχνά να περνάνε άσχημα και φοβάμαι μη μ’ εκδικηθούν και τρέμω. Στον κινηματογράφο κάθομαι πάντα μπροστά. Κανείς δεν πάει να κάτσει μπροστά κι έχει πάντα κενές θέσεις. Έχω το Σύνδρομο του Λούντβιχ, αυτού που ήθελε ν’ ακούει μόνος του στο θέατρο τις όπερες του Βάγκνερ, χωρίς καθόλου κόσμο. Κάθομαι μπροστά, λοιπόν. Κι αυτό είναι πολύ κουραστικό, αλλά μου αρέσει. Είχα μια νοοτροπία αστού πάντα, δεν ξέρω γιατί. Και οι επαναστάσεις μου ήταν πάντα αστικές για να γίνω πιο αστός. Δεν καταλαβαίνω πώς οι άνθρωποι συναντιούνται σε καφενεία και κάθονται εκεί και συζητάνε και πίνουνε καφέ. Διασκεδάζω πολύ όταν οδηγώ. Έμαθα 59 χρόνων να οδηγώ και μου αρέσει πολύ. Με ξετρελαίνει που οδηγώ. Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι να μαθαίνει κάτι καινούργιο ένας ετοιμοθάνατος, όπως εγώ; Εγώ τώρα ζω με τη ηλικία ενός σκύλου. Πόσα χρόνια έχω νομίζεις; Σήμερα διάβασα στην εφημερίδα για μια γάτα που ζει 23 χρόνια. Απίστευτο, ε; Έκανα μια μέρα έναν μεγάλο καβγά με τη σύζυγό μου και της είπα «τώρα θα δεις, θα κάνω κάτι φοβερά ριψοκίνδυνο» και αποφάσισα να μάθω να οδηγώ. Έχω ένα PT Cruiser και η γυναίκα μου το σιχαίνεται και όλη η οικογένειά μου το βρίζει, ενώ ένας υπάλληλος ενός βενζινάδικου με κοίταξε μια μέρα στα μάτια και μου είπε «τέτοιου ίκε Κίτλερ». Αλλά εγώ το βρίσκω πολύ συντροφικό αυτό το αυτοκίνητο και κάπως συνεκτικό. Έχω κάνει 105.000 χιλιόμετρα.

Κύριε Ξανθούλη, μπορείτε να μου περιγράψετε λεπτομερώς πώς ήταν εμφανισιακά ο πατέρας σας και η μάνα σας;

Να τοι, εκεί, στη φωτογραφία, στην κορνίζα εκεί. Προχτές τους πήγα χρυσάνθεμα. Έχουν πεθάνει.

     Ο Γιάννης Ξανθούλης είναι 35 χρόνων, έχει ένα μουστάκι γκρι, αλλά εκείνος λέει πως είναι βεραμάν. Τα δάχτυλα των χεριών του είναι γεμάτα μελάνια μπλε και τριμμένα φιστίκια Αιγίνης. Το γραφείο του ζυγίζει έναν τόνο, είναι κατασκευασμένο από ανήλικους Μονεγάσκους με καμένα ξύλα μεγάλων τζακιών μεγάλων σαλονιών. Γεννήθηκε στο Μόντε Κάρλο και ανδρώθηκε στην Προύσα κι έχει μια μεγάλη συλλογή από γόμες κρυμμένη σε μια κρύπτη που ανοίγει μ’ έναν ειδικό μηχανισμό, απλά τραβώντας το κηροπήγιο προς τα κάτω και τότε, κοίτα, η βιβλιοθήκη ανοίγει, αποκαλύπτοντας ένα δεύτερο δωμάτιο από πίσω. 


LIFO 22.11.11

19.11.11

Μεγεθύνοντας μια φωτογραφία


(φωτ. Louis Daguerre, 1838)

Μπορούμε και μόνοι μας κατ’ οίκον να μεγεθύνουμε τη μικρή σημασία μιας φωτογραφίας, λέει η Κική Δημουλά. Αυθόρμητα, χωρίς δεύτερη σκέψη, βρέθηκα χθες να βαδίζω το μονοπάτι της ποιήτριας. Διακόσια εικοσιτέσσερα χρόνια από την ημέρα που είχε γεννηθεί ο Λουί Νταγκέρ. Μερικοί άνθρωποι αλλάζουν τον κόσμο, τον κάνουν να γυρίζει πιο γρήγορα. Είναι οι άνθρωποι που μαθαίνουν από τα λάθη τους. Ο Νταγκέρ έσπασε κατά λάθος ένα υδραργυρικό θερμόμετρο. Η επαφή του υδράργυρου με πλάκες χαλκού επιστρωμένες με ιωδιούχο άργυρο που είχαν προηγουμένως εκτεθεί στο φως, είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση των εικόνων που πριν ήταν αόρατες. Ότι δεν βλέπουμε τα πράγματα, δεν είναι επειδή αυτά δεν υπάρχουν.
Η φωτογραφία που με απορρόφησε για αρκετή ώρα δείχνει έναν Παρισινό δρόμο, πίσω στα 1838. Ερημιά, θα παρατηρήσει κάποιος αναγνώστης. Διακρίνεται μόνο ένας περαστικός. Έχει σταματήσει και του γυαλίζει τα παπούτσια του  ένας λούστρος. Περίεργοι καιροί, θα σκεφτεί ο ίδιος αναγνώστης. Ο λούστρος περιμένει πελάτες σε έναν εντελώς έρημο δρόμο. Ο περαστικός βαδίζει ολομόναχος και αποφασίζει να γυαλίσει τα παπούτσια του.
Ψυχαναγκασμός, μια πιθανή εκδοχή. Ο περαστικός μένει σε ένα μικρό τακτοποιημένο διαμέρισμα στο βουλεβάρτο. Τα πουκάμισά του είναι στοιχημένα μέσα στη μικρή ντουλάπα του δωματίου του και τα λίγα ζευγάρια παπούτσια του, γυαλισμένα και αστραφτερά, τοποθετημένα κάτω από το κρεβάτι. Λογιστής, βιβλιοθηκάριος, τραπεζικός υπάλληλος, σίγουρα κάτι τέτοιο.
 Κατάλυση της μοναχικότητας, άλλη πιθανή εκδοχή. Ο άνθρωπος χρειάζεται τον άνθρωπο. Ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή κλεμμένη. Αρκεί ένα φευγαλέο μοίρασμα για να μη νιώθει κανείς κλέφτης. Μια καλημέρα από τον γείτονα, ένα χαμόγελο στο ταμείο του καταστήματος. Με σιγουριά, όχι όμως εντελώς μη αναστρέψιμη, οι λούστροι σπανίζουν πια, ακόμα και σε πολυσύχναστους δρόμους. Ορθώς πράττοντας, ο περαστικός της φωτογραφίας εναπόθεσε τη μοναξιά του στα έμπειρα χέρια του επαγγελματία και την πήρε πίσω απαστράπτουσα, αληθινό καθρέφτη.
Τρίτη εκδοχή, εντελώς απίθανη. Ο δρόμος είναι πολυσύχναστος, γεμάτος διαβάτες και άμαξες. Γυναίκες με μικρά παιδιά βαδίζουν βιαστικά. Άνδρες σταματούν και χαιρετιούνται εγκάρδια. Μια άμαξα κατεβάζει επιβάτες. Το άλογο φαίνεται εκνευρισμένο, χλιμιντρίζει ανήσυχα. Ένας εφημεριδοπώλης διασχίζει τον δρόμο. Τα γεγονότα του Παρισιού, φρέσκα, ζεστά από το τυπογραφείο. Ο τρελός της γειτονιάς ξεφωνίζει αλαφιασμένος. Από τα παράθυρα των σπιτιών ξεπροβάλλουν απορημένα πρόσωπα.
Ο Λουί Νταγγέρ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Η έκθεση της εικόνας στην πλάκα έπρεπε να είναι παρατεταμένη. Ήταν αδύνατο να συλληφθεί η κίνηση. Οι άνθρωποι έπρεπε να στέκονται για μισή ώρα στην ίδια θέση ακίνητοι, για να αποτυπωθούν στη δαγγεροτυπία. Στα πορτρέτα, τα πρόσωπα έβγαιναν ανέκφραστα, οι ρυτίδες έκφρασης επιπεδώνονταν, η μορφή απογυμνωνόταν από το συναίσθημα. Ιδανική μέθοδος για φωτογραφίες διαβατηρίου, θα σχολίαζε ειρωνικά ο αναγνώστης που υπομονετικά ακολουθεί αυτές τις αράδες.
Αυτή είναι ιστορικά η πρώτη φωτογραφία ζωντανού ανθρώπου. Με μια απλή, καθημερινή πράξη, να γυαλίσει τα παπούτσια του, ο περαστικός κατάφερε, πιθανόν εν αγνοία του, να περάσει στην ιστορία. Υπάρχει και ένα μικρό παιδί στο παράθυρο του τελευταίου ορόφου του μπροστινού σπιτιού. Αριστερά όπως φαίνεται σε μας, δεξιά όπως ήταν στην πραγματικότητα. Στη δαγγεροτυπία το είδωλο έβγαινε ανεστραμμένο. Έστω κι έτσι, ανεστραμμένο, στο αριστερό ή στο δεξιό παράθυρο, το παιδί είναι εκεί. Είναι σημαντικό να υπάρχει ένα παιδί και να παρατηρεί. Έστω και ανεστραμμένα.
Κατ’ οίκον μεγεθύνοντας τη σημασία της φωτογραφίας, μου φάνηκε διαβολική σύμπτωση η παρακάτω φράση που διάβασα στις σημερινές εφημερίδες. Την είχε γράψει ο νυν υπηρεσιακός πρωθυπουργός, τότε φέρελπις απόφοιτος του Κολλεγίου, στο ετήσιο λεύκωμα αποφοίτησης. The only absolute: RELATIVITY.

7.11.11

Παντελής Μπουκάλας: "Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου"



       Τον φαντάζομαι μπροστά στον καθρέφτη. Τον μεγάλο. Κειμήλιο οικογενειακό. Πίσω του, να καθρεφτίζονται κι αυτές στο βάθος, σαν φόντο, οι φωτογραφίες των μεγάλων του σογιού, ο παππούς, ο πατέρας, η μητέρα. Γελαστός κοιτάει το είδωλό του και σαν να του φαίνεται ότι δεν χωράει στον καθρέφτη. Ολο καμάρι και περηφάνια είναι. Και για τον παππού του βέβαια, και για τον πατέρα του, και για τη μητέρα του, μα πιο πολύ για τον εαυτό του. Για τη φοβερή του επιτυχία. Ποιος άλλος, λέει από μέσα του για να μην τον καταγράψει κανένας κοριός και μιλώντας για τον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο της μεγαλοπρεπείας, ποιος άλλος κατάφερε με μία του μόνο κίνηση, με τέσσερις λέξεις όλες κι όλες, «αποφάσισα να κάνω δημοψήφισμα», να ταράξει την οικουμένη όλη και όχι μόνο τη Γηραιά Ηπειρο, που έτσι κι αλλιώς, χάρη στη στιβαρή ηγεσία της, κατάντησε να ταράζεται με την πρώτη γελοία φήμη, με το πρώτο βήξιμο επενδυτή ή το πρώτο φτάρνισμα αξιολογητή; Ποιος, εκτός ίσως από τον ασθμαίνοντα μιμητή μου, τον Ομπάμα, κατάφερε να είναι την ίδια μέρα φάτσα κάρτα στα πρωτοσέλιδα της «Μοντ», του «Γκάρντιαν», της «Ρεπούμπλικα», των «Νιου Γιορκ Τάιμς», των «Τάιμς του Λονδίνου», της «Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε», της «Ελ Παΐς», της «Ισβέστια», των «Τσάινα Τάιμς», ακόμα και της αθλητικής «Εκίπ», η οποία μάλιστα ανέσυρε και αναδημοσίευσε εκείνη την ωραία φωτογραφία από τον περυσινό μαραθώνιο της Αθήνας με τη φοβερή διαστημικοαθλητική περιβολή; Ποιος, εκτός ίσως από τον γνώριμό του τον Στρος-Καν ή τον παλαιότερο οικογενειακό γνώριμό του Μουαμάρ Καντάφι, κατόρθωσε να είναι την ίδια μέρος πρώτο θέμα στο ΒΒC, στο Ασοσιέιτεντ Πρες, στο Γαλλικό και το Ιαπωνικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στο Αλ Τζαζίρα;
     Ποιος, συνεχίζει να λέει ο κατοπτριζόμενός μας, φωναχτά πια, έτσι όπως τον είχε συνεπάρει η μετριοφροσύνη του (α, πόσο δίκιο είχαν οι δικοί του τόσα χρόνια, όταν του έλεγαν να τη μετριάσει πια τη μετριοφροσύνη του αυτή, να αναβαθμίσει την αυτοεκτίμησή του και να μην παίρνει υπόψη του τον πασαένα Πάγκαλο που τον χλεύαζε σαν μειράκιον), ποιος λοιπόν κατάφερε με ένα γνέψιμό του να ρίξει το ευρώ από τα 1,385 δολάρια στα 1,365; Να γκρεμίσει τον αγέρωχο Ντάου Τζόουνς; Να συνταράξει τα χρηματιστήρια του Μιλάνου, του Παρισιού, της Φρανκφούρτης, του Χονγκ Κονγκ, α, και της Αθήνας, δίνοντας έτσι την ευκαιρία σε μερικά δισεκατομμύρια ευρώ, δολάρια, λίρες και γιεν να αλλάξουν χέρια ή να κάνουν φτερά, προς κατίσχυση βεβαίως του λαϊκού καπιταλισμού; Ποιος, μα ποιος ανάγκασε κοτζάμ Σαρκοζί να διακόψει τις μίνι διακοπές του, ν’ αφήσει το αγαπημένο του μωρό με την άμαθη μάνα του, για να επιστρέψει άρον άρον στην εξουσία και στις στενοχώριες της, μήπως και αντιμετωπίσει τις εξαπολυθείσες δυνάμεις της κοσμοχαλασιάς;
      Ποιος, ω ανόητοι, ω τιποτένιοι θνητοί, ποιος λέω υποχρέωσε ολόκληρο Μπερλουσκόνι να πάψει για δύο εικοσιτετράωρα την τερπνοαποδοτική ενασχόλησή του με τη Μίλαν και με την κολεξιόν του επόμενου καλοκαιριού (με τα μοντέλα δηλαδή) για να προλάβει το ναυάγιο και της δικής του χώρας; Ποιος εκτόξευσε τα «σπρεντ» της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας με ένα κλείσιμο του ματιού του, του αριστερού βέβαια, εφόσον εκεί τον έταξε ο πολιτικός του κλήρος, στα αριστερά; Ποιος, για να δώσει στη δημοκρατία το πλήρες νόημά της, φρόντισε να της αδειάσει πρώτα όσο νόημα της είχε απομείνει, μη νεωτερικό βέβαια, μη ηλεκτρονικοδιακυβερνητικό, και να προσφύγει στον λαό, τάχα ν’ αποφασίσει αυτός για τη μοίρα του, ενώ ουδείς λόγος τού είχε δοθεί για τα Μνημόνια και τα Μεσοπρόθεσμα και μόνο με λοιδορίες και με τις ροπαλιές των ΜΑΤ αντιμετωπίζονταν οι διαμαρτυρίες του, κι ήταν επίμονες και μαζικές; Και ποιος, επιτέλους, αφικνούμενος στις Κάννες, απέσπασε τόσο θαυμασμό όσον απέσπασαν αθροιστικά ο Ντεπαρντιέ, ο Κλούνεϊ και ο Σιγκάλ στις δικές τους καθόδους στη γαλλική πόλη;
      Και κατά πόδας του Μπέκετ και του «φαντασία νεκρή φανταστείτε», φαντάζομαι τον άλλον, τον επερχόμενο, μπροστά στον δικό του καθρέφτη. Μεγάλος κι αυτός ο καθρέφτης, μα ακόμα μεγαλύτερο το είδωλο, δεν χωράει μέσα του. Ποιος, σκέφτεται ο σεμνοπρεπώς καθρεφτιζόμενος, έμεινε δέκα χρόνια εκτός πολιτικής (σε μια παράδοξη όσο και ηδονική αεργία, αφού είναι ντροπή για τους πολιτικούς να δουλεύουν αν τους έχει γραφτεί η υποχρέωση να σώσουν τον τόπο), και παρότι στιγματισμένος σαν προδότης της παράταξής του, κατάφερε και της παράταξής του τα ηνία να του δοθούν και να φουσκώσει το ποσοστό της με την ωραία μέθοδο του ομιλείν με επανιδρυμένο λαϊκισμό και του μη πράττειν, που ίσως του την πρότεινε ο (μια φορά κι έναν καιρό αριστερός) σύμβουλός του κ. Χρύσανθος Λαζαρίδης; Ποιος ως υπουργός Πολιτισμού εδέησε να ασχοληθεί μόνο με τη γεωγραφική αναδιανομή της Πελοποννήσου ώστε ο ορεινός ναός του Επικούρειου Απόλλωνα, για τον οποίο ερίζουν τρεις νομοί, να μετακομίσει αυθαιρέτως και ιδιοτελώς στη δική του εκλογική περιφέρεια, της Μεσσηνίας), και τώρα προβάλλεται σαν ο φορέας του νέου πολιτικού πολιτισμού; Και ποιος ήρθε με την παλινόρθωσή του να αποδείξει ότι ο λόγος ο ποιητικός είναι ο λόγος της προφητείας αλλά και ο λόγος της αληθείας, αφού μόλις τώρα, έτη πολλά μετά την Πολιτική Ανοιξη επικυρώνονται όσα με απροσδόκητη γενναιοδωρία έλεγε τότε ο Οδυσσέας Ελύτης, πως «από μιαν τέτοιαν άνοιξη έχει ανάγκη ο τόπος. Εύχομαι και ελπίζω, για το καλό της Ελλάδας, να τη γνωρίσει»;
     Φαντάζομαι, τέλος, τον τρίτο της καλής παρέας, τον προς διετίας απελθόντα εν μέσω καγχασμών και αναθεμάτων, αποκηρυγμένος και από τον ίδιο του τον κομματικό χώρο. Καθρεφτίζεται κι αυτός. Με σεμνότητα και ταπεινότητα φυσικά. Και βλέπει έκπληκτος πόσο γρήγορα γιατρεύτηκε ο θρυμματισμένος καθρέφτης του. Πόσο γρήγορα ο αποπομπαίος τράγος προσκαλείται να ξαναγίνει ταγός.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, την Κυριακή 6.11.11