Σελίδες

26.9.11

Σημειώσεις σε καιρό ελεγχόμενης μελαγχολίας


     Καιρό τώρα μένει βουβό τούτο το ιστολόγιο.
    Από δυσθυμία. Για όλα αυτά που μας παραμονεύουν. Όπως την αλληλεγγύη, που από ευχή έγινε κατάρα. Και την εφεδρεία, που αντί για απόθεμα δύναμης θα σημαίνει πια εναπόθεση στο περιθώριο.
    Από αμηχανία. Τριγύρω κατεβασμένα ρολά. Παλιές αγαπημένες γωνιές, ερημωμένες και κλειστές. Παγωμένα βλέμματα. Πώς να κατεβούν στο μυαλό ιστορίες αστείες ή τραγικές;
    Από κούραση. Ποιος χρειάζεται ένα ακόμα αναμάσημα γκρίνιας και μιζέριας; Μας το προσφέρει ο θίασος της Βουλής. Και με φτηνό εισιτήριο.
    Υπάρχουν πάντα τα βιβλία. Να μπαίνεις μέσα τους και να φεύγεις μακριά. Αυτές τις μέρες οι εφημερίδες φιλοξενούν φωτογραφίες από το σπίτι του Πάτρικ Λι Φέρμορ στη Μάνη. Ζήλεψα τις βιβλιοθήκες του και στη μέση το στρογγυλό ψηφιδωτό τραπέζι, φορτωμένο κι αυτό με βιβλία. Ευτυχώς εκείνος έφυγε νωρίς. Πάνω στην ώρα. Ποιος ξέρει τι εισφορά θα πλήρωνε στην αγαπημένη του χώρα για αυτό το υπέροχο βοτσαλωτό μπαλκόνι, απ’ όπου χάζευε τη θάλασσα, παρέα με τον Σεφέρη και τον Κατσίμπαλη…
    Οι εφημερίδες είναι τρομακτικές. Να τις περνάει κανείς με την άκρη του ματιού. Και πάλι δεν γλιτώνει. Είναι όλοι τους εκεί και γνέφουν με νόημα. Η Μέρκελ με τα σκουρόχρωμα ανδρικά κοστούμια και το βλέμμα δεσμοφύλακα. Η Λαγκάρντ με τη λευκή φράντζα να γλείφει ένα σκληρό πρόσωπο. Ο Μπερλουσκόνι, που «στον ελεύθερό του χρόνο είναι πρωθυπουργός». Και οι δικοί μας. Ο μόνιμα πια κατηφής Βενιζέλος. Ο πρωθυπουργός. Ο Σαμαράς, έτοιμος να δώσει τη χαριστική σπρωξιά. Ο Αλέξης, πίσω από τις λέξεις, να ξεσηκώνει επανάσταση. Η Λιάνα, στα έδρανα της βουλής, με μια φρατζόλα (ή μπαγκέτα;) στο χέρι.
    Οι εφημερίδες είναι θλιβερές. Ομαδική φυγή των νέων. Αγγλία, Αυστραλία, αλλά και Κατάρ, Ντουμπάι. Όπου φύγει-φύγει. Σταματήστε τη γη να κατεβούμε. Από κοντά και οι μετανάστες. Δουλειές δεν υπάρχουν. Ούτε καν για τον γιο του πρωθυπουργού. Δυσκολεύεται και αυτός στην αναζήτηση εργασίας, γράφει το κυριακάτικο ΒΗΜΑ. Κρίμα το παλικάρι. Ευτυχώς, η σύζυγος του Υπουργού Υγείας τα κατάφερε.
    Μόνο τις μικρές αγγελίες μπορεί να διαβάζει πια κανείς. Κι αυτές με μέτρο, γιατί οι επώδυνοι συνειρμοί δεν αργούν να εμφανιστούν.
 «Άνω Γλυφάδα, οικόπεδο 503 τμ. Συντελεστής δόμησης 1. Τιμή συζητήσιμη». Να συζητήσουμε σε τι νόμισμα: ευρώ, δραχμή, μήπως χρυσές λίρες Αγγλίας;
 «Αραβικών μαθήματα από Καθηγητή Πανεπιστημίου σε φοιτητές, επιχειρηματίες και πολιτικούς». Μετά την εφεδρεία, όλοι οι έφεδροι ραντεβού στο Ντουμπάι.
«Αγορά 1990-2010 αγοράζουμε αμέσως αυτοκίνητα απολύτως μετρητοίς, εντός 5 λεπτών». Τι το θέλεις, αφού δεν το κουνάς; Στη δουλειά δεν θα το χρειάζεσαι πια, αφού δεν θα έχεις δουλειά.
«Αφρικανός Μέντιουμ, γνώστης μεταφυσικών και πνευματιστικών εργασιών. Άνοδος θετικού κάρμα. Απομάκρυνση κακοτυχίας». Αυτό χρειάζεται η χώρα στην καρμανιόλα που βρίσκεται. Μια μικρή άνοδο του θετικού κάρμα. Ο Βενιζέλος προσπαθεί, αλλά δυσκολεύεται. Μήπως τότε «η κυρία Μαργαρίτα που απέδειξε στα Βαλκάνια τη δύναμη του χαρίσματός της»; Ή το «Πανίσχυρο μέντιουμ του Ιερού Δάσους»;
    “Father of Night, Father of Day”, που έλεγαν οι Manfred Mann’s Earth Band. Κάποιος ας μας λυπηθεί…

11.9.11

O Πέτρος και ο ήλιος

      Πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Γαλήνια η παραλία, χωρίς βαρβάρους. Απόγευμα, ηλιοβασίλεμα. Η ώρα που βγαίνουν οι σιλουέτες ανθρώπων και συναισθημάτων. Ένα μικρό αγόρι μπαίνει στην ήρεμη θάλασσα και προχωρά. Με το κινητό παγώνω τον χρόνο σε αυτή τη μοναδική στιγμή.


Πάει καιρός που έπιασε      ο Πέτρος να σχεδιάζει
κόλπο τρελό απίθανο        θα έπιανε τον ήλιο
τραβώντας απ’ τον ουρανό      ολόχρυσο τον δίσκο
στον τοίχο θα τον κρέμαγε      μες στο δωμάτιό του
δίπλα στο κάδρο των γονιών     που «ήλιε μου» τον φωνάζουν


Δεν τον βολεύει το βουνό     βράχια σκληρά και θάμνοι
το διάβα του θα έκοβαν      εμπόδια στη δουλειά του
ούτε η πόλη η βουερή      με τους πολλούς ανθρώπους
τα κτήρια και οι σκιές    θα έκρυβαν τον ήλιο
Στη θάλασσα θα πήγαινε    βουτώντας στα νερά της
μέρα ζεστή, ακύμαντη      απόγευμα στη δύση
να’ ναι κι ο ήλιος χαμηλά   εύκολα να τον φθάσει

Ήρθε η ώρα η σοβαρή     το σχέδιο να τελειώσει
ακροπατώντας στην ακτή      βρήκε το μονοπάτι
που έβγαζε καταμεσής       στης θάλασσας τα βάθη
ανοίχτηκε, προχώρησε     καλύφθηκε η μιλιά του
είδε του ήλιου το χρυσό     γεύτηκε την αρμύρα
κι απλώνοντας το χέρι του    ξερίζωσε τον δίσκο


Τον έφερε, τον άφησε    στα πόδια του πατέρα
«Πέτρο, τι πήγες κι έκανες;     σκοτείνιασε η πλάση»
φώναζε ο πατέρας του      τραβώντας τα μαλλιά του
κι η μάνα του τυφλώθηκε     απ’ την πολλή τη λάμψη
Σάστισε ο Πέτρος, σκιάχτηκε     κι άσπρος σαν το φεγγάρι
τον φόβο έκανε φευγιό     τον ήλιο μαξιλάρι

κι έμειναν πίσω μοναχοί   η μάνα κι ο πατέρας
κοιτάζοντας τον ουρανό    «ήλιε μου» να φωνάζουν.