Σελίδες

22.6.11

Σημειώσεις-εξπρές του μεσονυκτίου

φωτ. Sleep-Andy Warhol (1963)


    Εικοσιδύο Ιουνίου, μία τη νύχτα. Οι Δίδυμοι έχουν μόλις παραχωρήσει τη ζωδιακή σκυτάλη στον Καρκίνο. Κάθομαι έξω στο μπαλκόνι και αφουγκράζομαι τους θορύβους της νύχτας. Κατά διαστήματα σκύβω ανάμεσα στα κάγκελα και ρίχνω ματιές στο δρόμο. Καλά έκανα και διάλεξα χαμηλό όροφο. Πιο κοντά στα γήινα.
    Η βραδιά είναι δροσερή. Ένα ελαφρό αεράκι κουνάει τα φύλλα των δέντρων. Τα κοτσύφια κοιμούνται. Το πρωί τα αρσενικά θα τρελαθούν πάλι στο τραγούδι. Έρωτας χωρίς ανταπόκριση. Όλη η γειτονιά έχει ερωτευθεί το τραγούδι τους, μα οι κοτσυφίνες φαίνεται πως αντιστέκονται.
    Ήχος πιατικών και κάποιοι πιο μεταλλικοί, από μαχαιροπίρουνα. Το δείπνο της παρέας σχόλασε ή κάποιος μαγειρεύει για αύριο.
    Στο τραπέζι δίπλα μου μια καινούρια μονογραφία για τη γενιά του ’30 και ένα ιατρικό περιοδικό. Επιστήμη, τέχνη και έρωτας: τα τρία πρόσωπα του Θεού, κατά τον Γκιστάβ Φλομπέρ. Όσα από αυτά μπορεί να έχει κανείς, καλά είναι.
    Μια γυναίκα γυρίζει από βραδινή έξοδο. Ντύσιμο απλό. Κοντοστέκεται κα μιλά στο κινητό. Μάλλον τον καθησυχάζει ότι έφτασε σπίτι σώα κι αβλαβής. Με τόσα που γίνονται, πώς να μην ανησυχεί κι εκείνος…
   Η κοπέλα στο απέναντι μπαλκόνι σβήνει τα φώτα. Τα αγοράκια της πρέπει ήδη να βρίσκονται στη μέση των αποψινών ονείρων. Στον επάνω όροφο αναβοσβήνει η γαλαζωπή ανάσα μιας τηλεόρασης. Κάποιος κοιμάται με θεατές τα νυχτερινά τηλεοπτικά πάνελ.
    Ένα νυχτοπούλι ακούγεται, σχεδόν θρηνητικό. Πάλι πιάτα και μαχαιροπίρουνα. Θα ήταν μεγάλη παρέα. Ένα μηχανάκι με πειραγμένη εξάτμιση περνά με εκκωφαντικό θόρυβο. Ο οδηγός ουρλιάζει σαν αφιονισμένος: «Πουτάνεεεεες…..». Γαβγίσματα. Τα σκυλιά ξύπνησαν.
   Η ώρα έχει πάει μιάμιση. Μαζεύω από το τραπέζι την τέχνη και την επιστήμη, βάζω τα γυαλιά μου στη θήκη τους και σηκώνομαι. Ώρα για ύπνο. Καληνύχτα.

21.6.11

Καλειδοσκοπική όραση

Ο άνδρας με την καλειδοσκοπική όραση
από παιδί έβλεπε τη ζωή
σπασμένη σε επάλληλα πρίσματα.

Ένα λευκό τριαντάφυλλο
γινόταν στα μάτια του
χίλια γιασεμιά
το πλοίο στο λιμάνι
μύρια τρεμάμενα βαρκάκια
η ευθεία γραμμή
έβγαζε ακτίνες
και ο ήλιος γεννούσε
χιλιάδες αστέρια.

Δεν έμενε ποτέ μόνος
ο άνδρας με την καλειδοσκοπική όραση
Κάθε περαστικός
γινόταν πλήθος πολύχρωμο
που ξεχείλιζε γύρω του
φωνές και σώματα.

Ένα πρωινό
ο άνδρας με την καλειδοσκοπική όραση
δεν ξύπνησε νωρίς
όπως συνήθιζε
μόνο απόμεινε κρυμμένος
μέσα στα κατακερματισμένα του όνειρα
να ζηλεύει
τα ακέραια πράγματα
των άλλων ανθρώπων
περιμένοντας
θολός από λύπη
τον δικό του
ολόκληρο θάνατο.

8.6.11

Η ποίηση, απάντηση στη μιζέρια - του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

      Ολες οι ηλικίες είχαν συνάψει συμμαχία για περίπου μιάμιση ώρα με την ποίηση, αυτό το φάρμακο ενάντια στη μιζέρια: από τα μωρά στην κούνια μέχρι τους ηλικιωμένους, οι οποίοι έστρωσαν τις ψάθες θαλάσσης στο γρασίδι για να καθίσουν.
     Γιατί η εκδήλωση του Megaron Plus, στον πραγματικά ολάνθιστο κήπο του Μεγάρου, δεν είχε τίποτα το στημένο: όλοι μα όλοι κάθονταν -περί τους πεντακόσιους και βάλε- ως φοιτητές που ξεκουράζονται, ύστερα από ειρηνική πορεία, στα Προπύλαια. Στην πρώτη σειρά διέκρινες την Αντα Παπανδρέου, σε στάση οκλαδόν, ανάμεσα στον Θανάση Νιάρχο και τον Βαγγέλη Χρόνη.
       Ο Τίτος Πατρίκιος, όπως πάντα σε μεγάλα κέφια, είπε ένα δίστιχο απευθυνόμενος προς τους φωτογράφους: «Αφού τα χρέη σου με τόκο τα ξοφλάς/Είπα να σε απαθανατίσω μ' ένα φλας». Είπαμε: η βραδιά είχε πάρει διαζύγιο από τη σοβαροφάνεια κι όλα επιτρέποταν, ακόμη και τα χιουμοριστικά ποιηματάκια ημερολογίου. Ομως, σε λίγο η Κική Δημουλά θα άναβε τις μηχανές της επικοινωνίας μ' έναν κοινωνημένο τόνο λύπης. Τη χθεσινή ημέρα, της 6ης Ιουνίου, γιόρταζε τα στρογγυλά ογδοντάχρονα γενέθλιά της: «Ολοι εσείς συντελέσατε να μην είναι μελαγχολική αυτή η μέρα. Ακόμα και το 80άρι γελάει», είπε με το αναγνωρίσιμο ύφος του λόγου της.
      «Είμαστε το ίδιο ζώδιο, Δίδυμοι», αναφώνησε σαν να είχε βγει από λήθαργο ο Τίτος Πατρίκιος, αφού αυτός είχε τα γενέθλιά του λίγες μέρες πριν, και συγκεκριμένα στις 21 Μαΐου. Ο κόσμος εκτονώθηκε και το έδειξε απενοχοποιημένα με γέλια και χειροκροτήματα, έστω και με τη βοήθεια του ζωδιακού κύκλου.
     Με ενδιάμεσο και άτυπο ισορροπιστή στη συνομιλία της ογδοντάχρονης ποιήτριας και του ογδοντάχρονου plus ποιητή τον Νάσο Βαγενά, άναψαν τα αίματα. Στην ερώτηση «Πώς γράφετε;», ο Τίτος Πατρίκιος κατέφυγε στα «βίτσια»: «Είμαι σαδομαζοχιστής. Το απολαμβάνω και ταυτοχρόνως με βασανίζει», αποφάνθηκε. «Δεν γράφω κάθε μέρα, δεν γράφω κάθε δύο μέρες, δεν γράφω κάθε εβδομάδα. Δεν είμαι συστηματική, ξεχνάω να γράφω», άνοιξε το δικό της εργαστήρι η Κική Δημουλά.
«Κάποτε πίστευα ότι δεν υπάρχει έμπνευση, ακολουθώντας τη συμβουλή του Γιάννη Ρίτσου ότι ένα ποίημα πρέπει να το ξαναγράψεις είκοσι φορές. Ομως, περνώντας τα χρόνια κατάλαβα ότι παίζει ρόλο: είναι σαν να πέφτει μια λάμψη στα πράγματα», συνέχισε επί του ίδιου θέματος ο ποιητής, ο οποίος εξορίστηκε στη Μακρόνησο και στον Αϊ-Στράτη. Αντιθέτως, η δημιουργός της καθημερινής ματιάς, που φτάνει μέχρι τη δημιουργία του κόσμου, αντέταξε: «Δεν πιστεύω στην έμπνευση. Μου αρκεί και μία λέξη, για να καθίσω να γράψω. Δεν σκέφτομαι ούτε το θέμα ούτε τον τίτλο. Ο τίτλος είναι σκλαβιά. Είναι σαν όλα να συμβαίνουν τυχαία. Δεν ξέρω πού πηγαίνω. Με πηγαίνουν οι λέξεις, οι οποίες προθυμοποιούνται να με οδηγήσουν κάπου».
      «Στον άντρα μου τον ποιητή Αθω Δημουλά οφείλω τη συνέχεια του ξεκινήματός μου στην ποίηση. Ισως να ήθελε να είμαι ποιήτρια για να του αρέσω», ήταν ο συναισθηματικός τονισμός των πρώτων βημάτων της ακαδημαϊκού. Ενώ ο Τίτος Πατρίκιος της απλόχερης χειρονομίας δεν ντράπηκε να αποκαλύψει: «Ξεκίνησα με στιχάκια. Στην αρχή πανικοβλήθηκα και ήθελα να τα παρατήσω. Τους ποιητές τους χωρίζω σε τρεις βαθμίδες: σ' αυτούς που εκτιμώ, σ' αυτούς που θαυμάζω και σ' αυτούς που θαυμάζω και ένας από αυτούς είναι ο Σεφέρης».
      «Ολοι είναι πρόγονοί μας, κι αυτοί που δεν διαβάσαμε κι αυτοί που δεν γνωρίσαμε. Η μνήμη μας είναι θηριώδης, αφού κινείται μέχρι και εκεί που φτιάχνεται ο κόσμος». Η Κική Δημουλά ακούστηκε ως Σίβυλλα. Ο Τίτος Πατρίκιος ως πατροκτόνος Δίας: «Εχω σκοτώσει πολλούς ανθρώπους για να απαλλαγώ από την κηδεμονία τους». Πάντως έπλεξε το εγκώμιο στους Γιάννη Ρίτσο και Νικηφόρο Βρεττάκο που τον βοήθησαν, κάνοντας αντιπαράθεση με τους εκπροσώπους της γενιάς του '30, οι οποίοι «ήταν σφιχτοί και δεν αναγνώριζαν τους νεότερους». Η Κική Δημουλά φλέρταρε με τη γενίκευση: «Ολες οι γενιές είναι σφιχτές». «Εγώ κερνάω και κανέναν καφέ», έσωσε την παρτίδα ο αντιφωνητής της.
(Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία", 7. 6. 2011)

3.6.11

Τόλης Νικηφόρου: Βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως


μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
φορώντας τις μαγικές τους μπότες
βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ' τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ' αστέρια τ' ουρανού
μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
με μιαν ανάσα τους στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας


από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό (1998)