Σελίδες

3.6.12

No milk today




Ο Σταύρος Μίχος βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στο Παγκράτι. Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό, 15 Μαΐου. Στο χέρι του κρατούσε ένα άδειο μπουκάλι γάλα∙ αγελαδινό, πλήρες, της γνωστής γαλακτοβιομηχανίας. Η αγελαδίτσα της συσκευασίας είχε το ίδιο φιλικό βλέμμα, σα να επρόκειτο για ένα συνηθισμένο πρωινό του Μαΐου.
Σαν σκηνοθετημένη ειρωνεία, το συμβάν είχε και μουσική υπόκρουση∙ από τα ηχεία του υπολογιστή ακουγόταν μια playlist με εκτελέσεις του No milk today των Herman’s Hermits. Οι άνδρες της αστυνομίας μόρφασαν αδιάφορα, ένας ενημερωμένος ακροατής όμως θα είχε ξεχωρίσει μεταξύ άλλων τους ίδιους τους Herman’s Hermits, τον Vassilikos και τον νεαρό Νορβηγό νικητή της Γιουροβίζιον Alexander Rybak. O ένοικος του διπλανού διαμερίσματος, παρόλο που δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τους ερμηνευτές, δήλωσε στην κατάθεσή του ότι, πριν από αρκετό καιρό, ο Μίχος άκουγε αυτό το τραγούδι από το πρωί μέχρι το βράδυ.
       
        Ακριβώς ένα χρόνο πριν, Δευτέρα 15 Μαΐου, ο Μίχος ξεκλείδωνε την πόρτα του καταστήματός του, ενός μικρού δισκάδικου στο κέντρο της Αθήνας. Είχε αυτή την επιχείρηση σχεδόν είκοσι χρόνια, στο ίδιο σημείο, σ’ ένα στενό πίσω από την Παλιά Βουλή. Το μαγαζί δεν είχε πολλά κέρδη, είχε όμως σταθερή πελατεία που το συντηρούσε∙ ο Μίχος έβγαζε τα έξοδά του καταστήματος και του έμεναν αρκετά χρήματα για να ζει ικανοποιητικά.
Δεν πέρασαν λίγα λεπτά, δεν είχε καν προφτάσει να φτιάξει τον πρώτο καφέ της ημέρας, όταν το κουδουνάκι της εξώπορτας μαρτύρησε την έλευση του πρώτου πελάτη. Γυναίκα, γύρω στα τριανταπέντε∙ ο Μίχος θα μπορούσε να την πει όμορφη, ο καθένας όμως σίγουρα θα την έλεγε λυπημένη.
Ψάχνω ένα τραγούδι στ’ αγγλικά...λέει κάτι σχετικά με το γάλα, είπε σχεδόν ντροπαλά η γυναίκα. No milk today, σκέφτηκε σχεδόν αυτόματα ο Μίχος και μετακίνησε τον κέρσορα πάνω από το αντίστοιχο αρχείο. Οι Herman’s Hermits άρχισαν να παίζουν τη ρυθμική εισαγωγή του κομματιού. Ναι, είπε η γυναίκα, χωρίς τον ενθουσιασμό που θα περίμενε να διαβάσει ο αναγνώστης.
Όχι, εκείνη δεν το ήξερε το τραγούδι. Έψαχνε ένα δώρο για τον γιατρό που την παρακολουθούσε. Ήξερε πως του άρεσε η ποπ μουσική. Τον είχε ακούσει να μουρμουρίζει αυτό το τραγούδι. Ήταν αιματολόγος, ο γιατρός. Είχε οξεία λευχαιμία, εκείνη. Από την ερχόμενη εβδομάδα θα άρχιζε θεραπείες. Ήταν χωρισμένη, δεν είχε παιδιά.
Ο Μίχος είχε μουδιάσει. Παρατηρούσε τα μάτια της, υγρά, χωμένα βαθιά σ’ ένα χλωμό, οστεώδες πρόσωπο. Τη φανταζόταν με μαλλιά αραιωμένα, εξαφανισμένα από τις θεραπείες. Η κουβέντα όμως συνεχιζόταν αβίαστη. Σε λίγο, άρχισε να της λέει τα δικά του. Χωρισμένος κι αυτός, με δύο μεγάλα παιδιά. Έμεναν με τη μητέρα τους στην Αλεξανδρούπολη. Θα είχαν πάει και πιο μακριά, αν γινόταν. Τους μιλούσε στο τηλέφωνο μέρα παρά μέρα. Έπαιρνε πάντα εκείνος, το βράδυ. Κοιμόταν πιο ήρεμος τα βράδια των τηλεφωνημάτων.
Η Λίζα, έτσι έλεγαν τη γυναίκα, έμεινε μαζί του το ίδιο βράδυ. Και το επόμενο, και το μεθεπόμενο. Μοιράστηκαν το φαγητό, το μπάνιο, το κρεβάτι του. Έφερε μερικά πράγματά της στο σπίτι του, να μην τα κουβαλάει πέρα-δώθε. Δεν της χρειάστηκαν όμως για πολύ. Μπήκε στο νοσοκομείο για την πρώτη θεραπεία. Δηλητήρια τα φάρμακα, εξασθενημένος ο οργανισμός από την αρρώστια∙ έμεινε μέσα σχεδόν ένα μήνα. Ο πυρετός ερχόταν κάθε απόγευμα∙ με ραντεβού∙ και κάθε φορά το εξιτήριο πήγαινε πιο πίσω.
      Στα μέσα Ιουλίου, έφυγε ο πυρετός, σχεδόν μαζί με τον γιατρό που έφυγε σε άδεια. Σκιάθο και Αλόννησο θα πήγαινε ο γιατρός, με την οικογένειά του∙ και το σκάφος του∙ δεν το είπε από την αρχή, γιατί το λογάριαζε κι αυτό μες στην οικογένεια.
       Η Λίζα δεν έκανε διακοπές∙ έκανε μεταμόσχευση μυελού. Ο Μίχος την επισκεπτόταν τακτικά. Η αρχική σχέση τους είχε παγώσει στην πορεία. Όμως συνέχιζαν να μιλάνε σαν δυο πολύ καλοί φίλοι. Ο πρώην σύζυγος της Λίζας ερχόταν κι αυτός να τη δει. Συμπαθητικός  άνθρωπος∙ περίεργο που δεν τα είχαν βρει μέχρι τότε οι δυο τους. Φυσικό που τα βρήκαν στη συνέχεια.
       Η μεταμόσχευση μυελού πέτυχε. Η Λίζα ήταν καλά. Ο γιατρός γύρισε από τις διακοπές, ηλιοκαμένος και ξεκούραστος. Είχε μάθει από τους βοηθούς του τα ευχάριστα νέα. Έτσι κι αλλιώς, ενημερωνόταν καθημερινά με το κινητό για την πορεία της Λίζας. Έμαθε και τα άλλα ευχάριστα, για τον σύζυγό της που ξαναγύρισε κοντά της. Έδειξε ότι χαιρόταν πολύ, με αυτή την υποδειγματική επαγγελματική ευγένεια, ομοιόμορφα επιβεβλημένη από τον διευθυντή του τμήματος.
 
      Ο Μίχος συνέχισε να πηγαίνει κάθε πρωί στο δισκάδικο. Η δουλειά λιγόστευε μέρα τη μέρα. Ο κόσμος δεν αγόραζε πια δίσκους∙ σχεδόν δεν άκουγε μουσική. Μόνο τα πρόσωπα των τραγουδιστών στα εξώφυλλα των CD τον κοιτούσαν χαμογελαστά, σχεδόν με απάθεια. Όλα τα άλλα πρόσωπα του φαίνονταν τρομαγμένα, θλιμμένα∙ όπως του είχε φανεί το πρόσωπο της Λίζας εκείνο το πρωί, στις 15 Μαΐου. Όλοι παρακολουθούσαν ειδήσεις, καρφωμένοι στο ίντερνετ ή στην τηλεόραση. Φόροι, περικοπές μισθών, απλήρωτα μεροκάματα και μισθοί. Οι πολιτικοί συνέχιζαν να υπόσχονται∙ φαινόταν όμως ότι κι εκείνοι πια δεν έλπιζαν. Ο Μίχος το έβλεπε στο βλέμμα τους, ιδιαίτερα στις κατά πρόσωπο συνεντεύξεις.
         Το κέντρο της Αθήνας ερημωμένο, χωρίς ζωή. Στα φαρδιά πεζοδρόμια, οι ντόπιοι άστεγοι. Οι αλλοδαποί χωμένοι στα στενά δρομάκια, σαν κυνηγημένοι. Μάλλον όχι «σαν». Κυνηγημένοι στ’ αλήθεια, από ομάδες εθνικιστών με φουσκωτά μπράτσα, στολισμένα με μαιάνδρους.
     
       Λίγο μετά τα Χριστούγεννα, μια Τετάρτη απόγευμα, του έσπασαν το μαγαζί. Άγνωστοι κουκουλοφόροι, είπε η Αστυνομία. Βρήκε τη βιτρίνα ρημαγμένη, γεμάτη θρυμματισμένα γυαλιά. Του είχαν πάρει χιλιάδες CD∙ όλες τις νέες κυκλοφορίες. Στον τοίχο της εισόδου ήταν γραμμένο με μαύρο σπρέι: «ΔΕΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΜΕ, ΜΑΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ». Ο Μίχος είχε παραλύσει εντελώς. Στο καθρέφτισμα της βιτρίνας έβλεπε θρυμματισμένη τη ζωή του.
      Ο ασφαλιστής του ήρθε την άλλη μέρα να δει τις ζημιές. Η ασφαλιστική εταιρεία πήγαινε για κλείσιμο. Λεφτά δεν υπήρχαν. Θα του έδιναν μια μικρή προκαταβολή της αποζημίωσης και τα υπόλοιπα αργότερα, όταν θα έστρωναν τα πράγματα.
      Δεν θα έστρωναν τα πράγματα, τουλάχιστον έτσι έλεγαν στις ειδήσεις. Ο Μίχος είχε σταματήσει να βλέπει τηλεόραση. Την άνοιγε μόνο το πρωί∙ παρακολουθούσε τα κινούμενα σχέδια, πίνοντας παγωμένο γάλα. Μετά τηλεφωνούσε στα παιδιά του∙ τώρα πια κάθε πρωί, ανελλιπώς. Μετά στη Λίζα∙ το σήκωνε ο άντρας της∙ κάθε φορά, τον ρωτούσε ευγενικά τι κάνει και μετά του έδινε τη Λίζα. Συμπαθητικός άνθρωπος∙ ευτυχώς που τα είχαν ξαναβρεί. Κι εκείνη ακουγόταν καλά.
   
      Στις 15 Μαΐου έκλεινε ένας χρόνος από την ημέρα που είχαν γνωριστεί. Η Λίζα τον είχε καλέσει το βράδυ στο σπίτι της. Θα μαζεύονταν μερικοί φίλοι για φαγητό. Ο άντρας της του είχε μιλήσει κι εκείνος στο τηλέφωνο, τονίζοντας την πρόσκληση. Εντάξει, είχε πει ο Μίχος μάλλον ανόρεχτα. Την επόμενη στιγμή το είχε ήδη μετανιώσει.
      Σκέφτηκε να της γράψει ένα CD με μουσική. Ευτυχώς, η προσωπική του δισκοθήκη παρέμενε ακέραια, καλά προστατευμένη μέσα στο ειδικό έπιπλο, στο καθιστικό. Θυμήθηκε το τραγούδι που είχε γίνει αφορμή να γνωριστούν. No milk today. Θα της έγραφε μια συλλογή με όλες τις εκτελέσεις του κομματιού. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσε ενθουσιασμένος με την ιδέα του∙ τόσο πολύ, που αισθάνθηκε ένα μικρό κάψιμο στο στήθος.
     Έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι και άρχισε να κατεβάζει από τα ράφια της δισκοθήκης τις διαφορετικές εκτελέσεις του κομματιού. Πρώτοι οι Herman’s Hermits… δεύτερος ο Vassilikos….



15.5.12

Το σκιάχτρο της αυλής



Το σκιάχτρο στην πίσω αυλή
γνέφει  ήλιους στα πετούμενα 
ντυμένο τα ρούχα του πατέρα
μπλε σακάκι σταυρωτό 
λειψό κουμπί στ’ αριστερό μανίκι
και καταμεσής στο πέτο
ανεξίτηλη λαδιά περασμένων Χριστουγέννων
φαρδί μάλλινο παντελόνι
με τσέπες ξέχειλες από προσμονή
στο κεφάλι φορεμένο στραβά
το καπέλο της μνήμης
ψαθί πλατύγυρο με μαύρο σειρήτι
που σκίαζε τα μάτια του 
σαν βούρκωνε κι ανέμιζε τα βλέφαρα
μόνος μέσα στον κόσμο.

Φοβούνται το σκιάχτρο
του δρόμου τα παιδιά
ξεμακραίνουν το βήμα τους
χωρίς δεύτερη ματιά
ανύποπτα πόσο τα λαχταρά
η αγκαλιά των ρούχων του πατέρα.


12.5.12

Ναϊάδες στα μαύρα


       Οι Ναϊάδες ήταν μυθικές νύμφες των λιμνών, των πηγών και των ποταμών. Ήταν κόρες του Δία και ζούσαν χιλιάδες χρόνια, ανέγγιχτες από τη φθορά του χρόνου, αιώνια νέες και όμορφες…

        Ο συγγραφέας, καθισμένος στο εστιατόριο του «Ξενοδοχείου της Λίμνης», σήκωσε τα μάτια του από τη σελίδα του ταξιδιωτικού οδηγού και σάρωσε με τη ματιά του τον ορίζοντα της λίμνης. Τα νερά ήταν γαλανά σαν της θάλασσας, χωρίς όμως τη δική της αγριάδα. Η στεριά άπλωνε πράσινες γλώσσες γης μέσα στη λίμνη, φτιάχνοντας μια μακριά δαντέλα σε όλο το μήκος της λίμνης.
      Όλα τα παραλίμνια ξενοδοχεία μοιάζουν να έχουν να διηγηθούν αξιοπερίεργες ιστορίες. Ίσως είναι οι ίδιες οι λίμνες που δημιουργούν αυτή την εντύπωση∙ γεμάτες από τέρατα, ξωτικά και θεότητες του γλυκού νερού. Το «Ξενοδοχείο της Λίμνης», σε αλλοτινούς καιρούς πολυσύχναστο και πολυδιαφημισμένο, τώρα σχεδόν έρημο.
     Ούτε οι Ναϊάδες δεν γλιτώνουν από αυτή τη ρημάδα την κρίση, σκέφτηκε ο συγγραφέας και ήπιε μια μεγάλη γουλιά τσίπουρο. Ένιωσε την αψιά γεύση του γλυκάνισου να διασχίζει την απόσταση από τα χείλη στον οισοφάγο, αρωματίζοντας ελαφρά τον ουρανίσκο του.
     Μόνο ένα ακόμα τραπέζι ήταν κατειλημμένο. Πέντε γυναίκες ντυμένες στα μαύρα, δύο μοναχές και τρεις λαϊκές. Οι Ναϊάδες σε μαύρη εκδοχή, ήταν η αρχική σκέψη του συγγραφεά. Εδώ και ώρα τις χάζευε. Οι άκρες των ματιών του, όπως και στους περισσότερους συγγραφείς, ήταν εξασκημένες να παρακολουθούν με διακριτικότητα, κινούμενες ανεξάρτητα από το υπόλοιπο μάτι, που συνέχιζε να εκτελεί ευθέως και φανερά τη λειτουργία της νόμιμης όρασης.
Οι δύο μοναχές φαίνονταν πολύ νέες. Σκεπασμένες εντελώς με τα ράσα και τις μαντίλες τους, άφηναν ακάλυπτα μόνο τα πρόσωπά τους και δύο ζευγάρια κατάλευκα χέρια, που εκείνη τη στιγμή ανακάτευαν στο πιάτο μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα,  γεύμα νόστιμο, χορταστικό και αγνό, απαλλαγμένο από το αμάρτημα της γευστικής λαγνείας. Οι άλλες τρεις γυναίκες έμοιαζαν μάνα με κόρες (ή μήπως όλες μαζί ήταν μάνα με κόρες;). Η μεγαλύτερη γυναίκα σέρβιρε τσίπουρο στις δύο νέες. Είχε τα ίδια χρώματα με αυτές και την ίδια ποιότητα μαλλιών (ξανθοκόκκινα και οι τρεις-η μάνα μάλλον τα διατηρούσε πλέον με βαφή). Οι κοπέλες είχαν τα μαλλιά τους μακριά, ριγμένα στους ώμους. Ήταν απλά ντυμένες, χωρίς κοσμήματα ή μακιγιάζ, με μαύρα παντελόνια και μαύρες κοντομάνικες μπλούζες που άφηναν ακάλυπτα τα χέρια και τον λαιμό, να γεύονται ανεμπόδιστα τη λιακάδα της λίμνης.
      Συζητούσαν για συνταγές μαγειρικής. Οι μοναχές άκουγαν με ενδιαφέρον τη μία από τις κοπέλες να απαριθμεί συνταγές για θαλασσινά. Ο συγγραφέας μπορούσε να πιάσει μόνο σκόρπιες λέξεις. Πήρε το αυτί του κάτι για σβήσιμο με κρασί, για ζάχαρη μέσα στη σάλτσα και για φρέσκο άνηθο. Μια και δεν μπορούσε να έχει πλήρη τη συνταγή, έπιασε πάλι το βιβλίο του. Όμως η έννοια του ήταν ακόμα στις γυναίκες. Περίεργη σύνθεση γυναικείας παρέας για μεσημέρι στη λίμνη. Να είχαν έλθει για την αποψινή πανσέληνο; Εντελώς απίθανο∙ ιδιαίτερα για τις μοναχές. Ο συγγραφέας βασανιζόταν από την περιέργειά του. Το είχε αυτό το κουσούρι∙ να φτιάχνει με το μυαλό του μια ιστορία για κάθε άγνωστο που συναντούσε.
      Η απορία του έμελλε να λυθεί το ίδιο εκείνο βράδυ, όταν κατέβηκε πάλι στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για το δείπνο. Η πανσέληνος ήταν ολόλαμπρη και ο δρόμος της στιλβωμένος με χρυσό πάνω στη λίμνη. Κάθισε στο ίδιο πανοραμικό του τραπέζι και ακούμπησε το σημειωματάριο και τα μολύβια του δίπλα στο κηροπήγιο του τραπεζιού.  Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και-σαν να είχαν ραντεβού-η μεγαλύτερη από τις μαυροντυμένες Ναϊάδες του μεσημεριού πέρασε αθόρυβα από δίπλα του ψιθυρίζοντας ένα εγκάρδιο και ταυτόχρονα διακριτικό «καλησπέρα» και έπιασε το ίδιο μεσημεριανό τραπέζι, αφήνοντας μπροστά της μια ταμπακιέρα από σκαλιστό ασήμι και το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα, αυτό με την κυρά της λίμνης που εξαφανίστηκε ένα βράδυ και δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς.

21.4.12

Γαρδένια από το Μόναχο


Δύο εβδομάδες πριν το Πάσχα, η Έλλη πήγε με το σχολείο της εξαήμερη εκδρομή στο Μόναχο. Παρά τις πολλές και διάφορες αντιρρήσεις μου (γιατί Γερμανία και όχι Ελλάδα, γιατί Μόναχο και όχι Βερολίνο, γιατί τώρα, γιατί γενικά), συμφώνησα να πάει και-όπως εξάλλου αναμενόταν όταν είσαι δεκαπέντε και πας σχολική εκδρομή για πρώτη φορά στο εξωτερικό-πέρασαν καταπληκτικά. Στο γυρισμό, η Έλλη έφερε σε όλους μας δωράκια. Μέσα στα δικά μου δώρα ήταν ένα μικρό μπουκαλάκι με άρωμα γαρδένιας.
      Αν και γενικά είμαι παράξενη με τις κολόνιες και τα αρώματα, πήρα με χαρά το μικρό μπουκάλι, το άνοιξα αμέσως και έβαλα δύο σταγόνες από το αρωματικό λάδι πίσω από τους λοβούς των αυτιών, δύο από τα πέντε σημεία όπου σύμφωνα τους ειδήμονες πρέπει να μπαίνουν τα αρώματα. Μύριζε λίγο περίεργα-δεν πολυθύμιζε άρωμα γαρδένιας-αλλά η μητρική περηφάνια νίκησε την παραξενιά και άρχισα να το συνηθίζω. Θυμόμουν τη Μπίλι με τη γαρδένια στα μαλλιά και τον Ιμπραΐμ Φερέρ να τραγουδάει τις «Δυο γαρδένιες» και ανάσαινα κατά κύματα τούτη την αλλόκοτη γαρδένια του Μονάχου με ευχαρίστηση.
      Τι πιο ταιριαστό για το σημερινό ηλιόλουστο πρωινό από το άρωμα της γαρδένιας  από το Μόναχο, να ξορκίσει και την αποφορά της μαύρης επετείου... Μέσα στην κομψή οικολογική συσκευασία του αρώματος, υπήρχαν μερικά μικρά ξυλάκια. Σκέφτηκα να τα εμποτίσω με άρωμα και να τα βάλω στα συρτάρια μου, για να μοσχοβολήσουν γαρδένια και τα ρούχα. Έβαλα πρώτα αρκετή ποσότητα στα ειδικά σημεία αρωματισμού (την προηγούμενη φορά το άρωμα δεν μύριζε πολύ). Μετά πήρα το κουτί και αναζήτησα τις οδηγίες χρήσης για τα ξυλάκια. Τα γερμανικά μου, που κοιμούνται μακάρια σε κάποια από τις εγκεφαλικές μου έλικες, ευτυχώς ξυπνάνε αμέσως όταν υπάρχει ανάγκη (όπως μια φορά που κόντεψα να χάσω μια πτήση της Λουφτχάνσα επειδή δοκίμαζα αρώματα στα duty free καταστήματα). Διάβασα στο πίσω μέρος του κουτιού:

Χαρακτηριστικά προϊόντος: 15 ml αποσμητικού χώρου με άρωμα
Συστατικά: 15% γαρδένια, 85% τριπροπυλενογλυκολικός μονομεθυλικός αιθέρας
Προειδοποίηση: Μπορεί να προκαλέσει δερματική αντίδραση σε άμεση επαφή με το δέρμα. Δηλητηριώδες για υδρόβιους οργανισμούς. Επιβλαβές όταν καταπίνεται. Να διατηρείται απρόσιτο σε παιδιά. Να αποφεύγεται η άμεση επαφή με το δέρμα. Επιβάλλεται η χρήση προστατευτικών γαντιών.

     Δεν πίστευα αυτά που είχα μόλις διαβάσει… Είχα φορέσει αποσμητικό χώρου. Όλο το σπίτι μύριζε γαρδένια από το Μόναχο. Παρόλο που σαπουνίστηκα αμέσως, είχα μάλλον βάλει αρκετή ποσότητα αρώματος, έτσι που αρωμάτιζα τα δωμάτια καθώς προχωρούσα. Βγήκαμε με τα κορίτσια μια μικρή βόλτα. Αισθανόμουν ότι είχα αρωματίσει όλη την πλατεία και τους γύρω δρόμους με γαρδένια του Μονάχου.
      Τόνισα στις κόρες μου για ακόμη μία φορά, πόσο σημαντικό είναι να ξέρει κανείς ξένες γλώσσες…

21.3.12

Η μέρα και η νύχτα της ποίησης


   
      Ο συγγραφέας έξυσε το μολύβι του να γίνει μυτερό. Μια φράση μόνο έμενε∙ η τελευταία. Ήταν κατάκοπος, όπως κάθε φορά που τέλειωνε κάτι μεγάλο. Είχε βολέψει όλους τους ήρωές του. Άλλους στη ζωή, άλλους στον θάνατο. Κρατούσε το κεφάλι του βαρύ με την αριστερή παλάμη. Με το άλλο χέρι βάσταγε το μολύβι όρθιο πάνω στο χαρτί, εκείνο όμως δεν έλεγε να πάρει το μυτερό πόδι του και να γράψει την τελευταία εκείνη φράση.
     Ο συγγραφέας ξαναδιάβασε την τελευταία παράγραφο.

«…..Ο Άλμπερτ έκλεισε την πόρτα και γύρισε το κλειδί δύο φορές στην κλειδαριά. Ο αφηγητής απόμεινε μόνος στην κρύα νύχτα. Κατέβηκε τα σκαλιά της εξώπορτας και βγήκε στον δρόμο….»

      Εκεί είχε κολλήσει. Ήθελε τη μία και μοναδική φράση που θα έκλεινε το βιβλίο. Τέσσερα χρόνια δουλειάς και τώρα τον κρατούσε αιχμάλωτο μια πρόταση. Ήξερε πώς την ήθελε∙ σχετική με το φεγγάρι. Η μικρή εργατούπολη της ιστορίας του ήταν αδικημένη από χρόνο κι από τόπο. Οι ήρωές του ένας-ένας είχαν παρελάσει τις ζωές τους με τα μικρά και μεγάλα γεγονότα που είχε σκαρφιστεί ο συγγραφέας  γι’ αυτούς. Σε ολόκληρο το βιβλίο το φεγγάρι ακολουθούσε τη μικρή πόλη σαν σε εντεταλμένη υπηρεσία∙ τη φώτιζε, την ομόρφαινε, την έκρινε.
      Ο συγγραφέας χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλά του στο χαρτί. Take five για το μολύβι∙ αναπαυόταν ξαπλωμένο πάνω στα κλειδιά του Άλμπερτ. Ο συγγραφέας κλωθογύριζε το φεγγάρι στο μυαλό του. Μισό ή ολόκληρο, χλωμό, ασημένιο, θλιμμένο ή χαμογελαστό, ανέγγιχτο, μακρινό∙ ό,τι κι αν σκεφτόταν, του φαινόταν αταίριαστο, λίγο. Εκείνος ήθελε να αφήσει την πόλη στο φεγγάρι της και να απελευθερώσει τον αφηγητή∙ να του επιτρέψει να τρυπώσει σε άλλη ιστορία.
      Είχε να κοιμηθεί τρία βράδια. Συλλογιζόταν τη φράση και ξαγρυπνούσε. Το πρωί τον έβρισκε στην ίδια θέση, με το μολύβι του, που συνεχώς κόνταινε, ξυσμένο στην εντέλεια. Τα μάτια του είχαν γίνει δυο μαύροι κύκλοι με δύο κουρασμένους βολβούς στο κέντρο τους.
     Τα παράτησε για άλλη μία φορά. Δεν του ερχόταν τίποτα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Προσπάθησε να ξεκουράσει το μυαλό του, που ήταν θολωμένο, σαν ανάπηρο. Πήρε από το κομοδίνο του ένα βιβλίο. Δεν διάβαζε τις αφηγήσεις άλλων συγγραφέων. Διάβαζε μόνο ποιητές. Έβρισκε κάτι σ’ εκείνους, που δεν το είχε αυτός. Οι λέξεις τους έκοβαν σαν νυστέρι, αφού είχαν θωπεύσει προηγουμένως την ψυχή. Ζήλευε τους ποιητές. Οι αναγνώστες τους μάθαιναν απέξω στίχους ή και ολόκληρα ποιήματα. Κανείς ποτέ- ούτε και ο ίδιος εξάλλου- δεν μπορούσε να αποστηθίσει έστω και ένα μέρος από κάποιο δικό του βιβλίο.
     Άνοιξε τον τόμο με τα ποιήματα σε μια τυχαία σελίδα. Έτσι διάβαζε πάντα την ποίηση. Χωρίς αρχή και τέλος∙ γιατί η ποίηση δεν είχε αρχή και τέλος∙ ήταν η ίδια αρχή και τέλος.
Έμεινε να κοιτάει σαν κεραυνοβολημένος το ποίημα. Η άνεση της νύχτας, ο τίτλος του. Ένας στίχος όλο το ποίημα. Μία φράση όλη κι όλη. Και….. ναι.... Βέβαια! Ήταν η δική του φράση. Η φράση που έψαχνε τόσες μέρες. Πέντε λέξεις, ένα ολόκληρο ποίημα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, σα να είχε τρέξει σε ανηφόρα. Διάβασε και ξαναδιάβασε τη φράση∙ με τα δικά του χείλη∙ ύστερα με τα χείλη του αφηγητή. Αυτή ήταν. Τέλεια. Μοναδική. Ξεχωριστή. Η φράση του ποιητή. Το ποίημα του ποιητή.

Αδειάζουμε τα πάντα στην πανσέληνο.

     Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από την πλαγιαστή γραμματοσειρά του βιβλίου. Άλλαζε τη σειρά των λέξεων. Η φράση παρέμενε ακέραιη. Τέλεια. Ένιωθε γαλήνιος τώρα. Ο ποιητής του είχε στραγγίξει την αγωνία∙  του είχε πάρει όλη την κούραση. Δεν μπορούσε πια να κρατήσει τα βλέφαρά του ανοιχτά. Κοιμήθηκε με τα ρούχα, κρατώντας στο ένα χέρι το βιβλίο με το λυτρωτικό ποίημα. Η άνεση της νύχτας. Σε λίγο το χέρι του χαλάρωσε και το βιβλίο έπεσε στο πάτωμα. Ο συγγραφέας κοιμόταν βαθιά. Είχε πάρει πια να ξημερώνει∙ 21 Μαρτίου.

Το ποίημα που αναφέρεται είναι η Άνεση της Νύχτας του Νίκου Καρούζου από τη συλλογή Πενθήματα (1969).