Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατά συνέχεια ιστού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατά συνέχεια ιστού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.12.12

Σαν ένα ευχαριστώ


Ο Θεόφιλος Σεβαστός ήταν ποιητής∙ το ανακάλυψε λίγο αργά, κοντά στα ογδόντα του, αφού προηγουμένως εμφανίστηκαν στη ζωή του, με διαφορά λίγων μηνών, ένα εγκεφαλικό που τον είχε καθηλώσει σε αναπηρικό καροτσάκι και η Νερμίνα, μια σαραντάρα Σέρβα που εγκαταστάθηκε στο σπίτι του για να τον φροντίζει. Κάτι η Νερμίνα που ήταν νοστιμούλα και γλυκομίλητη, κάτι τα βιβλία που διάβαζε όλη του τη ζωή ο Σεβαστός, άρχισε να γράφει στίχους.
Του έρχονταν ξαφνικά, πιο απροειδοποίητα και από τις σωματικές του ανάγκες∙ έρχονταν καθώς έβλεπε τη Νερμίνα να σιδερώνει ή καθώς στάλαζε ο γαλλικός καφές από την καφετιέρα ή το βράδυ μαζί με το δελτίο ειδήσεων. Έσπρωχνε τότε βιαστικά τις ρόδες του αμαξιδίου προς το γραφείο, έπαιρνε το μικρό μπλοκ με το μαύρο εξώφυλλο και με το γερό δεξί του χέρι έγραφε το ποίημα με βιασύνη, λες και αν καθυστερούσε, οι στίχοι θα φτερούγιζαν μακριά. Όσο ήταν νέος, ποτέ του δεν είχε γράψει ποιήματα, ούτε καν ευχετήριες κάρτες. Σαν να είχε κινητοποιηθεί από το εγκεφαλικό κάποιο άγνωστο κέντρο του εγκεφάλου του που μέχρι τότε λαγοκοιμόταν.
Η Νερμίνα πείραζε τον «κύριο Θεόφιλος», αλλά κατά βάθος της άρεσε να τον ακούει. Ποτέ κανείς δεν της είχε γράψει ούτε διαβάσει ποίημα∙ και τα ελληνικά ηχούσαν τόσο ωραία στα ποιήματα∙ καλύτερα από αυτά που ακούγονταν στον δρόμο, στο λεωφορείο, στα μαγαζιά. Ο Σεβαστός έγραφε για τον έρωτα, τον τρελό, τον απελπισμένο, τον απραγματοποίητο. Όση ώρα σκεπτόταν, μουτζούρωνε τις σελίδες του και το βλέμμα του παρέμενε ακίνητο, προσηλωμένο σε κάποια άγνωστη εικόνα. Μόλις ολοκληρωνόταν η σκέψη του και την έβαζε στο χαρτί, το πρόσωπό του γαλήνευε, οι ρυτίδες μαλάκωναν και το βλέμμα του γέμιζε.
Ο γιος του Σεβαστού κάγχαζε με τις λογοτεχνικές απόπειρες του πατέρα του∙ για τον ίδιο οι ποιητές ήταν αργόσχολοι μισότρελοι τύποι που κοίταζαν το φεγγάρι και παραμιλούσαν. Μόνο με την οικονομική κρίση τον απασχόλησε σοβαρά η λογοτεχνία, όταν αναγκάστηκε να πάρει τον πατέρα του στο σπίτι του, έτσι ώστε να εξοικονομήσουν τη σύνταξή του για τις σπουδές των παιδιών. Επί μία ολόκληρη εβδομάδα πακετάριζε σε χαρτοκιβώτια τους συγγραφείς και τους ποιητές του πατέρα του, για να τους πάει στο Μοναστηράκι για πούλημα. Μόνο καμιά εικοσαριά τόμοι χώρεσαν στο μικρό ράφι πάνω από το κρεβάτι του γέρου.  Τα υπόλοιπα βιβλία πουλήθηκαν προς μισό ευρώ το κιλό σ’ έναν μελαχρινό κοντόχοντρο άντρα με παχύ μουστάκι στην πλατεία Αβησσυνίας, με την προοπτική να πολτοποιηθούν.
Παρά τρίχα είχε γλιτώσει από την καταστροφή και μια ανθολογία του Ρίτσου∙ λίγο πριν την καταπιεί ένα χαρτοκιβώτιο από γάλατα ΝΟΥΝΟΥ, ο Σεβαστός κύλισε με ορμή-σαν πραγματικό άρμα μάχης- το καροτσάκι του και άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια του γιου του, που είχε απομείνει να τον κοιτάζει με ένα επιτιμητικό μειδίαμα. Την άλλη μέρα το πρωί, μαζί με τον τελευταίο της μισθό, ο Σεβαστός έδωσε στη Νερμίνα το βιβλίο, σφίγγοντας και τα δυο της χέρια με το δικό του δεξί και την αποχαιρέτισε ψιθυρίζοντας «Σαν ένα ευχαριστώ»∙ με τα ίδια λόγια ξεκινούσε και η αφιέρωση που της είχε γράψει με πλαγιαστά, καλλιγραφικά γράμματα στην πρώτη σελίδα του βιβλίου:  Σαν ένα ευχαριστώ για τον χρόνο που μου χάρισες, ιδίως τώρα που κατάλαβα πόσο σημαντικός είναι ο χρόνος.

18.12.12

Λευκό πουκάμισο


Συγυρίζοντας τη ντουλάπα με τα ρούχα, ανακάλυψε στο βάθος της το λευκό λινό πουκάμισο εκείνων των διακοπών, με τις μεγάλες λοξές τσέπες και τα φαρδιά μανίκια. Κρεμόταν σχεδόν παρακλητικά από μια ξύλινη κρεμάστρα με τα μανίκια απλωμένα σε μια προσεχή αγκαλιά∙ αγορασμένο στις καλοκαιρινές εκπτώσεις την παραμονή που θα έφευγαν με τον Διονύση για το νησί∙ ένα μικρό σακίδιο με φερμουάρ και μέσα του το μαγιό, μια κατακόκκινη πετσέτα θαλάσσης, σανδάλια, ένα τζιν, μερικά μπλουζάκια, εσώρουχα και το πουκάμισο, διπλωμένο προσεκτικά και τακτοποιημένο πάνω από τα άλλα ρούχα, για να μην τσαλακωθεί.
Άρεσε στον Διονύση το λευκό της πουκάμισο. Την αγκάλιαζε μαζί με αυτό, έβαζε τα χέρια του μέσα στις τσέπες του και τις γέμιζε με άμμο. Εκείνη έκανε ότι νευριάζει. Του γύρναγε την πλάτη και έτρεχε μακριά κατά μήκος της παραλίας. Το πουκάμισο ανέμιζε μισοβρεγμένο. Εκείνος την έφτανε εύκολα, με μερικές δρασκελιές. Την έριχνε πάνω στη βρεγμένη άμμο και τη δάγκωνε απαλά στον λαιμό, στους ώμους, στο πηγούνι.  
Στον γυρισμό στην Αθήνα, το πουκάμισο ήταν χιλιοτσαλακωμένο∙ οι τσέπες του γεμάτες άμμο. Το είχε πλύνει αμέσως και το είχε σιδερώσει∙ υπολόγιζε ότι θα το ξαναφορούσε γρήγορα. Ύστερα ο Διονύσης έφυγε. Ξαφνικά, χωρίς εξήγηση. Το πουκάμισο έμεινε να κρέμεται στην ντουλάπα, καθαρό, καλοσιδερωμένο. Με τον καιρό εκτοπίστηκε από άλλα ρούχα, οπισθοχωρώντας αφόρετο στα μετόπισθεν της ντουλάπας.
Μέχρι σήμερα, που ξεπετάχτηκε μπροστά της αιφνιδιαστικά, με μια ελαφριά κιτρινίλα ντροπής στον γιακά και στις μανσέτες. Το κατέβασε από την κρεμάστρα και το ακούμπησε ανάποδα πάνω στο κρεβάτι, για να το διπλώσει. Μερικοί κόκκοι σταχτιάς άμμου, ξεχασμένοι μάλλον στον πάτο κάποιας τσέπης, απλώθηκαν πάνω στο σκούρο μπλε κάλυμμα του κρεβατιού. Ψηλάφησε με τα δάχτυλα τη σχεδόν ανυπόστατη παρουσία τους, νιώθοντας ένα ελαφρό αεράκι να της ανακατεύει τα μαλλιά και μια γεύση άρμης στο στόμα. Έβαλε το πουκάμισο προσεκτικά στο πάνω μέρος της σακούλας με τα ρούχα που θα έδινε στη γυναίκα της πλατείας. Ένα λευκό λινό πουκάμισο δεν ήταν ό,τι πιο ταιριαστό για τις κρύες μέρες∙ ευτυχώς που στην Ελλάδα ο χειμώνας δεν κρατάει πολύ.