Σελίδες

15.5.12

Το σκιάχτρο της αυλής



Το σκιάχτρο στην πίσω αυλή
γνέφει  ήλιους στα πετούμενα 
ντυμένο τα ρούχα του πατέρα
μπλε σακάκι σταυρωτό 
λειψό κουμπί στ’ αριστερό μανίκι
και καταμεσής στο πέτο
ανεξίτηλη λαδιά περασμένων Χριστουγέννων
φαρδί μάλλινο παντελόνι
με τσέπες ξέχειλες από προσμονή
στο κεφάλι φορεμένο στραβά
το καπέλο της μνήμης
ψαθί πλατύγυρο με μαύρο σειρήτι
που σκίαζε τα μάτια του 
σαν βούρκωνε κι ανέμιζε τα βλέφαρα
μόνος μέσα στον κόσμο.

Φοβούνται το σκιάχτρο
του δρόμου τα παιδιά
ξεμακραίνουν το βήμα τους
χωρίς δεύτερη ματιά
ανύποπτα πόσο τα λαχταρά
η αγκαλιά των ρούχων του πατέρα.


12.5.12

Ναϊάδες στα μαύρα


       Οι Ναϊάδες ήταν μυθικές νύμφες των λιμνών, των πηγών και των ποταμών. Ήταν κόρες του Δία και ζούσαν χιλιάδες χρόνια, ανέγγιχτες από τη φθορά του χρόνου, αιώνια νέες και όμορφες…

        Ο συγγραφέας, καθισμένος στο εστιατόριο του «Ξενοδοχείου της Λίμνης», σήκωσε τα μάτια του από τη σελίδα του ταξιδιωτικού οδηγού και σάρωσε με τη ματιά του τον ορίζοντα της λίμνης. Τα νερά ήταν γαλανά σαν της θάλασσας, χωρίς όμως τη δική της αγριάδα. Η στεριά άπλωνε πράσινες γλώσσες γης μέσα στη λίμνη, φτιάχνοντας μια μακριά δαντέλα σε όλο το μήκος της λίμνης.
      Όλα τα παραλίμνια ξενοδοχεία μοιάζουν να έχουν να διηγηθούν αξιοπερίεργες ιστορίες. Ίσως είναι οι ίδιες οι λίμνες που δημιουργούν αυτή την εντύπωση∙ γεμάτες από τέρατα, ξωτικά και θεότητες του γλυκού νερού. Το «Ξενοδοχείο της Λίμνης», σε αλλοτινούς καιρούς πολυσύχναστο και πολυδιαφημισμένο, τώρα σχεδόν έρημο.
     Ούτε οι Ναϊάδες δεν γλιτώνουν από αυτή τη ρημάδα την κρίση, σκέφτηκε ο συγγραφέας και ήπιε μια μεγάλη γουλιά τσίπουρο. Ένιωσε την αψιά γεύση του γλυκάνισου να διασχίζει την απόσταση από τα χείλη στον οισοφάγο, αρωματίζοντας ελαφρά τον ουρανίσκο του.
     Μόνο ένα ακόμα τραπέζι ήταν κατειλημμένο. Πέντε γυναίκες ντυμένες στα μαύρα, δύο μοναχές και τρεις λαϊκές. Οι Ναϊάδες σε μαύρη εκδοχή, ήταν η αρχική σκέψη του συγγραφεά. Εδώ και ώρα τις χάζευε. Οι άκρες των ματιών του, όπως και στους περισσότερους συγγραφείς, ήταν εξασκημένες να παρακολουθούν με διακριτικότητα, κινούμενες ανεξάρτητα από το υπόλοιπο μάτι, που συνέχιζε να εκτελεί ευθέως και φανερά τη λειτουργία της νόμιμης όρασης.
Οι δύο μοναχές φαίνονταν πολύ νέες. Σκεπασμένες εντελώς με τα ράσα και τις μαντίλες τους, άφηναν ακάλυπτα μόνο τα πρόσωπά τους και δύο ζευγάρια κατάλευκα χέρια, που εκείνη τη στιγμή ανακάτευαν στο πιάτο μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα,  γεύμα νόστιμο, χορταστικό και αγνό, απαλλαγμένο από το αμάρτημα της γευστικής λαγνείας. Οι άλλες τρεις γυναίκες έμοιαζαν μάνα με κόρες (ή μήπως όλες μαζί ήταν μάνα με κόρες;). Η μεγαλύτερη γυναίκα σέρβιρε τσίπουρο στις δύο νέες. Είχε τα ίδια χρώματα με αυτές και την ίδια ποιότητα μαλλιών (ξανθοκόκκινα και οι τρεις-η μάνα μάλλον τα διατηρούσε πλέον με βαφή). Οι κοπέλες είχαν τα μαλλιά τους μακριά, ριγμένα στους ώμους. Ήταν απλά ντυμένες, χωρίς κοσμήματα ή μακιγιάζ, με μαύρα παντελόνια και μαύρες κοντομάνικες μπλούζες που άφηναν ακάλυπτα τα χέρια και τον λαιμό, να γεύονται ανεμπόδιστα τη λιακάδα της λίμνης.
      Συζητούσαν για συνταγές μαγειρικής. Οι μοναχές άκουγαν με ενδιαφέρον τη μία από τις κοπέλες να απαριθμεί συνταγές για θαλασσινά. Ο συγγραφέας μπορούσε να πιάσει μόνο σκόρπιες λέξεις. Πήρε το αυτί του κάτι για σβήσιμο με κρασί, για ζάχαρη μέσα στη σάλτσα και για φρέσκο άνηθο. Μια και δεν μπορούσε να έχει πλήρη τη συνταγή, έπιασε πάλι το βιβλίο του. Όμως η έννοια του ήταν ακόμα στις γυναίκες. Περίεργη σύνθεση γυναικείας παρέας για μεσημέρι στη λίμνη. Να είχαν έλθει για την αποψινή πανσέληνο; Εντελώς απίθανο∙ ιδιαίτερα για τις μοναχές. Ο συγγραφέας βασανιζόταν από την περιέργειά του. Το είχε αυτό το κουσούρι∙ να φτιάχνει με το μυαλό του μια ιστορία για κάθε άγνωστο που συναντούσε.
      Η απορία του έμελλε να λυθεί το ίδιο εκείνο βράδυ, όταν κατέβηκε πάλι στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για το δείπνο. Η πανσέληνος ήταν ολόλαμπρη και ο δρόμος της στιλβωμένος με χρυσό πάνω στη λίμνη. Κάθισε στο ίδιο πανοραμικό του τραπέζι και ακούμπησε το σημειωματάριο και τα μολύβια του δίπλα στο κηροπήγιο του τραπεζιού.  Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και-σαν να είχαν ραντεβού-η μεγαλύτερη από τις μαυροντυμένες Ναϊάδες του μεσημεριού πέρασε αθόρυβα από δίπλα του ψιθυρίζοντας ένα εγκάρδιο και ταυτόχρονα διακριτικό «καλησπέρα» και έπιασε το ίδιο μεσημεριανό τραπέζι, αφήνοντας μπροστά της μια ταμπακιέρα από σκαλιστό ασήμι και το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα, αυτό με την κυρά της λίμνης που εξαφανίστηκε ένα βράδυ και δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς.

21.4.12

Γαρδένια από το Μόναχο


Δύο εβδομάδες πριν το Πάσχα, η Έλλη πήγε με το σχολείο της εξαήμερη εκδρομή στο Μόναχο. Παρά τις πολλές και διάφορες αντιρρήσεις μου (γιατί Γερμανία και όχι Ελλάδα, γιατί Μόναχο και όχι Βερολίνο, γιατί τώρα, γιατί γενικά), συμφώνησα να πάει και-όπως εξάλλου αναμενόταν όταν είσαι δεκαπέντε και πας σχολική εκδρομή για πρώτη φορά στο εξωτερικό-πέρασαν καταπληκτικά. Στο γυρισμό, η Έλλη έφερε σε όλους μας δωράκια. Μέσα στα δικά μου δώρα ήταν ένα μικρό μπουκαλάκι με άρωμα γαρδένιας.
      Αν και γενικά είμαι παράξενη με τις κολόνιες και τα αρώματα, πήρα με χαρά το μικρό μπουκάλι, το άνοιξα αμέσως και έβαλα δύο σταγόνες από το αρωματικό λάδι πίσω από τους λοβούς των αυτιών, δύο από τα πέντε σημεία όπου σύμφωνα τους ειδήμονες πρέπει να μπαίνουν τα αρώματα. Μύριζε λίγο περίεργα-δεν πολυθύμιζε άρωμα γαρδένιας-αλλά η μητρική περηφάνια νίκησε την παραξενιά και άρχισα να το συνηθίζω. Θυμόμουν τη Μπίλι με τη γαρδένια στα μαλλιά και τον Ιμπραΐμ Φερέρ να τραγουδάει τις «Δυο γαρδένιες» και ανάσαινα κατά κύματα τούτη την αλλόκοτη γαρδένια του Μονάχου με ευχαρίστηση.
      Τι πιο ταιριαστό για το σημερινό ηλιόλουστο πρωινό από το άρωμα της γαρδένιας  από το Μόναχο, να ξορκίσει και την αποφορά της μαύρης επετείου... Μέσα στην κομψή οικολογική συσκευασία του αρώματος, υπήρχαν μερικά μικρά ξυλάκια. Σκέφτηκα να τα εμποτίσω με άρωμα και να τα βάλω στα συρτάρια μου, για να μοσχοβολήσουν γαρδένια και τα ρούχα. Έβαλα πρώτα αρκετή ποσότητα στα ειδικά σημεία αρωματισμού (την προηγούμενη φορά το άρωμα δεν μύριζε πολύ). Μετά πήρα το κουτί και αναζήτησα τις οδηγίες χρήσης για τα ξυλάκια. Τα γερμανικά μου, που κοιμούνται μακάρια σε κάποια από τις εγκεφαλικές μου έλικες, ευτυχώς ξυπνάνε αμέσως όταν υπάρχει ανάγκη (όπως μια φορά που κόντεψα να χάσω μια πτήση της Λουφτχάνσα επειδή δοκίμαζα αρώματα στα duty free καταστήματα). Διάβασα στο πίσω μέρος του κουτιού:

Χαρακτηριστικά προϊόντος: 15 ml αποσμητικού χώρου με άρωμα
Συστατικά: 15% γαρδένια, 85% τριπροπυλενογλυκολικός μονομεθυλικός αιθέρας
Προειδοποίηση: Μπορεί να προκαλέσει δερματική αντίδραση σε άμεση επαφή με το δέρμα. Δηλητηριώδες για υδρόβιους οργανισμούς. Επιβλαβές όταν καταπίνεται. Να διατηρείται απρόσιτο σε παιδιά. Να αποφεύγεται η άμεση επαφή με το δέρμα. Επιβάλλεται η χρήση προστατευτικών γαντιών.

     Δεν πίστευα αυτά που είχα μόλις διαβάσει… Είχα φορέσει αποσμητικό χώρου. Όλο το σπίτι μύριζε γαρδένια από το Μόναχο. Παρόλο που σαπουνίστηκα αμέσως, είχα μάλλον βάλει αρκετή ποσότητα αρώματος, έτσι που αρωμάτιζα τα δωμάτια καθώς προχωρούσα. Βγήκαμε με τα κορίτσια μια μικρή βόλτα. Αισθανόμουν ότι είχα αρωματίσει όλη την πλατεία και τους γύρω δρόμους με γαρδένια του Μονάχου.
      Τόνισα στις κόρες μου για ακόμη μία φορά, πόσο σημαντικό είναι να ξέρει κανείς ξένες γλώσσες…

21.3.12

Η μέρα και η νύχτα της ποίησης


   
      Ο συγγραφέας έξυσε το μολύβι του να γίνει μυτερό. Μια φράση μόνο έμενε∙ η τελευταία. Ήταν κατάκοπος, όπως κάθε φορά που τέλειωνε κάτι μεγάλο. Είχε βολέψει όλους τους ήρωές του. Άλλους στη ζωή, άλλους στον θάνατο. Κρατούσε το κεφάλι του βαρύ με την αριστερή παλάμη. Με το άλλο χέρι βάσταγε το μολύβι όρθιο πάνω στο χαρτί, εκείνο όμως δεν έλεγε να πάρει το μυτερό πόδι του και να γράψει την τελευταία εκείνη φράση.
     Ο συγγραφέας ξαναδιάβασε την τελευταία παράγραφο.

«…..Ο Άλμπερτ έκλεισε την πόρτα και γύρισε το κλειδί δύο φορές στην κλειδαριά. Ο αφηγητής απόμεινε μόνος στην κρύα νύχτα. Κατέβηκε τα σκαλιά της εξώπορτας και βγήκε στον δρόμο….»

      Εκεί είχε κολλήσει. Ήθελε τη μία και μοναδική φράση που θα έκλεινε το βιβλίο. Τέσσερα χρόνια δουλειάς και τώρα τον κρατούσε αιχμάλωτο μια πρόταση. Ήξερε πώς την ήθελε∙ σχετική με το φεγγάρι. Η μικρή εργατούπολη της ιστορίας του ήταν αδικημένη από χρόνο κι από τόπο. Οι ήρωές του ένας-ένας είχαν παρελάσει τις ζωές τους με τα μικρά και μεγάλα γεγονότα που είχε σκαρφιστεί ο συγγραφέας  γι’ αυτούς. Σε ολόκληρο το βιβλίο το φεγγάρι ακολουθούσε τη μικρή πόλη σαν σε εντεταλμένη υπηρεσία∙ τη φώτιζε, την ομόρφαινε, την έκρινε.
      Ο συγγραφέας χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλά του στο χαρτί. Take five για το μολύβι∙ αναπαυόταν ξαπλωμένο πάνω στα κλειδιά του Άλμπερτ. Ο συγγραφέας κλωθογύριζε το φεγγάρι στο μυαλό του. Μισό ή ολόκληρο, χλωμό, ασημένιο, θλιμμένο ή χαμογελαστό, ανέγγιχτο, μακρινό∙ ό,τι κι αν σκεφτόταν, του φαινόταν αταίριαστο, λίγο. Εκείνος ήθελε να αφήσει την πόλη στο φεγγάρι της και να απελευθερώσει τον αφηγητή∙ να του επιτρέψει να τρυπώσει σε άλλη ιστορία.
      Είχε να κοιμηθεί τρία βράδια. Συλλογιζόταν τη φράση και ξαγρυπνούσε. Το πρωί τον έβρισκε στην ίδια θέση, με το μολύβι του, που συνεχώς κόνταινε, ξυσμένο στην εντέλεια. Τα μάτια του είχαν γίνει δυο μαύροι κύκλοι με δύο κουρασμένους βολβούς στο κέντρο τους.
     Τα παράτησε για άλλη μία φορά. Δεν του ερχόταν τίποτα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Προσπάθησε να ξεκουράσει το μυαλό του, που ήταν θολωμένο, σαν ανάπηρο. Πήρε από το κομοδίνο του ένα βιβλίο. Δεν διάβαζε τις αφηγήσεις άλλων συγγραφέων. Διάβαζε μόνο ποιητές. Έβρισκε κάτι σ’ εκείνους, που δεν το είχε αυτός. Οι λέξεις τους έκοβαν σαν νυστέρι, αφού είχαν θωπεύσει προηγουμένως την ψυχή. Ζήλευε τους ποιητές. Οι αναγνώστες τους μάθαιναν απέξω στίχους ή και ολόκληρα ποιήματα. Κανείς ποτέ- ούτε και ο ίδιος εξάλλου- δεν μπορούσε να αποστηθίσει έστω και ένα μέρος από κάποιο δικό του βιβλίο.
     Άνοιξε τον τόμο με τα ποιήματα σε μια τυχαία σελίδα. Έτσι διάβαζε πάντα την ποίηση. Χωρίς αρχή και τέλος∙ γιατί η ποίηση δεν είχε αρχή και τέλος∙ ήταν η ίδια αρχή και τέλος.
Έμεινε να κοιτάει σαν κεραυνοβολημένος το ποίημα. Η άνεση της νύχτας, ο τίτλος του. Ένας στίχος όλο το ποίημα. Μία φράση όλη κι όλη. Και….. ναι.... Βέβαια! Ήταν η δική του φράση. Η φράση που έψαχνε τόσες μέρες. Πέντε λέξεις, ένα ολόκληρο ποίημα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, σα να είχε τρέξει σε ανηφόρα. Διάβασε και ξαναδιάβασε τη φράση∙ με τα δικά του χείλη∙ ύστερα με τα χείλη του αφηγητή. Αυτή ήταν. Τέλεια. Μοναδική. Ξεχωριστή. Η φράση του ποιητή. Το ποίημα του ποιητή.

Αδειάζουμε τα πάντα στην πανσέληνο.

     Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από την πλαγιαστή γραμματοσειρά του βιβλίου. Άλλαζε τη σειρά των λέξεων. Η φράση παρέμενε ακέραιη. Τέλεια. Ένιωθε γαλήνιος τώρα. Ο ποιητής του είχε στραγγίξει την αγωνία∙  του είχε πάρει όλη την κούραση. Δεν μπορούσε πια να κρατήσει τα βλέφαρά του ανοιχτά. Κοιμήθηκε με τα ρούχα, κρατώντας στο ένα χέρι το βιβλίο με το λυτρωτικό ποίημα. Η άνεση της νύχτας. Σε λίγο το χέρι του χαλάρωσε και το βιβλίο έπεσε στο πάτωμα. Ο συγγραφέας κοιμόταν βαθιά. Είχε πάρει πια να ξημερώνει∙ 21 Μαρτίου.

Το ποίημα που αναφέρεται είναι η Άνεση της Νύχτας του Νίκου Καρούζου από τη συλλογή Πενθήματα (1969).

13.3.12

Μια θεά σε άσπρο-μαύρο



  1. Πόσες πυγολαμπίδες στη σειρά χρειάζονται για να διατρέξει το όνειρο μία πλήρη τροχιά;
  2. Πόση θλίψη μπορεί να αντέξει ένα ηλιοτρόπιο, ώστε να συνεχίσει να υψώνει το κεφάλι του στον ήλιο;

Ντινγκκκ…. Ντινγκκκ… Οκτώ "ντινγκ" στη σειρά.  Ο ήχος από το επιτοίχιο εκκρεμές παραμέρισε το ποτάμι των σκέψεων του Ανέστη. Δρύινο το κουτί του, ελβετική κατασκευή, οι ώρες με λατινικούς αριθμούς. Ενθύμιο από τους γονείς του, δώρο του γάμου τους από κάποιο μακρινό εξάδελφο ναυτικό. Τούτο το εκκρεμές, αλλόκοτο από τη γέννησή του, σαν και του λόγου του, χτυπούσε τις μισές ώρες. Μιάμιση, δυόμισι, τρεισήμισι. Δεν έπαιρνε επισκευή, κανένας δεν μπορούσε να βρει τι του έφταιγε. Τώρα χτυπούσε οκτώμισι. Αυτό και το παλιό ραδιόφωνο ήταν τα μόνα αντικείμενα που είχε πάρει μαζί του στο ίδρυμα.
Ο Ανέστης έκλεισε το σημειωματάριό του και άφησε στο τραπέζι  το μολύβι του, μαύρο Faber-Castell Νο 2, χιλιοδαγκωμένο στην κορυφή, δαγκωνιά και στίχος. Ο «Ποιητής των Αοράτων», έτσι συστηνόταν ο Ανέστης κι έτσι ήθελε να τον αποκαλούν. Είχε αφήσει τα ορατά στον Παντοδύναμο και είχε ιδιοποιηθεί τα αόρατα. Παντού όμως έλεγε ότι κι ο ίδιος ένας απεσταλμένος ήταν, με εντολή να τα δημιουργήσει. Όλα κι όλα, δεν ήταν ξιπασμένος. Τα χέρια του έτρεμαν λιγότερο τις τελευταίες εβδομάδες. Είχαν φύγει και οι φωνές. Αυτά τα μικρά, χρώματος ώχρας χάπια ήταν θαυματουργά.
Σηκώθηκε από το τραπέζι και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Στο κομοδίνο του φάνταζε καμαρωτό το ραδιόφωνό του, Siemens 1960. Ο Ανέστης γύρισε τον διακόπτη του, μέχρι ν’ ακουστεί ένα απαλό «κλικ». Onff….Οffn. Όλα στη ζωή έχουν off και on. Ποια είναι περισσότερα, αυτά που είναι off και γίνονται on ή όσα είναι on και γίνονται off; Ο Ανέστης δεν είχε ακόμα καταλήξει σε σίγουρο συμπέρασμα. Γύρισε το κουμπί μέχρι που η βελόνα έδειξε τη συχνότητα του αγαπημένου του σταθμού. Τα ακροδάχτυλά του είχαν το ίδιο καφεκίτρινο χρώμα με τα πλήκτρα του ραδιοφώνου. Χιλιάδες τσιγάρα, χιλιάδες on/off… on/off…on/off….
Η συναυλία δεν είχε αρχίσει ακόμα. Η εκφωνήτρια, με βραχνή ναζιάρικη φωνή κι ένα ελαφρό ψεύδισμα στο ρο, εξαντλούσε τα λίγα ραδιοφωνικά λεπτά με στοιχεία από τη ζωή της πιανίστριας. Ο Ανέστης τα ήξερε όλα απέξω κι ανακατωτά. Ήταν η θεά του από τον καιρό που ήταν νέος, πριν ακόμα έρθουν οι φωνές. Δεν είχε δίσκους της, την άκουγε όμως στο ραδιόφωνο και μάζευε από τις εφημερίδες και τα περιοδικά ό,τι δημοσιευόταν για κείνη. Είχε παρακολουθήσει τους τρεις γάμους της, είχε χαρεί με τις γέννες της (μία κόρη από κάθε γάμο), είχε πανικοβληθεί με την αρρώστια της, προσευχόταν νύχτα-μέρα για κείνη (πότε στο Θεό, πότε στον Μπαχ και τον Μπετόβεν). Έγινε επιτέλους καλά, συνέχιζε να γυρίζει τον κόσμο με συναυλίες, μαζί με τους φίλους της. Σπάνια έπαιζε μόνη, ήθελε παρέα πάνω στη σκηνή. Βοηθούσε νεαρούς μουσικούς να ανοίξουν τα φτερά τους, διοργάνωνε μουσικά φεστιβάλ, συμμετείχε ως κριτής σε διαγωνισμούς πιάνου. Ο Ανέστης μάζευε κομματάκι-κομματάκι τη ζωή της. Μετά ήρθαν οι φωνές∙ η δική του ζωή άρχισε να θολώνει και τα κομματάκια σκόρπισαν. Ούτε θυμόταν πια πού ήταν αυτό το παλιό λεύκωμα με τα αποκόμματα.
Πριν από τρεις μήνες είχαν αναγγείλει στις ειδήσεις τη συναυλία της. Στο Μέγαρο Μουσικής, τρεις απανωτές μέρες. Σκέφτηκε να πάει. Παρακάλεσε τους γιατρούς. Με τα πολλά τον άφησαν. Θα τον συνόδευε ένας νοσοκόμος. Ο Ανέστης θα πλήρωνε και τα δύο εισιτήρια. Βρήκε το τηλέφωνο του Μεγάρου∙ πήρε να ρωτήσει. Δεν υπήρχε τίποτα. Όλα τα εισιτήρια είχαν πουληθεί από τις πρώτες κιόλας μέρες. Έτσι κι αλλιώς, δεν κρατούσαν εισιτήρια τηλεφωνικά. Έπρεπε να πάει στα εκδοτήρια ή να τα κλείσει μέσω ίντερνετ με πιστωτική κάρτα. Ο Ανέστης πανικοβλήθηκε. Ένιωσε όπως τον προηγούμενο καιρό∙ φοβήθηκε ότι θα ξαναέρχονταν οι φωνές. Οι συναυλίες θα μεταδίδονταν απευθείας από το ραδιόφωνο, του είχε πει η ευγενική κυρία στο τηλέφωνο. Εσείς θα πάτε; τη ρώτησε ο Ανέστης. Δεν δούλευε σαββατοκύριακα, ήταν η απάντησή της∙ κοφτή, δεν άφηνε περιθώρια. Ο Ανέστης δεν κατάλαβε τι σήμαινε αυτό: θα πήγαινε ή όχι; Δεν συνέχισε όμως την κουβέντα. «Έχω άλλη γραμμή», του είπε η κυρία και το τηλεφώνημα διακόπηκε απότομα.
 Ο Ανέστης μετρούσε τις μέρες και τις μισές ώρες με το εκκρεμές του. Έπινε τα χαπάκια του σχολαστικά, έτρωγε καλά και ξεκουραζόταν∙ κατά γράμμα το πρόγραμμα του γιατρού. Ήθελε να είναι σε φόρμα εκείνο το Σαββατοκύριακο.
Και πραγματικά, ήταν σε τέλεια φόρμα εκείνο το Σάββατο απόγευμα. Είχε τακτοποιήσει το δωμάτιο, είχε κάνει μπάνιο και φορούσε καθαρές πιζάμες. Της είχε γράψει ένα ποίημα το πρωί και το διόρθωνε, αλλάζοντας τις φράσεις ξανά και ξανά, μέχρι το απόγευμα. Επιτέλους, η μεγάλη ώρα είχε φτάσει.
Χειροκρότημα. Η εκφωνήτρια περιέγραφε την είσοδο της πιανίστριας στη σκηνή. Φορούσε μακρύ μαύρο φόρεμα. Τα λευκά μαλλιά της-είπε η εκφωνήτρια-έπεφταν «ελεύθερα» στους ώμους. Ατίθασα σαν κι εκείνη, σκέφτηκε ο Ανέστης με αγάπη∙ λευκά μαλλιά και μαύρο φόρεμα, άσπρο-μαύρο, η θεά των πλήκτρων. Ακούστηκαν τα έγχορδα να κουρδίζουν∙ κούρδιζαν πάντα σε ρε, ο Ανέστης το ήξερε αυτό καλά. Έπιανε με το αυτί του όλα τα διαστήματα της Πυθαγόρειας κλίμακας. Το κούρδισμα σταμάτησε. Σιγή. Η εκφωνήτρια είχε σταματήσει κι αυτή να μιλάει. Τα βιολιά άρχισαν χαμηλόφωνα την εισαγωγή του πρώτου μέρους του κοντσέρτου.
Ο Ανέστης πήρε από το κομοδίνο το χάρτινο φακελάκι με το βραδινό του «ωχροκίτρινο» (έτσι το έλεγε ο γιατρός) χαπάκι. Έβαλε το χάπι στο στόμα του, ξάπλωσε στο μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια. Άκουγε τα χέρια της να μαγεύουν τα πλήκτρα. Άσπρο/μαύρο, άσπρο μαύρο, άσπρο μαύρο…. Η φωνή της σιγοτραγουδούσε: on/offon/off… (μα έχει φωνητικό μέρος το κοντσέρτο; ο Ανέστης είχε σαστίσει) on/offon/offon/off