Σελίδες

21.4.12

Γαρδένια από το Μόναχο


Δύο εβδομάδες πριν το Πάσχα, η Έλλη πήγε με το σχολείο της εξαήμερη εκδρομή στο Μόναχο. Παρά τις πολλές και διάφορες αντιρρήσεις μου (γιατί Γερμανία και όχι Ελλάδα, γιατί Μόναχο και όχι Βερολίνο, γιατί τώρα, γιατί γενικά), συμφώνησα να πάει και-όπως εξάλλου αναμενόταν όταν είσαι δεκαπέντε και πας σχολική εκδρομή για πρώτη φορά στο εξωτερικό-πέρασαν καταπληκτικά. Στο γυρισμό, η Έλλη έφερε σε όλους μας δωράκια. Μέσα στα δικά μου δώρα ήταν ένα μικρό μπουκαλάκι με άρωμα γαρδένιας.
      Αν και γενικά είμαι παράξενη με τις κολόνιες και τα αρώματα, πήρα με χαρά το μικρό μπουκάλι, το άνοιξα αμέσως και έβαλα δύο σταγόνες από το αρωματικό λάδι πίσω από τους λοβούς των αυτιών, δύο από τα πέντε σημεία όπου σύμφωνα τους ειδήμονες πρέπει να μπαίνουν τα αρώματα. Μύριζε λίγο περίεργα-δεν πολυθύμιζε άρωμα γαρδένιας-αλλά η μητρική περηφάνια νίκησε την παραξενιά και άρχισα να το συνηθίζω. Θυμόμουν τη Μπίλι με τη γαρδένια στα μαλλιά και τον Ιμπραΐμ Φερέρ να τραγουδάει τις «Δυο γαρδένιες» και ανάσαινα κατά κύματα τούτη την αλλόκοτη γαρδένια του Μονάχου με ευχαρίστηση.
      Τι πιο ταιριαστό για το σημερινό ηλιόλουστο πρωινό από το άρωμα της γαρδένιας  από το Μόναχο, να ξορκίσει και την αποφορά της μαύρης επετείου... Μέσα στην κομψή οικολογική συσκευασία του αρώματος, υπήρχαν μερικά μικρά ξυλάκια. Σκέφτηκα να τα εμποτίσω με άρωμα και να τα βάλω στα συρτάρια μου, για να μοσχοβολήσουν γαρδένια και τα ρούχα. Έβαλα πρώτα αρκετή ποσότητα στα ειδικά σημεία αρωματισμού (την προηγούμενη φορά το άρωμα δεν μύριζε πολύ). Μετά πήρα το κουτί και αναζήτησα τις οδηγίες χρήσης για τα ξυλάκια. Τα γερμανικά μου, που κοιμούνται μακάρια σε κάποια από τις εγκεφαλικές μου έλικες, ευτυχώς ξυπνάνε αμέσως όταν υπάρχει ανάγκη (όπως μια φορά που κόντεψα να χάσω μια πτήση της Λουφτχάνσα επειδή δοκίμαζα αρώματα στα duty free καταστήματα). Διάβασα στο πίσω μέρος του κουτιού:

Χαρακτηριστικά προϊόντος: 15 ml αποσμητικού χώρου με άρωμα
Συστατικά: 15% γαρδένια, 85% τριπροπυλενογλυκολικός μονομεθυλικός αιθέρας
Προειδοποίηση: Μπορεί να προκαλέσει δερματική αντίδραση σε άμεση επαφή με το δέρμα. Δηλητηριώδες για υδρόβιους οργανισμούς. Επιβλαβές όταν καταπίνεται. Να διατηρείται απρόσιτο σε παιδιά. Να αποφεύγεται η άμεση επαφή με το δέρμα. Επιβάλλεται η χρήση προστατευτικών γαντιών.

     Δεν πίστευα αυτά που είχα μόλις διαβάσει… Είχα φορέσει αποσμητικό χώρου. Όλο το σπίτι μύριζε γαρδένια από το Μόναχο. Παρόλο που σαπουνίστηκα αμέσως, είχα μάλλον βάλει αρκετή ποσότητα αρώματος, έτσι που αρωμάτιζα τα δωμάτια καθώς προχωρούσα. Βγήκαμε με τα κορίτσια μια μικρή βόλτα. Αισθανόμουν ότι είχα αρωματίσει όλη την πλατεία και τους γύρω δρόμους με γαρδένια του Μονάχου.
      Τόνισα στις κόρες μου για ακόμη μία φορά, πόσο σημαντικό είναι να ξέρει κανείς ξένες γλώσσες…

21.3.12

Η μέρα και η νύχτα της ποίησης


   
      Ο συγγραφέας έξυσε το μολύβι του να γίνει μυτερό. Μια φράση μόνο έμενε∙ η τελευταία. Ήταν κατάκοπος, όπως κάθε φορά που τέλειωνε κάτι μεγάλο. Είχε βολέψει όλους τους ήρωές του. Άλλους στη ζωή, άλλους στον θάνατο. Κρατούσε το κεφάλι του βαρύ με την αριστερή παλάμη. Με το άλλο χέρι βάσταγε το μολύβι όρθιο πάνω στο χαρτί, εκείνο όμως δεν έλεγε να πάρει το μυτερό πόδι του και να γράψει την τελευταία εκείνη φράση.
     Ο συγγραφέας ξαναδιάβασε την τελευταία παράγραφο.

«…..Ο Άλμπερτ έκλεισε την πόρτα και γύρισε το κλειδί δύο φορές στην κλειδαριά. Ο αφηγητής απόμεινε μόνος στην κρύα νύχτα. Κατέβηκε τα σκαλιά της εξώπορτας και βγήκε στον δρόμο….»

      Εκεί είχε κολλήσει. Ήθελε τη μία και μοναδική φράση που θα έκλεινε το βιβλίο. Τέσσερα χρόνια δουλειάς και τώρα τον κρατούσε αιχμάλωτο μια πρόταση. Ήξερε πώς την ήθελε∙ σχετική με το φεγγάρι. Η μικρή εργατούπολη της ιστορίας του ήταν αδικημένη από χρόνο κι από τόπο. Οι ήρωές του ένας-ένας είχαν παρελάσει τις ζωές τους με τα μικρά και μεγάλα γεγονότα που είχε σκαρφιστεί ο συγγραφέας  γι’ αυτούς. Σε ολόκληρο το βιβλίο το φεγγάρι ακολουθούσε τη μικρή πόλη σαν σε εντεταλμένη υπηρεσία∙ τη φώτιζε, την ομόρφαινε, την έκρινε.
      Ο συγγραφέας χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλά του στο χαρτί. Take five για το μολύβι∙ αναπαυόταν ξαπλωμένο πάνω στα κλειδιά του Άλμπερτ. Ο συγγραφέας κλωθογύριζε το φεγγάρι στο μυαλό του. Μισό ή ολόκληρο, χλωμό, ασημένιο, θλιμμένο ή χαμογελαστό, ανέγγιχτο, μακρινό∙ ό,τι κι αν σκεφτόταν, του φαινόταν αταίριαστο, λίγο. Εκείνος ήθελε να αφήσει την πόλη στο φεγγάρι της και να απελευθερώσει τον αφηγητή∙ να του επιτρέψει να τρυπώσει σε άλλη ιστορία.
      Είχε να κοιμηθεί τρία βράδια. Συλλογιζόταν τη φράση και ξαγρυπνούσε. Το πρωί τον έβρισκε στην ίδια θέση, με το μολύβι του, που συνεχώς κόνταινε, ξυσμένο στην εντέλεια. Τα μάτια του είχαν γίνει δυο μαύροι κύκλοι με δύο κουρασμένους βολβούς στο κέντρο τους.
     Τα παράτησε για άλλη μία φορά. Δεν του ερχόταν τίποτα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Προσπάθησε να ξεκουράσει το μυαλό του, που ήταν θολωμένο, σαν ανάπηρο. Πήρε από το κομοδίνο του ένα βιβλίο. Δεν διάβαζε τις αφηγήσεις άλλων συγγραφέων. Διάβαζε μόνο ποιητές. Έβρισκε κάτι σ’ εκείνους, που δεν το είχε αυτός. Οι λέξεις τους έκοβαν σαν νυστέρι, αφού είχαν θωπεύσει προηγουμένως την ψυχή. Ζήλευε τους ποιητές. Οι αναγνώστες τους μάθαιναν απέξω στίχους ή και ολόκληρα ποιήματα. Κανείς ποτέ- ούτε και ο ίδιος εξάλλου- δεν μπορούσε να αποστηθίσει έστω και ένα μέρος από κάποιο δικό του βιβλίο.
     Άνοιξε τον τόμο με τα ποιήματα σε μια τυχαία σελίδα. Έτσι διάβαζε πάντα την ποίηση. Χωρίς αρχή και τέλος∙ γιατί η ποίηση δεν είχε αρχή και τέλος∙ ήταν η ίδια αρχή και τέλος.
Έμεινε να κοιτάει σαν κεραυνοβολημένος το ποίημα. Η άνεση της νύχτας, ο τίτλος του. Ένας στίχος όλο το ποίημα. Μία φράση όλη κι όλη. Και….. ναι.... Βέβαια! Ήταν η δική του φράση. Η φράση που έψαχνε τόσες μέρες. Πέντε λέξεις, ένα ολόκληρο ποίημα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, σα να είχε τρέξει σε ανηφόρα. Διάβασε και ξαναδιάβασε τη φράση∙ με τα δικά του χείλη∙ ύστερα με τα χείλη του αφηγητή. Αυτή ήταν. Τέλεια. Μοναδική. Ξεχωριστή. Η φράση του ποιητή. Το ποίημα του ποιητή.

Αδειάζουμε τα πάντα στην πανσέληνο.

     Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από την πλαγιαστή γραμματοσειρά του βιβλίου. Άλλαζε τη σειρά των λέξεων. Η φράση παρέμενε ακέραιη. Τέλεια. Ένιωθε γαλήνιος τώρα. Ο ποιητής του είχε στραγγίξει την αγωνία∙  του είχε πάρει όλη την κούραση. Δεν μπορούσε πια να κρατήσει τα βλέφαρά του ανοιχτά. Κοιμήθηκε με τα ρούχα, κρατώντας στο ένα χέρι το βιβλίο με το λυτρωτικό ποίημα. Η άνεση της νύχτας. Σε λίγο το χέρι του χαλάρωσε και το βιβλίο έπεσε στο πάτωμα. Ο συγγραφέας κοιμόταν βαθιά. Είχε πάρει πια να ξημερώνει∙ 21 Μαρτίου.

Το ποίημα που αναφέρεται είναι η Άνεση της Νύχτας του Νίκου Καρούζου από τη συλλογή Πενθήματα (1969).

13.3.12

Μια θεά σε άσπρο-μαύρο



  1. Πόσες πυγολαμπίδες στη σειρά χρειάζονται για να διατρέξει το όνειρο μία πλήρη τροχιά;
  2. Πόση θλίψη μπορεί να αντέξει ένα ηλιοτρόπιο, ώστε να συνεχίσει να υψώνει το κεφάλι του στον ήλιο;

Ντινγκκκ…. Ντινγκκκ… Οκτώ "ντινγκ" στη σειρά.  Ο ήχος από το επιτοίχιο εκκρεμές παραμέρισε το ποτάμι των σκέψεων του Ανέστη. Δρύινο το κουτί του, ελβετική κατασκευή, οι ώρες με λατινικούς αριθμούς. Ενθύμιο από τους γονείς του, δώρο του γάμου τους από κάποιο μακρινό εξάδελφο ναυτικό. Τούτο το εκκρεμές, αλλόκοτο από τη γέννησή του, σαν και του λόγου του, χτυπούσε τις μισές ώρες. Μιάμιση, δυόμισι, τρεισήμισι. Δεν έπαιρνε επισκευή, κανένας δεν μπορούσε να βρει τι του έφταιγε. Τώρα χτυπούσε οκτώμισι. Αυτό και το παλιό ραδιόφωνο ήταν τα μόνα αντικείμενα που είχε πάρει μαζί του στο ίδρυμα.
Ο Ανέστης έκλεισε το σημειωματάριό του και άφησε στο τραπέζι  το μολύβι του, μαύρο Faber-Castell Νο 2, χιλιοδαγκωμένο στην κορυφή, δαγκωνιά και στίχος. Ο «Ποιητής των Αοράτων», έτσι συστηνόταν ο Ανέστης κι έτσι ήθελε να τον αποκαλούν. Είχε αφήσει τα ορατά στον Παντοδύναμο και είχε ιδιοποιηθεί τα αόρατα. Παντού όμως έλεγε ότι κι ο ίδιος ένας απεσταλμένος ήταν, με εντολή να τα δημιουργήσει. Όλα κι όλα, δεν ήταν ξιπασμένος. Τα χέρια του έτρεμαν λιγότερο τις τελευταίες εβδομάδες. Είχαν φύγει και οι φωνές. Αυτά τα μικρά, χρώματος ώχρας χάπια ήταν θαυματουργά.
Σηκώθηκε από το τραπέζι και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Στο κομοδίνο του φάνταζε καμαρωτό το ραδιόφωνό του, Siemens 1960. Ο Ανέστης γύρισε τον διακόπτη του, μέχρι ν’ ακουστεί ένα απαλό «κλικ». Onff….Οffn. Όλα στη ζωή έχουν off και on. Ποια είναι περισσότερα, αυτά που είναι off και γίνονται on ή όσα είναι on και γίνονται off; Ο Ανέστης δεν είχε ακόμα καταλήξει σε σίγουρο συμπέρασμα. Γύρισε το κουμπί μέχρι που η βελόνα έδειξε τη συχνότητα του αγαπημένου του σταθμού. Τα ακροδάχτυλά του είχαν το ίδιο καφεκίτρινο χρώμα με τα πλήκτρα του ραδιοφώνου. Χιλιάδες τσιγάρα, χιλιάδες on/off… on/off…on/off….
Η συναυλία δεν είχε αρχίσει ακόμα. Η εκφωνήτρια, με βραχνή ναζιάρικη φωνή κι ένα ελαφρό ψεύδισμα στο ρο, εξαντλούσε τα λίγα ραδιοφωνικά λεπτά με στοιχεία από τη ζωή της πιανίστριας. Ο Ανέστης τα ήξερε όλα απέξω κι ανακατωτά. Ήταν η θεά του από τον καιρό που ήταν νέος, πριν ακόμα έρθουν οι φωνές. Δεν είχε δίσκους της, την άκουγε όμως στο ραδιόφωνο και μάζευε από τις εφημερίδες και τα περιοδικά ό,τι δημοσιευόταν για κείνη. Είχε παρακολουθήσει τους τρεις γάμους της, είχε χαρεί με τις γέννες της (μία κόρη από κάθε γάμο), είχε πανικοβληθεί με την αρρώστια της, προσευχόταν νύχτα-μέρα για κείνη (πότε στο Θεό, πότε στον Μπαχ και τον Μπετόβεν). Έγινε επιτέλους καλά, συνέχιζε να γυρίζει τον κόσμο με συναυλίες, μαζί με τους φίλους της. Σπάνια έπαιζε μόνη, ήθελε παρέα πάνω στη σκηνή. Βοηθούσε νεαρούς μουσικούς να ανοίξουν τα φτερά τους, διοργάνωνε μουσικά φεστιβάλ, συμμετείχε ως κριτής σε διαγωνισμούς πιάνου. Ο Ανέστης μάζευε κομματάκι-κομματάκι τη ζωή της. Μετά ήρθαν οι φωνές∙ η δική του ζωή άρχισε να θολώνει και τα κομματάκια σκόρπισαν. Ούτε θυμόταν πια πού ήταν αυτό το παλιό λεύκωμα με τα αποκόμματα.
Πριν από τρεις μήνες είχαν αναγγείλει στις ειδήσεις τη συναυλία της. Στο Μέγαρο Μουσικής, τρεις απανωτές μέρες. Σκέφτηκε να πάει. Παρακάλεσε τους γιατρούς. Με τα πολλά τον άφησαν. Θα τον συνόδευε ένας νοσοκόμος. Ο Ανέστης θα πλήρωνε και τα δύο εισιτήρια. Βρήκε το τηλέφωνο του Μεγάρου∙ πήρε να ρωτήσει. Δεν υπήρχε τίποτα. Όλα τα εισιτήρια είχαν πουληθεί από τις πρώτες κιόλας μέρες. Έτσι κι αλλιώς, δεν κρατούσαν εισιτήρια τηλεφωνικά. Έπρεπε να πάει στα εκδοτήρια ή να τα κλείσει μέσω ίντερνετ με πιστωτική κάρτα. Ο Ανέστης πανικοβλήθηκε. Ένιωσε όπως τον προηγούμενο καιρό∙ φοβήθηκε ότι θα ξαναέρχονταν οι φωνές. Οι συναυλίες θα μεταδίδονταν απευθείας από το ραδιόφωνο, του είχε πει η ευγενική κυρία στο τηλέφωνο. Εσείς θα πάτε; τη ρώτησε ο Ανέστης. Δεν δούλευε σαββατοκύριακα, ήταν η απάντησή της∙ κοφτή, δεν άφηνε περιθώρια. Ο Ανέστης δεν κατάλαβε τι σήμαινε αυτό: θα πήγαινε ή όχι; Δεν συνέχισε όμως την κουβέντα. «Έχω άλλη γραμμή», του είπε η κυρία και το τηλεφώνημα διακόπηκε απότομα.
 Ο Ανέστης μετρούσε τις μέρες και τις μισές ώρες με το εκκρεμές του. Έπινε τα χαπάκια του σχολαστικά, έτρωγε καλά και ξεκουραζόταν∙ κατά γράμμα το πρόγραμμα του γιατρού. Ήθελε να είναι σε φόρμα εκείνο το Σαββατοκύριακο.
Και πραγματικά, ήταν σε τέλεια φόρμα εκείνο το Σάββατο απόγευμα. Είχε τακτοποιήσει το δωμάτιο, είχε κάνει μπάνιο και φορούσε καθαρές πιζάμες. Της είχε γράψει ένα ποίημα το πρωί και το διόρθωνε, αλλάζοντας τις φράσεις ξανά και ξανά, μέχρι το απόγευμα. Επιτέλους, η μεγάλη ώρα είχε φτάσει.
Χειροκρότημα. Η εκφωνήτρια περιέγραφε την είσοδο της πιανίστριας στη σκηνή. Φορούσε μακρύ μαύρο φόρεμα. Τα λευκά μαλλιά της-είπε η εκφωνήτρια-έπεφταν «ελεύθερα» στους ώμους. Ατίθασα σαν κι εκείνη, σκέφτηκε ο Ανέστης με αγάπη∙ λευκά μαλλιά και μαύρο φόρεμα, άσπρο-μαύρο, η θεά των πλήκτρων. Ακούστηκαν τα έγχορδα να κουρδίζουν∙ κούρδιζαν πάντα σε ρε, ο Ανέστης το ήξερε αυτό καλά. Έπιανε με το αυτί του όλα τα διαστήματα της Πυθαγόρειας κλίμακας. Το κούρδισμα σταμάτησε. Σιγή. Η εκφωνήτρια είχε σταματήσει κι αυτή να μιλάει. Τα βιολιά άρχισαν χαμηλόφωνα την εισαγωγή του πρώτου μέρους του κοντσέρτου.
Ο Ανέστης πήρε από το κομοδίνο το χάρτινο φακελάκι με το βραδινό του «ωχροκίτρινο» (έτσι το έλεγε ο γιατρός) χαπάκι. Έβαλε το χάπι στο στόμα του, ξάπλωσε στο μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια. Άκουγε τα χέρια της να μαγεύουν τα πλήκτρα. Άσπρο/μαύρο, άσπρο μαύρο, άσπρο μαύρο…. Η φωνή της σιγοτραγουδούσε: on/offon/off… (μα έχει φωνητικό μέρος το κοντσέρτο; ο Ανέστης είχε σαστίσει) on/offon/offon/off




4.3.12

Στην έρημο δεν βρίσκει κανείς φίλο


Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς.
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια.
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά.
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο.
"Η Οδός Αριστοτέλους"-Χλόη Κουτσουμπέλη

       Όλα τα μικρά παιδιά πρέπει να έχουν μια πλατεία για να παίζουν. Πρέπει επίσης να έχουν άλλα παιδιά, για να τους κάνουν φίλους και να παίζουν μαζί τους στην πλατεία. Αν έχουν και παππού ή γιαγιά, μπορούν να πηγαίνουν στην πλατεία κάθε μέρα. Αυτά όλα τα έχουν αποφασίσει από παλιά οι μεγάλοι για το καλό των παιδιών.
      Μάλλον ήμουν πολύ τυχερό παιδί, αφού είχα δύο πλατείες για παιχνίδι. Η πρώτη είχε στην είσοδό της το άγαλμα ενός ιερέα. Μάλιστα, δεν ήταν απλός ιερέας, αλλά Μητροπολίτης. Τον είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι στη Μικρασιατική Καταστροφή. Το άγαλμα είχε τον περισσότερο καιρό ένα πράσινο χρώμα, λίγο πιο ανοιχτό από τα φυτά της πλατείας. Κατά καιρούς το καθάριζαν και γινόταν μεταλλικό, αλλά γρήγορα πάλι ξαναπρασίνιζε. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ πράσινο άγαλμα (ο Βαρώτσος δεν είχε ακόμα φτιάξει τον Δρομέα του). Είχε κι άλλα αγάλματα η πλατεία αυτή. Πιο συμπαθητικός από όλους τους αθανάτους - σαν καλός παππούς - μου φαινόταν ο Στέλιος Σπεράντζας. Είχαμε και τα ποιήματά του στο αναγνωστικό μας, ήταν - πώς να το κάνουμε - άλλη η σχέση μας.
     Η άλλη πλατεία δεν είχε αγάλματα. Είχε όμως λιμνούλες - τσιμεντένιες δεξαμενές στην πραγματικότητα - με πάπιες και κύκνους. Τα νερά δεν ήταν πολύ καθαρά∙ κολυμπούσαν μέσα τους μισοφαγωμένα κουλούρια, χαρτάκια από καραμέλες ή μικρά παιχνίδια∙ οι πάπιες όμως έδειχναν ευχαριστημένες.
     Εκτός από τις δύο πλατείες, η παιδική μου τύχη μού είχε επιπλέον εξασφαλίσει και μια καλή γιαγιά, διαθέσιμη να με πηγαίνει κάθε απόγευμα - μαζί με τον αδελφό μου - σε μία από τις δύο ή και στις δύο πλατείες. Η σημερινή μεγάλη λεωφόρος ήταν τότε κι αυτή ακόμα μικρή, τόσο ώστε να μπορούν εύκολα να τη διασχίσουν μια γιαγιά με τα εγγονάκια της. Μόλις περνάγαμε απέναντι, στον γειτονικό μας δήμο, ο Μητροπολίτης μας έγνεφε με την ποιμαντορική του ράβδο το καλωσόρισμα.
     Παρά την ευνοϊκή συγκυρία με τη γιαγιά και τις δύο πλατείες, το απογευματινό παιχνίδι μου δεν ήταν δεδομένο. Τα παιδάκια που έπαιζαν στις πλατείες ήταν άγνωστα∙ και πώς να πλησιάσεις έναν άγνωστο… Ο αδελφός μου είχε λυμένα αυτά τα παιδικά υπαρξιακά θέματα. Αυτοσυστηνόταν και έμπαινε στο παιχνίδι. Καμιά φορά τον ακολουθούσα κι εγώ. Συνήθως όμως, για καλό και για κακό, έφερνα φίλους μου από το σπίτι, για να μην είμαι μόνη μου.
     Οι καλύτεροί μου φίλοι σ’ εκείνες τις βόλτες της πλατείας ήταν τα Κλασσικά Εικονογραφημένα∙ ο ιππότης σερ Κένεθ (από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο) ήταν ο πιο τακτικός μου συνοδός∙ ίσως επειδή ήταν ήρωας στο πρώτο τεύχος που κυκλοφόρησε, ίσως εκείνη η πρώτη του κουβέντα μέσα στο συννεφάκι ομιλίας - «Στην έρημο δεν βρίσκει κανείς φίλο» - να τον έκανε να μου φαίνεται πιο έμπιστος. Όμως και οι άλλοι που ακολούθησαν, ο Γιάννης Αγιάννης με την εφιαλτική σκιά του, τον Ιαβέρη (από τότε αντιπάθησα τις φαβορίτες στους άνδρες), ο Όλιβερ Τουίστ, ο Ρομπέν των Δασών, όλοι μου κρατούσαν καλή παρέα στη μία ή την άλλη πλατεία. Τους κουβαλούσα μέσα σε μια πλαστική σακούλα, σαν θησαυρό, ρίχνοντας στο δρόμο κρυφές ματιές στα χρωματιστά εξώφυλλα μέσα από το άνοιγμα της σακούλας. Αυτοί ήταν πιστοί φίλοι∙ πάντα διαθέσιμοι, χωρίς παρακάλια, χωρίς συστάσεις.
     Οι μεγάλοι διασκέδαζαν με την καμουφλαρισμένη στην πλαστική σακούλα εσωστρέφειά μου και με προέτρεπαν να πλησιάζω τα παιδάκια με θάρρος, όπως ο αδελφός μου. Όμως αυτό ή το’ χεις ή δεν το’ χεις∙ κι εγώ δεν το είχα. ‘Ένα απόγευμα που ήμουν χωρίς τον Βαγγέλη στο πάρκο με τ’ αγάλματα, νόμιζα ότι το απέκτησα. Πλησίασα μια παρέα από παιδιά που έφτιαχναν σπιτάκια με λάσπη και τούβλα και τους ζήτησα να παίξω μαζί τους. Δεν απόρησα πώς είχαν βρεθεί τα σπασμένα τούβλα στο πάρκο∙ δεν πρόλαβα μάλλον να απορήσω, γιατί το ένα παιδί μού κατάφερε ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι με ένα τούβλο. Ευτυχώς αναίμακτη η κάκωση (χαμηλής βαρύτητας, όπως θα διάβαζα πολύ αργότερα στα φοιτητικά μου συγγράμματα), αρκετή όμως για να ματαιώσει κάθε περαιτέρω διάθεση κοινωνικότητας, τουλάχιστον στην πλατεία με τ’ αγάλματα. Γύρισα πίσω στη γιαγιά και στη σακούλα, χωρίς να πω λέξη για το γεγονός. Δεν θυμάμαι αν ήταν μαζί μου ο σερ Κένεθ εκείνη την αποφράδα μέρα, αλλά το σύννεφο «Στην έρημο δεν βρίσκει κανείς φίλο» πηγαινοερχόταν στη σκέψη μου, ανακατεμένο με τα άλλα σύννεφα που σκοτείνιαζαν το χτυπημένο μου κεφάλι.
     Ευτυχώς, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα έβγαλαν πολλά τεύχη. Στο τέλος, είχαν σχεδόν αποκλειστικά ιστορίες από την Ελληνική Μυθολογία και από την Επανάσταση του 1821∙ δεν μου άρεσαν τόσο πολύ, όσο οι ιστορίες των κλασσικών συγγραφέων. Είχα αρχίσει κι εγώ να μεγαλώνω∙ μπήκαν στην παρέα τα κοριτσίστικα περιοδικά, η Μανίνα, η Κατερίνα, η Πάττυ. Στο σχολείο οι τάξεις ανέβαιναν. Είχαν προστεθεί και εξωσχολικές δραστηριότητες: αγγλικά, γαλλικά, πιάνο. Όλες οι ώρες του απογεύματός μου ήταν καλυμμένες∙ τα γερούνδια, οι διέσεις και το σολφέζ με προστάτευαν επαρκώς από τούβλα και  πέτρες. Ο σερ Κένεθ παντρεύτηκε την αγαπημένη του Λαίδη Έντιθ∙ οι πάπιες μεταφέρθηκαν στον Εθνικό Κήπο∙ η λεωφόρος μεγάλωσε και χωρίστηκε στη μέση με μεταλλικό κιγκλίδωμα∙ δημιουργήθηκαν υπόγειες διαβάσεις για τους πεζούς. Η γιαγιά δεν ήταν πια κοντά μας∙ ήταν με τον παππού.
     Μόνο ο Μητροπολίτης έμεινε στη θέση του, να χρυσίζει και να πρασινίζει, κρατώντας στιβαρά την ποιμαντορική του ράβδο. Και βέβαια και ο Στέλιος Σπεράντζας πιο πέρα, σαν καλός μπαμπάς. Ποιος ξέρει, άραγε, τι να έγινε το παιδί με το τούβλο∙ αρχιτέκτονας, πολιτικός μηχανικός, εργολάβος οικοδομών… Σίγουρα κάτι τέτοιο, αν κρίνω από τη δική μου δουλειά, που σε μεγάλο μέρος της έχει να κάνει με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Τίποτα στη ζωή δεν είναι τυχαίο, τελικά.

Σύνδεσμοι:
  1. Ολόκληρο το ποίημα "Η Οδός Αριστοτέλους" της Χλόης Κουτσουμπέλη, εδώ: http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com/2012/03/blog-post.html
  2. Ένας σύνδεσμος με πολλά (όλα;) τα τεύχη των Κλασσικών Εικονογραφημένων σε pdf: http://www.filecrop.com/%CE%9A%CE%9B%CE%91%CE%A3%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%91%20%CE%95%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%97%CE%9C%CE%95%CE%9D%CE%91.html

27.2.12

Το μαύρο κουτί



        Πρώτη φορά  συναντούσε η Αθηνά τέτοιον άνθρωπο από κοντά. Ενεχυροδανειστής, με όλη τη σημασία της λέξης. Μέσα στο κέντρο της Αθήνας, στα Χαυτεία. «Αγοράζω χρυσαφικά-ρολόγια-χρυσά δόντια στις καλύτερες τιμές της αγοράς». Ίδια η επιγραφή στην πόρτα του ενεχυροδανειστηρίου με αυτή που είχε δει η Αθηνά στην εφημερίδα∙ μόνο που η επιγραφή της πόρτας διευκρίνιζε με μαρκαδόρο δίπλα στο «χρυσά δόντια», «δεκτά και με σφραγίσματα».
       Η Αθηνά άγγιξε απαλά το κιτρινισμένο πορσελάνινο κουδούνι. Ανατρίχιασε στη σκέψη ότι έμοιαζε με γεροντικό δόντι, ενεχυριασμένο λόγω έλλειψης χρυσών. Η πόρτα άνοιξε με έναν θαμπό ήχο, αποκαλύπτοντας ένα κακοφωτισμένο δωμάτιο που μύριζε ξινίλα και καπνό τσιγάρου. Ο κύριος Μάριος, έτσι της είχε συστηθεί στο τηλέφωνο - η Αθηνά γελούσε με όσους αυτοσυστήνονταν ως «κύριος» ή «κυρία», ήταν ένας κοντόχοντρος πενηντάρης με αραιά μαλλιά βαμμένα στο χρώμα του έβενου και ένα ροδαλό πρόσωπο μωρού.  Της έτεινε μια παχουλή, ιδρωμένη παλάμη για χειραψία. Η ίδια παλάμη στη συνέχεια την οδήγησε με στοργή επαγγελματικών προδιαγραφών σε μια ταλαιπωρημένη δερμάτινη πολυθρόνα. Ο ίδιος κάθισε στο γραφείο του και πήρε τον μεγεθυντικό φακό.
       Η Αθηνά έβγαλε με τρεμάμενα χέρια από την τσάντα της ένα μικρό μαύρο βελούδινο κουτί∙ το δικό της κουτί της Πανδώρας. Δεν το άνοιγε συχνά, γιατί θυμόταν.  Θυμόταν τον πρώτο καιρό μαζί του∙ τις ατέλειωτες αγκαλιές, τα παιχνίδια στο κρεβάτι∙ τη μυρωδιά του καφέ-φρεσκοκομμένος Λουμίδης-και των Κυριακάτικων εφημερίδων∙ τις νυχτερινές εξόδους στο κέντρο της Αθήνας∙ σινεμά στο Έμπασυ, περπάτημα μέχρι την Ιπποκράτους για κρέπες στις "Μαριονέτες" και ύστερα βόλτα για βιτρίνες μέχρι το Σύνταγμα∙ η Πανεπιστημίου και η Ακαδημίας φωτισμένες, γιορτινές∙ τα αυτοκίνητα να έρχονται ανάποδα και τα φώτα τους να θαμπώνουν τις σιλουέτες των περαστικών∙ η ανάσα του ζεστή στο λαιμό της, τσίχλα με άρωμα κανέλας ανακατεμένη με την πρώτη ανεπανάληπτη ανδρική Αρμάνι. Σε μια τέτοια βόλτα της είχε δώσει το δαχτυλίδι. Αγάπη μου, ήταν το μόνο που της είχε πει∙ δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποια από τις δύο λέξεις την είχε κάνει να βουρκώσει.
     Ήταν μαζί για δέκα χρόνια. Δεν παντρεύτηκαν, δεν έκαναν παιδιά∙ κανένα από τα δύο «δεν» δεν ήταν αιτία του άλλου. Η Αθηνά έγινε καθηγήτρια φιλόλογος, εκείνος δικηγόρος. Σε ένα μικρό ιδιωτικό σχολείο εκείνη, μεγαλοδικηγόρος εκείνος. Ο κύκλος του διευρύνθηκε. Ανέλαβε μεγάλες υποθέσεις. Πήγαινε στο γραφείο ακόμα και τις Κυριακές. Ανάσαινε ακριβά πούρα και είχε από χρόνια αποχωριστεί την παλιομοδίτικη Αρμάνι. Πρέπει να έβρισκε και την Αθηνά παλιομοδίτικη, αλλά δεν την είχε αποχωριστεί, τουλάχιστον όχι τυπικά. Πήγαινε με τις παρέες του, χωρίς εκείνη,  σε gourmet εστιατόρια στο Κολωνάκι. Παράγγελνε ακριβά πιάτα και συλλεκτικά κρασιά. Η Αθηνά έμενε πίσω με τα βιβλία και τις μουσικές της ή πήγαινε σινεμά με φίλες. Σύντομα χώρισαν.
     Δεν βλέπονταν πια καθόλου, ούτε σαν φίλοι. Δεν είχαν συναντηθεί ούτε τυχαία, έτσι σε κάποιο κατάστημα ή στον δρόμο. Φαίνεται ότι ακόμα και η τύχη είχε απογοητευθεί από τον συνδυασμό τους και δίσταζε να τον ξαναδοκιμάσει σε οποιαδήποτε μορφή.
     Η Αθηνά έδωσε το κουτί στον κύριο Μάριο. Δεν στενοχωριόταν για το ίδιο το δαχτυλίδι. Έτσι κι αλλιώς από χρόνια δεν το φορούσε. Το κρατούσε φυλαγμένο μέσα στο μαύρο του κουτί, βαθιά μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου της. Είχε σκοπό να το εξαργυρώσει κάποια στιγμή, ίσως για να πάρει κάτι άλλο που θα της άρεσε. Έτσι όμως αναγκεμένοι που ήταν οι καιροί, μάλλον τελικά θα το έδινε για να φάει. Χρώσταγε νοίκια δύο μηνών και τη δόση του αυτοκινήτου. Το σχολείο φέτος δεν πήγαινε καλά. Θα γίνονταν απολύσεις.
    Τα χέρια της ήταν παγωμένα, σαν ξύλα. Θύμωνε κάθε φορά που της συνέβαινε αυτό∙ πολύ περισσότερο, γιατί το περίμενε να γίνει. Αυτή τη φορά ήταν χειρότερα∙ της φαινόταν ότι είχε μείνει αλειμμένη επάνω τους η υγρή και μαλακή-σαν σφουγγάρι-χειραψία του κυρίου Μάριου. Αηδίασε.
     Ο κύριος Μάριος εξέτασε προσεκτικά το δαχτυλίδι με τον μεγεθυντικό φακό του,  σουφρώνοντας τα φρύδια του. Ψεύτικο. Είναι ψεύτικο. Η ετυμηγορία, ειπωμένη δύο φορές, ήχησε σαν ιατροδικαστικό πόρισμα. Το πρόσωπο του κυρίου Μάριου γυάλιζε στο ημίφως. Από ροδαλό, έμοιαζε τώρα πορσελάνινο, σαν πεθαμένου. Έβαλε ξανά τον φακό στη θήκη του και το δαχτυλίδι στο κουτί του. Η Αθηνά πήρε πίσω το κουτί, μουδιασμένη∙ μια σχέση που συνετρίβη κατά την απογείωση και μέσα στα συντρίμμια της το μαύρο κουτί με την εξήγηση.
     Βγήκε έξω στη στοά. Μπροστά της ένα κατάστημα «1 ευρώ». Ομπρέλες, μαντίλια, στέκες για τα μαλλιά, στυλό, κάλτσες∙ όλα με 1 ευρώ. Στην είσοδο, ένας μελαψός Ασιάτης της χαμογέλασε με μια κατάλευκη οδοντοστοιχία. Η Αθηνά μπήκε μέσα και άρχισε να ξεδιπλώνει ένα προς ένα όλα τα μαντίλια.