Σελίδες

27.2.12

Το μαύρο κουτί



        Πρώτη φορά  συναντούσε η Αθηνά τέτοιον άνθρωπο από κοντά. Ενεχυροδανειστής, με όλη τη σημασία της λέξης. Μέσα στο κέντρο της Αθήνας, στα Χαυτεία. «Αγοράζω χρυσαφικά-ρολόγια-χρυσά δόντια στις καλύτερες τιμές της αγοράς». Ίδια η επιγραφή στην πόρτα του ενεχυροδανειστηρίου με αυτή που είχε δει η Αθηνά στην εφημερίδα∙ μόνο που η επιγραφή της πόρτας διευκρίνιζε με μαρκαδόρο δίπλα στο «χρυσά δόντια», «δεκτά και με σφραγίσματα».
       Η Αθηνά άγγιξε απαλά το κιτρινισμένο πορσελάνινο κουδούνι. Ανατρίχιασε στη σκέψη ότι έμοιαζε με γεροντικό δόντι, ενεχυριασμένο λόγω έλλειψης χρυσών. Η πόρτα άνοιξε με έναν θαμπό ήχο, αποκαλύπτοντας ένα κακοφωτισμένο δωμάτιο που μύριζε ξινίλα και καπνό τσιγάρου. Ο κύριος Μάριος, έτσι της είχε συστηθεί στο τηλέφωνο - η Αθηνά γελούσε με όσους αυτοσυστήνονταν ως «κύριος» ή «κυρία», ήταν ένας κοντόχοντρος πενηντάρης με αραιά μαλλιά βαμμένα στο χρώμα του έβενου και ένα ροδαλό πρόσωπο μωρού.  Της έτεινε μια παχουλή, ιδρωμένη παλάμη για χειραψία. Η ίδια παλάμη στη συνέχεια την οδήγησε με στοργή επαγγελματικών προδιαγραφών σε μια ταλαιπωρημένη δερμάτινη πολυθρόνα. Ο ίδιος κάθισε στο γραφείο του και πήρε τον μεγεθυντικό φακό.
       Η Αθηνά έβγαλε με τρεμάμενα χέρια από την τσάντα της ένα μικρό μαύρο βελούδινο κουτί∙ το δικό της κουτί της Πανδώρας. Δεν το άνοιγε συχνά, γιατί θυμόταν.  Θυμόταν τον πρώτο καιρό μαζί του∙ τις ατέλειωτες αγκαλιές, τα παιχνίδια στο κρεβάτι∙ τη μυρωδιά του καφέ-φρεσκοκομμένος Λουμίδης-και των Κυριακάτικων εφημερίδων∙ τις νυχτερινές εξόδους στο κέντρο της Αθήνας∙ σινεμά στο Έμπασυ, περπάτημα μέχρι την Ιπποκράτους για κρέπες στις "Μαριονέτες" και ύστερα βόλτα για βιτρίνες μέχρι το Σύνταγμα∙ η Πανεπιστημίου και η Ακαδημίας φωτισμένες, γιορτινές∙ τα αυτοκίνητα να έρχονται ανάποδα και τα φώτα τους να θαμπώνουν τις σιλουέτες των περαστικών∙ η ανάσα του ζεστή στο λαιμό της, τσίχλα με άρωμα κανέλας ανακατεμένη με την πρώτη ανεπανάληπτη ανδρική Αρμάνι. Σε μια τέτοια βόλτα της είχε δώσει το δαχτυλίδι. Αγάπη μου, ήταν το μόνο που της είχε πει∙ δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποια από τις δύο λέξεις την είχε κάνει να βουρκώσει.
     Ήταν μαζί για δέκα χρόνια. Δεν παντρεύτηκαν, δεν έκαναν παιδιά∙ κανένα από τα δύο «δεν» δεν ήταν αιτία του άλλου. Η Αθηνά έγινε καθηγήτρια φιλόλογος, εκείνος δικηγόρος. Σε ένα μικρό ιδιωτικό σχολείο εκείνη, μεγαλοδικηγόρος εκείνος. Ο κύκλος του διευρύνθηκε. Ανέλαβε μεγάλες υποθέσεις. Πήγαινε στο γραφείο ακόμα και τις Κυριακές. Ανάσαινε ακριβά πούρα και είχε από χρόνια αποχωριστεί την παλιομοδίτικη Αρμάνι. Πρέπει να έβρισκε και την Αθηνά παλιομοδίτικη, αλλά δεν την είχε αποχωριστεί, τουλάχιστον όχι τυπικά. Πήγαινε με τις παρέες του, χωρίς εκείνη,  σε gourmet εστιατόρια στο Κολωνάκι. Παράγγελνε ακριβά πιάτα και συλλεκτικά κρασιά. Η Αθηνά έμενε πίσω με τα βιβλία και τις μουσικές της ή πήγαινε σινεμά με φίλες. Σύντομα χώρισαν.
     Δεν βλέπονταν πια καθόλου, ούτε σαν φίλοι. Δεν είχαν συναντηθεί ούτε τυχαία, έτσι σε κάποιο κατάστημα ή στον δρόμο. Φαίνεται ότι ακόμα και η τύχη είχε απογοητευθεί από τον συνδυασμό τους και δίσταζε να τον ξαναδοκιμάσει σε οποιαδήποτε μορφή.
     Η Αθηνά έδωσε το κουτί στον κύριο Μάριο. Δεν στενοχωριόταν για το ίδιο το δαχτυλίδι. Έτσι κι αλλιώς από χρόνια δεν το φορούσε. Το κρατούσε φυλαγμένο μέσα στο μαύρο του κουτί, βαθιά μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου της. Είχε σκοπό να το εξαργυρώσει κάποια στιγμή, ίσως για να πάρει κάτι άλλο που θα της άρεσε. Έτσι όμως αναγκεμένοι που ήταν οι καιροί, μάλλον τελικά θα το έδινε για να φάει. Χρώσταγε νοίκια δύο μηνών και τη δόση του αυτοκινήτου. Το σχολείο φέτος δεν πήγαινε καλά. Θα γίνονταν απολύσεις.
    Τα χέρια της ήταν παγωμένα, σαν ξύλα. Θύμωνε κάθε φορά που της συνέβαινε αυτό∙ πολύ περισσότερο, γιατί το περίμενε να γίνει. Αυτή τη φορά ήταν χειρότερα∙ της φαινόταν ότι είχε μείνει αλειμμένη επάνω τους η υγρή και μαλακή-σαν σφουγγάρι-χειραψία του κυρίου Μάριου. Αηδίασε.
     Ο κύριος Μάριος εξέτασε προσεκτικά το δαχτυλίδι με τον μεγεθυντικό φακό του,  σουφρώνοντας τα φρύδια του. Ψεύτικο. Είναι ψεύτικο. Η ετυμηγορία, ειπωμένη δύο φορές, ήχησε σαν ιατροδικαστικό πόρισμα. Το πρόσωπο του κυρίου Μάριου γυάλιζε στο ημίφως. Από ροδαλό, έμοιαζε τώρα πορσελάνινο, σαν πεθαμένου. Έβαλε ξανά τον φακό στη θήκη του και το δαχτυλίδι στο κουτί του. Η Αθηνά πήρε πίσω το κουτί, μουδιασμένη∙ μια σχέση που συνετρίβη κατά την απογείωση και μέσα στα συντρίμμια της το μαύρο κουτί με την εξήγηση.
     Βγήκε έξω στη στοά. Μπροστά της ένα κατάστημα «1 ευρώ». Ομπρέλες, μαντίλια, στέκες για τα μαλλιά, στυλό, κάλτσες∙ όλα με 1 ευρώ. Στην είσοδο, ένας μελαψός Ασιάτης της χαμογέλασε με μια κατάλευκη οδοντοστοιχία. Η Αθηνά μπήκε μέσα και άρχισε να ξεδιπλώνει ένα προς ένα όλα τα μαντίλια.

25.2.12

Η νεράιδα των κίτρινων λουλουδιών



      Ευτυχώς. Αυτό να λες, για να είσαι πάντα ευτυχισμένη. Της το είχε μάθει η γιαγιά της και η Ρένα το χρησιμοποιούσε σχεδόν σαν γιατρικό. Ευτυχώς. Κι έπαιρνε κουράγιο.
      Ευτυχώς που ήταν γεροί όλοι, η Χριστίνα της, ο Τάκης κι εκείνη. Και οι γονείς της. Ευτυχώς που είχε τη μάνα της να μεγαλώνει το παιδί. Ο Τάκης ταξίδευε τον περισσότερο καιρό με το φορτηγό. Έλειπε μήνες στο εξωτερικό κάθε φορά. Εκείνη δούλευε στην Αθήνα, όμως ευτυχώς  μπορούσε και πήγαινε στο χωριό κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο.
     Ευτυχώς που είχαν το κάτω σπίτι, γιατί το επάνω δεν θα μπορούσαν να το προχωρήσουν. Η Ελλάδα πήγαινε για φούντο. Το έβλεπε παντού. Ευτυχώς όμως εκείνη είχε ακόμα δουλειά. Καθαρίστρια σε συνεργείο καθαρισμού σε ένα μεγάλο νοσοκομείο. Όχι πολλά λεφτά. Τετρακόσια κάθε μήνα και η ασφάλεια. Ο εργοδότης της την είχε δηλώσει ανύπαντρη και χωρίς παιδιά. Αν της άρεσε, της είχε πει στην αρχή της συμφωνίας τους.
       Βρώμικη δουλειά. Όχι τόσο οι άρρωστοι. Περισσότερο οι γιατροί. Δεν την πείραζε ν’ αδειάζει τα χάρτινα κουτιά με τα μολυσματικά. Πιο πολύ από τις ματωμένες γάζες και τις κατουρημένες πάνες των αρρώστων, την αηδίαζαν οι παρατημένες κούπες πάνω στα γραφεία των γιατρών στο τέλος της μέρας. Με κόκκινα χείλη από κραγιόν αποτυπωμένα στα στόμια, με τσίχλες και τσαλακωμένα χαρτομάντιλα να κολυμπάνε στα υπολείμματα του παγωμένου καφέ.  Έπρεπε να τις μαζέψει εκείνη και να τις πλύνει. Έτσι τους είχε συνηθίσει.
      Ευτυχώς, δύο Σαββατοκύριακα το μήνα τα είχε ελεύθερα. Έμπαινε στο ΚΤΕΛ και πήγαινε στο χωριό. Μόλις την αντίκριζε η Χριστίνα, έτρεχε καταπάνω της. Ευτυχώς που είχε αυτή τη μικρή αγκαλιά να την περιμένει. Η κόρη της ήταν καλό παιδί, υπάκουη και άριστη στο σχολείο.
       Αυτόν το μήνα ήταν οι Απόκριες. Ήταν όμως και το άλλο καρναβάλι, το μεγάλο, που κρατούσε μήνες πολλούς και χρόνια. Αυτό με τους μασκαράδες βουλευτές που ξεπούλαγαν τη χώρα. Ο εργοδότης της είχε μειώσει το προσωπικό του συνεργείου. Ευτυχώς η Ρένα παρέμεινε. Μάλιστα, την παίνεσαν για την οικονομία που έκανε στα υλικά. Φθηνά υλικά, τα χειρότερα. Κόβονταν τα χέρια της από τα απορρυπαντικά. Τρύπαγαν τα γάντια. Όμως εκείνη τα μέτραγε, όπως έκανε και στο σπίτι της.
       Στο τηλέφωνο η Χριστίνα της είχε πει ότι είχαν αποκριάτικη γιορτή στο σχολείο. Ήθελε να ντυθεί. Κάτι σε νεράιδα. Οποιοδήποτε είδος νεράιδας, δεν την πείραζε. Έψαξε η Ρένα όλα τα μαγαζιά με αποκριάτικες στολές. Απλησίαστες οι τιμές. Σαράντα και πενήντα ευρώ όλες οι νεράιδες. Καλύτερη τιμή αδύνατον. Τώρα περίμεναν κι εκείνοι να πουλήσουν. Μετά την Καθαρά Δευτέρα, τέλος. Όλες οι νεράιδες και οι ιππότες έμπαιναν σε χαρτοκιβώτια και καταχωνιάζονταν στις αποθήκες μέχρι του χρόνου.
      Ευτυχώς, σε ένα μικρό μαγαζάκι στο κέντρο βρήκε μια νεράιδα μισοτιμής. Ελαττωματική, της είπε ο πωλητής. Τι ελάττωμα, τον ρώτησε. Ξέχασαν να της ράψουν λουλούδια. Νεράιδα των λουλουδιών χωρίς λουλούδια, ποιος να την αγοράσει… Ευτυχώς, τα χέρια της Ρένας έπιαναν. Ένα απόγευμα μετά το νοσοκομείο, πήρε μια δική της παλιά κίτρινη μπλούζα, την έκοψε σε κομμάτια και έραψε τρία μεγάλα λουλούδια, ένα για το καπέλο και δύο για τους ώμους. Η στολή ήταν έτοιμη. Κανονική νεράιδα των λουλουδιών.
      Η Ρένα πήγε η ίδια την κόρη της εκείνη την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς στο σχολείο. Σε όλο τον δρόμο, η Χριστίνα την κρατούσε σφιχτά από το χέρι και περπατούσε με καμάρι, πραγματική νεράιδα. Στο προαύλιο του σχολείου, οι φίλες της ξεφώνισαν ενθουσιασμένες με τη στολή της.
      «Μου την έφερε η μαμά μου από την Αθήνα! Είμαι η Νεράιδα των Κίτρινων Λουλουδιών».
      Η Ρένα  άφησε τη Χριστίνα στη γιορτή και πήρε τον δρόμο για το σπίτι κρυφογελώντας. Ευτυχώς, η μικρή δεν είχε καταλάβει τίποτα. Από όλες τις μπλούζες της μαμάς της,  αυτή την κίτρινη αγαπούσε η Χριστίνα περισσότερο. Δεν την άφηνε να την δώσει πουθενά. Η ίδια η Ρένα την είχε βαρεθεί. Ευτυχώς, είχε επιτέλους βρει τρόπο να την ξεφορτωθεί μια για πάντα.


(Η φωτογραφία είναι από τον τοίχο της Χρύσας Φραγκιαδάκη. Από τη στιγμή που την πρωτοείδα, την είχα διαρκώς στο μυαλό μου).

31.1.12

Η τυραννία του γραπτού λόγου


   
       Στα σαρανταπέντε του ο Γιόχαν είχε αποδεχτεί ότι δεν θα γινόταν ποτέ μεγάλος συγγραφέας. Η ζωή του μέχρι τώρα ήταν επίπεδη σαν δίσκος σερβιρίσματος. Οι μεγάλοι συγγραφείς ζούσαν ζωές ταραγμένες, με κουτσουρεμένα παιδικά χρόνια και μισερή νεότητα. Μισότρελοι ή μισομεθυσμένοι,  μπαινόβγαιναν στις ιστορίες τους ως πρωταγωνιστές με αλλαγμένο όνομα ή με το αντίθετο φύλο, ή ως απλοί παρατηρητές, όπως ο Χίτσκοκ στις γωνιές του σελιλόιντ των ταινιών του. Ξόδευαν όλη την ενέργεια μιας ζωής για να μετατρέψουν ένα ερέθισμα σε μερικές σελίδες καλλιγραφικές αράδες που θα έδιναν στον αναγνώστη χρόνο κερδισμένο, παράταση της δικής του, μίας και μοναδικής ζωής. Ένα καλογραμμένο βιβλίο ήταν όπως μια bonus ζωή σε ηλεκτρονικό παιχνίδι. Αυτό είχε γράψει ο Γιόχαν στην εισαγωγή της μελέτης του Η Τυραννία του Γραπτού Λόγου.
   
      Είχε γνωρίσει από κοντά πολλούς συγγραφείς, γνωστούς και άγνωστους, τυραννισμένους από τις ίδιες τους τις λέξεις. Ήξερε τα στέκια τους, τα οσμιζόταν και τα ξετρύπωνε σαν λαγωνικό. Πριν από χρόνια, έτυχε να βρεθεί στο Παρίσι και πήγε να επισκεφθεί την Παναγία των Παρισίων. Απέναντι ακριβώς από τον ναό, βρέθηκε αντιμέτωπος με τις προθήκες ενός παλιού βιβλιοπωλείου που έφερε το βαρύ όνομα Σέξπιρ και ΣΙΑ. Μαγνητισμένος από τη φορτωμένη βιτρίνα, γύρισε χωρίς δεύτερη σκέψη την πλάτη του στη Νοτρ Νταμ και πέρασε χωρίς τύψεις το κατώφλι του βιβλιοπωλείου, σταματώντας απορημένος στη μέση του, όπου υπήρχε ένα μικρό ρηχό πηγάδι γεμάτο με νομίσματα και με μια ταμπελίτσα που έγραφε: «Δώσε ό,τι μπορείς, πάρε ό,τι χρειάζεσαι». Ο ιδιοκτήτης του, που συστήθηκε εγκάρδια ως Τζορτζ Ουίτμαν, ήταν ένας ηλικιωμένος Αμερικανός με λεπτό και μακρύ ευγενικό πρόσωπο και ατίθασα γκρίζα μαλλιά. Θύμιζε ήρωα του Ντίκενς. Είχε αρχίσει τη ζωή του περιπλανώμενος στην Κεντρική Αμερική ως δημοσιογράφος, για να καταλήξει αργότερα στο Παρίσι, όπου είχε αγοράσει ένα παλιό μανάβικο και το είχε μετατρέψει σε βιβλιοπωλείο. Ο Ουίτμαν ήταν από την πρώτη στιγμή ιδιαίτερα φιλικός με τον άγνωστο επισκέπτη, εφαρμόζοντας κατά γράμμα ένα στίχο του Γέιτς (σύμφωνα με τον ίδιο, της Βίβλου κατ’ άλλους) που ήταν αναρτημένος σε μια πινακίδα πάνω από την είσοδο του βιβλιοπωλείου: «Μην είστε αφιλόξενοι στους ξένους, γιατί μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι άγγελοι». Ο Ουίτμαν είχε ξεναγήσει τον Γιόχαν στις θαυμαστές γωνιές του βιβλιοπωλείου: το μικρό γραφείο όπου μαζεύονταν ο Μπάροουζ με τον Γκίνσμπεργκ και την υπόλοιπη παρέα, την ξύλινη σκάλα όπου καθόταν η Αναΐς Νιν και διάβαζε τα γραπτά του Μίλερ, την πολυθρόνα που προτιμούσε ο Έζρα Πάουντ.


       Εκείνη η γνωριμία του με τον Ουίτμαν του είχε δώσει την έμπνευση να γράψει την πρώτη μεγάλη του μελέτη για την Τυραννία του Γραπτού Λόγου. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια ο Γιόχαν κυνηγούσε τα χνώτα των ζωντανών συγγραφέων. Πήγαινε σε όλες τις παρουσιάσεις βιβλίων και κρατούσε σημειώσεις, πώς έγραφε καθένας, ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα για το βιβλίο, πόσο και πώς έμπαινε ο ίδιος ο συγγραφέας στην πλοκή της ιστορίας του. Στο μυαλό του είχε ταξινομήσει τους συγγραφείς σε παραδοσιακούς, παλιομοδίτες που έγραφαν σε χοντρά σπιράλ τετράδια με καλοξυσμένα μολύβια ή λεπτά πενάκια ή σε παλιές γραφομηχανές με πλήκτρα μισοσβησμένα από τα πολλά χτυπήματα, και σε μοντέρνους τεχνοκράτες που φύλαγαν τις ιστορίες τους σε αρχεία Word ή PDF, επιμελώς ταξινομημένα σε κίτρινους ηλεκτρονικούς φακέλους ή σε εικονικούς δερμάτινους χαρτοφύλακες, αποθηκευμένα στον ταχύτατο κι ελαφρύ φορητό υπολογιστή τους. Ανεξάρτητα όμως με το πώς έγραφε ο καθένας τους, όλοι τους ήταν το ίδιο άπληστοι με τις λευκές σελίδες (χάρτινες ή ηλεκτρονικές). Ένιωθαν ότι το άδειο μπλοκ ή η λευκή οθόνη του υπολογιστή τους ζητούσαν απεγνωσμένα να τους στάξουν-με το μελάνι ή με το ποντίκι-λίγη ζωή και κάμποση δράση, να σπάσουν τη λευκή μονοτονία βάζοντας τους ήρωές τους να συγκρουστούν. Και όσο έγραφαν το βιβλίο τους, ήταν σαν να ζούσαν δύο ζωές: μία θορυβώδη καθημερινή και μια δεύτερη αθόρυβη, με αόρατα πρόσωπα και μυστικά γεγονότα, που κάποτε, σε χρόνο ανύποπτο, θα έβγαιναν στην επιφάνεια, μαγεύοντας τους φανατικούς τους αναγνώστες.
   
       Όσο καιρό έγραφε τη μελέτη του, ο Γιόχαν ένιωθε να τον τυραννάνε και τον ίδιο οι λέξεις που επρόκειτο να βγουν στο χαρτί. Ήταν κάτι σαν τοκετός που παρατεινόταν. Αγωνιούσε για τους ήρωες των βιβλίων και αδιαφορούσε εντελώς για τον ύπνο, το φαγητό, το σεξ, ακόμα και για τους πόνους που ταλαιπωρούσαν το αγύμναστο, νωθρό κορμί του στο τέλος κάθε μέρας μετά από το πολύωρο γράψιμο. Ο Χένρι Μίλερ είχε πει ότι το τελευταίο που απασχολεί τον συγγραφέα είναι να νιώθει άνετα την ώρα που γράφει, λες και η άβολη στάση δρα ως βοήθεια ή ερέθισμα. Ο Γιόχαν είχε αρχίσει να τον πιστεύει.
   
      Μάζεψε πολύ υλικό αυτά τα τέσσερα χρόνια, ψηλαφώντας σχεδόν ηδονικά τα πορτρέτα των συγγραφέων και φτάνοντας στις ιδιαίτερες κρυφές πτυχές τους: πώς έβρισκαν τα ονόματα για τους ήρωές τους (από τους τηλεφωνικούς καταλόγους, τις κοινωνικές στήλες των εφημερίδων ή τα κουδούνια των γειτονικών πολυκατοικιών), πώς οργάνωναν την ιστορία τους (τυχαία ή βάσει σχεδίου, νοερά ή πάνω σε στρατηγικό χάρτη), πώς αποφάσιζαν τον θάνατο, την αγάπη ή το μίσος, την οικονομική καταστροφή ή την ψυχική κατάρρευση ενός χαρακτήρα και πότε καταλάβαιναν ότι το βιβλίο είχε φτάσει στο τέλος του.
   
      Η Τυραννία του Γραπτού Λόγου είχε σχολιαστεί ευμενώς όταν κυκλοφόρησε, ως μελέτη «ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη και περιεκτική», που κατάφερνε να φωτίσει με γλαφυρό τρόπο τη σχεδόν σαδομαζοχιστική σχέση του συγγραφέα με τα γραπτά του. Μετά την έκδοσή της, ο Γιόχαν πέρασε μερικούς μήνες αδράνειας, σερφάροντας αφηρημένα στο διαδίκτυο. Στο μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται η ιδέα για το επόμενο βιβλίο του. Άρχισε να μαζεύει το υλικό του περισσότερο σε ηλεκτρονική μορφή, για πρακτικούς λόγους. Έπιασε ακόμα δειλά-δειλά να γράφει τις πρώτες σελίδες. Όμως από την ημέρα που μπήκε στη ζωή του η Μαργαρίτα, μπήκε και το βιβλίο του σε δρόμο ευθύ και ομαλό. Τι πιο φυσικό, αφού είχε δίπλα του το ίδιο το θέμα του, ολοζώντανο, προσιτό για κουβέντα και παρατήρηση, σαν δώρο σταλμένο από τον θεό του γραπτού λόγου στον ταπεινό και πιστό δούλο του.


ΠΗΓΕΣ:

1.Φίλιπ Γκούρεβιτς: Η τέχνη της γραφής - Εκδόσεις Τόπος (2011).



20.1.12

Το σκούντηγμα



        Ο Αλέξης σας σκούντηξε. Ανταποδώστε το σκούντηγμα.


        Έτσι απλά μπήκε στη ζωή της Θάλειας ο Αλέξης. Με ένα σκούντηγμα, μια χειμωνιάτικη Κυριακή. Η σελίδα της δεν είχε τίποτα άλλο εκείνο το πρωί. Κανένας φίλος  δεν είχε γενέθλια, δεν υπήρχαν μηνύματα, ούτε ειδοποιήσεις, ούτε προσκλήσεις σε εκδηλώσεις. Μόνο το σκούντηγμα του Αλέξη. Η Θάλεια ανταπέδωσε το σκούντηγμα και έμεινε όλη την υπόλοιπη μέρα συνδεδεμένη περιμένοντας. Μπήκε πολλές φορές στο προφίλ του Αλέξη. Ωραίος άντρας, μελαχρινός, γύρω στα τριάντα, μάτια δεν φαίνονταν πίσω από τα μαύρα γυαλιά, το ύψος δεν μπορούσε να το μαντέψει, ο τοίχος και οι πληροφορίες  μόνο για τους φίλους.
Ο Αλέξης την ξανασκούντηξε το απόγευμα, αλλά δεν της έστειλε αίτημα φιλίας παρά μόνο το άλλο πρωί. Η Θάλεια το δέχτηκε και πήγε αμέσως στο προφίλ του. Άντρας, άθεος, γενέθλια στις  5 Φεβρουαρίου, δηλαδή Υδροχόος. Αγαπημένη μουσική ο Ραχμάνινοφ, ο Μπαχ και ο Χατζιδάκις, αγαπημένοι συγγραφείς ο Ντοστογιέφσκι, ο Κάφκα και ο Παπαδιαμάντης. Αγαπημένες ταινίες, όλες του Μπέργκμαν.
Η Θάλεια ενθουσιάστηκε. Να ένας άντρας που θα μπορούσε να μιλήσει για κάτι άλλο εκτός από ποδόσφαιρο και αυτοκίνητα…  Με τον Μίλτο είχε πια κουραστεί. Τρία χρόνια μαζί, εκτός από το κρεβάτι και το φαγητό, δεν μπορούσαν να μοιραστούν τίποτα άλλο. Όχι ότι δεν την αγαπούσε. Τη λάτρευε με τον τρόπο του και της το έλεγε, επίσης με τον τρόπο του. Διαρκώς την πείραζε για όλα εκείνα που της άρεσαν. Της έπαιρνε το βιβλίο από τα χέρια και άρχιζε να απαγγέλλει με στόμφο ποίηση, συνόδευε με φωνή φάλτσου τενόρου τη μουσική της, άλλαζε με το τηλεκοντρόλ το κανάλι την ώρα που εκείνη παρακολουθούσε μια ταινία.
Με το σκούντηγμα του Αλέξη η ζωή της Θάλειας άλλαξε. Έμπαινε πολλές φορές την ημέρα στη σελίδα του και παρακολουθούσε τις αναρτήσεις του. Του έβαζε like με κάθε ευκαιρία. Της άρεσαν αυτά που ανέβαζε, ποιήματα, αποσπάσματα από βιβλία, μουσικές και κομμάτια από ταινίες. Έμοιαζαν τα γούστα τους, διάβαζαν τα ίδια βιβλία, άκουγαν την ίδια μουσική. Δεν προλάβαινε η Θάλεια να σκεφτεί ότι της αρέσει ένα κομμάτι και ο Αλέξης το είχε ήδη ανεβάσει στον τοίχο του.
Η Θάλεια ανυπομονούσε να τον γνωρίσει, αν όχι από κοντά, έστω από το chat. Όμως ο Αλέξης δεν άφηνε σχόλια, δεν έβαζε likes. Μια μέρα που εκείνος ανέβασε μια σκηνή από τις «Αγριες φράουλες» του Μπέργκμαν, την αγαπημένη της ταινία, η Θάλεια δεν άντεξε και του είπε καλησπέρα στο chat. Μια στίξη-χαμόγελο ήταν όλη η απάντησή του. Ο Μπέργκμαν, άλλο ένα κοινό τους σημείο. Θυμόταν μια φορά που είχε ρωτήσει τον Μίλτο αν του άρεσαν οι Άγριες Φράουλες κι εκείνος είχε απαντήσει ότι του αρέσουν, αλλά μόνο με σαντιγί.
Ο Μίλτος πρέπει να ζήλευε τον καινούριο της φίλο. Την έβρισκε κολλημένη στη σελίδα του Αλέξη και σούφρωνε τα χείλη του. Συχνά της πεταγόταν στο chat την ώρα που εκείνη άκουγε κάποιο από τα κομμάτια του Αλέξη.
Όμως οι μέρες περνούσαν και καμία πρόοδος δεν φαινόταν σε αυτή την εικονική φιλία της Θάλειας. Εκείνη αδημονούσε πια να γνωρίσει τον Αλέξη, να τον δει από κοντά. Εκτός από τη φωτογραφία του προφίλ του, δεν είχε βάλει καμία άλλη. Εκείνη αντίθετα ανέβαζε τις πιο ωραίες φωτογραφίες της, περιμένοντας ένα like. Μόνο ο Μίλτος όμως ήταν σταθερός θαυμαστής της. Έβαζε likes σε όλες  και άφηνε ενθουσιώδη σχόλια-«κουκλάρα», «θεά» και άλλα παρόμοια.
Την ημέρα των γενεθλίων της, ο Αλέξης ανέβασε στον τοίχο της το ποίημα του Πεσσόα για τα γενέθλια. Αρκετά απαισιόδοξο, αλλά η Θάλεια ενθουσιάστηκε για άλλη μια φορά. Ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα της. Το ήξερε σχεδόν απέξω… Του έστειλε μήνυμα. «Θέλεις να βρεθούμε κάποια μέρα για καφέ;» Δεν είχε ξαναπροτείνει ποτέ πρώτη εκείνη ραντεβού. Άφηνε πάντα τον άλλο να κάνει το πρώτο βήμα. Όμως η ιστορία με τον Αλέξη κόντευε να πάρει την έκταση του «Μεγάλου Ανατολικού» και λιμάνι δεν φαινόταν πουθενά. Ο Αλέξης άργησε να απαντήσει. Δεν απάντησε την ίδια μέρα, ούτε την επόμενη, ούτε τη μεθεπόμενη. Η Θάλεια είχε απελπιστεί, ώσπου, το πρωί της τρίτης μέρας, βρήκε το πολυπόθητο μήνυμα: «Να συναντηθούμε αύριο το απόγευμα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη συναυλία Αναγεννησιακής και Μπαρόκ Μουσικής; Θα έχω εγώ τα εισιτήρια».
Η Θάλεια πέταξε από τη χαρά της. Τουλάχιστον στην αρχή, γιατί μετά την κατέλαβε πανικός. Δεν είχε ιδέα από Αναγεννησιακή Μουσική, μα ούτε κι από μπαρόκ. Θα γινόταν ρεζίλι στον Αλέξη…  Άρχισε να κατεβάζει κομμάτια από το youtube.  Άκουγε χωρίς διακοπή. Ξεκίνησε από τον Μπαχ που της φαινόταν πιο οικείος και προχώρησε στον Παλεστρίνα, τον Μοντεβέρντι, τον Σκαρλάτι, φτάνοντας μέχρι τον Περγκολέζι και τον Βιβάλντι. Για ώρες μπερδεύονταν στα αυτιά της  λειτουργίες, μαδριγάλια και καντάτες. Σερφάριζε από το ένα Stabat Mater στο άλλο και τελειωμό δεν είχαν. Αργά το βράδυ έκλεισε τον υπολογιστή. Τη βασάνιζε μια δυνατή ημικρανία. Το μυαλό της ήταν τόσο θολωμένο που δεν θα μπορούσε να απαντήσει ούτε πόσες ήταν οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι. Πήρε ένα Ponstan και ξάπλωσε. Ο ύπνος της ήταν ανήσυχος. Την καταδίωκε μια ιπτάμενη βιόλα ντα γκάμπα. Εκείνη έτρεχε φωνάζοντας «Κλαούντιοοο!!...» Πετάχτηκε αλαφιασμένη. Πού ακούστηκε να καλεί τον Μοντεβέρντι για βοήθεια… Η ώρα ήταν μόλις τέσσερις και είκοσι το πρωί.
Το επόμενο απόγευμα έφτασε αγχωμένη στα σκαλιά της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Της φαινόταν πως είχε έρθει να δώσει εξετάσεις στην Ιστορία της Μουσικής. Είχε ντυθεί με μεγάλη φροντίδα και είχε προσέξει πολύ το μακιγιάζ της. Σε άλλη περίπτωση - αν ήταν ας πούμε με τον Μίλτο - θα ένιωθε πως έσκιζε. Όμως τώρα ένιωθε χάλια. Είχε ξεχάσει τους μισούς από τους συνθέτες της Αναγέννησης. Μόνο ο Μπαχ καθόταν ατάραχος στη μπαρόκ θέση του μέσα στο μυαλό της. Ανέβηκε τα σκαλιά και μπήκε στην αίθουσα υποδοχής. Κοίταξε γύρω της τον κόσμο που περίμενε για τη συναυλία. Κοινό πολύχρωμο, κάθε ηλικίας. Παρέες νέων αλλά και μεγαλύτερων ανθρώπων συζητούσαν και γελούσαν δυνατά. Μοναχικοί μουσικόφιλοι μελετούσαν το πρόγραμμα της Στέγης, μια γυναίκα σε αναπηρικό καρότσι, μια ομάδα μαθητών σχολείου. Πουθενά ο Αλέξης… Έτρωγε με τα μάτια της κάθε νέο άντρα που του έμοιαζε. Καμία ανταπόκριση…
«Θάλεια!...»
Γύρισε απότομα. Μπροστά της στεκόταν ο… Μίλτος! Φορούσε το καλό του πουκάμισο, εκείνο που του είχε χαρίσει εκείνη στα προηγούμενα γενέθλιά του. Έχασε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της… Η Στέγη κουνιόταν ολόκληρη. Οι φίλοι της Αναγεννησιακής Μουσικής πήγαιναν πέρα-δώθε, σαν παρασυρμένοι από νοερό μαδριγάλι.  Ίσως όμως να έφταιγε που έτρεμε εκείνη. Μα βέβαια…  Έτσι εξηγείται ο εξαφανισμένος Καβάφης τις προάλλες…. Είχε φάει όλο το σπίτι ψάχνοντας και τον είχε βρει κάτω από το μαξιλάρι του Μίλτου.  Και το ραδιόφωνο κολλημένο στο Τρίτο Πρόγραμμα μια-δυο φορές τώρα τελευταία. Από πού κι ως πού Musica reservata ο Μίλτος… Με τίποτα όμως δεν είχε πάει το μυαλό της… Η Θάλεια είχε απομείνει άφωνη. Παρατεταμένη παύση, τέσσερα ολόκληρα μέτρα, σε μοτέτο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει, να κλάψει ή να θυμώσει. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, μια φωνή από το μεγάφωνο ανήγγειλε την έναρξη της συναυλίας.

12.1.12

Αργύρης Χιόνης: Η Απουσία



     Τη λέξη Απουσία την άκουσα, για πρώτη φορά, στο σχολείο. Ο δάσκαλος έπαιρνε απουσίες, ο απουσιολόγος έπαιρνε απουσίες... Γιατί τις παίρνανε, που τις πηγαίνανε και τι τις κάνανε, ποτέ δεν κατάλαβα. Και επειδή, μικρός, ήμουν πολύ φιλάσθενος, παίρνανε συχνά και τις δικές μου απουσίες, χωρίς ωστόσο να νιώσω ποτέ ότι κάτι μου αφαιρούσαν, κάτι μου έλειπε.
Το ίδιο γινότανε και με τον πυρετό μου. Κάθε φορά που αρρώσταινα, μου 'λέγε η μάνα μου: «Έλα, να σου βάλω το θερμόμετρο, να σου πάρω τον πυρετό». Και μου 'βαζε το θερμόμετρο στη μασχάλη, αλλά τον πυρετό δεν μου τον έπαιρνε, γιατί ο πυρετός έμενε εκεί και μ' έψηνε, μέχρι που αποφάσιζε να φύγει από μόνος του και κά­ποιον άλλονε να βρει για να παιδέψει.
Είχα, όπως καταλαβαίνετε, ένα πρόβλημα με τις λέξεις που δεν χρησιμοποιούνταν κυριολεκτικά, που άλλα έλεγαν και άλλα εννοούσαν. Δεν είχα ακόμη μάθει τη μεταφορική χρήση τους· δεν ήμουν ακόμη ποιητής.
     Αυτό συνέβη λίγο αργότερα. Θέλω να πω, άρχισα να γίνομαι ποιητής, όταν, με τη βοήθεια του νονού μου, έμαθα ότι η απουσία είναι πουλί. Ο νονός μου, ένας γλυκός, διαβασμένος και ευφάνταστος άνθρωπος, ζούσε, με τη γυναίκα του, σε μια μεγάλη μονοκατοικία με εξίσου μεγάλο κήπο. Ακριβώς δίπλα (ένας ψηλός μαντρότοιχος ήταν το όριο), βρισκότανε η λαϊκή αυλή όπου εμείς, τέσσερα άτομα, καταλαμβάναμε, με ταπεινό νοίκι, ένα μόνο δωμάτιο χωρίς κανένα βοηθητικό χώρο. Επειδή ο νονός μου, ενώ είχε μεγάλο σπίτι και μεγάλη καρδιά, δεν είχε παιδιά, αποφάσισε να αγαπάει εμένα σαν παιδί του. Μόλις, λοιπόν, γύριζε σπίτι απ' τη δουλειά (βιβλιοπώλης ήτανε), έβγαινε στον κήπο και ξερόβηχε. Αυτό ήταν το σύνθημα μας, ο μυστικός μας κώδικας, που σήμαινε «έφτασα μόλις, έλα!» κι εγώ προσέτρεχα αμέσως, γιατί όσο μ' αγαπούσε εκείνος, άλλο τόσο κι εγώ τον αγαπούσα.
     Η αστική αυτή κατοικία, πλάι στη δική μας μίζερη αυλή, ήταν για μένα ένας κόσμος μαγικός, βγαλμένος κατευθείαν από τα παραμύθια. Και τί δεν υπήρχε εκεί μέσα: δρύινα βερνικωμένα πατώματα, παχιά χαλιά, που κάνανε το βάδισμα αθόρυβο σαν της γάτας, βιβλιοθήκες από τοίχο σε τοίχο, πίνακες ζωγραφικοί με υπέροχα τοπία από κάποιους άλλους κόσμους, εβένινοι μπουφέ­δες με απαστράπτοντα ασημικά μες στις βιτρί­νες τους, τραπέζια και καρέκλες με κεντητά λινά καλύμματα, ένα περίεργο σκεύος, μεγάλο σαν εικονοστάσι, που το λέγαν σαμοβάρι κι έβγαζε, από ένα μικρό βρυσάκι, τσάι αρωματικό, κούπες τσαγιού από διάφανη κινέζικη πορσελάνη, μια τεράστια, σαν μικρός ελέφαντας, μαντεμένια σόμπα, επιχρισμένη με πράσινο σμάλτο, ένα ραδιόφωνο, καπλαντισμένο με καρυδιά, απ' όπου έρρεε, σχεδόν αδιάκοπα, μια μουσική που τήνε λέγαν κλασική, και παντού, από το μπάνιο ως το πιο μικρό δωμάτιο, το άρωμα λεβάντας απ' την κο­λόνια του νονού μου.
     Σε μια γωνιά του μεγάλου σαλονιού (υπήρχε και μικρότερο για τις σύντομες ή αδιάφορες επισκέψεις) στεκόταν, πάνω σε βάθρο ξύλινο με τέχνη σκαλισμένο, έν' αδειανό κλουβί τόσο όμορφα φτιαγμένο, που επιθυμούσες να μικρύνεις, σαν καναρίνι ελάχιστος να γίνεις, μόνο και μόνο για να κατοικήσεις μέσα του. Αργότερα, πολύ αρ­γότερα, φωτογραφίες όταν πρωτοείδα του Τάτζ Μαχάλ, κατάλαβα πως ήτανε πιστό συρμάτινο αντίγραφο αυτού του διάσημου τεμένους. Τότε, ωστόσο, το μόνο που παίδευε την παιδική μου σκέψη ήταν γιατί ένα τόσο όμορφο κλουβί έμενε άδειο. Ρώτησα λοιπόν, μια μέρα, τον νονό μου: «Γιατί δεν έχει το κλουβί μέσα πουλί;».
     «Έχει και παραέχει, μόνο που δεν το βλέ­πεις», μου αποκρίθηκε.
     «Και πώς το λένε;» επέμεινα εγώ.
     «Το λένε Απουσία», μου είπε.
     «Και γιατί δεν κελαηδά;»
     «Γιατί η απουσία εκτός από αόρατη είναι και βουβή· φωνή δεν έχει».
     Αν και χαμογελούσε, λέγοντας μου αυτά τα λόγια, τα μάτια του δεν συμμετείχαν στο χαμόγελο· υπήρχε κάτι σκοτεινό μέσα τους, που μ' έκανε να σωπάσω, μολονότι είχα ακόμη πολλές απορίες σχετικά μ' αυτό το περίεργο πουλί.
     Λίγο μετά τη συμπλήρωση των δεκατεσσάρων μου χρόνων και πριν προλάβω να του δείξω τα ποιήματα που είχα αρχίσει να γράφω, ο νονός μου πέθανε. Ήταν ο πρώτος μου νεκρός, κι ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα την καρδιά μου σαν συρμάτινο Τάτζ Μαχάλ, κατοικημένη απ' το αόρατο βουβό πουλί, την Απουσία.
     Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε, μεγάλωσα, ωρίμασα, σίτεψα· πλήθος πλέον τα σβησμένα κεριά, πλήθος οι αγαπημένοι μου νεκροί... Και μια μέρα, περιπλανώμενος μέσα στον ζωολογικό κήπο της Αμβέρσας, βρέθηκα, κάποια στιγμή, μπροστά σ' ένα τεράστιο, σιδερόφρακτο, άδειο κλουβί με μια πινακίδα στη βάση του, που έγραφε στα γαλλικά και στα φλαμανδικά: ABSENCE -AFWEZIGHEID. Ίσως να ήταν κάποιο βελγικό αστείο ή, πάλι, μπορεί ο επιγραφοποιός να 'θελε να δηλώσει απλώς, με τρόπο βέβαια κάπως παράδοξο, ότι το ζώο, που όφειλε να είν' εκεί, απουσίαζε. Εγώ ωστόσο ταράχτηκα. Είδα, ξαφνικά, να επαληθεύεται αυτό που από καιρό υποπτευόμουν ότι η Απουσία δεν είναι πουλί άλλα θηρίο ανήμερο που, σιωπηλό και άφαντο, τρώει τα σωθικά μας, ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη, μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων.

     Επιμύθιο: Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ' ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι' αυτό και σ' όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει έν' αδειανό κλουβί γι' αυτήν.