Σελίδες
12.7.11
A man's world
Τρίτη 12 Ιουλίου του σωτήριου έτους 2011, που δεν φαίνεται να χρωστά καλό πουθενά. Πρώτα η Ιαπωνία με τον καταστροφικό σεισμό και τον πυρηνικό όλεθρο, πριν και μετά και συνεχώς η Ελλάδα με το οικονομικό και κοινωνικό αποτέλειωμα, τώρα η Κύπρος με την πολύνεκρη τραγωδία.
Είναι πρωί και ήδη κάνει πολλή ζέστη. Ο αέρας φυσάει μανιασμένα προσκαλώντας τους απανταχού εμπρηστές να πιάσουν δουλειά. Ξεκινάω κι εγώ για τη δική μου δουλειά, σ’ έναν κλάδο που απόμεινε μόνο να τρεμοσβήνει αχνά σαν φλόγα μισοτελειωμένου κεριού. Ευτυχώς που τώρα το καλοκαίρι η διαδρομή από την εξοχή είναι πιο εύκολη.
Σταματάω το αυτοκίνητο δίπλα στον κάδο σκουπιδιών. Χώρια η ανακύκλωση, χώρια τα υπόλοιπα. Οικολογικές καταβολές από τις ευτυχισμένες ημέρες. Πάλι καλά που υπάρχουν ακόμα απορριμματοφόρα, Δήμοι και κάδοι.
Στη μέση του δρόμου βλέπω κάτι μαυριδερό να κινείται. Ένα μισοπατημένο ποντίκι, σκέφτομαι με αηδία. Κοιτάζω πιο προσεκτικά. Δεν μοιάζει με ποντίκι. Νεογέννητο γατάκι είναι. Ακούω το στριγγό κλαψούρισμά του ανάμεσα στις νότες του René Aubry. Για μια στιγμή στέκομαι αναποφάσιστη. Ο μισός μου εαυτός λέει να το πάρω. Ο άλλος μισός βαριέται τους μπελάδες και σκέφτεται ότι θα αργήσει στο νοσοκομείο.
Δύο αυτοκίνητα περνάνε με ταχύτητα. Τζιπ και τα δύο. Όχι παίζουμε. Η Ελλάδα μόνο για λίγο καιρό ξαποσταίνει. Είναι γνωστό αυτό διεθνώς, γι΄αυτό και δεν μας πολυεμπιστεύονται. Κοιτάζω με κομμένη την ανάσα πίσω από το δεύτερο τζιπ. Το γατάκι συνεχίζει ατάραχο να διασχίζει τον δρόμο γρυλλίζοντας. Χαμπάρι δεν έχει πάρει ούτε για τις φετινές πυρκαγιές που ήδη άρχισαν, ούτε για τις περικοπές των μισθών, την κρίση στην Ιταλία, τις κομπίνες στο ποδόσφαιρο, τη συναυλία του Roger Waters.
Ανοίγω βιαστικά τη σακούλα της ανακύκλωσης και βγάζω ένα χάρτινο κουτί από δημητριακά. Οικογενειακή συσκευασία, 625 γραμμάρια. Στη μια πλευρά του κουτιού, η Ελένη Πετρουλάκη υπόσχεται επίπεδη κοιλιά. Βγαίνω από το αυτοκίνητο. Κάνω σήμα στο επόμενο αυτοκίνητο που έρχεται, να σταματήσει. Βουτάω το γατάκι από το δέρμα του αυχένα και το χώνω απαλά μέσα στην οικογενειακή συσκευασία. Νέο μέλος στην οικογένεια. Δεν πρέπει να φτάνει τα 625 γραμμάρια.
Βάζω όπισθεν και γυρίζω πίσω. Ο Στέλιος παραξενεύεται που με βλέπει. Ρίχνει μια ματιά στο κουτί και συνοφρυώνεται. Ίδια αντίδραση με τον μισό μου εαυτό. «Δεν είναι βιώσιμο», μου λέει. Πράγματι, το γατάκι μοιάζει μισοπεθαμένο. «Έτσι λέμε και για πολλούς από τους αρρώστους που νοσηλεύουμε και που, τελικά, φεύγουν περπατώντας», απαντάω. Ξυπνάω τα κορίτσια. Σηκώνονται αμέσως.
Με μια μικρή σύριγγα δίνουμε στο γατάκι λίγο γάλα. Είναι ακόμα τυφλό. Από την κοιλιά του κρέμεται κάτι σαν κλωστή, σα μεταξωτό ράμμα Νο 0. Αργότερα έμαθα ότι αυτό είναι απομεινάρι του ομφαλικού κολοβώματος. Οι γάτες κόβουν τους ομφάλιους λώρους με τα δόντια τους. Οι γυναίκες πάλι, όχι. Χρησιμοποιούν όλες τις μοντέρνες τεχνικές της Μαιευτικής. Εκτός, βέβαια, αν υπάρχει διακοπή ρεύματος. Τότε φέγγει λίγο η κινητή τηλεφωνία και βγαίνει το μωρό. Όπως και να’χει, στον κόσμο των ανθρώπων, άλλο είναι να γεννιέσαι άνθρωπος και άλλο γάτα.
«Πώς θα το πούμε;»
Είναι αγόρι. Πέφτουν ιδέες στο τραπέζι. «Πρόκλου και Ιλαρίου, Βερονίκης αιμορροούσης» διαβάζω στην εφημερίδα. Πρόκλος, Ιλάριος (Λάρι ίσως;) ή μήπως αργότερα βγει Βερονίκη; Το ξανασκέφτομαι. Το Σάββατο φεύγουμε με τον Στέλιο για Ρώμη.
«Ρωμαίος», ανακοινώνω κοφτά, με τον αέρα της θετής μητέρας.
Μπαίνω στο Όπελ και ξεκινάω. Ένα σύννεφο σκόνης με ακολουθεί. Καθώς αυτό διαλύεται, βλέπω τα κορίτσια σκυμμένα πάνω από τον νεοφερμένο Ρωμαίο.
21.6.11
Καλειδοσκοπική όραση
Ο άνδρας με την καλειδοσκοπική όραση
από παιδί έβλεπε τη ζωή
σπασμένη σε επάλληλα πρίσματα.
Ένα λευκό τριαντάφυλλο
γινόταν στα μάτια του
χίλια γιασεμιά
το πλοίο στο λιμάνι
μύρια τρεμάμενα βαρκάκια
η ευθεία γραμμή
έβγαζε ακτίνες
και ο ήλιος γεννούσε
χιλιάδες αστέρια.
Δεν έμενε ποτέ μόνος
ο άνδρας με την καλειδοσκοπική όραση
Κάθε περαστικός
γινόταν πλήθος πολύχρωμο
που ξεχείλιζε γύρω του
φωνές και σώματα.
Ένα πρωινό
ο άνδρας με την καλειδοσκοπική όραση
δεν ξύπνησε νωρίς
όπως συνήθιζε
μόνο απόμεινε κρυμμένος
μέσα στα κατακερματισμένα του όνειρα
να ζηλεύει
τα ακέραια πράγματα
των άλλων ανθρώπων
περιμένοντας
θολός από λύπη
τον δικό του
ολόκληρο θάνατο.
24.5.11
Προφήτης Κυρίου

The Prophet-Emil Nolde (1912)
Συναντήσαμε τον προφήτη
να στέκεται στην κορυφή
καυτής μεσημεριάτικης σκάλας
με τα χέρια τεταμένα σε δέηση
και το βλέμμα να αγναντεύει
χρόνια σπασμένα και ξανακολλημένα
με χάπια αλοπεριδόλης
και πολύχρωμα τρικυκλικά.
Ακίνητος
κάτω από τον δημοτικό πολυέλαιο
που κρεμόταν ξεχασμένος
από τα Χριστούγεννα
στο στήθος ξύλινο πλακάτ
διαφήμιζε τον Κύριο.
Οι περαστικοί
με ψηφιακές μηχανές
τράβαγαν φωτογραφίες τοίχου
που θα ταίριαζαν τέλεια
στο διαδικτυακό προφίλ τους.
Γιαούρτι βιολογικής ζύμωσης
κρέμες αντιρυτιδικές
μάσκαρα για μακριές βλεφαρίδες
και ο Κύριος
γιατί η ελπίδα
πεθαίνει πάντα τελευταία
μετά τον Κύριο.
22.5.11
Στο Ζάππειο μια μέρα
Περιμένω την Έλλη να τελειώσει τις προφορικές εξετάσεις του Lower σε ένα καφέ των Αμπελοκήπων. Ταυτόχρονα πίνω τον πρώτο freddo καπουτσίνο της χρονιάς. Καλοκαίριασε κανονικά πια. Ο ζεστός δεν τραβιέται.
Ξεφυλλίζω τις κυριακάτικες εφημερίδες. Το σημερινό αποτύπωμα της Μαριάννας Τζιαντζή στην Καθημερινή αναφέρεται σε «Μια φοράδα που ξεψύχησε στη γράνα». Σε ένα χωριό του Δήμου Ολυμπίας, ο ιδιοκτήτης ενός αλόγου, που για κάποιο λόγο ήθελε να το ξεφορτωθεί, το έδεσε στον κοτσαδόρο του αυτοκινήτου του και το έσερνε επί δύο χιλιόμετρα με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή που μπορούσε να αναπτύξει το ζώο. Το αποτέλεσμα ήταν να διαλυθεί το άλογο εις τα εξ ων το είχε συνθέσει ο πλάστης του. Ο αφέντης του ολοκλήρωσε την κτηνωδία, αφήνοντας το ζώο να αργοπεθαίνει σε μια γράνα. Η λέξη γράνα, πολύ συνηθισμένη στην Πελοπόννησο, σημαίνει αρδευτικό χαντάκι. Μέχρι τώρα ήξερα ότι η γράνα αποτελεί όριο ανάμεσα σε γειτονικά χωράφια ή αγωγό αποχέτευσης του βρόχινου νερού σε αγροτικούς δρόμους. Φαίνεται ότι στην εποχή μας αποχετεύει επίσης ειδεχθείς συμπεριφορές και κτηνώδη ένστικτα αγροίκων Νεοελλήνων.
Η Έλλη τέλειωσε καλά τις εξετάσεις. Τη ρωτάω αν είχε αγωνία την ώρα που εξεταζόταν. Η καθηγήτριά τους των αγγλικών τους είχε συμβουλεύσει, αν νιώσουν άγχος και ανησυχία στη θέα του εξεταστή, να προσπαθήσουν να τον φανταστούν γυμνό πάνω στη λεκάνη της τουαλέτας. Έμεινα άφωνη μπρος στον ευρηματικό αυτό τρόπο διαφυγής από το φαύλο κύκλο του στρες. Εντελώς αυτόματα έπιασα τον εαυτό μου να φαντάζεται όλους εκείνους που κατά καιρούς μου είχαν εμπνεύσει από άγχος έως πραγματικό τρόμο, σε αυτή την πολύ ιδιωτική στιγμή. Πραγματικά, πόσο πιο ανάλαφρα θα ήταν τα φοβερά βήματα της ζωής μου, αν είχαν λάβει χώρα μπροστά σε μια νοητή σειρά από τουαλέτες. Ένιωσα ευγνωμοσύνη για την καθηγήτρια αγγλικών της Έλλης.
Κατηφορίσαμε με το μετρό προς το Σύνταγμα. Στην κορυφή της πλατείας, κάτω από έναν διακοσμητικό πολυέλαιο που έχει ξεμείνει, νομίζω, από τα Χριστούγεννα, συναντήσαμε ένα σύγχρονο προφήτη. Στεκόταν ακίνητος στο ψηλότερο σκαλοπάτι, με τα χέρια ανοιχτά σα να κάνει κήρυγμα, έχοντας κρεμασμένο επάνω του ένα πλακάτ. Ψηλά πάνω από το κεφάλι του ο πολυέλαιος, ακόμα πιο ψηλά ο ζεστός ανοιξιάτικος ήλιος που χτύπαγε κατακέφαλα και μπροστά του, στα χαμηλότερα σκαλοπάτια, πολλοί περαστικοί και τουρίστες που τον έβγαζαν φωτογραφίες. Μου φάνηκε σαν να στεκόταν «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης», όπως η φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Ζηλεύω τέτοιους ανθρώπους που, έστω και μέσα στην ιδιαιτερότητά τους, πιστεύουν ότι υπάρχει πραγματικά ελπίδα σωτηρίας.
«Ο άνθρωπος είναι ο καλύτερος φίλος του βιβλίου». Αυτό είναι το μότο της φετινής Έκθεσης Βιβλίου που γίνεται αυτές τις μέρες στο Ζάππειο. Λίγοι και καλοί οι φίλοι αυτό το κυριακάτικο πρωινό. Απλωμένα πάνω στους πάγκους των εκδοτών, συχνά με σκεβρωμένα από τον ήλιο εξώφυλλα, τα βιβλία περίμεναν με λαχτάρα τους φίλους τους να τα πάρουν στα χέρια τους, να τα ξεφυλλίσουν και να τα πάρουν τελικά μαζί τους φεύγοντας.
Πήρα κι εγώ μερικά και ανάμεσά τους τη «Φωνή της Σιωπής», μια συλλογή του αγαπημένου μου Αργύρη Χιόνη. Άνοιξα τυχαία σε μια σελίδα: Η ποίηση πρέπει να’ναι/ Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο/ Πάνω που θα’χεις γλυκαθεί/ Να σπας τα δόντια σου. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήρα το βιβλίο. Δεν μπόρεσα ποτέ μέχρι τώρα να αντισταθώ μπροστά σε γραπτό του Χιόνη. Με αφήνει μαγεμένη, κεραυνοβολημένη. Σε κάποιο άλλο από τα βιβλία που πήρα, διάβαζα ότι το θάρρος που προσιδιάζει στην ευφυΐα είναι το θάρρος της διαύγειας. Αυτό έχει ο λόγος του Χιόνη. Είναι ο διαυγής λόγος ενός ευφυούς ανθρώπου. Καμία λέξη δεν περισσεύει. Κανένα νόημα δεν χάνεις. Ο Χιόνης σμιλεύει την καθημερινότητα με έναν μοναδικό τρόπο, λες και τα αισθητήριά του έχουν άλλη κατασκευή και συνδέονται αλλιώς με τον εγκέφαλο από εκείνα των υπόλοιπων ανθρώπων: Σύννεφα/ σκότωσαν τον ήλιο/ κι ύστερα/ κλάψαν το χαμό του. Ένα τετράστιχο με τίτλο «Βροχή».
Στο τέλος της βόλτας, καθόμαστε με την Έλλη στη θρυλική «Αίγλη». Στο απέναντι τραπέζι ένα ζευγάρι με δύο αγοράκια ηλικίας δημοτικού. Το ένα έχει βυθιστεί σε ένα τεύχος του «Αστερίξ». Η μαμά παρακαλεί το άλλο να ξεφυλλίσει ένα πολύχρωμο βιβλίο που του έχει αγοράσει. Ο μικρός δυσανασχετεί. Διατείνεται ότι «το ξεφύλλισε». Σκέφτομαι ότι πρέπει να ξαναπεράσουμε από την έκθεση φεύγοντας. Η Άννα μου έχει παραγγείλει να της βρω «ένα καλό βιβλίο».
Ο άνθρωπος είναι ο καλύτερος φίλος του βιβλίου. Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι.
Ξεφυλλίζω τις κυριακάτικες εφημερίδες. Το σημερινό αποτύπωμα της Μαριάννας Τζιαντζή στην Καθημερινή αναφέρεται σε «Μια φοράδα που ξεψύχησε στη γράνα». Σε ένα χωριό του Δήμου Ολυμπίας, ο ιδιοκτήτης ενός αλόγου, που για κάποιο λόγο ήθελε να το ξεφορτωθεί, το έδεσε στον κοτσαδόρο του αυτοκινήτου του και το έσερνε επί δύο χιλιόμετρα με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή που μπορούσε να αναπτύξει το ζώο. Το αποτέλεσμα ήταν να διαλυθεί το άλογο εις τα εξ ων το είχε συνθέσει ο πλάστης του. Ο αφέντης του ολοκλήρωσε την κτηνωδία, αφήνοντας το ζώο να αργοπεθαίνει σε μια γράνα. Η λέξη γράνα, πολύ συνηθισμένη στην Πελοπόννησο, σημαίνει αρδευτικό χαντάκι. Μέχρι τώρα ήξερα ότι η γράνα αποτελεί όριο ανάμεσα σε γειτονικά χωράφια ή αγωγό αποχέτευσης του βρόχινου νερού σε αγροτικούς δρόμους. Φαίνεται ότι στην εποχή μας αποχετεύει επίσης ειδεχθείς συμπεριφορές και κτηνώδη ένστικτα αγροίκων Νεοελλήνων.
Η Έλλη τέλειωσε καλά τις εξετάσεις. Τη ρωτάω αν είχε αγωνία την ώρα που εξεταζόταν. Η καθηγήτριά τους των αγγλικών τους είχε συμβουλεύσει, αν νιώσουν άγχος και ανησυχία στη θέα του εξεταστή, να προσπαθήσουν να τον φανταστούν γυμνό πάνω στη λεκάνη της τουαλέτας. Έμεινα άφωνη μπρος στον ευρηματικό αυτό τρόπο διαφυγής από το φαύλο κύκλο του στρες. Εντελώς αυτόματα έπιασα τον εαυτό μου να φαντάζεται όλους εκείνους που κατά καιρούς μου είχαν εμπνεύσει από άγχος έως πραγματικό τρόμο, σε αυτή την πολύ ιδιωτική στιγμή. Πραγματικά, πόσο πιο ανάλαφρα θα ήταν τα φοβερά βήματα της ζωής μου, αν είχαν λάβει χώρα μπροστά σε μια νοητή σειρά από τουαλέτες. Ένιωσα ευγνωμοσύνη για την καθηγήτρια αγγλικών της Έλλης.
Κατηφορίσαμε με το μετρό προς το Σύνταγμα. Στην κορυφή της πλατείας, κάτω από έναν διακοσμητικό πολυέλαιο που έχει ξεμείνει, νομίζω, από τα Χριστούγεννα, συναντήσαμε ένα σύγχρονο προφήτη. Στεκόταν ακίνητος στο ψηλότερο σκαλοπάτι, με τα χέρια ανοιχτά σα να κάνει κήρυγμα, έχοντας κρεμασμένο επάνω του ένα πλακάτ. Ψηλά πάνω από το κεφάλι του ο πολυέλαιος, ακόμα πιο ψηλά ο ζεστός ανοιξιάτικος ήλιος που χτύπαγε κατακέφαλα και μπροστά του, στα χαμηλότερα σκαλοπάτια, πολλοί περαστικοί και τουρίστες που τον έβγαζαν φωτογραφίες. Μου φάνηκε σαν να στεκόταν «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης», όπως η φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Ζηλεύω τέτοιους ανθρώπους που, έστω και μέσα στην ιδιαιτερότητά τους, πιστεύουν ότι υπάρχει πραγματικά ελπίδα σωτηρίας.
«Ο άνθρωπος είναι ο καλύτερος φίλος του βιβλίου». Αυτό είναι το μότο της φετινής Έκθεσης Βιβλίου που γίνεται αυτές τις μέρες στο Ζάππειο. Λίγοι και καλοί οι φίλοι αυτό το κυριακάτικο πρωινό. Απλωμένα πάνω στους πάγκους των εκδοτών, συχνά με σκεβρωμένα από τον ήλιο εξώφυλλα, τα βιβλία περίμεναν με λαχτάρα τους φίλους τους να τα πάρουν στα χέρια τους, να τα ξεφυλλίσουν και να τα πάρουν τελικά μαζί τους φεύγοντας.
Πήρα κι εγώ μερικά και ανάμεσά τους τη «Φωνή της Σιωπής», μια συλλογή του αγαπημένου μου Αργύρη Χιόνη. Άνοιξα τυχαία σε μια σελίδα: Η ποίηση πρέπει να’ναι/ Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο/ Πάνω που θα’χεις γλυκαθεί/ Να σπας τα δόντια σου. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήρα το βιβλίο. Δεν μπόρεσα ποτέ μέχρι τώρα να αντισταθώ μπροστά σε γραπτό του Χιόνη. Με αφήνει μαγεμένη, κεραυνοβολημένη. Σε κάποιο άλλο από τα βιβλία που πήρα, διάβαζα ότι το θάρρος που προσιδιάζει στην ευφυΐα είναι το θάρρος της διαύγειας. Αυτό έχει ο λόγος του Χιόνη. Είναι ο διαυγής λόγος ενός ευφυούς ανθρώπου. Καμία λέξη δεν περισσεύει. Κανένα νόημα δεν χάνεις. Ο Χιόνης σμιλεύει την καθημερινότητα με έναν μοναδικό τρόπο, λες και τα αισθητήριά του έχουν άλλη κατασκευή και συνδέονται αλλιώς με τον εγκέφαλο από εκείνα των υπόλοιπων ανθρώπων: Σύννεφα/ σκότωσαν τον ήλιο/ κι ύστερα/ κλάψαν το χαμό του. Ένα τετράστιχο με τίτλο «Βροχή».
Στο τέλος της βόλτας, καθόμαστε με την Έλλη στη θρυλική «Αίγλη». Στο απέναντι τραπέζι ένα ζευγάρι με δύο αγοράκια ηλικίας δημοτικού. Το ένα έχει βυθιστεί σε ένα τεύχος του «Αστερίξ». Η μαμά παρακαλεί το άλλο να ξεφυλλίσει ένα πολύχρωμο βιβλίο που του έχει αγοράσει. Ο μικρός δυσανασχετεί. Διατείνεται ότι «το ξεφύλλισε». Σκέφτομαι ότι πρέπει να ξαναπεράσουμε από την έκθεση φεύγοντας. Η Άννα μου έχει παραγγείλει να της βρω «ένα καλό βιβλίο».
Ο άνθρωπος είναι ο καλύτερος φίλος του βιβλίου. Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι.
15.5.11
Η Νόρμα στο υπόγειο
Η σελήνη ήταν έτοιμη να ανατείλει πάνω από το ιερό δάσος των Δρυΐδων. Κρεμόταν από ψηλά, στο μέσο της σκηνής. Το κοινό δεν μπορούσε ακόμα να τη δει. Έβλεπε όμως ένα μεγάλο, ελαφρώς κακόγουστο δέντρο, φτιαγμένο από πεπιεσμένο χαρτί ανακύκλωσης. Ήταν μια βελανιδιά. Δίπλα της ο βωμός του Γαλάτη θεού Ιρμίνσουλ, φτιαγμένος από τούβλα, περασμένα ένα χέρι από χοντρό γκρίζο σοβά. Ένα κομμάτι αγκαθωτού θάμνου, ο υποτιθέμενος ιερός ιξός, ήταν στερεωμένο πίσω από το βωμό. Η Νόρμα, με ένα στεφάνι από πλεγμένη λουΐζα στο μέτωπο και ασημί δρεπάνι στο χέρι, ανέβηκε πάνω στην ιερή πέτρα.
- Sediziose voci, voci di guerra… (Εξεγερμένες φωνές, φωνές του πολέμου…)
Εξεγερμένη κι εκείνη μέσα της. Σε έναν πόλεμο που δειλά-δειλά άρχιζε. Τον πόλεμο της επιβίωσης. Η φωνή της κρυστάλλινη και σταθερή, αληθινή ιαχή. Τόσοι μήνες πρόβας έφεραν αποτέλεσμα. Τέσσερις ώρες το πρωί και άλλες τόσες το απόγευμα. Σκάλες, αρπισμοί, ακρόαση. Έφτασε να βλέπει την Κάλλας στον ύπνο της. Τουλάχιστον εκείνη είχε μια σιγουριά με τον Ωνάση. Και τις βαρκάδες της στο Σκορπιό, και τα μαργαριταρένια της κολιέ, και τα ακριβά ρούχα. Ενώ η ίδια με τον Αντώνη τι σιγουριά να έχει; Όλη την ημέρα γύριζε με έναν φραπέ στο χέρι (για την ακρίβεια, όχι τον ίδιο - τον άλλαζε κάθε δυο-τρεις ώρες) και τη «Χρυσή Ευκαιρία». Όλο έψαχνε για δουλειά και δουλειά δεν έβρισκε. Του κόψανε και το επίδομα. Είπε χθες ότι από Δευτέρα θα ξεκινούσε σε ένα μουσικό μεζεδοπωλείο. Θα έπαιζε τέσσερα βράδια τη βδομάδα, τις καθημερινές. Τα Σαββατοκύριακα τα κρατούσαν για τις φίρμες. Διακόσια ευρώ τη βδομάδα. Κάτι ήταν κι αυτό. Μακάρι να στέριωνε.
- L’ ora aspettate, l’ ora fatal… (Περιμένετε την ώρα, τη μοιραία ώρα…)
Προχώρησε και έκοψε τον ιξό με το δρεπάνι. Δυσκολεύτηκε. Παρότι αστραφτερό, το δρεπάνι δεν ήταν καλά ακονισμένο. Ερχόταν και για κείνη η μεγάλη ώρα. Σε επτά μήνες ακριβώς. Χθες έκανε το τεστ εγκυμοσύνης. Είχε λίγες ζαλάδες την τελευταία εβδομάδα. Την πρόδωσε και η περίοδός της για πρώτη φορά. Το κατάλαβε. Πήρε τρία κιλά μέσα σε δέκα μέρες. Παραλίγο να μην της κάνουν τα φορέματα της Νόρμα. Το πρόσεξε και ο μαέστρος και την παρατήρησε ευγενικά, αλλά αυστηρά. Ήταν δύσκολοι οι καιροί. Δεν θα μπορούσαν να βρουν άλλα κοστούμια. Δεν υπήρχαν χρήματα. Έπρεπε να βολευτούν με ό,τι υπήρχε στο βεστιάριο από προηγούμενες παραστάσεις. Βέβαια, εκείνη πάντα λαχταρούσε να γίνει μητέρα. Το είχε όμως φανταστεί αλλιώς. Να μένει σε ένα μεγάλο και όμορφο σπίτι. Το μωρό να έχει ένα φωτεινό, ευχάριστο δωμάτιο με πολλά παιχνίδια. Ο Αντώνης να έρχεται από τη δουλειά χαμογελαστός και να την κρατά στην αγκαλιά του, καθώς εκείνη θα θηλάζει το μωρό.
Προχώρησε μπροστά, πάνω στη σκηνή, και έτεινε τα χέρια της προς τον ουρανό. Ένα λεπτό σκοινί κατέβασε το χρυσαφί φεγγάρι ακριβώς πάνω από το κεφάλι της.
-Casta Diva, che inargenti queste sacre antiche piante… (Αγνή θεά, που ασημώνεις τα δέντρα αυτά τα αρχαία, τα ιερά)
Ανατρίχιαζε κάθε φορά που έλεγε αυτή την άρια. Της φαινόταν σαν να έκανε επίκληση στη Μαρία Κάλλας. Ποτέ και πουθενά δεν επρόκειτο καμία σοπράνο να τραγουδήσει αυτή την άρια όπως την είχε τραγουδήσει εκείνη. Έβαζε τις ηχογραφήσεις της και τις άκουγε σχεδόν κάθε μέρα, ειδικά τώρα τελευταία που προετοιμαζόταν για την παράσταση. Συχνά της έρχονταν δάκρυα στα μάτια, ιδιαίτερα στο καταπληκτικό ντουέτο της Κάλλας με τη Στινιάνι στο “Mira, o Norma”. Αυτή η άρια ήταν η αγαπημένη της. Η Ανταλγκίζα εκλιπαρεί τη Νόρμα να λυπηθεί τα παιδιά της και να τα κρατήσει κοντά της. Η μελωδία της άριας και το αρμονικό συνταίριασμα των φωνών λες και είχαν γραφτεί από θεϊκό χέρι.
Μόνο στη μουσική έβρισκε πια ανακούφιση. Τις ώρες που ήταν πάνω στη σκηνή, ζούσε άλλες ζωές. Πότε Νόρμα να πέφτει στα πόδια του Πολιόνε ζητιανεύοντας την αγάπη του, πότε Αΐντα να ξεψυχά στην αγκαλιά του Ρανταμές, πότε Σαλώμη να χορεύει τον χορό των Επτά Πέπλων μπροστά στον Ηρώδη. Κρυβόταν μέσα στους ρόλους, όσο μπορούσε καλύτερα, μην τυχόν και τη βρει η πραγματική ζωή. Εκείνη όμως κάθε φορά την ξετρύπωνε στο τέλος. Την ώρα που ο κόσμος σταματούσε το χειροκρότημα. Την ώρα που κατέβαινε στο υπόγειο να ξεβαφτεί, στο στενό και σκοτεινό καμαρίνι της που μύριζε κλεισούρα και αρώματα από τα διπλανά καμαρίνια. Τενόροι, σοπράνο, χορευτές, τσελίστες, βιολονίστες και χορωδοί, όλοι γίνονταν ένα μέσα σε αυτά τα στενάχωρα δωμάτια. Τσαλαπατούσε ο ένας τον άλλον, να προλάβουν τις τουαλέτες και τις βρύσες, για να ετοιμαστούν και να φύγουν. Και από κοντά οι θαυμαστές. Συγγενείς, φίλοι, αλλά και άγνωστοι που λάτρευαν την όπερα, κρατώντας λουλούδια για να προσφέρουν ή προγράμματα για να πάρουν αυτόγραφα. Να μοιραστούν λίγη από τη λάμψη των πρωταγωνιστών.
- T’ inoltra, o giovinetta, t’ inoltra… (Πλησίασε, ω κόρη, πλησίασε…)
Η άλλη σοπράνο που υποδύεται την Ανταλγκίζα είχε ανεβεί στη σκηνή. Αντίπαλοι στο έργο, αντίπαλοι και στην πραγματικότητα. Ποτέ δεν τη χώνεψε αυτή τη γυναίκα. Τους κοίταζε όλους με ένα υπεροπτικό ύφος, λες και ήταν μυρμήγκια. Τραβούσε τις φράσεις της και χρωμάτιζε τη φωνή της, σαν να έλεγε κάποιο ρετσιτατίβο. Εντάξει, ήταν σε καλύτερη μοίρα από πολλούς άλλους. Είχε πλούσιο άντρα, βιομήχανο. Τραγουδούσε από χόμπι, όπως είχε δηλώσει. Ή μάλλον δεν το είχε πει ακριβώς έτσι. Από πάθος για τη μουσική. Ναι, έτσι το είχε πει μια μέρα. Δεν έφτανε όμως μόνο το πάθος. Ας έριχνε καμιά ματιά και στο λιμπρέτο. Ας ερχόταν λίγο προετοιμασμένη, να μην καθυστερεί τις πρόβες και να μην εκνευρίζει τον μαέστρο. Την τελευταία φορά, στη «Μποέμ», ο μαέστρος έξαλλος της είχε πει ότι δεν θα ξανατραγουδήσει ποτέ ξανά σε δική του παράσταση. Μεσολάβησε τότε ο σύζυγος-βιομήχανος, απειλώντας ότι θα σταματήσει την επιχορήγηση. Ο μαέστρος μαζεύτηκε. Έριξε νερό στο κρασί του. Είπαμε, ήταν δύσκολοι οι καιροί. Κινδύνευαν να βρεθούν όλοι στο δρόμο με την οικονομική κρίση που υπήρχε. Μήνες πολλούς απλήρωτοι οι μουσικοί. Στο θέατρο, για πολύ καιρό, δεν είχε μπει ούτε καρφί.
-Tremi tu? E per chi? (Τρέμεις; Για ποιον τρέμεις;)
Ο τενόρος που έκανε τον Πολιόνε στεκόταν απέναντί της με ύφος κωμικά λυπημένο. Ε, λοιπόν, δεν έπειθε. Πολύ καλό παιδί, συνεπής στη δουλειά του, σωστή φωνή, αλλά από σκηνική παρουσία, τίποτα. Καταρχήν ήταν τόσο παχύς, που λαχάνιαζε και στα λίγα σκαλοπάτια της σκηνής. Νέος άνθρωπος, είχε παραμελήσει τόσο τον εαυτό του. Πώς να πείσει ότι τον διεκδικούν δύο γυναίκες, όταν στην πραγματικότητα και η πιο απελπισμένη δεν θα γύριζε να τον κοιτάξει; Πόσο αηδίαζε εκείνη, όταν της κρατούσε το χέρι με την ιδρωμένη παχουλή παλάμη του στα ντουέτα που είχαν μαζί…
Ο τενόρος-Πολιόνε ερμήνευε με υπερβολικά δραματικό τρόπο.
- Dio non v’ha che mali inventi de’ miei mali, ah, più cocenti! (Δεν υπάρχει Θεός που από τις δικές μου δυστυχίες χειρότερες να μπορεί να εφεύρει!)
Εντάξει, τον λυπόταν. Είχε τρία παιδιά και μια γυναίκα με ψυχική νόσο. Πάσχιζε να τα φέρει βόλτα. Όταν δεν είχε παράσταση, τραγουδούσε σε ένα πιάνο-μπαρ. Συχνά ερχόταν στις πρόβες ξενυχτισμένος και τον έπαιρνε ο ύπνος στα μεσοδιαστήματα των δικών του κομματιών. Πολλές φορές, έπιναν καφέ μετά τις πρόβες και κουβέντιαζαν. Της έδινε την εντύπωση ότι ήταν τσιμπημένος μαζί της. Ο τρόπος που την κοιτούσε, ιδιαίτερα όταν εκείνη τραγουδούσε, κάτι τέτοιο μαρτυρούσε. Εκείνη όμως δεν του άφηνε ποτέ κανένα περιθώριο.
Μπήκε η χορωδία στο δικό της κάλεσμα.
-Norma, Norma, all’ ara! (Νόρμα, Νόρμα, στο βωμό!)
Εκείνη συγκεντρώθηκε στο ρόλο της. Το πρώτο μέρος τέλειωνε σε λίγο.
- Αh! Suon di morte, suon di morte! (Α! Θανάτου ιαχή, θανάτου ιαχή!)
Η Ανταλγκίζα και ο Πολιόνε έκλεισαν και τα δικά τους μέρη. Έμενε η αγκωνιά που είχε να δώσει εκείνη στον Πολιόνε. Πόσες φορές δεν είχαν προβάρει αυτή την αγκωνιά. Ο σκηνοθέτης με το μαέστρο διαφωνούσαν. Πολύ τρυφερή, πολύ σκληρή, πολύ απότομη, πολύ αδιάφορη, χαδιάρικη, άτσαλη… Και τι δε είχαν ακούσει! Μετά από μια πρόβα, ο τενόρος της είχε δείξει το μελανιασμένο πλευρό του, εκεί που έτρωγε τις αγκωνιές σύμφωνα με τις οδηγίες των αρχηγών. Πρέπει να κάνω πιο ήπιες κινήσεις, είχε σκεφτεί εκείνη με τύψεις.
Η ιαχή του θανάτου ξεθύμανε. Η σκηνή άδειασε και τα φώτα άναψαν. Κατέβηκε από τη στενή σκάλα στο καμαρίνι της. Κατουριόταν εδώ και ώρα. Είναι κι αυτή η εγκυμοσύνη… Η τουαλέτα των γυναικών κατειλημμένη. Μπήκε στο καμαρίνι της. Το κινητό της είχε τέσσερις αναπάντητες κλήσεις. Ο Αντώνης. Τι να ήθελε άραγε; Σχημάτισε τον αριθμό του.
-Έλα… Ναι, καλά τα έχουμε πάει μέχρι τώρα. Έχει κόσμο, αρκετό. Τι;… Τι είπες;… Πότε;…. Πού την πήγανε, σε ποιο νοσοκομείο;…. Τι λένε οι γιατροί;
Από τα μάτια της έτρεχαν ασυγκράτητα τα δάκρυα αφήνοντας υγρούς λεκέδες στο πράσινο βελούδινο φόρεμα της Νόρμα. Ίδια δάκρυα με κείνα που έρχονταν όταν άκουγε την Κάλλας με τη Στινιάνι. Μόνο που τώρα ήταν περισσότερα. Πολύ περισσότερα. Τα χέρια της έτρεμαν. Της ήρθε ναυτία. Πήρε βαθιές ανάσες. Ευτυχώς τις περισσότερες φορές κατάφερνε να το ελέγχει. Το δεύτερο μέρος θα άρχιζε σε λίγα λεπτά. Κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη και διόρθωσε λίγο το μακιγιάζ. Φαινόταν χλωμή και λυπημένη. Έτσι ακριβώς όπως την ήθελε αυτό το δεύτερο μέρος του ρόλου.
Ανέβηκε στη σκηνή. Κρατούσε στο χέρι της ένα φανάρι και ένα μαχαίρι. Στο κέντρο της σκηνής υπήρχε τώρα ένα ανάκλιντρο και δίπλα του ένα τραπέζι. Πάνω του ξαπλωμένα δυο παιδάκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Οι δυο μικροί πρωταγωνιστές του έργου, οι μασκότ όλων τους. Ήταν αστεία με έναν αθώο τρόπο, καθώς τρεμόπαιζαν τα κλειστά τους βλέφαρα, προσπαθώντας να παραστήσουν ότι κοιμούνται. Πόσες παρατηρήσεις δεν τους είχε κάνει ο μαέστρος μέχρι να καταφέρουν να παραμένουν σοβαρά για τα λίγα λεπτά των ρόλων τους… Της φάνηκαν τόσο όμορφα…
Άφησε το φανάρι πάνω στο τραπέζι, όπως ακριβώς προέβλεπε ο ρόλος. Κάθισε στην άκρη του ανάκλιντρου με το πρόσωπο στραμμένο στα κοιμισμένα παιδιά.
-Dormono entrambi… Non vedran la mano che li percuote. (Κοιμούνται και τα δύο… Δεν θα δουν το χέρι που τα χτυπά).
Η φωνή της ακουγόταν φορτισμένη με την τραγικότητα που απαιτούσε αυτό ακριβώς το σημείο του ρόλου. Είχε μελετήσει αυτό το κομμάτι πολλές φορές και είχε προσπαθήσει να μπει στη θέση της Νόρμα. Της ήταν αδύνατο να φανταστεί ότι θα μπορούσε ποτέ μια μάνα, για οποιοδήποτε λόγο, να σκοτώσει τα παιδιά της. Ευτυχώς που ο λιμπρετίστας της Νόρμα αποδείχτηκε πιο φιλεύσπλαχνος από τον Ευριπίδη κι έτσι η Νόρμα τελικά δεν είχε γίνει φόνισσα.
Ξαφνικά την κυρίευσε ένα δυνατό κι ευχάριστο συναίσθημα, όπως όταν κάποιος ανυπομονεί για κάτι καλό που έρχεται. Τα έγχορδα της ορχήστρας συνέπραξαν μαζί της σε ένα ηχηρό ιντερλούδιο. Ναι, αλήθεια, κάτι πολύ καλό ερχόταν. Σε επτά μήνες θα είχε κι εκείνη το δικό της παιδί.
- Sediziose voci, voci di guerra… (Εξεγερμένες φωνές, φωνές του πολέμου…)
Εξεγερμένη κι εκείνη μέσα της. Σε έναν πόλεμο που δειλά-δειλά άρχιζε. Τον πόλεμο της επιβίωσης. Η φωνή της κρυστάλλινη και σταθερή, αληθινή ιαχή. Τόσοι μήνες πρόβας έφεραν αποτέλεσμα. Τέσσερις ώρες το πρωί και άλλες τόσες το απόγευμα. Σκάλες, αρπισμοί, ακρόαση. Έφτασε να βλέπει την Κάλλας στον ύπνο της. Τουλάχιστον εκείνη είχε μια σιγουριά με τον Ωνάση. Και τις βαρκάδες της στο Σκορπιό, και τα μαργαριταρένια της κολιέ, και τα ακριβά ρούχα. Ενώ η ίδια με τον Αντώνη τι σιγουριά να έχει; Όλη την ημέρα γύριζε με έναν φραπέ στο χέρι (για την ακρίβεια, όχι τον ίδιο - τον άλλαζε κάθε δυο-τρεις ώρες) και τη «Χρυσή Ευκαιρία». Όλο έψαχνε για δουλειά και δουλειά δεν έβρισκε. Του κόψανε και το επίδομα. Είπε χθες ότι από Δευτέρα θα ξεκινούσε σε ένα μουσικό μεζεδοπωλείο. Θα έπαιζε τέσσερα βράδια τη βδομάδα, τις καθημερινές. Τα Σαββατοκύριακα τα κρατούσαν για τις φίρμες. Διακόσια ευρώ τη βδομάδα. Κάτι ήταν κι αυτό. Μακάρι να στέριωνε.
- L’ ora aspettate, l’ ora fatal… (Περιμένετε την ώρα, τη μοιραία ώρα…)
Προχώρησε και έκοψε τον ιξό με το δρεπάνι. Δυσκολεύτηκε. Παρότι αστραφτερό, το δρεπάνι δεν ήταν καλά ακονισμένο. Ερχόταν και για κείνη η μεγάλη ώρα. Σε επτά μήνες ακριβώς. Χθες έκανε το τεστ εγκυμοσύνης. Είχε λίγες ζαλάδες την τελευταία εβδομάδα. Την πρόδωσε και η περίοδός της για πρώτη φορά. Το κατάλαβε. Πήρε τρία κιλά μέσα σε δέκα μέρες. Παραλίγο να μην της κάνουν τα φορέματα της Νόρμα. Το πρόσεξε και ο μαέστρος και την παρατήρησε ευγενικά, αλλά αυστηρά. Ήταν δύσκολοι οι καιροί. Δεν θα μπορούσαν να βρουν άλλα κοστούμια. Δεν υπήρχαν χρήματα. Έπρεπε να βολευτούν με ό,τι υπήρχε στο βεστιάριο από προηγούμενες παραστάσεις. Βέβαια, εκείνη πάντα λαχταρούσε να γίνει μητέρα. Το είχε όμως φανταστεί αλλιώς. Να μένει σε ένα μεγάλο και όμορφο σπίτι. Το μωρό να έχει ένα φωτεινό, ευχάριστο δωμάτιο με πολλά παιχνίδια. Ο Αντώνης να έρχεται από τη δουλειά χαμογελαστός και να την κρατά στην αγκαλιά του, καθώς εκείνη θα θηλάζει το μωρό.
Προχώρησε μπροστά, πάνω στη σκηνή, και έτεινε τα χέρια της προς τον ουρανό. Ένα λεπτό σκοινί κατέβασε το χρυσαφί φεγγάρι ακριβώς πάνω από το κεφάλι της.
-Casta Diva, che inargenti queste sacre antiche piante… (Αγνή θεά, που ασημώνεις τα δέντρα αυτά τα αρχαία, τα ιερά)
Ανατρίχιαζε κάθε φορά που έλεγε αυτή την άρια. Της φαινόταν σαν να έκανε επίκληση στη Μαρία Κάλλας. Ποτέ και πουθενά δεν επρόκειτο καμία σοπράνο να τραγουδήσει αυτή την άρια όπως την είχε τραγουδήσει εκείνη. Έβαζε τις ηχογραφήσεις της και τις άκουγε σχεδόν κάθε μέρα, ειδικά τώρα τελευταία που προετοιμαζόταν για την παράσταση. Συχνά της έρχονταν δάκρυα στα μάτια, ιδιαίτερα στο καταπληκτικό ντουέτο της Κάλλας με τη Στινιάνι στο “Mira, o Norma”. Αυτή η άρια ήταν η αγαπημένη της. Η Ανταλγκίζα εκλιπαρεί τη Νόρμα να λυπηθεί τα παιδιά της και να τα κρατήσει κοντά της. Η μελωδία της άριας και το αρμονικό συνταίριασμα των φωνών λες και είχαν γραφτεί από θεϊκό χέρι.
Μόνο στη μουσική έβρισκε πια ανακούφιση. Τις ώρες που ήταν πάνω στη σκηνή, ζούσε άλλες ζωές. Πότε Νόρμα να πέφτει στα πόδια του Πολιόνε ζητιανεύοντας την αγάπη του, πότε Αΐντα να ξεψυχά στην αγκαλιά του Ρανταμές, πότε Σαλώμη να χορεύει τον χορό των Επτά Πέπλων μπροστά στον Ηρώδη. Κρυβόταν μέσα στους ρόλους, όσο μπορούσε καλύτερα, μην τυχόν και τη βρει η πραγματική ζωή. Εκείνη όμως κάθε φορά την ξετρύπωνε στο τέλος. Την ώρα που ο κόσμος σταματούσε το χειροκρότημα. Την ώρα που κατέβαινε στο υπόγειο να ξεβαφτεί, στο στενό και σκοτεινό καμαρίνι της που μύριζε κλεισούρα και αρώματα από τα διπλανά καμαρίνια. Τενόροι, σοπράνο, χορευτές, τσελίστες, βιολονίστες και χορωδοί, όλοι γίνονταν ένα μέσα σε αυτά τα στενάχωρα δωμάτια. Τσαλαπατούσε ο ένας τον άλλον, να προλάβουν τις τουαλέτες και τις βρύσες, για να ετοιμαστούν και να φύγουν. Και από κοντά οι θαυμαστές. Συγγενείς, φίλοι, αλλά και άγνωστοι που λάτρευαν την όπερα, κρατώντας λουλούδια για να προσφέρουν ή προγράμματα για να πάρουν αυτόγραφα. Να μοιραστούν λίγη από τη λάμψη των πρωταγωνιστών.
- T’ inoltra, o giovinetta, t’ inoltra… (Πλησίασε, ω κόρη, πλησίασε…)
Η άλλη σοπράνο που υποδύεται την Ανταλγκίζα είχε ανεβεί στη σκηνή. Αντίπαλοι στο έργο, αντίπαλοι και στην πραγματικότητα. Ποτέ δεν τη χώνεψε αυτή τη γυναίκα. Τους κοίταζε όλους με ένα υπεροπτικό ύφος, λες και ήταν μυρμήγκια. Τραβούσε τις φράσεις της και χρωμάτιζε τη φωνή της, σαν να έλεγε κάποιο ρετσιτατίβο. Εντάξει, ήταν σε καλύτερη μοίρα από πολλούς άλλους. Είχε πλούσιο άντρα, βιομήχανο. Τραγουδούσε από χόμπι, όπως είχε δηλώσει. Ή μάλλον δεν το είχε πει ακριβώς έτσι. Από πάθος για τη μουσική. Ναι, έτσι το είχε πει μια μέρα. Δεν έφτανε όμως μόνο το πάθος. Ας έριχνε καμιά ματιά και στο λιμπρέτο. Ας ερχόταν λίγο προετοιμασμένη, να μην καθυστερεί τις πρόβες και να μην εκνευρίζει τον μαέστρο. Την τελευταία φορά, στη «Μποέμ», ο μαέστρος έξαλλος της είχε πει ότι δεν θα ξανατραγουδήσει ποτέ ξανά σε δική του παράσταση. Μεσολάβησε τότε ο σύζυγος-βιομήχανος, απειλώντας ότι θα σταματήσει την επιχορήγηση. Ο μαέστρος μαζεύτηκε. Έριξε νερό στο κρασί του. Είπαμε, ήταν δύσκολοι οι καιροί. Κινδύνευαν να βρεθούν όλοι στο δρόμο με την οικονομική κρίση που υπήρχε. Μήνες πολλούς απλήρωτοι οι μουσικοί. Στο θέατρο, για πολύ καιρό, δεν είχε μπει ούτε καρφί.
-Tremi tu? E per chi? (Τρέμεις; Για ποιον τρέμεις;)
Ο τενόρος που έκανε τον Πολιόνε στεκόταν απέναντί της με ύφος κωμικά λυπημένο. Ε, λοιπόν, δεν έπειθε. Πολύ καλό παιδί, συνεπής στη δουλειά του, σωστή φωνή, αλλά από σκηνική παρουσία, τίποτα. Καταρχήν ήταν τόσο παχύς, που λαχάνιαζε και στα λίγα σκαλοπάτια της σκηνής. Νέος άνθρωπος, είχε παραμελήσει τόσο τον εαυτό του. Πώς να πείσει ότι τον διεκδικούν δύο γυναίκες, όταν στην πραγματικότητα και η πιο απελπισμένη δεν θα γύριζε να τον κοιτάξει; Πόσο αηδίαζε εκείνη, όταν της κρατούσε το χέρι με την ιδρωμένη παχουλή παλάμη του στα ντουέτα που είχαν μαζί…
Ο τενόρος-Πολιόνε ερμήνευε με υπερβολικά δραματικό τρόπο.
- Dio non v’ha che mali inventi de’ miei mali, ah, più cocenti! (Δεν υπάρχει Θεός που από τις δικές μου δυστυχίες χειρότερες να μπορεί να εφεύρει!)
Εντάξει, τον λυπόταν. Είχε τρία παιδιά και μια γυναίκα με ψυχική νόσο. Πάσχιζε να τα φέρει βόλτα. Όταν δεν είχε παράσταση, τραγουδούσε σε ένα πιάνο-μπαρ. Συχνά ερχόταν στις πρόβες ξενυχτισμένος και τον έπαιρνε ο ύπνος στα μεσοδιαστήματα των δικών του κομματιών. Πολλές φορές, έπιναν καφέ μετά τις πρόβες και κουβέντιαζαν. Της έδινε την εντύπωση ότι ήταν τσιμπημένος μαζί της. Ο τρόπος που την κοιτούσε, ιδιαίτερα όταν εκείνη τραγουδούσε, κάτι τέτοιο μαρτυρούσε. Εκείνη όμως δεν του άφηνε ποτέ κανένα περιθώριο.
Μπήκε η χορωδία στο δικό της κάλεσμα.
-Norma, Norma, all’ ara! (Νόρμα, Νόρμα, στο βωμό!)
Εκείνη συγκεντρώθηκε στο ρόλο της. Το πρώτο μέρος τέλειωνε σε λίγο.
- Αh! Suon di morte, suon di morte! (Α! Θανάτου ιαχή, θανάτου ιαχή!)
Η Ανταλγκίζα και ο Πολιόνε έκλεισαν και τα δικά τους μέρη. Έμενε η αγκωνιά που είχε να δώσει εκείνη στον Πολιόνε. Πόσες φορές δεν είχαν προβάρει αυτή την αγκωνιά. Ο σκηνοθέτης με το μαέστρο διαφωνούσαν. Πολύ τρυφερή, πολύ σκληρή, πολύ απότομη, πολύ αδιάφορη, χαδιάρικη, άτσαλη… Και τι δε είχαν ακούσει! Μετά από μια πρόβα, ο τενόρος της είχε δείξει το μελανιασμένο πλευρό του, εκεί που έτρωγε τις αγκωνιές σύμφωνα με τις οδηγίες των αρχηγών. Πρέπει να κάνω πιο ήπιες κινήσεις, είχε σκεφτεί εκείνη με τύψεις.
Η ιαχή του θανάτου ξεθύμανε. Η σκηνή άδειασε και τα φώτα άναψαν. Κατέβηκε από τη στενή σκάλα στο καμαρίνι της. Κατουριόταν εδώ και ώρα. Είναι κι αυτή η εγκυμοσύνη… Η τουαλέτα των γυναικών κατειλημμένη. Μπήκε στο καμαρίνι της. Το κινητό της είχε τέσσερις αναπάντητες κλήσεις. Ο Αντώνης. Τι να ήθελε άραγε; Σχημάτισε τον αριθμό του.
-Έλα… Ναι, καλά τα έχουμε πάει μέχρι τώρα. Έχει κόσμο, αρκετό. Τι;… Τι είπες;… Πότε;…. Πού την πήγανε, σε ποιο νοσοκομείο;…. Τι λένε οι γιατροί;
Από τα μάτια της έτρεχαν ασυγκράτητα τα δάκρυα αφήνοντας υγρούς λεκέδες στο πράσινο βελούδινο φόρεμα της Νόρμα. Ίδια δάκρυα με κείνα που έρχονταν όταν άκουγε την Κάλλας με τη Στινιάνι. Μόνο που τώρα ήταν περισσότερα. Πολύ περισσότερα. Τα χέρια της έτρεμαν. Της ήρθε ναυτία. Πήρε βαθιές ανάσες. Ευτυχώς τις περισσότερες φορές κατάφερνε να το ελέγχει. Το δεύτερο μέρος θα άρχιζε σε λίγα λεπτά. Κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη και διόρθωσε λίγο το μακιγιάζ. Φαινόταν χλωμή και λυπημένη. Έτσι ακριβώς όπως την ήθελε αυτό το δεύτερο μέρος του ρόλου.
Ανέβηκε στη σκηνή. Κρατούσε στο χέρι της ένα φανάρι και ένα μαχαίρι. Στο κέντρο της σκηνής υπήρχε τώρα ένα ανάκλιντρο και δίπλα του ένα τραπέζι. Πάνω του ξαπλωμένα δυο παιδάκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Οι δυο μικροί πρωταγωνιστές του έργου, οι μασκότ όλων τους. Ήταν αστεία με έναν αθώο τρόπο, καθώς τρεμόπαιζαν τα κλειστά τους βλέφαρα, προσπαθώντας να παραστήσουν ότι κοιμούνται. Πόσες παρατηρήσεις δεν τους είχε κάνει ο μαέστρος μέχρι να καταφέρουν να παραμένουν σοβαρά για τα λίγα λεπτά των ρόλων τους… Της φάνηκαν τόσο όμορφα…
Άφησε το φανάρι πάνω στο τραπέζι, όπως ακριβώς προέβλεπε ο ρόλος. Κάθισε στην άκρη του ανάκλιντρου με το πρόσωπο στραμμένο στα κοιμισμένα παιδιά.
-Dormono entrambi… Non vedran la mano che li percuote. (Κοιμούνται και τα δύο… Δεν θα δουν το χέρι που τα χτυπά).
Η φωνή της ακουγόταν φορτισμένη με την τραγικότητα που απαιτούσε αυτό ακριβώς το σημείο του ρόλου. Είχε μελετήσει αυτό το κομμάτι πολλές φορές και είχε προσπαθήσει να μπει στη θέση της Νόρμα. Της ήταν αδύνατο να φανταστεί ότι θα μπορούσε ποτέ μια μάνα, για οποιοδήποτε λόγο, να σκοτώσει τα παιδιά της. Ευτυχώς που ο λιμπρετίστας της Νόρμα αποδείχτηκε πιο φιλεύσπλαχνος από τον Ευριπίδη κι έτσι η Νόρμα τελικά δεν είχε γίνει φόνισσα.
Ξαφνικά την κυρίευσε ένα δυνατό κι ευχάριστο συναίσθημα, όπως όταν κάποιος ανυπομονεί για κάτι καλό που έρχεται. Τα έγχορδα της ορχήστρας συνέπραξαν μαζί της σε ένα ηχηρό ιντερλούδιο. Ναι, αλήθεια, κάτι πολύ καλό ερχόταν. Σε επτά μήνες θα είχε κι εκείνη το δικό της παιδί.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


