Μετά από ένα ολιγοήμερο ταξίδι στο Μιλάνο, γύρισα χθες το πρωί στο νοσοκομείο. Στα αυτιά με ατονικούς απόηχους από το Κουαρτέτο του Luca Francesconi που παρακολούθησα στο Teatro alla Scalla. Στα μάτια με τα γκροτέσκ πορτρέτα του Archimboldo, ίσως του πρώτου σουρεαλιστή ζωγράφου. Και στη μύτη και το λαιμό με ένα ενοχλητικό κρυολόγημα που κατέληξε σε ιγμορίτιδα, αφήνοντάς με χωρίς όσφρηση εδώ και μία εβδομάδα περίπου.
Με μέτρια διάθεση, λίγα δέκατα πυρετό και μπόλικο βήχα, πάρκαρα το αυτοκίνητό μου στο πάρκινγκ του νοσοκομείου και διέσχισα το προαύλιο, κατευθυνόμενη προς την είσοδο του κεντρικού κτηρίου. Το μάτι μου έπεσε σε μια συστάδα από πεύκα που βρίσκεται στη μια μεριά του αυλόγυρου. Μέσα στο γρασίδι, που φέτος είναι αρκετά ψηλό, διέκρινα ένα μικρό κεφάλι με τσουλούφι. Ένα λούτρινο από κάποιο παιδάκι της Παιδιατρικής, σκέφτηκα. Αμέσως όμως, το λούτρινο κούνησε το κεφαλάκι με το τσουλούφι και για δευτερόλεπτα πήδηξε στον αέρα.
Δεν πίστευα στα μάτια μου. Ήταν ένα πουλί, μικρότερο από καρακάξα, με αρκετά μακριά ασπρόμαυρη ριγέ ουρά, κανελί κορμό και κεφάλι με λοφίο. Χάζεψα εντελώς. Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που έβλεπα, αλλά ήταν πανέμορφο. Το πουλί κοίταξε αριστερά-δεξιά, ανεμίζοντας το λοφίο σαν πολεμιστής της Γαλλικής Εθνοφρουράς, και στο τέλος πέταξε καμαρωτό μακριά από τη συστάδα των πεύκων.
Έμεινα αποσβολωμένη. Τουλάχιστον να ήξερα τι ήταν αυτό που είδα... Δεν πρόλαβα ούτε να σκεφτώ να το φωτογραφίσω, έστω με το κινητό μου. Έτσι όμως δεν συμβαίνει πάντα με τα θαύματα, μικρά και μεγάλα; Ο τυχερός που τα βλέπει, πιστεύει σε αυτά για πάντα. Οι υπόλοιποι πρέπει να αρκεστούν σε μαρτυρίες αυτοπτών, διανθισμένες πολλές φορές από πειστήρια όχι αυθεντικά. Όπως η φωτογραφία του τσαλαπετεινού που σας έβαλα εδώ. Είναι ένας ίδιος τσαλαπετεινός, αλλά όχι ο δικός μου, μοναδικός τσαλαπετεινός που τσαλαπέταγε στην αυλή του νοσοκομείου χθες το πρωί, την ώρα που εγώ, με μέτρια διάθεση, λίγο πυρετό και μπόλικο βήχα, κατευθυνόμουν προς την είσοδο του κεντρικού κτηρίου.




