Σελίδες

31.5.10

Οι δώδεκα λίρες

     
       Όταν με κοροϊδεύουν γίνομαι Τούρκος. Και μάλιστα όταν αυτό γίνεται μπροστά σε άλλους. Και κατάμουτρα. Ακούς εκεί να πει ότι δεν είχε άλλη λίρα! Ήταν, λέει, μόνο δώδεκα κι εγώ ήμουν ο δέκατος τρίτος. Μα πώς κάνεις την αρίθμηση, κυρία μου; Αλφαβητικά, έπρεπε να είμαι πρώτος. Με λένε Αργύρη. Με σειρά ηλικίας πάλι πρώτος, αφού είμαι ο μεγαλύτερος από όλα τα εγγόνια. Πώς στο καλό βγήκα δέκατος τρίτος; Όχι, κλήρωση-που θα ήταν το πιο δίκαιο-δεν έκανε, μου το είπε.

     Και από την άλλη, ποιο από τα εγγόνια της την έχει όπως εγώ; Τι θέλει η γιαγιά; Βόλτα για παγωτό; Να ο Αργύρης με το Κόρσα από κάτω, έτοιμος. Φάρμακα στο βιβλιάριο; Τρέχα, Αργύρη, στήσου στην ουρά του ΙΚΑ. Χάλασε η τηλεόραση της γιαγιάς; Ψάχνει ο Αργύρης για μάστορα. Ούτε κόκκινη γραμμή βοήθειας να ήμουν.

      Δηλαδή τι παραπάνω έχουν οι άλλοι; Οι δίδυμες ούτε πατάνε στο σπίτι της. Δεν έχουν χρόνο από τα διαβάσματα, λένε. Είναι που η γιαγιά δεν κάνει μπαρότσαρκες (μόνο αυτό δεν μου έχει ζητήσει ακόμα). Γιατί αν έκανε, όλο και κάπου θα τις τράκαρε. Μα στο Bios, μα στο Loft. Ο Γιάννης και η Στέλλα; Σπουδάζουν έξω. Μα και στις γιορτές που έρχονται, ούτε που τους βλέπει. Εδώ δεν βλέπει ούτε τους γονείς τους. Να μη μιλήσω για τη Μαρίνα και τη Βίκυ. Πού να τους αφήσει χρόνο το γκομενιλίκι να κοιτάξουν και κανένα συγγενή! Και οι υπόλοιποι μία από τα ίδια…

      Ο Αργύρης όμως πάντα εκεί. Και στις εκλογές κάθε φορά να την πάω να ψηφίσει, μη χαθεί η ψήφος της. Λες και θα βγει ποτέ το ΚΚΕ… «Για τον παππού σου που έκανε στη Μακρόνησο πάω, παιδί μου». Ναι, αλλά εγώ την πληρώνω την εξορία, βρε γιαγιά, που με εξορίζεις κάθε φορά από την παρέα. Όλοι μαζεύονται στην πλατεία με φραπεδιές κι εγώ κουβαλάω την ψηφοφόρο του κόμματος. Θα γραφτώ σε καμιά ΚΟΒΑ στο τέλος, να μην πηγαίνει χαμένη τόση ενεργός συμμετοχή.

     Και στο κάτω-κάτω, πάντα μου έλεγες ότι ήμουν ο αγαπημένος σου. Ότι κάθε βράδυ πριν κοιμηθείς, φιλάς τη φωτογραφία μου. Λόγια μόνο.

     Ήρθα κι εγώ στα γενέθλια. Με τα γλυκά μου. Με τα λουλούδια μου. Οι άλλοι ούτε που θυμήθηκαν ότι γίνεσαι ενενήντα χρονών. Ήρθαν με τα χέρια κρεμασμένα. Περίεργοι να δουν τι τους θέλει η γιαγιά. Καταβρόχθισαν την τούρτα που είχα φέρει εγώ. Ήπιαν τα ποτάκια τους. Και έφυγαν με τις λιρίτσες τους. Χρυσές αγγλικές παλαιάς κοπής. Καθεμιά σε ένα μπλε βελούδινο κουτάκι. Δώδεκα. Είχα μείνει εγώ τελευταίος. Περίμενα τη δική μου. Δεν έβλεπα, βέβαια, άλλο κουτάκι. Μόνο έναν μικρό άσπρο φάκελο.

      Αργύρη μου, δεν είχα άλλη λίρα. Ήταν δώδεκα όλες κι όλες. Γι’ αυτό σου πήρα μια δωδεκάδα λαχεία. Όσες οι λίρες των άλλων. Καλότυχα να είναι.

     Έμεινα σύξυλος. Συγκρατήθηκα. Είμαι από τη φύση μου έτσι. Ένιωσα όμως τελείως μαλάκας. Έβαλα τον φάκελο στην τσέπη. Λαχείο... Δεν μου έδινε τουλάχιστον τα χρήματα να πάρω κανένα ρούχο; Όσο να’ ναι, ένα πουκαμισάκι Tommy θα το χτύπαγα. Εκείνο το γαλάζιο που μου έδειχνε η Φανή προχτές.

      Δε βαριέσαι, Αργύρη, λέω πάλι. Κάθομαι και συνερίζομαι μια γριά. Πόσο άραγε θα την έχω ακόμα; Εγώ να είμαι καλά και η Φανή μου. Ας πάει στο καλό και το παλιολαχείο. Ή μάλλον… Ας ρίξω μια ματιά, πριν το πετάξω. Δεν ξέρεις καμιά φορά. Πού το έχει η εφημερίδα, για να δω…. Α, εδώ είναι. Κλήρωση Λαϊκού Λαχείου. Ο αριθμός Κ3467892312………………………… Κ..3..46..78..92…12….. Κ…346….789…..2312….. Κ… Κ….. Κ….3…. Κ…346…. Κ…Κ…. Κ…34…67…89!!;;…23…12………Κ…!;;.Κ……Κ….Κ………;;;;;!!!!……….

29.5.10

Αργύρης Χιόνης: Το σεντούκι

     Δεν υπάρχει υπόγειο χωρίς σεντούκι και σεντούκι χωρίς γράμματα, χωρίς φωτογραφίες κι άλλα μικροπράγματα που έπιαναν τάχα πολύ χώρο μες στο σπίτι και αποθηκεύτηκαν εκεί. Αυτό δεν είν' αλήθεια. Η αλήθεια είναι πως στην ψυχή μας έπιαναν χώρο πολύ και η ψυχή μας δεν το άντεχε. Όσο περνά, ωστόσο, ο καιρός κι αδυνατίζει η μνήμη, κι η λησμονιά σαν λάδι απλώνεται και μαλακώνει τις πληγές του παρελθόντος, τόσο και πιο συχνά η νοσταλγία με ωθεί ν' ανοίγω το σεντούκι και ν' ανασύρω από κει κάποια απ' αυτά τα λείψανα που, όμως, δεν είναι λείψανα ακριβώς, γιατί, μόλις βρεθούν στο φως, σαν ν' ανασαίνουν πάλι, σαν να ζωντανεύουν, σαν ν' ανοίγουνε παλιές πληγές, και πανικόβλητος τα ξανακλείνω στο σεντούκι. Αυτό, ωστόσο, το παιχνίδι, παιχνίδι ηδονής κι οδύνης, ποτέ δεν σταματά, κι αδιάκοπα ανοιγοκλείνω το σεντούκι, αδιάκοπα ανοιγοκλείνω τις πληγές μου.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ
"Στο υπόγειο"

27.5.10

Νυχτερινό

(φωτ. Andre Kertesz)

Ανέμελα βήματα τυραννάνε τα σοκάκια
ανάμεσα από απλωμένες μπουγάδες
και ταγγισμένες ανάσες.


Σούρουπο σκεπάζει τα βλέμματα.
Θολή η παρουσία σου
απευθύνει λόγο
στις απούσες μου στιγμές.


Η παλιά πόλη κουμπώνει τα σπίτια
μην το σκάσουν αμίλητες οι ζωές των ανθρώπων.
Πόσο άραγε ακόμα θέλει να ξημερώσει;
Πόση ζωή διεκδικεί η νύχτα;

23.5.10

Η Αφροδίτη του τελευταίου θρανίου

(φωτ. Bill Brandt)
    Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι για τους οποίους η ζωή ξεκινά με ανορθόδοξο, άδικο τρόπο. Με άλλο σενάριο και άλλους χαρακτήρες από τους συνηθισμένους. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η Αφροδίτη.

    Την γνωρίσαμε στην πρώτη γυμνασίου. Πέρασε κι εκείνη όπως όλοι μας τις κατατακτήριες εξετάσεις σε ένα από τα καλά πρότυπα σχολεία. Στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ο παππούς της, ένας ηλικιωμένος ξερακιανός άνδρας με μαύρο παλιομοδίτικο κοστούμι, φάνταζε αξιοπερίεργος μέσα στο πολύχρωμο πλήθος των σαραντάρηδων γονιών που είχαν σπεύσει να πληροφορηθούν την ετυμηγορία για το μέλλον των τέκνων τους.

    Η Αφροδίτη ήταν ορφανή. Και οι δύο γονείς της είχαν σκοτωθεί σε ατύχημα, όταν εκείνη ήταν τεσσάρων χρονών. Τη μεγάλωναν ο παππούς και η γιαγιά της. Με πολλή αγάπη. Με τα λόγια τα δικά τους όμως. Και με τα χρώματα τα δικά τους επίσης.

   Η Αφροδίτη ήταν άσχημη. Τουλάχιστον έτσι την είχαμε καταχωρήσει όλοι στο σχολείο. Μικροί και μεγάλοι. Μαθητές και καθηγητές. Είχε ένα μονοκόμματο χοντρό σώμα που θύμιζε τα γρανιτένια αιγυπτιακά αγάλματα. Μαλλιά ίσια καστανά μέχρι τους ώμους, συνήθως λαδωμένα, με ένα τσιμπιδάκι μπροστά για να μην της πέφτουν στα μάτια. Δεν τη θυμάμαι ποτέ, και στα έξι χρόνια του σχολείου, χωρίς σιδεράκια στα δόντια. Αυτό που μας προκαλούσε αηδία δεν ήταν τα σιδεράκια, αλλά τα υπολείμματα από τυρόπιτα ή κουλούρι που ήταν κολλημένα πάνω τους και που αποκαλύπτονταν κάθε φορά που άνοιγε το στόμα της να μιλήσει ή να γελάσει. Φορούσε πάντα τζιν και αθλητικά παπούτσια. Το ίδιο κι εμείς. Τα δικά μας όμως ήταν μοντέρνα και επώνυμα. Διαλεγμένα μετά από ατέλειωτες βόλτες και αμέτρητες πρόβες στα καταστήματα. Τα δικά της ήταν διαλεγμένα χωρίς ιδιαίτερη έγνια. Έτσι απλώς για να την ντύσουν.

   Η Αφροδίτη ήταν βρώμικη. Εκτός από τα μονίμως άλουστα, λαδωμένα μαλλιά της, ανέδιδε μυρωδιά νοτισμένου ιδρώτα και απλυσιάς. Δεν άλλαζε ποτέ ρούχα. Το μοναδικό της τζιν πρέπει να πλενόταν το Σαββατοκύριακο, όπως μάλλον και η ίδια. Από τη Δευτέρα το φορούσε πάλι όλη την εβδομάδα. Τα σκουρόχρωμα πουλόβερ της ήταν γεμάτα με πιτυρίδα. Η αναπνοή της μύριζε δυσάρεστα. Μπορεί να έφταιγαν και τα αποφάγια που κολλούσαν στα σιδεράκια.

   Η Αφροδίτη ήταν μόνη. Κανείς δεν ήθελε να την έχει φίλη. Σα να κουβάλαγε κάποια ανίατη, μολυσματική ασθένεια, που μας ανάγκαζε όλους να αποφεύγουμε οποιαδήποτε στενή επαφή μαζί της. Καθόταν όλα τα χρόνια μόνη της στο τελευταίο θρανίο της σειράς των κοριτσιών. Η χειρότερη τιμωρία που μπορούσε να δώσει ένας καθηγητής ήταν να βάλει κάποιον να κάτσει με την Αφροδίτη.

   Στα διαλείμματα τριγυρνούσε μόνη της. Στεκόταν μπροστά στις κολόνες του σχολείου και χτυπούσε τις τεντωμένες της παλάμες επάνω τους. Έλεγε πως μάθαινε καράτε. Έκανε διάφορες περίεργες κινήσεις με τα χοντρά της πόδια. Μερικές φορές προκαλούσε αγόρια, ακόμα και από μεγαλύτερες τάξεις, να παλέψουν μαζί της. Οι υπόλοιπες φυσιολογικές συμμαθήτριες κάναμε βόλτες αγκαζέ στο προαύλιο κρυφοκοιτάζοντας τους ωραίους του σχολείου. Πάντα όμως ρίχναμε ματιές στο μοναχικό παιγνίδι της Αφροδίτης με τα ντουβάρια.

   Η Αφροδίτη ήταν περίεργη. Έλεγε ότι ο μαυροντυμένος ξερακιανός παππούς της ήταν στα νιάτα του κομάντο. Κάποια φορά σε ένα μάθημα, αντί για την εργασία που μας είχε ζητήσει ο καθηγητής, έδωσε μια λευκή άγραφη κόλλα. Ο καθηγητής απόρησε και τη ρώτησε γιατί δεν έκανε την εργασία. Η Αφροδίτη του είπε ότι είναι γραμμένη με κρεμμυδόζουμο και πρέπει να τη βάλει κάτω από μια λάμπα για να εμφανιστούν τα γράμματα. Ήταν μια συνταγή των κομάντος για να προστατεύουν μυστικά έγγραφα από τα μάτια του εχθρού. Δεν μάθαμε ποτέ από τον καθηγητή-εχθρό αν έκανε την αποκρυπτογράφηση του γραπτού κάτω από το πορτατίφ του γραφείου του.

   Η Αφροδίτη ήταν άσχετη. Δεν άκουγε ροκ. Δεν ήξερε τον Τζιμ Μόρισον, μα ούτε και αυτούς τους Ντουράν-Ντουράν. Δεν διάβαζε Έριχ Φρομ. Δεν δάκρυζε βλέποντας Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας. Δεν ήταν ερωτευμένη με κανέναν από τους ωραίους του σχολείου, έστω και χωρίς ανταπόκριση. Δεν ερχόταν στους σχολικούς χορούς. Ούτε, βέβαια, ήταν ποτέ καλεσμένη σε κανένα πάρτι.

   Η Αφροδίτη ήταν πολυσυζητημένη. Από όλους, μαθητές και καθηγητές, σε όλα τα τμήματα, αλλά και σε άλλες τάξεις. Τι είπε, τι έκανε. Μας έτρωγε η περιέργεια να δούμε τι κουβαλούσε στη βαριά δερμάτινη τσάντα της, που θύμιζε επαγγελματική τσάντα ηλικιωμένου δικηγόρου. Καμιά σχέση με τα δικά μας πολύχρωμα σακίδια, φορτωμένα με κονκάρδες συγκροτημάτων. Η ίδια έλεγε ότι είχε μαζί της την ιστορία των αλόγων.

    Συνειδητοποιώ τώρα πια ότι, κατά έναν περίεργο τρόπο, η Αφροδίτη ήταν απαραίτητη σε όλους μας. Μας έκανε να νιώθουμε όμορφοι και αγαπητοί. Ακόμα και οι λιγότερο δημοφιλείς συμμαθήτριές μας ένιωθαν πριγκίπισσες. Είναι πάντα το σημείο αναφοράς που καθορίζει το αποτέλεσμα της σύγκρισης. Και η Αφροδίτη ως σημείο αναφοράς μας βόλευε όλους.

   Χαθήκαμε μετά το σχολείο. Όχι μόνο με την Αφροδίτη, αλλά και με όλους τους άλλους. Βρισκόμαστε αραιά και πού σε συγκεντρώσεις των παλιών συμμαθητών. Όχι όμως η Αφροδίτη. Κανείς δεν έμαθε ποτέ νέα της. Αν παντρεύτηκε, αν δουλεύει, πώς είναι. Κανείς δεν έχει ακούσει το παραμικρό. Σα να εξαφανίστηκε μετά το σχολείο, σβήνοντας επιμελώς όλα τα ίχνη της. Ίσως από λύπη. Αλλά και από φόβο. Μην την ανακαλύψουμε ποτέ ξανά.

19.5.10

Fairytale και άλλες ξένες επιτυχίες


      Με μαύρη διάθεση οδηγούσε το μαύρο του αυτοκίνητο. Σχεδόν άσπρο, βέβαια, εδώ και μέρες, από τη σκόνη της ερήμου που είχε κάνει πάλι τη βόλτα της στα μέρη του.

 Πανάθεμά σε, Χρηστάκη, εσένα και τα δίκτυά σου, σκεφτόταν καθώς άλλαζε ταχύτητα.

     Σήμερα, ούτε η μουσική δεν μπορούσε να ελαφρύνει τη διάθεσή του. Άνοιξε το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και ψαχούλεψε τη θήκη με τα σι-ντι. Πλατύραχος, Πετσάλης: τα καινούρια του λάφυρα. Κατευθείαν από τον ιστό. Και άλλα πολλά. Μπαχ, Σοπέν, Σοστακόβιτς, αλλά και Φίλιπ Γκλας. Και Ντύλαν. Την έψαχνε τη μουσική από μικρός. Και αυτή του φανερωνόταν.

     Με τα δάκτυλά του έσπρωξε το σι-ντι απαλά, σχεδόν στοργικά, στη σχισμή του στερεοφωνικού. Η βροχερή μουσική του Νίκου Πλατύραχου πλημμύρισε το σαλόνι του αυτοκινήτου. Ταιριαστή με την κατήφεια της ημέρας και τον συννεφιασμένο, σχεδόν φθινοπωρινό καιρό. Όμως ήταν άνοιξη. Εδώ και μία εβδομάδα είχε αλλάξει τον ήχο του κινητού του. Να ταιριάζει με την εποχή.
     Το κινητό άρχισε να καλεί.  Η Άνοιξη του Βιβάλντι εισέβαλε απότομα, δίνοντάς του με δικαιολογημένη αλαζονεία το παράγγελμα να χαμηλώσει την άλλη μουσική.

    «Ναι;»

    «……..»

     «Ωραία, λοιπόν. Μάλλον καλά φαίνονται τα πράγματα….», απάντησε αναστενάζοντας με ανακούφιση. Δεν ήταν τα πάντα, μα οπωσδήποτε ήταν κάτι. Μια αισιόδοξη διάθεση τον κυρίευσε.

    Το φανάρι έγινε κόκκινο. Και ήταν αυτό που αργούσε πολύ. Πάλι θα καθυστερούσε στο γραφείο. Σκέφτηκε ότι δεν τον ένοιαζε και πολύ. Είδε από μακριά τον νεαρό να πλησιάζει. Μάλλον Πακιστανός, καμιά εικοσαριά χρονών. Κρατούσε έναν υαλοκαθαριστήρα και ένα μπουκαλάκι με νερό που άφριζε. Μόλις έφτασε κοντά στο τζάμι του, σήκωσε παρακλητικά τον υαλοκαθαριστήρα. Εκείνος δεν έγνεψε ούτε αρνητικά ούτε καταφατικά. Ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Για πρώτη φορά όμως ήταν χαρούμενος. Δεν σκέφτηκε ούτε να σηκώσει τα τζάμια, όπως έκανε συνήθως, ούτε να προχωρήσει σιγά-σιγά το αυτοκίνητο. Ο Πακιστανός το πήρε ως κατάφαση και άρχισε να καθαρίζει το παρμπρίζ. Νερό, σαπουνάδα, θολούρα και στο τέλος ο Πακιστανός να τον κοιτάζει μέσα από το διάφανο κρύσταλλο του παρμπρίζ. Ένα κατάλευκο χαμόγελο ήταν χαραγμένο απ' άκρη σ' άκρη στο μελαψό πρόσωπό του.

    Λευκό χαμόγελο σε μαύρο φόντο, θυμήθηκε ένα βιβλίο που είχε διαβάσει παλιότερα.

    Ψαχούλεψε τις τσέπες του. Ήξερε από πριν ότι δεν θα έβρισκε τίποτα. Δεν άφηνε ποτέ κέρματα χύμα. Γενικά, δεν άφηνε τίποτα χύμα στη ζωή του. Όλα τα προγραμμάτιζε και τα τακτοποιούσε. Σκέφτηκε να βγει και να πάρει από το πορτ-μπαγκάζ την τσάντα με το πορτοφόλι του. Μπορεί όμως να άνοιγε το φανάρι.

   Να πάρει. Κάτι πρέπει να του δώσω, σκέφτηκε.

   Πήρε τη θήκη με τα σι-ντι στα χέρια του.

   Να του χαρίσω ένα σι-ντι.

   Όμως ποιο; Θα άκουγε ο Πακιστανός τις Καντάτες του Μπαχ ή τα Νυχτερινά του Σοπέν; Χλωμό, που θα’λεγε κι η κόρη του. Νάτο. Το βρήκε. Ένα σι-ντι με ξένες επιτυχίες. Πρώτο το Παραμύθι με τον νεαρό Νορβηγό βιολιστή που κέρδισε στη Γιουροβίζιον. Το αγαπημένο τραγούδι της κόρης του. Έβαλε το σι-ντι σε μια ζελατίνα και το έδωσε στον Πακιστανό.

   «Ελληνικά;» ρώτησε ο νεαρός.

   «Όχι. Ξένα. Επιτυχίες».

    Ο Πακιστανός έβαλε το μπουκάλι παραμάσχαλα και ακούμπησε την ελεύθερη παλάμη του στο μέρος της καρδιάς. Το λευκό χαμόγελο κολλημένο στα σκούρα καστανά χείλη.

    Μα πώς στο καλό έχουν τέτοια κατάλευκα δόντια χωρίς καμιά ιδιαίτερη φροντίδα; σκέφτηκε και χαμογέλασε ασυναίσθητα.

    Το φανάρι άναψε πράσινο. Κορναρίσματα ακούστηκαν. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Η μουσική του Πλατύραχου άρχισε να ξεμακραίνει. Ο Πακιστανός τίναξε τον υαλοκαθαριστήρα και έβαλε στην τσέπη του πουκαμίσου του το σι-ντι.