Σελίδες

20.12.12

Σημειώσεις για το τέλος του κόσμου


Τελειώνει λοιπόν ο κόσμος αύριο, πάνω που θα παίρναμε κι εμείς τη δόση. Βγήκε ο Έλληνας στο παζάρι και το παζάρι άφαντο. Τόση λιτότητα, τόσες περικοπές για το τίποτα. Η μόνη απόλαυση-και ας μας τη δώσει ο Ύψιστος πριν καταστρέψει ετούτο τον άχρηστο πλανήτη-θα είναι να δούμε τη Λαγκάρντ με τις πιζάμες της να τρέχει πανικόβλητη να προσευχηθεί στη Νοτρ Νταμ, τη Μέρκελ χωρίς το γνωστό σακάκι να εκλιπαρεί συγχώρεση, τον Βενιζέλο να μη βρίσκει θέση σε καταφύγιο λόγω στενότητας χώρου και τον ΓΑΠ να συνεχίζει αμέριμνος τη διάλεξή του πάνω στην έδρα, ενώ ολόκληρο το Χάρβαρντ έχει ισοπεδωθεί.

Θυμάμαι μια από τις παράδοξες ιστορίες που διηγούμαστε στα φοιτητικά χρόνια, με εκείνον τον άνθρωπο που αυτοκτονεί πέφτοντας από ψηλά και ξαφνικά ακούει ένα τηλέφωνο να χτυπάει, παθαίνει ανακοπή και πεθαίνει στον αέρα. Ο κόσμος είχε καταστραφεί, εκείνος νόμιζε ότι ήταν ο τελευταίος άνθρωπος και αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του. Μόλις κατάλαβε ότι υπάρχει και κάποιος άλλος πάνω στη γη, αυτός που καλούσε στο τηλέφωνο, μετάνιωσε και πέθανε από την ταραχή του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνος του, όμως για να τα καταφέρει,  του αρκεί έστω και ένας ακόμα.

Τα δικά μου συναισθήματα για το τέλος του κόσμου είναι μπερδεμένα, τρικυμία στο μυαλό και αντάρα στην ψυχή. Χαίρομαι που δεν θα χρειαστώ ξανά καθαρισμό δοντιών, σέρβις στο αυτοκίνητο, θεώρηση των βιβλιαρίων του ΤΣΑΥ, που δεν θα πρέπει να ξαναλλάξω φίλτρο στον απορροφητήρα, που δεν θα ξανανεβώ στον μουσκεμένο από τον ιδρώτα του Χρυσαυγίτη μποντιμπιλντερά διάδρομο του γυμναστηρίου, που δεν θα έχω να ξανασιδερώσω ρούχα ή να φτιάξω τις ντουλάπες στο τέλος κάθε εποχής. Επιπλέον, χαίρομαι που θα διαψευστούν και θα το βουλώσουν επιτέλους όλοι εκείνοι οι χαλαροί "δεν χάλασε κι ο κόσμος " τύποι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Από την άλλη όμως λυπάμαι που δεν πρόλαβα να δω τη Σύρο και την Κέρκυρα (ή μήπως να πεταχτώ μια βόλτα το βραδάκι;), να διαβάσω τον καινούριο δίτομο Μουρακάμι, που δεν θα κάνει άλλες ταινίες ο Γούντι Άλλεν και που δεν θα προλάβει ο Ζούμπιν Μέτα να δώσει τη συναυλία του στο Μέγαρο τον Απρίλιο. Λυπάμαι επίσης που θα καταστραφεί το Liquid days-(αλλά τι λέω; Εδώ θα καταστραφούν ολόκληρο το blogspot, το facebook και το twitter).

Τέλος, σκέφτομαι να κανονίσω μια συγκέντρωση αύριο το βράδυ στο σπίτι, να περιμένουμε όλοι μαζί το τέλος, όπως οι ήρωες του Λαρς φον Τρίερ, που περίμεναν αγκαλιασμένοι  να συγκρουστεί ο πλανήτης Μελαγχολία με τη γη. Είστε όλοι καλεσμένοι. Θα φάμε ελαφρά, μιας και προβλέπεται ταρακούνημα, θα πιούμε παλιό, πολύ παλιό κρασί (το πιο παλιό που υπάρχει, έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται παλιώσει άλλο) και θα ακούσουμε το soundtrack του Until the end of the world του Βέντερς. Και ακριβώς λίγο πριν τελειώσει ο κόσμος, θα διαβάσει καθένας μας κάτι, αποχαιρετώντας τον. Έχω ήδη διαλέξει το δικό μου κομμάτι, από τον «Τελευταίο λουόμενο» της Χλόης Κουτσουμπέλη:

Ποιος θάναι λοιπόν ο τελευταίος λουόμενος
σε ποια νερά ραδιενεργά και μολυσμένα
πριν το σκοτάδι απλωθεί και μας σκεπάσει;
Τον φαντάστηκα
να κολυμπάει σε έρημη πισίνα
να πιάνεται απ' τη σκάλα και να βγαίνει
να προχωράει με βήματα υγρά
να παίρνει την πετσέτα
κι έπειτα να ρίχνει
μία τελευταία νοσταλγική ματιά
πριν σβήσουν όλα τα φώτα στον πλανήτη.

18.12.12

Λευκό πουκάμισο


Συγυρίζοντας τη ντουλάπα με τα ρούχα, ανακάλυψε στο βάθος της το λευκό λινό πουκάμισο εκείνων των διακοπών, με τις μεγάλες λοξές τσέπες και τα φαρδιά μανίκια. Κρεμόταν σχεδόν παρακλητικά από μια ξύλινη κρεμάστρα με τα μανίκια απλωμένα σε μια προσεχή αγκαλιά∙ αγορασμένο στις καλοκαιρινές εκπτώσεις την παραμονή που θα έφευγαν με τον Διονύση για το νησί∙ ένα μικρό σακίδιο με φερμουάρ και μέσα του το μαγιό, μια κατακόκκινη πετσέτα θαλάσσης, σανδάλια, ένα τζιν, μερικά μπλουζάκια, εσώρουχα και το πουκάμισο, διπλωμένο προσεκτικά και τακτοποιημένο πάνω από τα άλλα ρούχα, για να μην τσαλακωθεί.
Άρεσε στον Διονύση το λευκό της πουκάμισο. Την αγκάλιαζε μαζί με αυτό, έβαζε τα χέρια του μέσα στις τσέπες του και τις γέμιζε με άμμο. Εκείνη έκανε ότι νευριάζει. Του γύρναγε την πλάτη και έτρεχε μακριά κατά μήκος της παραλίας. Το πουκάμισο ανέμιζε μισοβρεγμένο. Εκείνος την έφτανε εύκολα, με μερικές δρασκελιές. Την έριχνε πάνω στη βρεγμένη άμμο και τη δάγκωνε απαλά στον λαιμό, στους ώμους, στο πηγούνι.  
Στον γυρισμό στην Αθήνα, το πουκάμισο ήταν χιλιοτσαλακωμένο∙ οι τσέπες του γεμάτες άμμο. Το είχε πλύνει αμέσως και το είχε σιδερώσει∙ υπολόγιζε ότι θα το ξαναφορούσε γρήγορα. Ύστερα ο Διονύσης έφυγε. Ξαφνικά, χωρίς εξήγηση. Το πουκάμισο έμεινε να κρέμεται στην ντουλάπα, καθαρό, καλοσιδερωμένο. Με τον καιρό εκτοπίστηκε από άλλα ρούχα, οπισθοχωρώντας αφόρετο στα μετόπισθεν της ντουλάπας.
Μέχρι σήμερα, που ξεπετάχτηκε μπροστά της αιφνιδιαστικά, με μια ελαφριά κιτρινίλα ντροπής στον γιακά και στις μανσέτες. Το κατέβασε από την κρεμάστρα και το ακούμπησε ανάποδα πάνω στο κρεβάτι, για να το διπλώσει. Μερικοί κόκκοι σταχτιάς άμμου, ξεχασμένοι μάλλον στον πάτο κάποιας τσέπης, απλώθηκαν πάνω στο σκούρο μπλε κάλυμμα του κρεβατιού. Ψηλάφησε με τα δάχτυλα τη σχεδόν ανυπόστατη παρουσία τους, νιώθοντας ένα ελαφρό αεράκι να της ανακατεύει τα μαλλιά και μια γεύση άρμης στο στόμα. Έβαλε το πουκάμισο προσεκτικά στο πάνω μέρος της σακούλας με τα ρούχα που θα έδινε στη γυναίκα της πλατείας. Ένα λευκό λινό πουκάμισο δεν ήταν ό,τι πιο ταιριαστό για τις κρύες μέρες∙ ευτυχώς που στην Ελλάδα ο χειμώνας δεν κρατάει πολύ.

9.12.12

Οι άγριοι ασφόδελοι της Έμμας Λα Γκαρντ


Εδώ και μερικό καιρό, από τις μέρες που ήμουν στη Γλασκώβη, έχω φυλαγμένο ανάμεσα στα χαρτιά μου ένα απόκομμα εφημερίδας, μια σύντομη είδηση, με έκταση μόλις μίας δίστηλης παραγράφου. Ο Ρομπέρτο της ταινίας Η αγελάδα που έπεσε από τον ουρανό θα την έβαζε σίγουρα στη συλλογή του  με τις παράξενες ιστορίες της ζωής. Εγώ δεν κάνω τέτοια συλλογή από αξιοπερίεργες ιστορίες, αλλά προς στιγμήν σκέφτηκα να αρχίσω.
Μια γυναίκα από το Γκλόστερσαϊρ, η Έμμα (όπως η Μποβαρί) Λα Γκαρντ (όπως η Κριστίν, αλλά με δύο λέξεις), καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών και εννέα μηνών, κατηγορούμενη για μια απίστευτη σκευωρία με όργανο και θύμα τον γιο της. Η Λα Γκαρντ πλαστογράφησε ιατρικά πιστοποιητικά που εμφάνιζαν τον γιο της να πάσχει από μια κακοήθη αιματολογική νόσο. Επί τρία ολόκληρα χρόνια κι ενώ το παιδί ήταν στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, το ανάγκαζε να πηγαίνει στο σχολείο πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι, με αποτέλεσμα να γίνεται αντικείμενο πειραγμάτων από τους συμμαθητές του. Κάποια στιγμή του ξύρισε το κεφάλι και τα φρύδια, για να φαίνεται ότι είχε κάνει χημειοθεραπεία. Με την εξωφρενική αυτή απάτη, η Λα Γκαρντ απέσπασε ως επίδομα περίπου 85.000 λίρες στερλίνες. Πήρε τα παιδιά της και πήγε στη Φλόριντα, όπου συνέχισε να κυκλοφορεί τον μικρό με καροτσάκι για της δίνουν προτεραιότητα στις ουρές. Ο πατέρας του παιδιού, με τον οποίο η Λα Γκαρντ προφανώς ήταν σε διάσταση, υποψιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε και συμβουλεύτηκε τον οικογενειακό του γιατρό. Έτσι αποκαλύφθηκε η απάτη και η σατανική Λα Γκαρντ οδηγήθηκε στο δικαστήριο.
Διαβάζοντας αυτή την απίστευτη ιστορία, σκέφτηκα αμέσως «να κάτι που γράφεται». Θα μπορούσε να γίνει διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, θεατρικό ή ταινία. Τη βασάνιζα στο μυαλό μου σχεδόν ένα μήνα. Να την αφήσω να εκτυλίσσεται στην Αγγλία, να τη φέρω στην Ελλάδα για να είναι πιο γνώριμο το περιβάλλον. Έψαξα στο διαδίκτυο για το Γκλόστερσαϊρ, την πόλη της Λα Γκαρντ. Είναι μια πόλη με 850.000 περίπου κατοίκους στο νοτιοδυτικό κομμάτι της Αγγλίας και αρχικά περιλάμβανε στην επικράτειά της και το Μπρίστολ. Έχει πολυάριθμα σχολεία και πανεπιστήμιο. Το 2007, υπέστη σοβαρές καταστροφές από μια μεγάλη πλημμύρα. Αντιπροσωπευτικό λουλούδι της περιοχής είναι ο άγριος ασφόδελος. Κάθε χρόνο, την τελευταία Δευτέρα του Μάη, διοργανώνεται στην πόλη μια γιορτή τυριού (Spring Bank’s Holiday). Συγκεκριμένα, η γιορτή γίνεται στον λόφο Κούπερ. Ένα κεφάλι τοπικού τυριού αφήνεται να κατρακυλήσει από την κορυφή του λόφου και οι συμμετέχοντες το κυνηγούν. Νικητής είναι αυτός που θα το φτάσει πρώτος.
Σκεφτόμουν την ψυχοπαθολογία αυτής  της γυναίκας. Προσπαθούσα να την περιγράψω με λέξεις, να επινοήσω γεγονότα που να ντύνουν τη ροή ενός διηγήματος. Είπα να κοιτάξω τι περιέχει το συρτάρι της, όπως κάνουν στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Ξυράφια, πούδρα, ψεύτικες σφραγίδες, το Merck Manual σε παλιά έκδοση, ένα μικρό μπουκαλάκι με άρωμα wild daffodil. Τη φαντάστηκα να παίρνει μέρος στη Spring Bank’s Holiday, σπρώχνοντας το καροτσάκι του γιού της από το λόφο και στο τέλος κατσαδιάζοντάς τον που δεν κατάφερε να πιάσει το τυρί.
Δεν κατάφερα να σκαρώσω τίποτα καλό μέχρι σήμερα. Όλες οι εκδοχές που μου ήρθαν στο μυαλό, μου φαίνονταν τραβηγμένες. Ο αναγνώστης θα τράβαγε τα μαλλιά του, θα απορούσε με την αρρωστημένη φαντασία μου. Θυμήθηκα ένα σχόλιο στο ιστολόγιο, ότι βασανίζω τους χαρακτήρες μου. Αποφάσισα, λοιπόν, να μη βασανίσω το μικρό αγόρι περισσότερο απ’ όσο έχει ήδη υποφέρει. Αφήνω την ιστορία ωμή, όπως εμφανίστηκε στα ψιλά των εφημερίδων. Σίγουρα οι προεκτάσεις που θα έρθουν στο μυαλό σας, δεν θα είναι λιγότερο απίστευτες από τις δικές μου.

29.11.12

Μικρές οικογενειακές απολαύσεις

George Gallup
 
Όπως βλασταίνουν τα πουρνάρια, οι σχίνοι και τα ρείκια πάνω στα καμένα δάση, ενδείξεις "αναβλάστησης του φρυγανισμένου οικοσυστήματος" γράφουν τα ειδικά εγχειρίδια, κάπως έτσι αρχίζουν να ανοίγουν καινούρια καταστήματα στη θέση των χρεοκοπημένων παλαιών και οι προηγουμένως κλειστές, στοιχειωμένες βιτρίνες, τώρα με ολόφρεσκα χαμόγελα από νέον, σπεύδουν να θέλξουν τον άνευρο (χωρίς νεύρο και χωρίς ευρώ) καταναλωτή. Στη γειτονιά μας άνοιξε παράρτημα του Θεσσαλονικιού Χατζή με καζάν ντιπί, βουβαλίσια κρέμα και κάτι άλλα τούρκικα (βεζίρ παρμάκ;) που δεν καταλαβαίνω. Το είδα σήμερα το μεσημέρι και χάρηκα. Μετά από μια όχι πολύ κουραστική εφημερία, βγήκαμε με την Αννούλα βόλτα στην πλατεία, μια και το σχολείο της ήταν κλειστό λόγω συνέλευσης των δασκάλων.
Λίγα μέτρα πιο πέρα από τον ολοκαίνουργιο Χατζή, μας σταμάτησε μια κυρία για δημοσκόπηση. Θεωρούσα τις δημοσκοπήσεις ενοχλητικές και ανούσιες, μέχρι την εποχή που ασχολήθηκα με τη στατιστική.  Τότε συνειδητοποίησα τη χρησιμότητα της τυχαίας δειγματοληψίας και τις συνέπειες του non-response στο αποτέλεσμα μιας δημοσκόπησης και άρχισα να είμαι πιο επιδεκτική στα γκάλοπ, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κάποιο θέμα που με ενδιαφέρει. Στη σημερινή κυρία απάντησα αρχικά ότι βιάζομαι, μέχρι που ξεστόμισε τη μαγική λέξη. Γιαούρτι.
Εξ απαλών ονύχων οι αντιστάσεις μου μπροστά σε ένα γιαούρτι ήταν μηδαμινές, άσχετα αν επρόκειτο για παραδοσιακό σε πήλινο, τυποποιημένο σε κεσεδάκι ή σακούλας, με φρούτα, με ξηρούς καρπούς ή με παγωτό. Ακόμα έχω στους γευστικούς κάλυκες της γλώσσας μου  το Βελουτέ της ΦΑΓΕ, εκείνο με τη φωτογραφία της κοπέλας πάνω στον κεσέ (πρωτοποριακή συσκευασία για την εποχή), που με τον μαγικό τρόπο του Προυστ μου φέρνει στο μυαλό μια ολόκληρη εποχή (τα πρώτα μου βινύλια, τις εξετάσεις του Lower, την Έλενα Ακρίτα στο Κορώνα-Γράμματα, το μπεζ ζιβάγκο του Ανδρέα Παπανδρέου και άλλες ασυνάρτητες αναμνήσεις, προσωπικές και μη).  Όσο και αν το ψυγείο μας  είναι πλέον λιγότερο γεμάτο απ’ ό,τι στο παρελθόν, το πάνω ράφι παραμένει πάντα φορτωμένο με διάφορα είδη γιαουρτιού, για τα γούστα όλης της οικογένειας.
Στο εν λόγω γκάλοπ, είχαμε να δοκιμάσουμε ένα καινούριο γιαούρτι και να απαντήσουμε σε ένα ερωτηματολόγιο, χωρίς αρχικά να μας αποκαλυφθεί η ταυτότητα του γιαουρτιού.  Δήλωσα στην κυρία την ιδιαίτερη σχέση μου με το λευκό ισοδύναμο της αμβροσίας και την πρόθεσή μου να συμμετάσχω στη δημοσκόπηση. Το χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό της συναγωνιζόταν άνετα το γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο στις φωτογραφίες του ίδιου του George Gallup. Ανεβήκαμε με την Αννούλα στο πατάρι ενός κεντρικού καφέ, καθίσαμε μπροστά σε ένα laptop και ήρθε το γιαούρτι. Το κεσεδάκι του ήταν τοποθετημένο μέσα σε μια λευκή κούπα έτσι ώστε να μη φαίνεται η ετικέτα, και το κάλυμμα από αλουμινόχαρτο ήταν τσακισμένο ανάποδα. Παρόλα αυτά, από τα χείλη της κούπας ξέφευγε εμπιστευτικά, με κεφαλαία προδοτικά γράμματα, η λέξη ΜΙΚΡΕΣ, αποκαλύπτοντας στον  έμπειρο καταναλωτή την ταυτότητα. «Μικρές οικογενειακές φάρμες» της ΔΕΛΤΑ. Θυμήθηκα την περιποιημένη αγρότισσα της διαφήμισης, με το γκριζαρισμένο μαλλί, το ελαφρό μακιγιάζ και το αρυτίδωτο δέρμα, ανάμεσα στις αγελάδες της, να απαντά στο κινητό. Στην άλλη άκρη της γραμμής,  ο γιος της,  με τη στοργική σύζυγο σε δεύτερο πλάνο, σε ένα άνετο και καλαίσθητο σπίτι, να παινεύει τη φάρμα της μάνας του.
Δοκίμασα μια κουταλιά από το γιαούρτι. Ήταν το πλήρες∙ είχα δοκιμάσει την προηγούμενη εβδομάδα το αντίστοιχο με 2% λιπαρά. Πολύ ωραίο γιαούρτι. Έκανα ότι σκέφτομαι λίγο, κατάπια και μια δεύτερη κουταλιά μισοκλείνοντας τα μάτια και απάντησα με σιγουριά: «Μικρές Οικογενειακές Φάρμες». Η κυρία ήταν ενθουσιασμένη. Δεν πίστευε αυτό που της συνέβαινε. Comme c'est curieux, comme c'est bizarre et quelle coïncidence! Προχωρήσαμε στις ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής. Σχετικά με το ίδιο το γιαούρτι, σχετικά με τη διαφήμιση, σχετικά με την εταιρεία. Ναι, ήταν ένα εξαιρετικό γιαούρτι. Ναι, θα το ξαναγόραζα. Ναι, η γεύση του ήταν υπέροχη. Όχι , δεν θύμιζε τα παραδοσιακά γιαούρτια (κρίμα που δεν ζει  πια η θεία του Στέλιου στο χωριό, να έδινε το δικό της γιαούρτι στις μικρές οικογενειακές φάρμες). Όχι, η διαφήμιση δεν ήταν πιστευτή (η αγρότισσα έμοιαζε να έχει προηγουμένως περάσει από salon de beauté). Όχι, δεν ήξερα αν είναι διπλοστραγγιστό («είναι, μαμά!», πετάχτηκε από δίπλα η Άννα, που θυμάται απέξω όλες τις διαφημίσεις).
Η δημοσκόπηση τελείωσε. Το γιαούρτι βγήκε πανηγυρικά από την κούπα, αποκαλύπτοντας την ετικέτα του. Ήταν δικό μου, να το απολαύσω μέχρι τέλους σε μια χαλαρή βόλτα με την κόρη μου. Η κυρία ήταν χαρούμενη. Είχε συμπληρώσει ένα δελτίο με περισσή επιτυχία. Από δίπλα, η συνάδελφός της μας κοίταζε με σχετική ζήλια, φυλλομετρώντας τα δικά της δελτία. Μακάρι να πάει καλά το γιαούρτι, τους ευχήθηκα φεύγοντας. Μακάρι να συνεχίσετε να έχετε δουλειά, εννοούσα. Μακάρι να πάνε καλά οι ελληνικές επιχειρήσεις και τούτος ο τόπος να γλιτώσει, σκεφτόμουν κατεβαίνοντας τη στενή σκάλα, με την Άννα να με κρατά σφιχτά απ’ το χέρι. Κι αυτό το κορίτσι, να φοβάται ακόμα τις σκάλες…

(Περισσότερα για τη ζωή και το έργο του George Gallup εδώ.)

16.11.12

Η οφθαλμαπάτη της οδού Sauchiehall

 


To Biggar’s είναι ένα καφέ πάνω σε κεντρικό δρόμο της Γλασκόβης, την Sauchiehall street. Ταυτόχρονα είναι μουσικό κατάστημα με όργανα και παρτιτούρες. Η βροχή είναι συμπαθητική, όταν τη χαζεύεις  μέσα από το τζάμι στα ζεστά, παρά όταν σε διαπερνά σταγόνα τη σταγόνα, φτάνοντας μέχρι το κόκκαλο. Καφές, μουσική, στεγνό μέρος, το τρίπτυχο των ονείρων μου αυτό το βροχερό απόγευμα, ένα από τα βροχερά απογεύματα στη Γλασκώβη.  Η βιτρίνα είναι γεμάτη με μουσικά όργανα∙ κιθάρες, μπάσο, ένα γιουκαλίλι, ντραμς. Παραγγέλνω καπουτσίνο και ένα σάντουιτς και κάθομαι σ’ ένα γωνιακό τραπέζι κοντά στο παράθυρο. Δίπλα στο τραπέζι μου υπάρχει ένα μικρό πιάνο∙ πάνω του ένα χαρτί με μια φράση γραμμένη με κόκκινο μαρκαδόρο: «Take a look at our menu¯». Στους τοίχους κρέμονται ηλεκτρικές κιθάρες, φωτογραφίες μεγάλου μεγέθους με παπαρούνες και μια αφίσα με τη Νικόλ Κίντμαν και τον Γιούαν Μακ Γκρέγκορ από το “Moulin Rouge”.

Στο καφέ δεν υπάρχει πολύς κόσμος. Σε έναν καναπέ απέναντί μου κάθεται  ένα νεαρό ζευγάρι, ίσως φοιτητές- δίπλα τους έχουν σάκους∙ τους ακούω να μιλάνε για τεστ. Η κοπέλα, με πράσινο μάλλινο κασκόλ περασμένο στο λαιμό της, πεσμένη χαλαρά πάνω στην πλάτη του καναπέ, κρατάει το κεφάλι της και ακούει με ενδιαφέρον αυτά που της διηγείται  ο νεαρός. Κάποιες φορές του χαμογελάει ήρεμα. Ίσα που αγγίζονται. Εκείνος μιλάει ζωηρά, χειρονομώντας∙ πιάνει το κεφάλι του, τον τοίχο πίσω, τα μαλλιά της κοπέλας. Ρίχνω μια ματιά στη βιτρίνα με τα όργανα. Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι, σκέφτομαι.

Διαγωνίως στο τραπέζι μου, σε πολυθρόνες, κάθονται δύο φίλες. Η μία δεξιά, μιλάει συνεχώς. Η άλλη αριστερά,  πεσμένη χαλαρά πάνω στην πλάτη του καναπέ, κρατάει το κεφάλι της και ακούει τη φίλη της, χαμογελώντας συχνά. Μοιάζει πολύ στην κοπέλα του ζευγαριού∙ είναι σχεδόν ίδια. Ξανακοιτάζω αριστερά-δεξιά. Για μια στιγμή τα χάνω. Νομίζω ότι τα βλέπω διπλά. Η φίλη αριστερά είναι εντελώς ίδια με την κοπέλα του ζευγαριού. Αν ήμουν κομπιούτερ θα είχα βγάλει κλεψύδρα∙ πιθανόν να χρειαζόμουν και επανεκκίνηση. Ένεκα μάλλον της ανωτερότητας του ανθρώπινου νου, συνειδητοποιώ, έστω και καθυστερημένα, τον υπαίτιο της οφθαλμαπάτης: διαγωνίως προς το τραπέζι μου ορθώνεται μια κολόνα, επενδυμένη από πάνω μέχρι κάτω σε όλη την επιφάνειά της με καθρέφτες. Η κολόνα κρύβει τη μισή θέα από το τραπέζι με τις πολυθρόνες που κάθεται η γυναίκα με τη φίλη της. Στον  μπροστινό καθρέφτη φαίνεται ανεστραμμένο το είδωλο της κοπέλας του ζευγαριού, ενώ από την άκρη του καθρέφτη διακρίνεται η πολυθρόνα της γυναίκας που κάθεται με τη φίλη της (ή μήπως είναι φίλος;)

Έχω τρελαθεί με την ανακάλυψή μου. Γελάω μόνη μου. Θέλω να φωνάξω τα κορίτσια που σερβίρουν, να δουν κι εκείνες αυτό που βλέπω, αλλά μπορεί να με πάρουν για τρελή. Θέλω να φωτογραφίσω το φαινόμενο. Η φωτογραφία θα πήγαινε σίγουρα για βραβείο. Διστάζω όμως να βγάλω τη μηχανή. Τραβάω πρόχειρα μια φωτογραφία με το κινητό, κοιτάζοντας αδιάφορα, σαν να βλέπω τα μηνύματά μου. Η Imany από τα ηχεία καλύπτει με τη βαθιά φωνή της το κλικ του κινητού.

Η κοπέλα συνεχίζει να ακούει τον νεαρό και το είδωλό της ακούει τη γυναίκα, που χειρονομεί κι εκείνη έντονα τώρα, γελώντας. Η κοπέλα χαμογελάει και στους δύο. Δεν μπορώ να καταλάβω ποια διήγηση βρίσκει πιο διασκεδαστική.

Η γυναίκα πίνει μια γουλιά καφέ. Ο δικός μου καπουτσίνο κοντεύει να γίνει φρέντο. Η κοπέλα αγγίζει το κασκόλ της με το ελεύθερο χέρι. Η άκρη του κασκόλ, κομμένη από το γυάλινο όριο του καθρέφτη, αγγίζει τη γυναίκα και ταυτόχρονα καταλήγει στον ώμο του νεαρού, που δίνει ένα πεταχτό φιλί στο πράσινο μάλλινο ύφασμα.

Σε λίγο η γυναίκα σηκώνεται να φύγει. Από τη διπλανή πολυθρόνα ξεπροβάλλει η πραγματική φίλη της, μεγαλύτερη σε ηλικία από την κοπέλα. Οι δυο γυναίκες βγαίνουν από το καφέ και ανοίγουν αμέσως τις ομπρέλες τους. Η κοπέλα συνεχίζει να ακούει προσεχτικά τον νεαρό χαμογελώντας, ενώ το είδωλό της παραμένει μοναχικό, αμίλητο, με ένα χαμόγελο σχεδόν μελαγχολικό, να κρατάει το κεφάλι του, ακουμπώντας πάνω στην πλάτη του καναπέ.

Ο νεαρός δείχνει στην κοπέλα κάτι στην τηλεόραση. Στρέφουν και οι δύο τα βλέμματά τους στην οθόνη. Παρακολουθούν με ενδιαφέρον∙ καρφώνονται κυριολεκτικά στο πρόγραμμα. “Schizophrenia care” είναι ο τίτλος της εκπομπής, με πολυμελές πάνελ ομιλητών. Διαισθάνομαι ότι σε λίγο ο νεαρός θα δείξει στην κοπέλα με το δάχτυλό του εμένα. Ανοίγω το σημειωματάριό μου και αρχίζω να γράφω. Αν φαίνομαι συγκεντρωμένη σε κάτι άλλο, ίσως καταφέρω να τους ξεγελάσω.