Σελίδες

15.9.12

Όχι χωρίς λόγο



Όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ταξίδευε. Τα ταξίδια ήταν η ζωή του. Κάθε ταξίδι, μια ξεχωριστή ζωή. Ήταν σαν να έβγαζε κάθε φορά πιστοποιητικό γεννήσεως με το τσεκ-ιν στο γκισέ της αεροπορικής εταιρείας, ενώ στην επιστροφή, η αποσκευή που παραλάμβανε από τον κυλιόμενο ιμάντα, λες και περιείχε τη σορό μιας ζωής που είχε μόλις τελειώσει. Δεν μελαγχολούσε, δεν τον κατέθλιβε το πεπερασμένο του ταξιδιωτικού χρόνου. Αντίθετα, του φαινόταν ότι ο χρόνος διαστέλλεται μέσα σε κάθε ταξίδι και παραμένει στο μυαλό του αναλλοίωτα επιμηκυσμένος, σε πείσμα του αντίπαλου χρόνου της καθημερινότητας.
      Συνήθως ταξίδευε χωρίς σκοπό. Για το ίδιο το ταξίδι. Για την ίδια την ομορφιά του «χωρίς σκοπό». Αυτό το ταξίδι όμως ήταν λίγο διαφορετικό. Αθήνα-Μόναχο, Μόναχο-Βαρκελώνη, έγραφαν οι κάρτες επιβίβασης που παρέλαβε από το γκισέ της Λουφτχάνσα. Έλληνας ο υπάλληλος, του ευχήθηκε καλό ταξίδι. Περιττή ευχή. Όλα τα ταξίδια καλά είναι.
      Είχε ξαναπάει πολλές φορές στη Βαρκελώνη. Τόσες ώστε να τη θεωρεί πολύ γνώριμη. Είχε αγαπημένα στέκια για φαγητό, δικές του διαδρομές για βόλτα. Κάθε φορά, ξεφυλλίζοντας τον ταξιδιωτικό του οδηγό, έψαχνε για συγκεκριμένα μέρη. Δεν είχε όμως ποτέ μέχρι τώρα αναζητήσει κάποιο συγκεκριμένο άνθρωπο, γνωστό ή άγνωστο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά.
      Την είχε πρωτοδεί τέσσερις μήνες πριν, το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, στην πλατεία. Τριγυρνούσε μόνος. Εκείνη ήταν παρέα με δυο φίλες της. Τις παρατηρούσε αρκετή ώρα. Τρεις νεαρές γυναίκες, ανάμεσα εικοσιπέντε και τριάντα, πανύψηλες και εντυπωσιακές. Ούτε ξανθές, ούτε μελαχρινές. Κάτι απροσδιόριστο, αλλά όμορφο. Ήταν ντυμένες πολύ μοντέρνα, με κοντά σορτς και ψηλές μπότες πάνω από το γόνατο. Στέκονταν όπως τα μοντέλα στα τηλεοπτικά σόου, με τα καλλίγραμμα πόδια τους λυγισμένα σε κολακευτικές στάσεις, ενώ με τα μακριά δάκτυλα των χεριών τους σχημάτιζαν χειρονομίες. σα να διαφωνούσαν.
     Την ξεχώρισε αμέσως από τις άλλες δύο. Τον μαγνήτισε η παρουσία της, η έκφρασή της. Τον ξένισε λίγο το γυμνό της κεφάλι. Κεφάλι νεοσύλλεκτου, χωρίς ίχνος τρίχας. Τι τρέλα κι αυτή, να ξυρίζουν οι γυναίκες τα μαλλιά τους… Και οι άλλες έτσι ήταν, αλλά τουλάχιστον φορούσαν αϊ-βασιλιάτικους σκούφους. Γυναίκες. Το αλάτι της ζωής του. Μόνο που εδώ και πολύ καιρό έτρωγε τη ζωή του ανάλατη, έτσι για να μασουλάει κάτι. Ή μάλλον τον έτρωγε εκείνη σιγά-σιγά, απολαμβάνοντας, μέχρι να τον καταπιεί εντελώς.
      Απόμεινε να την κοιτάζει μαγεμένος. Η ψύχρα της γιορτινής νύχτας θα ταίριαζε στις ζωές άλλων συνομηλίκων του που κάθονταν μπροστά στο τζάκι τους, βολεμένοι ανάμεσα σε αγαπημένα πρόσωπα. Η δική του ζωή γινόταν ακόμα πιο παγωμένη τις κρύες νύχτες. Απόψε όμως είχε γίνει απροσδόκητα ζεστή. Τα μάγουλά του ήταν φλογισμένα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Άραγε σπάνε οι καρδιές των ανθρώπων; Το είχε ακούσει να γίνεται σε λαϊκά τραγούδια, όμως τα τραγούδια λένε τόσα ψέματα…
     Συνέχισε να την κοιτάζει για αρκετή ώρα. Του έδωσε την εντύπωση ότι τον κοίταζε κι εκείνη. Δεν έκανε όμως ούτε μια κίνηση να αφήσει τις φίλες της και να τον πλησιάσει. Η ώρα ήταν πια προχωρημένη και οι περαστικοί ελάχιστοι. Τα οικογενειακά τραπέζια στα σπίτια των Βασίληδων θα είχαν σίγουρα φτάσει στο γλυκό. Βασιλόπιτα, κουραμπιέδες, μελομακάρονα. Είχε κι εκείνος μια γλυκιά γεύση στο στόμα, παρόλο που δεν τον είχε καλέσει κανένας Βασίλης σε δείπνο. Πήρε αργά το δρόμο για το σπίτι του, ρίχνοντας πού και πού ματιές πίσω του σαν να τον παρακολουθούσαν.
 Από εκείνο το πρώτο βράδυ της καινούριας χρονιάς, η ζωή του άλλαξε πρόγραμμα. Άρχισε να συχνάζει περισσότερο στην πλατεία. Με κάθε αφορμή τα βήματά του τον πήγαιναν σ’ εκείνο το ίδιο μέρος που είχε συναντήσει τις πρωτοχρονιάτικες κοπέλες. Ήταν όλες τους πάντα εκεί, άλλοτε μόνες τους, άλλοτε μαζί με άλλους. Όταν βρισκόταν μαζί με τη δική του κάποιος άνδρας, η ψυχή του σφιγγόταν. Παρατηρούσε τις εκφράσεις της, τις χειρονομίες της. Κάθε φορά η ίδια αγωνία. Όχι, δεν πρέπει να έτρεχε κάτι με κανέναν από αυτούς που μπαινόβγαιναν στο κατάστημα. Είχε πάντα αυτή την ευγενική, χαμογελαστή έκφραση που δεν άφηνε περιθώρια για περισσότερα.
     Οι δουλειές πρέπει να πήγαιναν καλά. Ο κόσμος που έμπαινε, έβγαινε κρατώντας συνήθως μία ή περισσότερες σακούλες. Χαιρόταν για κείνη. Είναι δύσκολοι οι καιροί. Δεν είναι εύκολο να έχει κανείς σταθερή δουλειά. Εκείνη όμως έδειχνε ευχαριστημένη. Πάντοτε ντυμένη εντυπωσιακά, με ξεχωριστούς συνδυασμούς χρωμάτων και ασορτί κοσμήματα. Ψεύτικα, άλλα όμορφα. Ήταν υπέροχη.

  Αυτό κράτησε μερικούς μήνες. Τέλειωσαν και οι εκπτώσεις. Μέχρι εκείνη την καταραμένη Δευτέρα του Απρίλη, τη μέρα που την έχασε.
     Πέρασε πρωί-πρωί, όπως κάθε μέρα από το κατάστημα. Ήταν κλειστό. Ή μάλλον, όχι κλειστό. Άδειο. Η φωτεινή επιγραφή του ξηλωμένη. Η βιτρίνα άδεια. Μερικά χαρτόκουτα αραδιασμένα εδώ κι εκεί. Η πόρτα ανοιχτή. Σκόνη, πολλή σκόνη. Δυο άντρες μάζευαν μερικά τελευταία κομμάτια από τους πάγκους και τα ράφια. Σαν κεραυνοβολημένος ρώτησε τους εργάτες. «Τι να έγινε, φίλε; Οικονομική κρίση. Εσύ δεν πήρες χαμπάρι»; Όχι, δεν είχε καταλάβει τίποτα. Το κατάστημα έδειχνε να δουλεύει καλά.
     Τους ρώτησε για κείνη. Κάπου στην Ισπανία είχαν πάει όλες μαζί. Στη Βαρκελώνη, στον κεντρικό δρόμο με τα καλά καταστήματα, συμπλήρωσαν, αφού συζήτησαν κάτι μεταξύ τους χαμογελώντας. Όχι, τηλέφωνο δεν είχαν να του δώσουν. Ο ένας τους πρέπει να τον λυπήθηκε βλέποντας το χαμένο του ύφος και τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. «Γυναίκες, ρε φίλε. Τι περιμένεις; Άστατες, ακόμα κι όταν τα οικονομικά είναι καλά». Ο άλλος έπνιξε ένα γέλιο και συνέχισε να μαζεύει.
     Έφυγε όπως-όπως. Περπατούσε σαν χαμένος μέχρι το μεσημέρι. Ένιωθε άδειος. Έρημος. Πήρε μια εφημερίδα και κάθισε σε ένα καφέ. Τα γράμματα χόρευαν μπροστά στα μάτια του. Έπαιρναν χρώματα και άλλαζαν σχήματα. Άρχισαν να μοιάζουν με τις ψηφίδες και τα χρωματιστά πλακάκια του Γκαουντί. Ήξερε τη Βαρκελώνη απέξω κι ανακατωτά. Τη λάτρευε σαν πόλη όσο λάτρευε κι εκείνη σαν γυναίκα. Μήπως ήταν γραφτό από τη μοίρα να τις ξαναβρεί και τις δύο μαζί;
     Το αποφάσισε γρήγορα. Το ίδιο γρήγορα όσο τον καφέ που παρήγγειλε. Θα πήγαινε στη Βαρκελώνη. Την επομένη κιόλας θα πήγαινε να κλείσει εισιτήρια. Αυτά τα πράγματα δεν είναι να τα αφήνει κανείς. Μάτια που δεν βλέπονται… Τέλος πάντων, δεν έπρεπε να σκέφτεται το χειρότερο.

Το Σάββατο της ίδιας εβδομάδας αναχωρούσε για Βαρκελώνη μέσω Μονάχου. Πολύ νωρίς το πρωί η πτήση. Δεν τον πείραζε. Έτσι κι αλλιώς είχε αρκετά βράδια να κοιμηθεί. Έφτασε στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» με το μετρό, κουβαλώντας μια μικρή αποσκευή. Έκανε τσεκ-ιν στο γκισέ της Λουφτχάνσα. Τον εξυπηρέτησε ο ευγενικός Έλληνας υπάλληλος που προαναφέραμε, λέγοντάς του «καλό ταξίδι» μία και μοναδική φορά, την προαναφερθείσα.
      Πέρασε τον έλεγχο των διαβατηρίων και προχώρησε στα καταστήματα. Έριξε βιαστικές ματιές, αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Άλλες φορές κάτι αγόραζε. Μια κολόνια, μια γραβάτα, έτσι για το καλό.
      Προχώρησε στον έλεγχο των χειραποσκευών για την επιβίβαση. Του άρεσε που στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» υπήρχε ειδικό μηχάνημα που έλεγχε τις μπότες. Όχι ότι εκείνος φορούσε ποτέ μπότες, για να το χρειαστεί. Όμως του άρεσε που υπήρχε εκεί. Είχε πάντα λίγο άγχος για τον σωματικό έλεγχο με τις ακτίνες. Δεν άφηνε ποτέ τίποτα μεταλλικό επάνω του. Κάθε φορά έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του ότι το μηχάνημα θα τον έβρισκε αθώο. Κάθε φορά κέρδιζε το στοίχημα και πανηγύριζε με τον ίδιο ενθουσιασμό. Συνήθως οι υπάλληλοι τον κοιτούσαν περίεργα, αλλά με συμπάθεια. Αυτή τη φορά το μηχάνημα τον βρήκε πάλι αθώο, αλλά δεν είχε όρεξη να πανηγυρίσει.
     Σε λίγα λεπτά άρχισε η επιβίβαση. Συνηθισμένα τα πόδια του, τον μετέφεραν μέσα από τη μακριά κατηφορική φυσούνα στην είσοδο του αεροσκάφους. Καλωσήλθατε, του χαμογέλασε μια όμορφη αεροσυνοδός. Όχι, δεν έμοιαζε σ’ εκείνη. Καμιά δεν μπορούσε να της μοιάζει.
     Κάθισε στη θέση του κοντά στο παράθυρο και έδεσε τη ζώνη του. Βόλεψε τη μικρή του χειραποσκευή ανάμεσα στα πόδια του. Η όμορφη αεροσυνοδός έδειχνε πώς ανοίγουν τα σωσίβια. Δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα ακούσει να χάθηκε κάποιος σε αεροπορικό δυστύχημα, επειδή δεν κατάφερε να ανοίξει το σωσίβιό του. Για να το δείχνουν όμως κάθε φορά, θα υπάρχει λόγος. Πάντα χρειάζεται να υπάρχει ένας λόγος. Είναι καλύτερα από το «έτσι, χωρίς λόγο». Όπως κι αυτός τώρα, σε αυτό το ταξίδι, είχε τον λόγο του. Τον αναστάτωνε αυτός ο λόγος. Τον έκανε να νιώθει ζωντανός, χαρούμενος, ανυπόμονος. Το αεροπλάνο απογειώθηκε και μαζί του και η δική του αγωνία.
    Είχε τα μάτια του κολλημένα στην ενημερωτική οθόνη. Τριάντα χιλιάδες πόδια ύψος, μείον εξήντα βαθμοί Κελσίου θερμοκρασία. Μία ώρα ακόμα μέχρι το Μόναχο. Στο Μόναχο θα είναι ακόμα μοναχός του, σκέφτηκε εύθυμα. Μετά, ένα γρήγορο τράνζιτ και… κατευθείαν στη Βαρκελώνη, μαζί της.
     Καθισμένος και δεμένος πειθαρχικά στη θέση του, αγνάντευε έξω από το παράθυρο. Όταν ταξίδευε με αεροπλάνο, του φαινόταν ότι άφηνε κάτω στη γη όλη του τη ζωή· ότι με το αεροπλάνο ταξίδευε κάποιος άλλος, με μια ζωή που μόλις άρχιζε. Του άρεσε να χαζεύει τους σχηματισμούς από σύννεφα και να φαντάζεται τι παρίσταναν. Σ’ ένα από τα τελευταία του ταξίδια είχε αντικρύσει μια μαγική εικόνα: ένα κυκλικό ουράνιο τόξο, σαν πολύχρωμο δαχτυλίδι, και στο κέντρο του τη σκιά του αεροπλάνου. Νόμιζε ότι ονειρευόταν. Του ήρθε να ξεφωνίσει από ενθουσιασμό και να ξυπνήσει τον διπλανό του που κοιμόταν ανυποψίαστος για το θαύμα που συνέβαινε έξω από το παράθυρο. Η συγκρατημένη του φύση όμως τον συνέτισε και αυτή τη φορά. Ευτυχώς, εδώ που τα λέμε, γιατί όταν αργότερα έψαξε στις εικόνες του Google «σκιά αεροπλάνου με ουράνιο τόξο», κατέβηκαν εκατοντάδες φωτογραφίες παρόμοιες με το δικό του, μοναδικό θαύμα.
    Προτιμούσε να κάθεται στο παράθυρο. Το ζητούσε πάντα στο τσεκ-ιν. Δεν ήταν μόνο ότι μπορούσε να βλέπει έξω. Το κυριότερο ήταν ότι έτσι είχε μονάχα έναν διπλανό. Θα αισθανόταν πολύ άβολα ανάμεσα σε δύο άγνωστους συνεπιβάτες. Σήμερα καθόταν δίπλα σε έναν μεσήλικα Ιταλό που διάβαζε, μεταφρασμένη στα ιταλικά, τη Λέσχη των τιποτένιων του Τζόναθαν Κόου. Καταπληκτικό βιβλίο, όπως εξάλλου και όλα τα υπόλοιπα του συγγραφέα. Ο Κόου ήταν από τους αγαπημένους του σύγχρονους συγγραφείς. Ιδιαίτερα το τελευταίο του βιβλίο με την ιστορία εκείνου του μοναχικού τύπου, τον είχε συγκινήσει πολύ. Θυμήθηκε σχεδόν ανατριχιάζοντας τη σκηνή όπου ο Μαξ αποφασίζει να γίνει πιο κοινωνικός και προσπαθεί με αδεξιότητα πρωτάρη να ανοίξει κουβέντα με τον διπλανό του συνεπιβάτη στο αεροπλάνο. Για πολλή ώρα τού διηγείται τη ζωή του σε περίληψη, παρασυρμένος σε έναν χειμαρρώδη μονόλογο, μέχρι τη στιγμή που μια αεροσυνοδός αντιλαμβάνεται ότι ο συνεπιβάτης και ακροατής του Μαξ είναι από ώρα νεκρός.
     Έριξε μια λοξή ματιά στον Ιταλό δίπλα του. Καλοθρεμμένος και ολοζώντανος, κρατούσε τώρα το βιβλίο με τη χαλαρότητα ενός ευκαιριακού ύπνου, ροχαλίζοντας ελαφρά. Ο ίδιος δεν ήξερε ιταλικά, αλλά και στην αντίθετη περίπτωση, δεν θα του μιλούσε. Ποτέ δεν άνοιγε κουβέντα με τους διπλανούς του. Δεν ήταν καλός συζητητής, ούτε καν με τους γνωστούς, πόσο μάλλον με ξένους. Ένιωθε να δένεται η γλώσσα του και να μην βρίσκει κάτι ενδιαφέρον να πει για να προχωρήσει η συζήτηση. Η θέση κοντά στο παράθυρο, εκτός από τη θέα, του εξασφάλιζε και ότι θα έχει μονάχα έναν διπλανό. Μειώνονταν έτσι στο μισό οι πιθανότητες να χρειαστεί να μιλήσει με έναν άγνωστο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Κουβέντιαζε μόνο με τον εαυτό του. Από μέσα του, εννοείται. Όχι πως και από αυτή την κουβέντα έβγαινε πάντα συμπέρασμα.
    Στη σκέψη του ξαναήρθε εκείνη. Κόντευαν πλέον να προσγειωθούν στο Μόναχο. Έσκυψε στο μικρό σακίδιο και πήρε από μέσα το σημειωματάριό του και ένα στυλό. Πέρασε μερικές γραμμένες σελίδες κι έφτασε στην πρώτη άγραφη. Σημείωσε πάνω δεξιά την ημερομηνία και στην επόμενη σειρά έγραψε με καλλιγραφικό χαρακτήρα:

Κι από τότε είμαι μόνο γιατί εσύ είσαι
κι από τότε είσαι κι είμαι, είμαστε οι δυο μας
και θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε από αγάπη. 

     Ήταν από ένα σονέτο του Πάμπλο Νερούντα που είχε βρει σε μια μέθοδο ισπανικών. Είχε μάθει να το απαγγέλλει στα ισπανικά. Θα της το έλεγε μόλις τη συναντούσε. Αν έβρισκε το κουράγιο, βέβαια… Τράβηξε μια διακεκομμένη γραμμή και συνέχισε από κάτω:


Φιλόξενη, αγαπημένη μου πόλη, η μοίρα με φέρνει πάλι σε σένα. Δεν μπορώ παρά να τηρήσω μια υπόσχεση δοσμένη από καιρό. Από τον καιρό που έφυγε η Γκλεντόρα και έμεινα εγώ.


      Έκλεισε το σημειωματάριο και με διπλωμένα χέρια το έσφιξε στην αγκαλιά του. Η οθόνη τώρα έδειχνε εικοσιοχτώ χιλιάδες πόδια ύψος. Κατέβαιναν. Σε λίγο θα προσγειώνονταν στο Μόναχο.
……………………………………………………………….

ΕΠΙΚΡΙΣΗ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ
Το ανωτέρω ιστορικό παραπέμπει σε περίπτωση αντικειμενοφιλίας (objectum sexuality) με συνύπαρξη αυτισμού και ήπιας ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής. 
(Σημείωση: το γυναικείο όνομα Γκλεντόρα πιθανόν προέρχεται από το ομώνυμο παλιό τραγούδι του Πέρι Κόμο, σχετικά με έναν άνδρα ερωτευμένο με μια κούκλα βιτρίνας).




 
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ, τεύχος 65-66, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2012)

8.9.12

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια και ο νεαρός με την κατεβασμένη κουκούλα


          
               Σε κάθε ταξίδι επιστροφής, μηρυκάζω νοερά τα μέρη που άγγιξα με το φευγαλέο βλέμμα του επισκέπτη, συνήθως αθέλητα,  πάνω από ένα βιβλίο, με τον συγγραφέα να πλέκει μάταια τις ζωές των ηρώων του για να με κρατήσει μέσα στο αεροπλάνο, στο πλοίο ή στο αυτοκίνητο. Γυρίζοντας από τη Μήλο, βραδινή ώρα, με ένα ταχύπλοο, κάθομαι στη θέση που προβλέπει το εισιτήριό μου: 32Ι. Μετά το απέραντο γαλάζιο των προηγούμενων ημερών, βολεύω το απέραντο μπλε των αποσκευών μου-μικρή μπλε βαλίτσα και μπλε σακίδιο-δίπλα στα πόδια μου.  Βγάζω τον Μυριβήλη-μισό στο πήγαινε και μισό στο έλα είχα υπολογίσει-και τα πρόχειρα γυαλιά μου.
                Πριν ξαναχωθώ στη ζωή του Λεωνή, ρίχνω μια ματιά στο διπλανό μου ζευγάρι. Πολύ μικροί, γύρω στα είκοσι· ξένοι· μιλάνε χαμηλόφωνα, δεν μπορώ να καταλάβω σε ποια γλώσσα. Η κοπέλα, φυσική κοκκινομάλλα, με γυαλιά, ελαφρώς υπέρβαρη, σκούρο μακρυμάνικο πουκάμισο, στα πόδια ψηλά αρβυλάκια. Το αγόρι, πολύ λεπτό έως ισχνό, γκρίζο φούτερ με την κουκούλα τραβηγμένη μπροστά στο πρόσωπο μέχρι κάτω από τη μύτη, αρβυλάκια και αυτός. Είμαι καθισμένη δίπλα στο αγόρι και βλέπω κάτι που με αναστατώνει. Στα πόδια του έχει το σακίδιό του και στην εξωτερική τσέπη, σε πρώτη ζήτηση, μια σακούλα για τη ναυτία. Γι’ αυτό μάλλον έχει σκεπάσει το πρόσωπό του· τον ζαλίζει η θάλασσα. Σκέφτομαι ότι θα μου έρθει καμιά ρουκέτα και κολλάω στην άλλη άκρη του καθίσματος, τραβώντας μαζί και τα πράγματά μου. Δεν υπάρχουν άδεια καθίσματα. Το sea jet έρχεται από Σαντορίνη και Φολέγανδρο.
                Τον παρατηρώ πιο προσεκτικά. Το κομμάτι του προσώπου που φαίνεται είναι πολύ χλωμό, άτριχο. Τα χείλη λεπτά και η φωνή του ψιλή, σχεδόν παιδική. Τα χέρια του δεν βρίσκουν ησυχία. Με ανατριχιαστικό τρόπο σπάει τα δάχτυλα, σκύβει το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά του και πιάνει νευρικά τα άρβυλα, παίρνει βαθιές ανάσες. Η τηλεόραση παίζει το «The magnificent seven». Ένα παιδάκι από τα πίσω καθίσματα μπερδεύει τον Τζορτζ Κλούνι με τον Τομ Κρουζ (μπερδεύονται ποτέ αυτοί οι δύο;)
                Η κοπέλα κάνει μασάζ στον αυχένα του φίλου της, προσπαθώντας μάλλον να τον χαλαρώσει. Αυτός κάθε λίγο αναπηδάει στο κάθισμα. Κατεβάζει κι άλλο την κουκούλα. Την έχει ξεχειλώσει εντελώς. Σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι άρρωστος, για να είναι τόσο λεπτός (κάποια ειδική θεραπεία;) Συνεχίζει να σκύβει στα γόνατά του, να ανασαίνει βαθιά, να σπάει τα δάχτυλα. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στο βιβλίο. Ο Λεωνής κολυμπάει με τη Σαπφώ και την  αδελφή της. Η θάλασσα έχει κύματα, αλλά η Σαπφώ απομακρύνεται με σίγουρες απλωτές. Η δική μας θάλασσα είναι σχετικά ήρεμη, όμως το κάθισμα δίπλα μου συνεχίζει να τραντάζεται κάθε τόσο. Σε λίγο θα έχω κι εγώ ναυτία.
                Η Μήλος είναι μέσα στο μυαλό μου· δεν έχω φύγει ακόμα, θα μου πάρει μερικές μέρες. Η χώρα μας είναι ίσως η ομορφότερη του κόσμου· το «ίσως» μόνο για τα μάτια του κόσμου· είναι η ομορφότερη. Οι σκαρφαλωμένες στην κορυφή Παναγιές που αγναντεύουν τα γύρω νησιά, οι λαξευμένοι από γλύπτη βράχοι, ακλόνητοι μέσα στο απέραντο γαλάζιο, τα σπίτια που αστράφτουν ολόλευκα στο πρωινό φώς του ήλιου και που αργότερα, σχεδόν γαλάζια,  καθρεφτίζουν τη θάλασσα στο ηλιοβασίλεμα, οι κακοτράχαλοι γκρεμοί που οδηγούν τον επίμονο περιηγητή σε μαγικές παραλίες· όλα αυτά δεν τα έχω βρει αλλού. Ανυπομονώ να φτιάξω τις φωτογραφίες που έβγαλα. Ένα δυνατό τράνταγμα του διπλανού καθίσματος με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Πλησιάζουμε.
                Απέναντί μας βρίσκονται οι τουαλέτες. Αριστερά η ανδρική και δεξιά, ακριβώς στην ίδια ευθεία με το κάθισμα του νεαρού, η γυναικεία. Τον βλέπω να σηκώνεται απότομα, με τα πόδια ανοιχτά για να στηριχτεί καλύτερα, και να πηγαίνει προς τα εκεί. Έχει αρκετά στρογγυλή πύελο και πολύ λεπτά πόδια. Θα κάνει εμετό· είμαι σίγουρη. Ανοίγει τη δεξιά πόρτα· των γυναικών. Δεν προλαβαίνει να φτάσει στην ανδρική, σκέφτομαι. Και μετά λάμπει στο μυαλό μου η αλήθεια, εκτυφλωτικά αστραφτερή, σαν τα σπίτια της Μήλου στον ήλιο. Είναι γυναίκα. Είναι ζευγάρι γυναικών. Έτσι εξηγούνται και τα άρβυλα, καλοκαιριάτικα. Και η ψιλή φωνή, και το άτριχο δέρμα. Σε λίγο βγαίνει από την τουαλέτα, με το πρόσωπο σταθερά καλυμμένο με την κουκούλα. Κάθεται στη θέση της.
                Έχουμε μπει πια στο λιμάνι του Πειραιά. Βάζω τον Μυριβήλη στην τσάντα. Γύρω μου οι επιβάτες ετοιμάζονται για την αποβίβαση. Το ταχύπλοο σταματάει. Οι κοπέλες δίπλα φιλιούνται. Τη βγάλαμε και αυτή τη φορά, πρέπει να σκέφτεται η διπλανή μου. Κατεβαίνω στο λιμάνι και στήνομαι στην ουρά για ταξί. Με παραλαμβάνει ένας αδύνατος, αξύριστος ταξιτζής, ντυμένος στα μαύρα. Το ταξί μυρίζει τσιγάρο και πετρέλαιο. Πριν πιάσει το τιμόνι, ανάβει τσιγάρο και μου λέει με βαριά τσιγαροφωνή, που θυμίζει τον Μπάτη: «Τι λέει το τζετάκι; Έκανε κούνια;»
                Εκείνη τη στιγμή θέλω να βγω από το ταξί, να πέσω στη θάλασσα με τον Λεωνή και τη Σαπφώ και μαζί, κολυμπώντας, να γυρίσουμε στη Μήλο. Περιορίζομαι σε μια ξινή αντερώτηση: «Κούνια; Τι εννοείτε;»               

30.8.12

Ένας άγγελος στην Πανεπιστημίου

(φωτ. Karsten Hamre)

        
           O Χάρης και ο Πάνος σπάνια πήγαιναν σινεμά. Συνήθως δεν ήταν για καλό λόγο, αλλά για να ξεφύγουν από κάτι που τους βασάνιζε, μόνο τον ένα ή και τους δύο μαζί. Το σκοτάδι της κινηματογραφικής αίθουσας θάμπωνε τις δικές τους ζωές και μίκραινε τα βάσανά τους. Πολλά βασάνιζαν και τους δύο μαζί, με πρώτο και σημαντικότερο αυτό το «οι δύο μαζί». Η σχέση τους βρισκόταν ήδη στον πέμπτο χρόνο και τα τελευταία τρία χρόνια έμεναν μαζί. Ο Χάρης είχε μετακομίσει στο διαμέρισμα του Πάνου για να γλιτώσουν το ένα από τα δύο νοίκια. Κανονικός πόλεμος είχε ξεσπάσει στις δυο οικογένειες μετά από αυτή τη μετακόμιση. Βαριές κουβέντες, λόγια που δεν ξεχνιούνται. Ένα χρόνο είχε κάνει ο Πάνος να μιλήσει στους δικούς του, εννιά μήνες ο Χάρης.
Η ταινία που σύστηναν όλοι οι κριτικοί εκείνη την εβδομάδα ήταν η Λευκή Κορδέλα του Μίκαελ Χάνεκε. Ο Χάρης κι ο Πάνος την είδαν στο Ιντεάλ της Πανεπιστημίου. Προτιμούσαν πάντα την τελευταία παράσταση. Να φεύγουν όταν έχει πια πέσει για τα καλά η νύχτα. Να μπορούν να περπατάνε κοντά ο ένας στον άλλο, να αγγίζονται, χωρίς να τους καρφώνουν πολλά μάτια. Τη νύχτα τα μάτια βλέπουν αλλιώς, συγχωρούν αλλιώς. Η νύχτα είναι ένας κόσμος που η ίδια η νύχτα φωτίζει, είχε κάπου διαβάσει ο Χάρης.
Ο κινηματογράφος ήταν γεμάτος - οι κριτικές πάντα πείθουν. Στην έξοδο, ο Χάρης κόλλησε αναγκαστικά πάνω στον Πάνο και παρά τη βραδινή παγωνιά, ένιωσε να τον συνεπαίρνει μια ξαφνική έξαψη. Βγήκαν στον δρόμο και ξεκίνησαν με τα πόδια για το Σύνταγμα. Περπατούσαν αργά, πρώτες πήγαιναν οι ανάσες τους αχνιστές και πίσω ακολουθούσαν τα απρόθυμα βήματά τους. Μάζεψαν τον δρόμο μέχρι την Ακαδημία συζητώντας για την ταινία. Είχαν αποφασίσει να μη χαλάσουν την αποψινή βραδιά με τα άλλα. Έτσι κι αλλιώς, δεν έβγαινε τίποτα.
Στην Κοραή πέρασαν απέναντι. Λες και τα βήματά τους δεν χώραγαν στο ίδιο πεζοδρόμιο με τα περήφανα κτήρια, τη Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο, την Ακαδημία. Πρόσεξαν και οι δύο τη σιλουέτα που ήταν κολλημένη σα χαλκομανία στην κολόνα της παλιάς πολυκατοικίας. Τάχυναν το βήμα τους, όχι όμως πολύ, κι έτσι καθώς περνούσαν από δίπλα, πρόλαβαν να δουν τι έκανε ο νεαρός άνδρας. Με τον λαιμό σχεδόν κολλημένο στον καθρέφτη της κολόνας, προσπαθούσε να πετύχει τις επιφανειακές φλέβες με μια σύριγγα γεμάτη λευκωπό υγρό. Ο Πάνος άφησε έναν υπόκωφο αναστεναγμό, σαν παρατεταμένη εκπνοή. Ο Χάρης γύρισε το κεφάλι του και ξανακοίταξε τον νεαρό και αμέσως επανέφερε το βλέμμα του στην πορεία μπροστά. «Συγγνώμη». Η λέξη ακούστηκε από το πουθενά, έμοιαζε όμως αληθινή. Χωρίς ερωτηματικό, χωρίς παράκληση στον τόνο της. «Συγγνώμη». Δεύτερη φορά. Έτσι απλά. Οι δυο φίλοι κοντοστάθηκαν. Ο Χάρης έκανε μεταβολή αγνοώντας το «μη, ρε μαλάκα» του Πάνου και πλησίασε τον νεαρό. Αναγκαστικά ακολούθησε κι ο Πάνος.
Ο νεαρός δεν ήταν πάνω από είκοσι. Το πρόσωπό του, σχεδόν εξαφανισμένο πίσω από μακριά μαύρα μαλλιά που πρέπει να είχαν μείνει άλουστα για βδομάδες, ήταν χλωμό και αποστεωμένο. Το βλέμμα του υγρό, σαν να είχε κλάψει. Ήταν αξύριστος και ιδρωμένος, σαν να είχε ξυπνήσει από άσχημο εφιάλτη. «Συγγνώμη, ρε παιδιά». Ο Χάρης κι ο Πάνος έμειναν να τον κοιτάζουν αμήχανα. Μια περίεργη αναγνωριστική σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. «Θες τσιγάρο, φίλε;» ρώτησε ο Χάρης. Ο νεαρός έγνεψε καταφατικά. Έβαλε πίσω το καπάκι της σύριγγας και τη γλίστρησε στην τσέπη του μπουφάν του. «Ηρωίνη;» ρώτησε ο Χάρης καθώς του άναβε το τσιγάρο. Ο νεαρός έγνεψε πάλι καταφατικά, τραβώντας άπληστα την πρώτη ρουφηξιά από το ανέλπιστο βραδινό δώρο. «Πώς σε λένε;». Αυτή τη φορά ήταν ο Πάνος που ρωτούσε. «Άγγελο», απάντησε ο νεαρός. Ο Πάνος του έριξε άλλη μια εξεταστική ματιά, μη μπορώντας να συγκρατήσει μια υποψία χαμόγελου που χαράχτηκε στα χείλη του. Άλλη εικόνα είχε στο μυαλό του για τους  αγγέλους.
Ο Άγγελος συνέχισε να είναι αφοσιωμένος στο χαρισμένο τσιγάρο. Τα ακροδάχτυλά του ήταν κίτρινα από τη νικοτίνη και τα νύχια του βρώμικα. «Έχεις φάει τίποτα σήμερα;» τον ρώτησε ο Χάρης. Ο Άγγελος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Δεν με νοιάζει-δεν πεινάω-δεν με νοιάζει που πεινάω, οι τρεις πιθανές εκδοχές, σκέφτηκε ο Χάρης. «Έλα μαζί μας. Θα πηγαίναμε να τσιμπήσουμε κάτι», πρότεινε ο Χάρης, αποφεύγοντας το απορημένο, επιφυλακτικό βλέμμα του Πάνου.
Συνέχισαν να προχωράνε και οι τρεις μαζί προς το Σύνταγμα. Ο Άγγελος κούτσαινε λίγο, σαν να τον πονούσε το αριστερό του πόδι. Είχε πάθει μια μόλυνση πριν από δυο βδομάδες σ’ εκείνη τη λοξή φλέβα του ποδιού κοντά στον αστράγαλο. Σκέτο πύο έβγαινε και το πόδι είχε τουμπανιάσει. Είχε πάει στο νοσοκομείο. Ένας γιατρός που δεν καλομιλούσε τα ελληνικά, του το είχε καθαρίσει με ιώδιο και του το είχε δέσει. Του είχε δώσει μια καρτέλα αντιβιοτικά χάπια - στη ζούλα από το φαρμακείο του νοσοκομείου - μαζί με τρία τσιγάρα και τον είχε στείλει στο καλό. Ο Άγγελος δεν ξανατσίμπησε εκείνη τη φλέβα κι ευτυχώς η μόλυνση υποχώρησε. Όμως στο περπάτημα το πόδι τον ενοχλούσε ακόμα.
Ο Πάνος κοίταξε τα παπούτσια του Άγγελου. Ως μαύρα αρβυλάκια πρέπει να είχαν κάνει τα πρώτα τους βήματα, όμως τώρα ήταν καλυμμένα από ένα παχύ στρώμα ξεραμένης σκόνης και ήταν τρύπια σε κάμποσες μεριές. Το τζιν παντελόνι του ήταν κι αυτό βρώμικο και τρυπημένο σε πολλά σημεία και αυτές οι τρύπες έδειχναν γνήσιες, βασανισμένες κι όχι ακριβοπληρωμένα κοψίματα από ψαλίδι μεγάλου μόδιστρου. Φορούσε ένα στρατιωτικό μπουφάν χωρίς κουκούλα και είχε στο λαιμό του περασμένο ένα μαύρο κασκόλ, που τον έκανε να φαίνεται ακόμα πιο χλωμός.
Οι δυο φίλοι και ο Άγγελος έστριψαν σε έναν κάθετο δρόμο και βγήκαν στη Σταδίου. Ο Κολοκοτρώνης πάνω στο άλογό του θα είχε γίνει κατεψυγμένος, αν δεν ήταν άγαλμα, σχολίασε ο Χάρης και ο Άγγελος χαμογέλασε. Τους ζήτησε άλλο ένα τσιγάρο. Ο Χάρης έβγαλε το πακέτο του και του το έδωσε ολόκληρο. Καιρό τώρα έλεγε να κόψει το κάπνισμα, ο Πάνος συνεχώς διαμαρτυρόταν ότι του βρόμαγε. Τα μάτια του Άγγελου φάνηκαν να βγαίνουν για λίγο από τις βαθουλωμένες κόγχες τους και να κοιτάζουν τον Χάρη σχεδόν με ευγνωμοσύνη.
Μπήκαν σ’ ένα φαστφουντάδικο. Οι υπόλοιποι πελάτες τους κοίταζαν με περιέργεια. Συνηθισμένοι, έτσι κι αλλιώς, οι δυο τους. Πάντα τραβούσαν αδιάκριτα βλέμματα. Πάντα κοντά τους  δεν υπήρχαν παρά αποστάσεις. Ο Χάρης κάθισε με τον Άγγελο σ’ ένα τραπέζι και ο Πάνος πήγε να φέρει φαγητό. Γύρισε γρήγορα - εξ ορισμού έτρωγε κανείς γρήγορα στα φαστφουντάδικα - με ένα μεγάλο δίσκο που είχε πάνω του τρία χάμπουργκερ, τηγανητές πατάτες και τρία μεγάλα ποτήρια μπύρα. Ο Άγγελος είχε σαστίσει.
«Γιατί όμως, ρε παιδιά;» ρώτησε με μπουκωμένο στόμα.
«Έτσι, βρε Άγγελε, χωρίς λόγο. Ή, μάλλον, πάρτο ότι είναι για την ψυχή της μάνας μου», πρόλαβε να απαντήσει ο Χάρης.
«Πέθανε η μάνα σου; Τώρα κοντά;»
«Ναι», απάντησε ο Χάρης. «Δεν βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς δεν την έβλεπα πολύ εδώ και χρόνια».
«Πάντως, ρε φίλε, δεν νομίζω ότι η μάνα σου θα χαιρόταν πολύ αν σ’ έβλεπε μαζί μου», είπε ο Άγγελος κι ετοιμάστηκε να φάει καμιά δεκαριά πατάτες μαζί, καρφωμένες όπως-όπως στο πλαστικό πιρούνι.
Οι γονείς του Άγγελου ζούσαν στην επαρχία. Ένα συνηθισμένο πρωινό, τον πρώτο καιρό που κατάλαβαν ότι ο Άγγελος είχε μπλέξει με ναρκωτικά, ο πατέρας του τον είχε βγάλει σχεδόν με κλωτσιές από το σπίτι και του είχε κλείσει κατάμουτρα την πόρτα. Η μάνα του μυξόκλαιγε από μέσα και καθώς ο Άγγελος απομακρυνόταν, την είδε να τον κοιτάζει από το παράθυρο της κουζίνας. Βρήκε δανεικά, έφυγε για την Αθήνα, νοίκιασε μαζί με άλλους τρεις ένα υπόγειο πίσω από το Γκάζι και τον πρώτο καιρό «τσούλαγε το πράμα στους πρωτάρηδες». Δυο φορές τον είχαν πιάσει οι μπάτσοι, ευτυχώς καθαρό και χωρίς «πράμα» επάνω του, και είχε περάσει από μία νύχτα κάθε φορά στο κρατητήριο. Μετά, ο σπιτονοικοκύρης τους πέταξε έξω από την υπόγα και ο Άγγελος με τους δύο από τους τρεις φίλους του πήγαν να μείνουν σε μια μισοτελειωμένη παρατημένη οικοδομή στον Βοτανικό. Ο τέταρτος της παρέας δεν πρόλαβε να δει το καινούριο σπίτι. Τη μέρα που οι άλλοι έψαχναν πού να μείνουν, είχε βρεθεί νεκρός στις δημόσιες τουαλέτες, καρφωμένος πάνω σε μια σύριγγα με σκάρτη δόση.
Ο Άγγελος έλεγε την ιστορία του, σταματώντας κάθε τόσο για να πιει μια μεγάλη γουλιά από τη μπίρα του. Καθώς τα μάγουλά του φούσκωναν από το ξανθοκίτρινο ποτό που έρρεε στο στόμα του, ο Πάνος κι ο Χάρης μπορούσαν να φανταστούν πώς θα έμοιαζε, αν ήταν ένα συνηθισμένο αγόρι της ηλικίας του, που έτρωγε κάθε μέρα φαγητό, κοιμόταν σε καθαρά στρωσίδια και πήγαινε τα βράδια για ποτό με τους φίλους του ή για φαγητό με την κοπέλα του. Στο άπλετο, σχεδόν ενοχλητικό φως της πολύβουης αίθουσας, ο Χάρης παρατήρησε μερικές άσπρες τρίχες στους κροτάφους του Άγγελου. Οι άσπρες τρίχες ήταν η δική του αγωνία. Κι ας του έλεγε ο Πάνος πως όταν γκριζάρει, θα μοιάζει με τον Κλούνι. Κοιταζόταν καθημερινά στον καθρέφτη με τρόμο. Ευτυχώς, μέχρι τώρα έβλεπε έναν καλοδιατηρημένο σαραντάρη, με σφιχτό γυμνασμένο κορμί. Το πρόσωπό του ήταν λαμπερό και αρυτίδιαστο, αποτέλεσμα της συστηματικής χρήσης ενυδατικών προϊόντων. Με ειδική μηχανή διατηρούσε γένια «τριών ημερών» και πρόσφατα είχε βάλει σκουλαρίκι - δώρο του Πάνου - στο αριστερό αυτί.
«Θέλεις τίποτα άλλο, Άγγελε;» τον ρώτησε ο Πάνος.
Τα μάτια του Άγγελου λαμπύρισαν σαν του παιδιού που του τάζουν καινούριο παιχνίδι, αλλά προς στιγμή δίστασε.
«Έλα, πες το», τον παρότρυνε ο Χάρης.
«Ρε φίλε, ξέρεις τι έχω πεθυμήσει; Ένα παγωτό χωνάκι με σοκολάτα και κρέμα… Να από αυτά!» έδειξε με το χέρι του ένα κοριτσάκι σε κοντινό τραπέζι που έτρωγε ένα χωνάκι με παγωτό. Η μητέρα του παιδιού έδειξε να ενοχλείται και τους κοίταξε άγρια.
Αυτή τη φορά σηκώθηκε ο Χάρης να φέρει την παραγγελία. Πήρε και για τους τρεις τους από ένα παγωτό.
«Άγγελε, προσπάθησες ποτέ να ξεκόψεις;» τον ρώτησε ο Πάνος.
«Στην αρχή με το χασίσι, όχι. Την καταέβρισκα να είμαι φτιαγμένος. Αρχοντιά, φίλε! Δεν σου καίγεται καρφί για τίποτα… Μετά άρχισα την άσπρη. Δεν έβρισκα πάντακι αυτή που έβρισκα, δεν φτούραγε. Μια φορά, ένας σκατένιος μου έδωσε μπλεγμένο, σκάρτο πράμα. Κόντεψα να πεθάνω. Σηκωτό με πήγαν στο νοσοκομείο. Μου έκαναν διάφορα μαντζούνια, συνήλθα, τους την έκανα… Σιγά μην καθόμουν να με δώσουν στους κοινωνικούς λειτουργούς τους…»
Ο Πάνος κοίταξε το ρολόι του. Κόντευε μία. Είχε αρχίσει να νυστάζει. Μάλλον όμως περισσότερο, είχε αρχίσει να τον στενοχωρεί η παράταση αυτής της συνάντησης. Είχαν τελειώσει και οι τρεις το παγωτό τους. Ο Άγγελος είχε το στόμα του ελαφρά πασαλειμμένο με σοκολάτα. Φαινόταν ευχαριστημένος, σχεδόν γαλήνιος. Ο Πάνος αναρωτήθηκε αν θα φαίνεται ακριβώς έτσι, όταν θα έχει πάρει τη δόση του. Έκανε νόημα με το βλέμμα στον Χάρη να σηκωθούν. Ο Άγγελος σηκώθηκε κι αυτός.
Βγήκαν από το φαστφουντάδικο. Η νύχτα, ή μάλλον η αρχή της μέρας, είχε παγώσει για τα καλά. Ο Άγγελος έσφιξε το μαύρο κασκόλ στον λαιμό του και έβγαλε ν’ ανάψει τσιγάρο. Θα έχει τελειώσει όλο το πακέτο πριν εμείς προλάβουμε να φτάσουμε στο σπίτι, έκαναν και οι δυο την ίδια σκέψη. Κοντοστάθηκαν επάνω στην πλατεία Συντάγματος. Ο Άγγελος στεκόταν αμήχανος απέναντί τους.
«Ρε παιδιά, τι να πω… Ευχαριστώ πολύ… Ν’ αγιάσει η ψυχή της μάνας σου, ρε φίλε… Δεν μου έχει ξαναγίνει αυτό… Όμως, ρε μάγκες, να σας ρωτήσω κάτι; Αν θέλετε, μου απαντάτε… Είστε... μαζί… εννοώ… είστε… σε… φάση;…»
Ο Χάρης κι ο Πάνος γέλασαν πιο πολύ με το ύφος του Άγγελου, παρά με τη χιλιοακουσμένη ερώτηση. Αντί για απάντηση, ο Χάρης χάιδεψε απαλά τα φρεσκολουσμένα μαλλιά του Πάνου. Ο Άγγελος χαμογέλασε κι αυτός.
«Είναι μαγκιά να έχεις κάποιον δίπλα σου… Μεγάλη μαγκιά…», είπε.
Έκανε μεταβολή και άρχισε να απομακρύνεται κουτσαίνοντας. Η καύτρα του τσιγάρου του έμοιαζε με πυγολαμπίδα που τον ακολουθεί. Οι δυο φίλοι είχαν μείνει αφηρημένοι να τον παρατηρούν, μέχρι που έστριψε στην αρχή της Σταδίου. Μετά, σαν να ξύπνησαν απότομα, άρχισαν να βαδίζουν βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, προς τη στάση του μετρό. Ήταν ζήτημα αν θα προλάβαιναν το τελευταίο δρομολόγιο. Κατέβηκαν τα σκαλιά και σταμάτησαν στα εκδοτήρια των εισιτηρίων. Ήταν κλειστά. Καθώς γύριζαν να φύγουν, η ματιά του Χάρη έπεσε πάνω σε μια από τις φωτεινές οθόνες. Δεξιά ο καιρός. Οκτώ βαθμοί Κελσίου, συννεφιά. Αριστερά το εορτολόγιο. Σήμερα γιορτάζουν: Δεν υπάρχει γνωστή γιορτή. Κι όμως το εορτολόγιο για πρώτη φορά είχε κάνει λάθος. Μπορούσαν και οι δυο να το βεβαιώσουν. Κάποιος είχε γιορτάσει σήμερα. Και μάλιστα, μετά από πολύ καιρό.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 24, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2012)

12.8.12

Τα τσιπς του Ian McEwan και ο μύθος του ανυποψίαστου κλέφτη



           Μια αδιαφιλονίκητη κατάρα σε όλες τις δίαιτες είναι τα τσιπς. Ίσως γιατί «κανείς δεν μπορεί να φάει μόνο ένα», όπως διατύπωνε με σχεδόν δογματική σιγουριά μια παλιά τηλεοπτική διαφήμιση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος διαιτητικός πειρασμός, πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο, από ένα σακουλάκι με τσιπς ανοιχτό πάνω στο τραπέζι. Και δεν πρέπει να υπάρχει εντονότερη και ταχύτερα αναπτυσσόμενη εξάρτηση από την ανάγκη, μετά το πρώτο, να φας ένα δεύτερο πατατάκι. Η συμπεριφορά αυτή εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, κοινωνικής κατάστασης, επιπέδου εκπαίδευσης.

            Ο καθηγητής Μπίαρντ, κεντρικός ήρωας του Ίαν Μακ Γιούαν στο τελευταίο βιβλίο του (Solar), είναι ένας Νομπελίστας φυσικός, μεσήλικας, με πέντε αποτυχημένους γάμους και έναν κακογερασμένο πλαδαρό εαυτό, που βλέπει τη ζωή του να ανακατεύεται ανεπανόρθωτα από γεγονότα σε μεγάλο βαθμό τυχαία. Η τελευταία σύζυγός του τον αφήνει για ένα νεότερο οικοδόμο με καλογυμνασμένο σώμα, στη συνέχεια όμως τον απατά με έναν από τους νεότερους και πιο άξιους συνεργάτες του. Σε μια απρόσμενη συνάντηση των δύο ανδρών στο σπίτι του Μπίαρντ, με τον νεαρό συνεργάτη του Μπίαρντ να φοράει τη ρόμπα του καθηγητή, ο νεαρός τραυματίζεται θανάσιμα στον αυχένα γλιστρώντας σε ένα χαλάκι από ταριχευμένη αρκούδα, το ίδιο στο οποίο είχε σκοντάψει αρκετές φορές ο Μπίαρντ στο παρελθόν. Πανικόβλητος ο Μπίαρντ επινοεί και δημιουργεί πλαστές ενδείξεις φονικής συμπλοκής των δύο εραστών της γυναίκας του. Από αυτή τη στιγμή και μετά, ο Μπίαρντ ζει βαδίζοντας πάνω σε κινούμενη άμμο, με τη μία ανατροπή να διαδέχεται την άλλη.

            Πέντε χρόνια αργότερα, ο Μπίαρντ, έχοντας υποστεί αλλεπάλληλα πλήγματα στην επαγγελματική και προσωπική του ζωή, φτάνει αεροπορικώς στο Λονδίνο και επιβιβάζεται στο τρένο. Μετά από σχετική εσωτερική πάλη, ηττημένος για άλλη μια φορά από τον αδύναμο εαυτό του, έχει αγοράσει ένα σακουλάκι τσιπς με ρίγανη και ξύδι για τη διαδρομή. Στο βαγόνι του τρένου, κάθεται απέναντι σ’ ένα γεροδεμένο νεαρό με ξυρισμένο κεφάλι. Ο Μπίαρντ, μισονυσταγμένος, χορτασμένος από ένα φορτωμένο γεύμα στο αεροπλάνο, βυθίζεται στο κάθισμά του παραμένοντας σε μια νωθρή κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης. Μπροστά του ακριβώς είναι το σακουλάκι του με τα τσιπς και ένα μπουκάλι με νερό του νεαρού συνεπιβάτη του. Ξαφνικά ο Μπίαρντ περνάει από την υπναγωγική φάση στην πλήρη ενάργεια, ανοίγει το σακουλάκι και παίρνει το πρώτο πατατάκι.

[…] 
Ήταν ένας άντρας που έπαιρνε στα σοβαρά τις απολαύσεις του. Το κόλπο ήταν να ακουμπάς τα τσιπς στο κέντρο της γλώσσας, και αφού αφήσεις τη γεύση να απλωθεί στο στόμα, να πιέζεις την πατάτα απότομα ώστε να θρυμματιστεί στον ουρανίσκο. Υποστήριζε τη θεωρία ότι η τραχιά ακανόνιστη επιφάνεια προκαλούσε μικροσκοπικές αμυχές στον βλεννογόνο, μέσα στις οποίες διείσδυαν το αλάτι και τα χημικά, προκαλώντας μια ήπια αλλά ξεχωριστή αίσθηση ανάμεσα στον πόνο και την απόλαυση.
 […]
            Ο συνεπιβάτης του τον παρατηρεί και, μέσα από τη ματιά του, ο Μπίαρντ κάνει μια αυστηρή αυτοκριτική-«ένας χοντρός βλάκας κάποιας ηλικίας που μεταλαβαίνει περιπαθώς, σαν άλλη όστια, μια ανθυγιεινή μπουκιά». Σε λίγο ο νεαρός συνεπιβάτης παίρνει αμίλητος ένα πατατάκι από το σακουλάκι και το τρώει «όχι με τη βιασύνη του Μπίαρντ, αλλά με μια αναιδή κίνηση των σιαγόνων, μασώντας με το στόμα ανοιχτό ώστε να μπορεί ο καθένας να δει το πατατάκι να γίνεται πολτός πάνω στη γλώσσα του». Ο Μπίαρντ παγώνει, αποσβολώνεται από τη θρασύτητα του νεαρού· από το μυαλό του περνάνε επιθετικές σκέψεις, που σιγαλιάζουν αμέσως, καθώς το αποτέλεσμα θα ήταν πέραν κάθε αμφιβολίας επώδυνο για τον Μπίαρντ.

            Η βουβή, ακούσια μοιρασιά των τσιπς  συνεχίζεται μέχρι το τέλος της διαδρομής που σχεδόν συμπίπτει χρονικά με το τέλος της διαδρομής. Ο νεαρός προσφέρει το σακουλάκι με τα δύο τελευταία τσιπς στον Μπίαρντ. Εκείνος το θεωρεί προσβολή και του γυρίζει την πλάτη. Ο νεαρός τσαλακώνει το σακουλάκι, το πετάει στα σκουπίδια και καθαρίζει με το χέρι του το τραπέζι από τα ψίχουλα και το αλάτι. Ο Μπίαρντ βράζει μέσα του και αυτή την οργισμένη φλόγα τη σβήνει παίρνοντας με μια αιφνιδιαστική κίνηση το μπουκάλι με το νερό του νεαρού και στραγγίζοντάς το μέχρι τελευταίας σταγόνας. Ο νεαρός σηκώνεται, καθώς το τρένο έχει πλέον σταματήσει, και κατεβάζει τη βαλίτσα του Μπίαρντ από το ράφι των αποσκευών, επιδεικνύοντας-όπως νομίζει ο καχύποπτος Μπίαρντ- το ύψος και τα γεροδεμένα μπράτσα του.

            Πριν συνέλθει εντελώς από την ταραχή που του προκάλεσε η αναιδής συμπεριφορά του νεαρού, ο Μπίαρντ ανακαλύπτει στο βάθος της τσέπης του πανωφοριού του το σακουλάκι με τα τσιπς, άθικτο. Συνειδητοποιεί ότι είχε φάει τα πατατάκια του νεαρού και είχε πιει το νερό του κι εκείνος του κατέβασε και τη βαλίτσα του. Οι αναδρομικές τύψεις είναι έτοιμες να εισβάλουν, όμως ο Μπίαρντ τις απωθεί, χωρίς να παραβλέπει το γεγονός ότι ο νεαρός ήταν μάλλον «ανθρωπιστής» παρά αγενής.

            Δεν ξέρω πόσο ψηλά στο βάθρο των συγγραφέων είναι δίκαιο να τοποθετηθεί ο  Ίαν Μακ Γιούαν, όμως ο τρόπος που προσεγγίζει και αποτυπώνει στο χαρτί τα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη σκέψη των ηρώων του εμένα συχνά με αφήνει άφωνη. Είναι αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό και η καταλυτική επίδραση της τύχης, σταθερά συστατικά στη μυθοπλασία του Ίαν Μακ Γιούαν, που κάνουν τη γραφή του απέραντα γοητευτική, ακόμα κι όταν περιγράφει απλές καθημερινές σκηνές.

            Αναζήτησα στοιχεία για το Solar και με έκπληξη είδα ότι ο συγγραφέας είχε κατηγορηθεί για τη συγκεκριμένη σκηνή για λογοκλοπή (δεύτερη φορά μετά από μια πρώτη κατηγορία λογοκλοπής για την «Εξιλέωση», που όμως κατέπεσε στη συνέχεια). Πριν εκδοθεί το βιβλίο, ο Ίαν Μακ Γιούαν μιλούσε γι’ αυτό σε ένα λογοτεχνικό φεστιβάλ της Ουαλίας και αναφέρθηκε στη σκηνή με τα τσιπς. Τότε σηκώθηκε κάποιος από το ακροατήριο και του είπε ότι αυτό το επεισόδιο δεν είναι πρωτότυπο, αλλά ότι έχει ξαναγραφτεί στο παρελθόν. Έκπληκτος και λίγο ντροπιασμένος, ο  Ίαν Μακ Γιούαν δεσμεύτηκε να ψάξει τη βιβλιογραφία και να αποσύρει τη σκηνή από το βιβλίο.

            Ο μύθος του ανυποψίαστου κλέφτη (“unwitting thief”) στη λογοτεχνία είναι παλιός· αντιμετωπίζεται πλέον ως κλασικό μοτίβο, στο οποίο έχει δοθεί και κωδικός (Ν360) σε λογοτεχνικά εγχειρίδια που αναφέρονται σε μύθους και παραδόσεις της Αγγλίας και της Β. Αμερικής. Διάφορες εκδοχές ανυποψίαστων κλεφτών με ποικίλα σενάρια και αντικείμενα κλοπής αναφέρονται σε προφορικές και γραπτές διηγήσεις. Όλες χρησιμοποιούν το εύρημα της ακούσιας κλοπής για να προβάλουν τις ηθικές και συναισθηματικές μεταβολές των εμπλεκομένων προσώπων. Το επεισόδιο με τα πατατάκια στο Solar του Ίαν Μακ Γιούαν θυμίζει έντονα αντίστοιχες ιστορίες με τους δύο συνεπιβάτες που μοιράζονται απρόθυμα μια σοκολάτα Kit-Kat ή μπισκότα, μέχρις ότου ο ένας, που νόμιζε τον άλλο για κλέφτη, συνειδητοποιεί ότι κλέφτης είναι ο ίδιος.

            Στο παρελθόν, έχει αναφερθεί και κινηματογραφική λογοκλοπή με το μοτίβο του «ανυποψίαστου κλέφτη». Ο Adam Davidson, βραβευμένος με Όσκαρ για την ταινία “The Lunch date”, κατηγορήθηκε ότι υπέκλεψε μια σκηνή της ταινίας του από μια ανεξάρτητη ολλανδική παραγωγή με τίτλο Boeuf Bourgignon. H επίμαχη σκηνή δείχνει μια καλοντυμένη λευκή γυναίκα που αγοράζει φαγητό σε μια καφετέρια, αφήνει τον δίσκο της σ’ ένα τραπέζι και πηγαίνει να φέρει μαχαιροπίρουνα. Όταν επιστρέφει στο τραπέζι της, βρίσκει έναν μαύρο άνδρα με βρώμικα, φθαρμένα ρούχα να τρώει το φαγητό της. Κάθονται και οι δυο και τρώνε από το ίδιο γεύμα, ώσπου ο μαύρος σηκώνεται και φέρνει δύο φλιτζάνια με καφέ. Όταν ο μαύρος τελειώνει το φαγητό του και φεύγει, η γυναίκα συνειδητοποιεί ότι έχει κλέψει το φαγητό του φτωχού μαύρου, αφού το δικό της βρίσκεται άθικτο σε κάποιο παρακείμενο τραπέζι.

              Ο ίδιος ο συγγραφέας, έχοντας προφανώς στη συνέχεια διαβάσει τα σχετικά, βάζει τον Μπίαρντ να δίνει μια διάλεξη και στο τέλος της να αναφέρεται στο γεγονός με τα τσιπς. Τότε, ένας λέκτορας από το ακροατήριο του κάνει την ίδια υπόδειξη που είχε δεχτεί ο Ίαν Μακ Γιούαν, ότι δηλαδή η ιστορία δεν είναι αυθεντική, αλλά πρόκειται για μια εκδοχή του "κλέφτη χωρίς πρόθεση". Με αυτή την αφορμή, ο συγγραφέας βάζει τον λέκτορα να αναφέρεται στον σχετικό μύθο, παραθέτοντας αρκετά στοιχεία από τη βιβλιογραφία. Έτσι τελικά, το πάθημα του συγγραφέα ενσωματώθηκε ως μάθημα στο βιβλίο, επιτρέποντάς του να διατηρήσει την καταπληκτική σκηνή με τα τσιπς.

             Δεν ήξερα για το μοτίβο του «ανυποψίαστου κλέφτη» και κυριολεκτικά με καθήλωσε η διήγηση του Ίαν Μακ Γιούαν. Όμως και αφού ανέτρεξα στις σχετικές πληροφορίες και ξαναδιάβασα το κομμάτι μέσα από το Solar για να γράψω τούτες τις αράδες, δεν μειώθηκε ο θαυμασμός μου για την επιδεξιότητα του Ίαν Μακ Γιούαν να σκιαγραφεί τόσο αριστοτεχνικά τη ζωή των χαρακτήρων του, στιγμή προς στιγμή και σκέψη προς σκέψη, ώστε και ακόμα και σε ένα απλό κατούρημα, ταυτόχρονα με την ουροδόχο κύστη, ο ήρωας να αδειάζει την ψυχή του, το μυαλό του και όλη την περασμένη του ζωή. Τέτοιους συγγραφείς στ’ αλήθεια τους ζηλεύω.




ΠΗΓΕΣ:

  1. Peter Wilson. Writer Ian McEwan’s train tale may get shunted. The Australian, June 3, 2008. http://www.theaustralian.com.au/news/writers-train-tale-may-get-shunted/story-e6frg6to-1111116519854
  2. Gail de Vos. Tales, rumors and gossip.  Exploring contemporary folk literature in grades 7 – 12. Libraries Unlimited, 1996.

"Thank you for the light"- Ένα μέχρι τώρα ανέκδοτο διήγημα του Francis Scott Fitzgerald


Η κυρία Χάνσον ήταν μια όμορφη, μα κάπως ταλαιπωρημένη γυναίκα γύρω στα 40, που πουλούσε κορσέδες και ζωνάρια, ταξιδεύοντας έξω από το Σικάγο. Για πολλά χρόνια η περιοχή της οριζόταν από το Τολέδο, τη Λίμα, το Σπρίνγκφιλντ, το Κολόμπους, την Ινδιανάπολη και το Φορτ Γουέιν και η μετάθεσή της στην περιφέρεια Αϊοβα - Κάνσας - Μιζούρι αποτελούσε προαγωγή, καθώς η εταιρεία της είχε επεκταθεί πιο δυναμικά στα δυτικά του Οχάιο.
Στ' ανατολικά έπιανε την κουβέντα με τους πελάτες και συχνά είχε προσφορές για ένα ποτό ή ένα τσιγάρο στο γραφείο κάποιου αγοραστή, όταν τέλειωνε η δουλειά. Σύντομα όμως κατάλαβε ότι στην καινούργια περιφέρεια τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οχι μόνο δεν τη ρωτούσαν ποτέ αν ήθελε να καπνίσει, αλλά αρκετές φορές, στη δική της ερώτηση, αν είχε κανείς αντίρρηση να ανάψει τσιγάρο, της απαντούσαν μισοαπολογητικά ότι «δεν είναι ότι ενοχλούμαι εγώ, αλλά επηρεάζει αρνητικά τους εργαζομένους».
«Α, φυσικά, καταλαβαίνω».
Το κάπνισμα σήμαινε πολλά γι' αυτήν ώρες-ώρες. Δούλευε πολύ σκληρά και το τσιγάρο μπορούσε να την ξεκουράσει και να τη χαλαρώσει ψυχολογικά. Ηταν χήρα και δεν είχε στενούς συγγενείς ώστε να τους γράφει τα απογεύματα και τα μάτια της δεν άντεχαν πάνω από μία ταινία την εβδομάδα, επομένως το κάπνισμα κατέληξε να είναι ένα απαραίτητο σημείο στίξης στη μακροσκελή πρόταση μιας ημέρας στον δρόμο.
Η τελευταία εβδομάδα του πρώτου ταξιδιού της με το νέο δρομολόγιο τη βρήκε στην πόλη του Κάνσας. Ηταν μέσα Αυγούστου και ένιωθε λίγη μοναξιά ανάμεσα σε όλες εκείνες τις νέες επαφές, έτσι λοιπόν χάρηκε όταν βρήκε στη ρεσεψιόν μιας εταιρείας κάποια γυναίκα που γνώριζε από το Σικάγο. Κάθησε μαζί της μέχρι να τη φωνάξουν και στην πορεία της συζήτησης έμαθε μερικά πράγματα για τον άνδρα που επρόκειτο να δει.
«Θα τον πειράξει αν καπνίσω;».
«Τι; Θεέ μου, ναι!» είπε η φίλη της. «Εχει δώσει λεφτά για να στηρίξει τον αντικαπνιστικό νόμο».
«Α. Καλά, σου είμαι ευγνώμων για τη συμβουλή - κάτι παραπάνω από ευγνώμων».
«Καλύτερα να προσέχεις με δαύτο παντού εδώ γύρω» είπε η φίλη της. «Κυρίως με τους άνδρες άνω των 50. Οσους δεν πήγαν στον πόλεμο. Ενας κύριος μου έλεγε ότι κανείς από όσους πήγαν στον πόλεμο δεν θα είχε ποτέ πρόβλημα με όποιον καπνίζει».
Αλλά στην αμέσως επόμενη στάση της έπεσε πάνω στην εξαίρεση. Φαινόταν μια χαρά νεαρός, αλλά τα μάτια του είχαν στυλωθεί με τέτοια έκπληξη πάνω στο τσιγάρο που χτυπούσε στο νύχι του αντίχειρά της, ώστε η κυρία Χάνσον αναγκάστηκε να το κρύψει. Ανταμείφθηκε όμως όταν ο νεαρός της ζήτησε να γευματίσουν μαζί το μεσημέρι, ενώ μέσα σε μία ώρα είχε στα χέρια της και μια άκρως αξιόλογη παραγγελία.
Υστερα ο νεαρός επέμεινε να την πάει με το αυτοκίνητο στο επόμενο ραντεβού της, μολονότι εκείνη σκόπευε να βρει κάποιο ξενοδοχείο κάπου εκεί κοντά και να τραβήξει μερικές τζούρες στην τουαλέτα. Ηταν μια από εκείνες τις ημέρες που είναι γεμάτες αναμονή - όλοι ήταν απασχολημένοι, όλοι αργούσαν, και όταν εντέλει εμφανίζονταν οι πελάτες, είτε ανήκαν σ' εκείνη την κατηγορία των ανδρών με τα μακρόστενα πρόσωπα που καθόλου δεν τους αρέσουν οι μικρές αδυναμίες των άλλων ανθρώπων, είτε ήταν γυναίκες, θέλοντας ή μη αφοσιωμένες στις ιδέες αυτών των ανδρών.
Είχε να καπνίσει από το πρωί και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι αυτός ήταν ο λόγος για εκείνη την ακαθόριστη δυσαρέσκεια που ένιωθε στο τέλος κάθε επίσκεψης, ανεξάρτητα από το πόσο επιτυχής είχε αποδειχθεί από επαγγελματικής απόψεως. Ελεγε, «πιστεύουμε ότι καλύπτουμε ένα διαφορετικό κομμάτι της αγοράς.
Ολα βεβαίως από λάστιχο και καναβάτσο είναι φτιαγμένα, αλλά ο δικός μας τρόπος κατασκευής διαφέρει. Η αύξηση της διαφήμισης κατά 30% σε εθνικό επίπεδο μέσα σ' έναν χρόνο μιλά από μόνη της».
Και από μέσα της σκεφτόταν: Αν μπορούσα να τραβήξω έστω τρεις τζουρίτσες, θα πουλούσα ακόμα και παλιομοδίτικες μπαλένες.
Είχε να επισκεφθεί άλλο ένα κατάστημα τώρα, αλλά είχε ακόμα κανένα μισάωρο για το ραντεβού. Ηταν ακριβώς η ευκαιρία να πάει στο ξενοδοχείο της αλλά, καθώς δεν υπήρχε κανένα ταξί εκεί γύρω, άρχισε να περπατάει σκεπτόμενη: Μάλλον πρέπει να κόψω το τσιγάρο. Κοντεύω να πάθω εθισμό με δαύτο.
Μπροστά της είδε τον καθεδρικό ναό. Εδειχνε πολύ ψηλός, και ξαφνικά της ήρθε μια λαμπρή ιδέα: αφού ανέβαινε τόσο θυμίαμα στους πυργίσκους εκεί ψηλά προς τον Θεό, λίγος καπνός εκεί στον πρόδομο δεν θα έκανε μεγάλη διαφορά. Καθόλου δεν θα τον πείραζε τον Υψιστο αν μια καταπονημένη γυναίκα τραβούσε μερικές τζούρες στον πρόδομο.
Μολαταύτα, αν και δεν ήταν καθολική, η σκέψη αυτή την ενόχλησε. Ηταν άραγε τόσο σημαντικό να καπνίσει, από τη στιγμή που θα μπορούσε να ενοχλήσει τόσο κόσμο; Και όμως. Δεν θα τον ενοχλήσει, συλλογιζόταν επίμονα. Στην εποχή Του, δεν είχαν καν ανακαλύψει το ταμπάκο…
Μπήκε στην εκκλησία∙ ο πρόδομος ήταν σκοτεινός. Ψαχούλεψε μέσα στην τσάντα της για να βρει σπίρτα, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Θα πάω ν' ανάψω από κανένα κερί, σκέφτηκε.
Μονάχα μια κηλίδα φωτός στη γωνία έσπαγε το σκοτάδι στο κεντρικό κλίτος του κυρίως ναού. Προχώρησε στον διάδρομο προς εκείνη τη λευκή θαμπάδα και είδε ότι δεν προερχόταν από τα κεριά και ότι, σε κάθε περίπτωση, σύντομα θα χανόταν - ένας γέρος ετοιμαζόταν να σβήσει την τελευταία λάμπα λαδιού.
«Τούτα 'δώ είναι τάματα» είπε. «Τη νύχτα τα σβήνουμε. Πιστεύουμε πως έχει μεγαλύτερη σημασία για τον κόσμο που μας τα φέρνει να τα έχουμε και την επόμενη μέρα παρά να καίνε όλη νύχτα».
«Κατάλαβα».
Ο γέρος έσβησε και την τελευταία λάμπα. Τώρα δεν είχε απομείνει κανένα φως στον καθεδρικό, εκτός από έναν ηλεκτρικό πολυέλαιο που ήταν κρεμασμένος ψηλά και τη μονίμως αναμμένη λάμπα μπροστά από το Ιερό.
«Καληνύχτα» είπε ο νεωκόρος.
«Καληνύχτα».
«Υποθέτω ότι ήρθες να προσευχηθείς».
«Ναι, γι' αυτό ήρθα».
Εκείνος έφυγε και μπήκε στο σκευοφυλάκιο. Η κυρία Χάνσον γονάτισε για να προσευχηθεί.
Είχε πολύ καιρό να προσευχηθεί. Καλά-καλά δεν ήξερε ούτε και για ποιο πράγμα να προσευχηθεί, κι έτσι προσευχήθηκε για τον εργοδότη της και για τους πελάτες της στο Ντε Μόιν και την πόλη του Κάνσας. Οταν τέλειωσε τις προσευχές της, σηκώθηκε. Μια εικόνα της Παναγίας την κοιτούσε από μια κόγχη, δυο μέτρα πάνω από το κεφάλι της.
Εστρεψε και εκείνη το βλέμμα της προς τα 'κεί. Επειτα σηκώθηκε ξανά όρθια και έγειρε νωχελικά προς τα πίσω στη γωνία του στασιδιού. Στη φαντασία της, η Παρθένος Μαρία κατέβηκε, όπως στο θεατρικό έργο «Το θαύμα», και πήρε τη θέση της, άρχισε να πουλάει κορσέδες και ζωνάρια για λογαριασμό της ώσπου κουράστηκε, όπως ακριβώς και η ίδια. Υστερα, για μερικά λεπτά, η κυρία Χάνσον μάλλον αποκοιμήθηκε.
Ξύπνησε με την αίσθηση ότι κάτι είχε αλλάξει και σιγά-σιγά αντιλήφθηκε ότι στον αέρα υπήρχε μια γνώριμη μυρωδιά που δεν ήταν θυμίαμα και ότι την έτσουζαν τα δάχτυλά της. Κατόπιν συνειδητοποίησε ότι το τσιγάρο που κρατούσε στο χέρι της ήταν αναμμένο - έκαιγε.
Πολύ γλαρωμένη ακόμα για να σκεφτεί, τράβηξε μια τζούρα για να μη σβήσει η καύτρα. Υστερα ύψωσε το βλέμμα της προς την κόγχη της Παναγίας, κάπου εκεί στο μισοσκόταδο.
«Ευχαριστώ για τη φωτιά» είπε.
Αλλά δεν της φάνηκε αρκετό και έτσι έπεσε στα γόνατα, με τον καπνό του τσιγάρου ανάμεσα στα δάχτυλά της να στροβιλίζεται ανεβαίνοντας ψηλά.
«Ευχαριστώ πολύ για τη φωτιά» είπε.

(Απόδοση στα ελληνικά: Γρηγόρης Μπέκος / Επιμέλεια: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου)


Γράφει ο Γρηγόρης Μπέκος στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 12-8-12:

Το 1936, τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του από καρδιακό επεισόδιο στα 44 του, ο αμερικανός συγγραφέας Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ είχε προσφέρει στο έγκριτο περιοδικό «The New Yorker» ένα διήγημα 1.173 λέξεων με τον τίτλο «Thank You For The Light» (Ευχαριστώ για τη φωτιά). 

Το έντυπο απέρριψε τότε το διήγημα του συγγραφέα, που το 1925 είχε εκδώσει το κλασικό πλέον μυθιστόρημα «Ο υπέροχος Γκάτσμπι». 

«Φοβούμαστε ότι είναι εντελώς απίθανο να δημοσιευθεί αυτό το διήγημα του Φιτζέραλντ. Μας φαίνεται τόσο παράξενο κι ασυνήθιστο ώστε να το έχει γράψει αυτός, και σίγουρα υπέρ το δέον φανταστικό. Θα δίναμε πολλά, βεβαίως, για να έχουμε στις σελίδες μας μια ιστορία του Σκοτ Φιτζέραλντ και ευελπιστούμε ότι θα μας στείλετε κάτι που θα φαίνεται πιο ταιριαστό. Ευχαριστούμε, σε κάθε περίπτωση, που το θέσατε υπ' όψιν μας» έγραφε συγκεκριμένα η απαντητική επιστολή του περιοδικού.

Τα εγγόνια του συγγραφέα βρήκαν το εν λόγω διήγημα ανάμεσα σε κάποια έγγραφά του και στη συνέχεια το παρέδωσαν στον μελετητή του έργου και επιμελητή του, Τζέιμς Γουέστ. 

Η υπεύθυνη λογοτεχνίας του αμερικανικού περιοδικού Ντέμπορα Τρέισμαν εικάζει σήμερα ότι το διήγημα απορρίφθηκε εξαιτίας της ασεβούς μεταχείρισης που επεφύλαξε τότε ο συγγραφέας στην Παρθένο Μαρία. Η τελευταία όμως «έχει υποστεί πολύ χειρότερα πράγματα έκτοτε απ' ό,τι στα χέρια του Φιτζέραλντ εκείνη την εποχή». 

Η ίδια υποστηρίζει ότι σήμερα μπορούμε να το διαβάσουμε ως ένα «υπέροχο μικρό προσχέδιο» και να το δούμε ως μια «λεπτομέρεια λογοτεχνικού ενδιαφέροντος».

Εβδομήντα έξι ολόκληρα χρόνια μετά, το «New Yorker» δημοσιεύει το διήγημα στο νέο του τεύχος που κυκλοφορεί τη Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012. 

Πρωταγωνίστρια της ιστορίας είναι η κυρία Χάνσον που «ήταν μια όμορφη, μα κάπως ταλαιπωρημένη γυναίκα γύρω στα σαράντα, που πουλούσε κορσέδες και ζωνάρια, ταξιδεύοντας έξω απ' το Σικάγο» και γι' αυτήν «το κάπνισμα κατέληξε να είναι ένα απαραίτητο σημείο στίξης στη μακροσκελή πρόταση μιας ημέρας στο δρόμο».