Σελίδες

8.9.12

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια και ο νεαρός με την κατεβασμένη κουκούλα


          
               Σε κάθε ταξίδι επιστροφής, μηρυκάζω νοερά τα μέρη που άγγιξα με το φευγαλέο βλέμμα του επισκέπτη, συνήθως αθέλητα,  πάνω από ένα βιβλίο, με τον συγγραφέα να πλέκει μάταια τις ζωές των ηρώων του για να με κρατήσει μέσα στο αεροπλάνο, στο πλοίο ή στο αυτοκίνητο. Γυρίζοντας από τη Μήλο, βραδινή ώρα, με ένα ταχύπλοο, κάθομαι στη θέση που προβλέπει το εισιτήριό μου: 32Ι. Μετά το απέραντο γαλάζιο των προηγούμενων ημερών, βολεύω το απέραντο μπλε των αποσκευών μου-μικρή μπλε βαλίτσα και μπλε σακίδιο-δίπλα στα πόδια μου.  Βγάζω τον Μυριβήλη-μισό στο πήγαινε και μισό στο έλα είχα υπολογίσει-και τα πρόχειρα γυαλιά μου.
                Πριν ξαναχωθώ στη ζωή του Λεωνή, ρίχνω μια ματιά στο διπλανό μου ζευγάρι. Πολύ μικροί, γύρω στα είκοσι· ξένοι· μιλάνε χαμηλόφωνα, δεν μπορώ να καταλάβω σε ποια γλώσσα. Η κοπέλα, φυσική κοκκινομάλλα, με γυαλιά, ελαφρώς υπέρβαρη, σκούρο μακρυμάνικο πουκάμισο, στα πόδια ψηλά αρβυλάκια. Το αγόρι, πολύ λεπτό έως ισχνό, γκρίζο φούτερ με την κουκούλα τραβηγμένη μπροστά στο πρόσωπο μέχρι κάτω από τη μύτη, αρβυλάκια και αυτός. Είμαι καθισμένη δίπλα στο αγόρι και βλέπω κάτι που με αναστατώνει. Στα πόδια του έχει το σακίδιό του και στην εξωτερική τσέπη, σε πρώτη ζήτηση, μια σακούλα για τη ναυτία. Γι’ αυτό μάλλον έχει σκεπάσει το πρόσωπό του· τον ζαλίζει η θάλασσα. Σκέφτομαι ότι θα μου έρθει καμιά ρουκέτα και κολλάω στην άλλη άκρη του καθίσματος, τραβώντας μαζί και τα πράγματά μου. Δεν υπάρχουν άδεια καθίσματα. Το sea jet έρχεται από Σαντορίνη και Φολέγανδρο.
                Τον παρατηρώ πιο προσεκτικά. Το κομμάτι του προσώπου που φαίνεται είναι πολύ χλωμό, άτριχο. Τα χείλη λεπτά και η φωνή του ψιλή, σχεδόν παιδική. Τα χέρια του δεν βρίσκουν ησυχία. Με ανατριχιαστικό τρόπο σπάει τα δάχτυλα, σκύβει το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά του και πιάνει νευρικά τα άρβυλα, παίρνει βαθιές ανάσες. Η τηλεόραση παίζει το «The magnificent seven». Ένα παιδάκι από τα πίσω καθίσματα μπερδεύει τον Τζορτζ Κλούνι με τον Τομ Κρουζ (μπερδεύονται ποτέ αυτοί οι δύο;)
                Η κοπέλα κάνει μασάζ στον αυχένα του φίλου της, προσπαθώντας μάλλον να τον χαλαρώσει. Αυτός κάθε λίγο αναπηδάει στο κάθισμα. Κατεβάζει κι άλλο την κουκούλα. Την έχει ξεχειλώσει εντελώς. Σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι άρρωστος, για να είναι τόσο λεπτός (κάποια ειδική θεραπεία;) Συνεχίζει να σκύβει στα γόνατά του, να ανασαίνει βαθιά, να σπάει τα δάχτυλα. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στο βιβλίο. Ο Λεωνής κολυμπάει με τη Σαπφώ και την  αδελφή της. Η θάλασσα έχει κύματα, αλλά η Σαπφώ απομακρύνεται με σίγουρες απλωτές. Η δική μας θάλασσα είναι σχετικά ήρεμη, όμως το κάθισμα δίπλα μου συνεχίζει να τραντάζεται κάθε τόσο. Σε λίγο θα έχω κι εγώ ναυτία.
                Η Μήλος είναι μέσα στο μυαλό μου· δεν έχω φύγει ακόμα, θα μου πάρει μερικές μέρες. Η χώρα μας είναι ίσως η ομορφότερη του κόσμου· το «ίσως» μόνο για τα μάτια του κόσμου· είναι η ομορφότερη. Οι σκαρφαλωμένες στην κορυφή Παναγιές που αγναντεύουν τα γύρω νησιά, οι λαξευμένοι από γλύπτη βράχοι, ακλόνητοι μέσα στο απέραντο γαλάζιο, τα σπίτια που αστράφτουν ολόλευκα στο πρωινό φώς του ήλιου και που αργότερα, σχεδόν γαλάζια,  καθρεφτίζουν τη θάλασσα στο ηλιοβασίλεμα, οι κακοτράχαλοι γκρεμοί που οδηγούν τον επίμονο περιηγητή σε μαγικές παραλίες· όλα αυτά δεν τα έχω βρει αλλού. Ανυπομονώ να φτιάξω τις φωτογραφίες που έβγαλα. Ένα δυνατό τράνταγμα του διπλανού καθίσματος με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Πλησιάζουμε.
                Απέναντί μας βρίσκονται οι τουαλέτες. Αριστερά η ανδρική και δεξιά, ακριβώς στην ίδια ευθεία με το κάθισμα του νεαρού, η γυναικεία. Τον βλέπω να σηκώνεται απότομα, με τα πόδια ανοιχτά για να στηριχτεί καλύτερα, και να πηγαίνει προς τα εκεί. Έχει αρκετά στρογγυλή πύελο και πολύ λεπτά πόδια. Θα κάνει εμετό· είμαι σίγουρη. Ανοίγει τη δεξιά πόρτα· των γυναικών. Δεν προλαβαίνει να φτάσει στην ανδρική, σκέφτομαι. Και μετά λάμπει στο μυαλό μου η αλήθεια, εκτυφλωτικά αστραφτερή, σαν τα σπίτια της Μήλου στον ήλιο. Είναι γυναίκα. Είναι ζευγάρι γυναικών. Έτσι εξηγούνται και τα άρβυλα, καλοκαιριάτικα. Και η ψιλή φωνή, και το άτριχο δέρμα. Σε λίγο βγαίνει από την τουαλέτα, με το πρόσωπο σταθερά καλυμμένο με την κουκούλα. Κάθεται στη θέση της.
                Έχουμε μπει πια στο λιμάνι του Πειραιά. Βάζω τον Μυριβήλη στην τσάντα. Γύρω μου οι επιβάτες ετοιμάζονται για την αποβίβαση. Το ταχύπλοο σταματάει. Οι κοπέλες δίπλα φιλιούνται. Τη βγάλαμε και αυτή τη φορά, πρέπει να σκέφτεται η διπλανή μου. Κατεβαίνω στο λιμάνι και στήνομαι στην ουρά για ταξί. Με παραλαμβάνει ένας αδύνατος, αξύριστος ταξιτζής, ντυμένος στα μαύρα. Το ταξί μυρίζει τσιγάρο και πετρέλαιο. Πριν πιάσει το τιμόνι, ανάβει τσιγάρο και μου λέει με βαριά τσιγαροφωνή, που θυμίζει τον Μπάτη: «Τι λέει το τζετάκι; Έκανε κούνια;»
                Εκείνη τη στιγμή θέλω να βγω από το ταξί, να πέσω στη θάλασσα με τον Λεωνή και τη Σαπφώ και μαζί, κολυμπώντας, να γυρίσουμε στη Μήλο. Περιορίζομαι σε μια ξινή αντερώτηση: «Κούνια; Τι εννοείτε;»               

30.8.12

Ένας άγγελος στην Πανεπιστημίου

(φωτ. Karsten Hamre)

        
           O Χάρης και ο Πάνος σπάνια πήγαιναν σινεμά. Συνήθως δεν ήταν για καλό λόγο, αλλά για να ξεφύγουν από κάτι που τους βασάνιζε, μόνο τον ένα ή και τους δύο μαζί. Το σκοτάδι της κινηματογραφικής αίθουσας θάμπωνε τις δικές τους ζωές και μίκραινε τα βάσανά τους. Πολλά βασάνιζαν και τους δύο μαζί, με πρώτο και σημαντικότερο αυτό το «οι δύο μαζί». Η σχέση τους βρισκόταν ήδη στον πέμπτο χρόνο και τα τελευταία τρία χρόνια έμεναν μαζί. Ο Χάρης είχε μετακομίσει στο διαμέρισμα του Πάνου για να γλιτώσουν το ένα από τα δύο νοίκια. Κανονικός πόλεμος είχε ξεσπάσει στις δυο οικογένειες μετά από αυτή τη μετακόμιση. Βαριές κουβέντες, λόγια που δεν ξεχνιούνται. Ένα χρόνο είχε κάνει ο Πάνος να μιλήσει στους δικούς του, εννιά μήνες ο Χάρης.
Η ταινία που σύστηναν όλοι οι κριτικοί εκείνη την εβδομάδα ήταν η Λευκή Κορδέλα του Μίκαελ Χάνεκε. Ο Χάρης κι ο Πάνος την είδαν στο Ιντεάλ της Πανεπιστημίου. Προτιμούσαν πάντα την τελευταία παράσταση. Να φεύγουν όταν έχει πια πέσει για τα καλά η νύχτα. Να μπορούν να περπατάνε κοντά ο ένας στον άλλο, να αγγίζονται, χωρίς να τους καρφώνουν πολλά μάτια. Τη νύχτα τα μάτια βλέπουν αλλιώς, συγχωρούν αλλιώς. Η νύχτα είναι ένας κόσμος που η ίδια η νύχτα φωτίζει, είχε κάπου διαβάσει ο Χάρης.
Ο κινηματογράφος ήταν γεμάτος - οι κριτικές πάντα πείθουν. Στην έξοδο, ο Χάρης κόλλησε αναγκαστικά πάνω στον Πάνο και παρά τη βραδινή παγωνιά, ένιωσε να τον συνεπαίρνει μια ξαφνική έξαψη. Βγήκαν στον δρόμο και ξεκίνησαν με τα πόδια για το Σύνταγμα. Περπατούσαν αργά, πρώτες πήγαιναν οι ανάσες τους αχνιστές και πίσω ακολουθούσαν τα απρόθυμα βήματά τους. Μάζεψαν τον δρόμο μέχρι την Ακαδημία συζητώντας για την ταινία. Είχαν αποφασίσει να μη χαλάσουν την αποψινή βραδιά με τα άλλα. Έτσι κι αλλιώς, δεν έβγαινε τίποτα.
Στην Κοραή πέρασαν απέναντι. Λες και τα βήματά τους δεν χώραγαν στο ίδιο πεζοδρόμιο με τα περήφανα κτήρια, τη Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο, την Ακαδημία. Πρόσεξαν και οι δύο τη σιλουέτα που ήταν κολλημένη σα χαλκομανία στην κολόνα της παλιάς πολυκατοικίας. Τάχυναν το βήμα τους, όχι όμως πολύ, κι έτσι καθώς περνούσαν από δίπλα, πρόλαβαν να δουν τι έκανε ο νεαρός άνδρας. Με τον λαιμό σχεδόν κολλημένο στον καθρέφτη της κολόνας, προσπαθούσε να πετύχει τις επιφανειακές φλέβες με μια σύριγγα γεμάτη λευκωπό υγρό. Ο Πάνος άφησε έναν υπόκωφο αναστεναγμό, σαν παρατεταμένη εκπνοή. Ο Χάρης γύρισε το κεφάλι του και ξανακοίταξε τον νεαρό και αμέσως επανέφερε το βλέμμα του στην πορεία μπροστά. «Συγγνώμη». Η λέξη ακούστηκε από το πουθενά, έμοιαζε όμως αληθινή. Χωρίς ερωτηματικό, χωρίς παράκληση στον τόνο της. «Συγγνώμη». Δεύτερη φορά. Έτσι απλά. Οι δυο φίλοι κοντοστάθηκαν. Ο Χάρης έκανε μεταβολή αγνοώντας το «μη, ρε μαλάκα» του Πάνου και πλησίασε τον νεαρό. Αναγκαστικά ακολούθησε κι ο Πάνος.
Ο νεαρός δεν ήταν πάνω από είκοσι. Το πρόσωπό του, σχεδόν εξαφανισμένο πίσω από μακριά μαύρα μαλλιά που πρέπει να είχαν μείνει άλουστα για βδομάδες, ήταν χλωμό και αποστεωμένο. Το βλέμμα του υγρό, σαν να είχε κλάψει. Ήταν αξύριστος και ιδρωμένος, σαν να είχε ξυπνήσει από άσχημο εφιάλτη. «Συγγνώμη, ρε παιδιά». Ο Χάρης κι ο Πάνος έμειναν να τον κοιτάζουν αμήχανα. Μια περίεργη αναγνωριστική σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. «Θες τσιγάρο, φίλε;» ρώτησε ο Χάρης. Ο νεαρός έγνεψε καταφατικά. Έβαλε πίσω το καπάκι της σύριγγας και τη γλίστρησε στην τσέπη του μπουφάν του. «Ηρωίνη;» ρώτησε ο Χάρης καθώς του άναβε το τσιγάρο. Ο νεαρός έγνεψε πάλι καταφατικά, τραβώντας άπληστα την πρώτη ρουφηξιά από το ανέλπιστο βραδινό δώρο. «Πώς σε λένε;». Αυτή τη φορά ήταν ο Πάνος που ρωτούσε. «Άγγελο», απάντησε ο νεαρός. Ο Πάνος του έριξε άλλη μια εξεταστική ματιά, μη μπορώντας να συγκρατήσει μια υποψία χαμόγελου που χαράχτηκε στα χείλη του. Άλλη εικόνα είχε στο μυαλό του για τους  αγγέλους.
Ο Άγγελος συνέχισε να είναι αφοσιωμένος στο χαρισμένο τσιγάρο. Τα ακροδάχτυλά του ήταν κίτρινα από τη νικοτίνη και τα νύχια του βρώμικα. «Έχεις φάει τίποτα σήμερα;» τον ρώτησε ο Χάρης. Ο Άγγελος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Δεν με νοιάζει-δεν πεινάω-δεν με νοιάζει που πεινάω, οι τρεις πιθανές εκδοχές, σκέφτηκε ο Χάρης. «Έλα μαζί μας. Θα πηγαίναμε να τσιμπήσουμε κάτι», πρότεινε ο Χάρης, αποφεύγοντας το απορημένο, επιφυλακτικό βλέμμα του Πάνου.
Συνέχισαν να προχωράνε και οι τρεις μαζί προς το Σύνταγμα. Ο Άγγελος κούτσαινε λίγο, σαν να τον πονούσε το αριστερό του πόδι. Είχε πάθει μια μόλυνση πριν από δυο βδομάδες σ’ εκείνη τη λοξή φλέβα του ποδιού κοντά στον αστράγαλο. Σκέτο πύο έβγαινε και το πόδι είχε τουμπανιάσει. Είχε πάει στο νοσοκομείο. Ένας γιατρός που δεν καλομιλούσε τα ελληνικά, του το είχε καθαρίσει με ιώδιο και του το είχε δέσει. Του είχε δώσει μια καρτέλα αντιβιοτικά χάπια - στη ζούλα από το φαρμακείο του νοσοκομείου - μαζί με τρία τσιγάρα και τον είχε στείλει στο καλό. Ο Άγγελος δεν ξανατσίμπησε εκείνη τη φλέβα κι ευτυχώς η μόλυνση υποχώρησε. Όμως στο περπάτημα το πόδι τον ενοχλούσε ακόμα.
Ο Πάνος κοίταξε τα παπούτσια του Άγγελου. Ως μαύρα αρβυλάκια πρέπει να είχαν κάνει τα πρώτα τους βήματα, όμως τώρα ήταν καλυμμένα από ένα παχύ στρώμα ξεραμένης σκόνης και ήταν τρύπια σε κάμποσες μεριές. Το τζιν παντελόνι του ήταν κι αυτό βρώμικο και τρυπημένο σε πολλά σημεία και αυτές οι τρύπες έδειχναν γνήσιες, βασανισμένες κι όχι ακριβοπληρωμένα κοψίματα από ψαλίδι μεγάλου μόδιστρου. Φορούσε ένα στρατιωτικό μπουφάν χωρίς κουκούλα και είχε στο λαιμό του περασμένο ένα μαύρο κασκόλ, που τον έκανε να φαίνεται ακόμα πιο χλωμός.
Οι δυο φίλοι και ο Άγγελος έστριψαν σε έναν κάθετο δρόμο και βγήκαν στη Σταδίου. Ο Κολοκοτρώνης πάνω στο άλογό του θα είχε γίνει κατεψυγμένος, αν δεν ήταν άγαλμα, σχολίασε ο Χάρης και ο Άγγελος χαμογέλασε. Τους ζήτησε άλλο ένα τσιγάρο. Ο Χάρης έβγαλε το πακέτο του και του το έδωσε ολόκληρο. Καιρό τώρα έλεγε να κόψει το κάπνισμα, ο Πάνος συνεχώς διαμαρτυρόταν ότι του βρόμαγε. Τα μάτια του Άγγελου φάνηκαν να βγαίνουν για λίγο από τις βαθουλωμένες κόγχες τους και να κοιτάζουν τον Χάρη σχεδόν με ευγνωμοσύνη.
Μπήκαν σ’ ένα φαστφουντάδικο. Οι υπόλοιποι πελάτες τους κοίταζαν με περιέργεια. Συνηθισμένοι, έτσι κι αλλιώς, οι δυο τους. Πάντα τραβούσαν αδιάκριτα βλέμματα. Πάντα κοντά τους  δεν υπήρχαν παρά αποστάσεις. Ο Χάρης κάθισε με τον Άγγελο σ’ ένα τραπέζι και ο Πάνος πήγε να φέρει φαγητό. Γύρισε γρήγορα - εξ ορισμού έτρωγε κανείς γρήγορα στα φαστφουντάδικα - με ένα μεγάλο δίσκο που είχε πάνω του τρία χάμπουργκερ, τηγανητές πατάτες και τρία μεγάλα ποτήρια μπύρα. Ο Άγγελος είχε σαστίσει.
«Γιατί όμως, ρε παιδιά;» ρώτησε με μπουκωμένο στόμα.
«Έτσι, βρε Άγγελε, χωρίς λόγο. Ή, μάλλον, πάρτο ότι είναι για την ψυχή της μάνας μου», πρόλαβε να απαντήσει ο Χάρης.
«Πέθανε η μάνα σου; Τώρα κοντά;»
«Ναι», απάντησε ο Χάρης. «Δεν βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς δεν την έβλεπα πολύ εδώ και χρόνια».
«Πάντως, ρε φίλε, δεν νομίζω ότι η μάνα σου θα χαιρόταν πολύ αν σ’ έβλεπε μαζί μου», είπε ο Άγγελος κι ετοιμάστηκε να φάει καμιά δεκαριά πατάτες μαζί, καρφωμένες όπως-όπως στο πλαστικό πιρούνι.
Οι γονείς του Άγγελου ζούσαν στην επαρχία. Ένα συνηθισμένο πρωινό, τον πρώτο καιρό που κατάλαβαν ότι ο Άγγελος είχε μπλέξει με ναρκωτικά, ο πατέρας του τον είχε βγάλει σχεδόν με κλωτσιές από το σπίτι και του είχε κλείσει κατάμουτρα την πόρτα. Η μάνα του μυξόκλαιγε από μέσα και καθώς ο Άγγελος απομακρυνόταν, την είδε να τον κοιτάζει από το παράθυρο της κουζίνας. Βρήκε δανεικά, έφυγε για την Αθήνα, νοίκιασε μαζί με άλλους τρεις ένα υπόγειο πίσω από το Γκάζι και τον πρώτο καιρό «τσούλαγε το πράμα στους πρωτάρηδες». Δυο φορές τον είχαν πιάσει οι μπάτσοι, ευτυχώς καθαρό και χωρίς «πράμα» επάνω του, και είχε περάσει από μία νύχτα κάθε φορά στο κρατητήριο. Μετά, ο σπιτονοικοκύρης τους πέταξε έξω από την υπόγα και ο Άγγελος με τους δύο από τους τρεις φίλους του πήγαν να μείνουν σε μια μισοτελειωμένη παρατημένη οικοδομή στον Βοτανικό. Ο τέταρτος της παρέας δεν πρόλαβε να δει το καινούριο σπίτι. Τη μέρα που οι άλλοι έψαχναν πού να μείνουν, είχε βρεθεί νεκρός στις δημόσιες τουαλέτες, καρφωμένος πάνω σε μια σύριγγα με σκάρτη δόση.
Ο Άγγελος έλεγε την ιστορία του, σταματώντας κάθε τόσο για να πιει μια μεγάλη γουλιά από τη μπίρα του. Καθώς τα μάγουλά του φούσκωναν από το ξανθοκίτρινο ποτό που έρρεε στο στόμα του, ο Πάνος κι ο Χάρης μπορούσαν να φανταστούν πώς θα έμοιαζε, αν ήταν ένα συνηθισμένο αγόρι της ηλικίας του, που έτρωγε κάθε μέρα φαγητό, κοιμόταν σε καθαρά στρωσίδια και πήγαινε τα βράδια για ποτό με τους φίλους του ή για φαγητό με την κοπέλα του. Στο άπλετο, σχεδόν ενοχλητικό φως της πολύβουης αίθουσας, ο Χάρης παρατήρησε μερικές άσπρες τρίχες στους κροτάφους του Άγγελου. Οι άσπρες τρίχες ήταν η δική του αγωνία. Κι ας του έλεγε ο Πάνος πως όταν γκριζάρει, θα μοιάζει με τον Κλούνι. Κοιταζόταν καθημερινά στον καθρέφτη με τρόμο. Ευτυχώς, μέχρι τώρα έβλεπε έναν καλοδιατηρημένο σαραντάρη, με σφιχτό γυμνασμένο κορμί. Το πρόσωπό του ήταν λαμπερό και αρυτίδιαστο, αποτέλεσμα της συστηματικής χρήσης ενυδατικών προϊόντων. Με ειδική μηχανή διατηρούσε γένια «τριών ημερών» και πρόσφατα είχε βάλει σκουλαρίκι - δώρο του Πάνου - στο αριστερό αυτί.
«Θέλεις τίποτα άλλο, Άγγελε;» τον ρώτησε ο Πάνος.
Τα μάτια του Άγγελου λαμπύρισαν σαν του παιδιού που του τάζουν καινούριο παιχνίδι, αλλά προς στιγμή δίστασε.
«Έλα, πες το», τον παρότρυνε ο Χάρης.
«Ρε φίλε, ξέρεις τι έχω πεθυμήσει; Ένα παγωτό χωνάκι με σοκολάτα και κρέμα… Να από αυτά!» έδειξε με το χέρι του ένα κοριτσάκι σε κοντινό τραπέζι που έτρωγε ένα χωνάκι με παγωτό. Η μητέρα του παιδιού έδειξε να ενοχλείται και τους κοίταξε άγρια.
Αυτή τη φορά σηκώθηκε ο Χάρης να φέρει την παραγγελία. Πήρε και για τους τρεις τους από ένα παγωτό.
«Άγγελε, προσπάθησες ποτέ να ξεκόψεις;» τον ρώτησε ο Πάνος.
«Στην αρχή με το χασίσι, όχι. Την καταέβρισκα να είμαι φτιαγμένος. Αρχοντιά, φίλε! Δεν σου καίγεται καρφί για τίποτα… Μετά άρχισα την άσπρη. Δεν έβρισκα πάντακι αυτή που έβρισκα, δεν φτούραγε. Μια φορά, ένας σκατένιος μου έδωσε μπλεγμένο, σκάρτο πράμα. Κόντεψα να πεθάνω. Σηκωτό με πήγαν στο νοσοκομείο. Μου έκαναν διάφορα μαντζούνια, συνήλθα, τους την έκανα… Σιγά μην καθόμουν να με δώσουν στους κοινωνικούς λειτουργούς τους…»
Ο Πάνος κοίταξε το ρολόι του. Κόντευε μία. Είχε αρχίσει να νυστάζει. Μάλλον όμως περισσότερο, είχε αρχίσει να τον στενοχωρεί η παράταση αυτής της συνάντησης. Είχαν τελειώσει και οι τρεις το παγωτό τους. Ο Άγγελος είχε το στόμα του ελαφρά πασαλειμμένο με σοκολάτα. Φαινόταν ευχαριστημένος, σχεδόν γαλήνιος. Ο Πάνος αναρωτήθηκε αν θα φαίνεται ακριβώς έτσι, όταν θα έχει πάρει τη δόση του. Έκανε νόημα με το βλέμμα στον Χάρη να σηκωθούν. Ο Άγγελος σηκώθηκε κι αυτός.
Βγήκαν από το φαστφουντάδικο. Η νύχτα, ή μάλλον η αρχή της μέρας, είχε παγώσει για τα καλά. Ο Άγγελος έσφιξε το μαύρο κασκόλ στον λαιμό του και έβγαλε ν’ ανάψει τσιγάρο. Θα έχει τελειώσει όλο το πακέτο πριν εμείς προλάβουμε να φτάσουμε στο σπίτι, έκαναν και οι δυο την ίδια σκέψη. Κοντοστάθηκαν επάνω στην πλατεία Συντάγματος. Ο Άγγελος στεκόταν αμήχανος απέναντί τους.
«Ρε παιδιά, τι να πω… Ευχαριστώ πολύ… Ν’ αγιάσει η ψυχή της μάνας σου, ρε φίλε… Δεν μου έχει ξαναγίνει αυτό… Όμως, ρε μάγκες, να σας ρωτήσω κάτι; Αν θέλετε, μου απαντάτε… Είστε... μαζί… εννοώ… είστε… σε… φάση;…»
Ο Χάρης κι ο Πάνος γέλασαν πιο πολύ με το ύφος του Άγγελου, παρά με τη χιλιοακουσμένη ερώτηση. Αντί για απάντηση, ο Χάρης χάιδεψε απαλά τα φρεσκολουσμένα μαλλιά του Πάνου. Ο Άγγελος χαμογέλασε κι αυτός.
«Είναι μαγκιά να έχεις κάποιον δίπλα σου… Μεγάλη μαγκιά…», είπε.
Έκανε μεταβολή και άρχισε να απομακρύνεται κουτσαίνοντας. Η καύτρα του τσιγάρου του έμοιαζε με πυγολαμπίδα που τον ακολουθεί. Οι δυο φίλοι είχαν μείνει αφηρημένοι να τον παρατηρούν, μέχρι που έστριψε στην αρχή της Σταδίου. Μετά, σαν να ξύπνησαν απότομα, άρχισαν να βαδίζουν βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, προς τη στάση του μετρό. Ήταν ζήτημα αν θα προλάβαιναν το τελευταίο δρομολόγιο. Κατέβηκαν τα σκαλιά και σταμάτησαν στα εκδοτήρια των εισιτηρίων. Ήταν κλειστά. Καθώς γύριζαν να φύγουν, η ματιά του Χάρη έπεσε πάνω σε μια από τις φωτεινές οθόνες. Δεξιά ο καιρός. Οκτώ βαθμοί Κελσίου, συννεφιά. Αριστερά το εορτολόγιο. Σήμερα γιορτάζουν: Δεν υπάρχει γνωστή γιορτή. Κι όμως το εορτολόγιο για πρώτη φορά είχε κάνει λάθος. Μπορούσαν και οι δυο να το βεβαιώσουν. Κάποιος είχε γιορτάσει σήμερα. Και μάλιστα, μετά από πολύ καιρό.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 24, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2012)

12.8.12

Τα τσιπς του Ian McEwan και ο μύθος του ανυποψίαστου κλέφτη



           Μια αδιαφιλονίκητη κατάρα σε όλες τις δίαιτες είναι τα τσιπς. Ίσως γιατί «κανείς δεν μπορεί να φάει μόνο ένα», όπως διατύπωνε με σχεδόν δογματική σιγουριά μια παλιά τηλεοπτική διαφήμιση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος διαιτητικός πειρασμός, πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο, από ένα σακουλάκι με τσιπς ανοιχτό πάνω στο τραπέζι. Και δεν πρέπει να υπάρχει εντονότερη και ταχύτερα αναπτυσσόμενη εξάρτηση από την ανάγκη, μετά το πρώτο, να φας ένα δεύτερο πατατάκι. Η συμπεριφορά αυτή εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, κοινωνικής κατάστασης, επιπέδου εκπαίδευσης.

            Ο καθηγητής Μπίαρντ, κεντρικός ήρωας του Ίαν Μακ Γιούαν στο τελευταίο βιβλίο του (Solar), είναι ένας Νομπελίστας φυσικός, μεσήλικας, με πέντε αποτυχημένους γάμους και έναν κακογερασμένο πλαδαρό εαυτό, που βλέπει τη ζωή του να ανακατεύεται ανεπανόρθωτα από γεγονότα σε μεγάλο βαθμό τυχαία. Η τελευταία σύζυγός του τον αφήνει για ένα νεότερο οικοδόμο με καλογυμνασμένο σώμα, στη συνέχεια όμως τον απατά με έναν από τους νεότερους και πιο άξιους συνεργάτες του. Σε μια απρόσμενη συνάντηση των δύο ανδρών στο σπίτι του Μπίαρντ, με τον νεαρό συνεργάτη του Μπίαρντ να φοράει τη ρόμπα του καθηγητή, ο νεαρός τραυματίζεται θανάσιμα στον αυχένα γλιστρώντας σε ένα χαλάκι από ταριχευμένη αρκούδα, το ίδιο στο οποίο είχε σκοντάψει αρκετές φορές ο Μπίαρντ στο παρελθόν. Πανικόβλητος ο Μπίαρντ επινοεί και δημιουργεί πλαστές ενδείξεις φονικής συμπλοκής των δύο εραστών της γυναίκας του. Από αυτή τη στιγμή και μετά, ο Μπίαρντ ζει βαδίζοντας πάνω σε κινούμενη άμμο, με τη μία ανατροπή να διαδέχεται την άλλη.

            Πέντε χρόνια αργότερα, ο Μπίαρντ, έχοντας υποστεί αλλεπάλληλα πλήγματα στην επαγγελματική και προσωπική του ζωή, φτάνει αεροπορικώς στο Λονδίνο και επιβιβάζεται στο τρένο. Μετά από σχετική εσωτερική πάλη, ηττημένος για άλλη μια φορά από τον αδύναμο εαυτό του, έχει αγοράσει ένα σακουλάκι τσιπς με ρίγανη και ξύδι για τη διαδρομή. Στο βαγόνι του τρένου, κάθεται απέναντι σ’ ένα γεροδεμένο νεαρό με ξυρισμένο κεφάλι. Ο Μπίαρντ, μισονυσταγμένος, χορτασμένος από ένα φορτωμένο γεύμα στο αεροπλάνο, βυθίζεται στο κάθισμά του παραμένοντας σε μια νωθρή κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης. Μπροστά του ακριβώς είναι το σακουλάκι του με τα τσιπς και ένα μπουκάλι με νερό του νεαρού συνεπιβάτη του. Ξαφνικά ο Μπίαρντ περνάει από την υπναγωγική φάση στην πλήρη ενάργεια, ανοίγει το σακουλάκι και παίρνει το πρώτο πατατάκι.

[…] 
Ήταν ένας άντρας που έπαιρνε στα σοβαρά τις απολαύσεις του. Το κόλπο ήταν να ακουμπάς τα τσιπς στο κέντρο της γλώσσας, και αφού αφήσεις τη γεύση να απλωθεί στο στόμα, να πιέζεις την πατάτα απότομα ώστε να θρυμματιστεί στον ουρανίσκο. Υποστήριζε τη θεωρία ότι η τραχιά ακανόνιστη επιφάνεια προκαλούσε μικροσκοπικές αμυχές στον βλεννογόνο, μέσα στις οποίες διείσδυαν το αλάτι και τα χημικά, προκαλώντας μια ήπια αλλά ξεχωριστή αίσθηση ανάμεσα στον πόνο και την απόλαυση.
 […]
            Ο συνεπιβάτης του τον παρατηρεί και, μέσα από τη ματιά του, ο Μπίαρντ κάνει μια αυστηρή αυτοκριτική-«ένας χοντρός βλάκας κάποιας ηλικίας που μεταλαβαίνει περιπαθώς, σαν άλλη όστια, μια ανθυγιεινή μπουκιά». Σε λίγο ο νεαρός συνεπιβάτης παίρνει αμίλητος ένα πατατάκι από το σακουλάκι και το τρώει «όχι με τη βιασύνη του Μπίαρντ, αλλά με μια αναιδή κίνηση των σιαγόνων, μασώντας με το στόμα ανοιχτό ώστε να μπορεί ο καθένας να δει το πατατάκι να γίνεται πολτός πάνω στη γλώσσα του». Ο Μπίαρντ παγώνει, αποσβολώνεται από τη θρασύτητα του νεαρού· από το μυαλό του περνάνε επιθετικές σκέψεις, που σιγαλιάζουν αμέσως, καθώς το αποτέλεσμα θα ήταν πέραν κάθε αμφιβολίας επώδυνο για τον Μπίαρντ.

            Η βουβή, ακούσια μοιρασιά των τσιπς  συνεχίζεται μέχρι το τέλος της διαδρομής που σχεδόν συμπίπτει χρονικά με το τέλος της διαδρομής. Ο νεαρός προσφέρει το σακουλάκι με τα δύο τελευταία τσιπς στον Μπίαρντ. Εκείνος το θεωρεί προσβολή και του γυρίζει την πλάτη. Ο νεαρός τσαλακώνει το σακουλάκι, το πετάει στα σκουπίδια και καθαρίζει με το χέρι του το τραπέζι από τα ψίχουλα και το αλάτι. Ο Μπίαρντ βράζει μέσα του και αυτή την οργισμένη φλόγα τη σβήνει παίρνοντας με μια αιφνιδιαστική κίνηση το μπουκάλι με το νερό του νεαρού και στραγγίζοντάς το μέχρι τελευταίας σταγόνας. Ο νεαρός σηκώνεται, καθώς το τρένο έχει πλέον σταματήσει, και κατεβάζει τη βαλίτσα του Μπίαρντ από το ράφι των αποσκευών, επιδεικνύοντας-όπως νομίζει ο καχύποπτος Μπίαρντ- το ύψος και τα γεροδεμένα μπράτσα του.

            Πριν συνέλθει εντελώς από την ταραχή που του προκάλεσε η αναιδής συμπεριφορά του νεαρού, ο Μπίαρντ ανακαλύπτει στο βάθος της τσέπης του πανωφοριού του το σακουλάκι με τα τσιπς, άθικτο. Συνειδητοποιεί ότι είχε φάει τα πατατάκια του νεαρού και είχε πιει το νερό του κι εκείνος του κατέβασε και τη βαλίτσα του. Οι αναδρομικές τύψεις είναι έτοιμες να εισβάλουν, όμως ο Μπίαρντ τις απωθεί, χωρίς να παραβλέπει το γεγονός ότι ο νεαρός ήταν μάλλον «ανθρωπιστής» παρά αγενής.

            Δεν ξέρω πόσο ψηλά στο βάθρο των συγγραφέων είναι δίκαιο να τοποθετηθεί ο  Ίαν Μακ Γιούαν, όμως ο τρόπος που προσεγγίζει και αποτυπώνει στο χαρτί τα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη σκέψη των ηρώων του εμένα συχνά με αφήνει άφωνη. Είναι αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό και η καταλυτική επίδραση της τύχης, σταθερά συστατικά στη μυθοπλασία του Ίαν Μακ Γιούαν, που κάνουν τη γραφή του απέραντα γοητευτική, ακόμα κι όταν περιγράφει απλές καθημερινές σκηνές.

            Αναζήτησα στοιχεία για το Solar και με έκπληξη είδα ότι ο συγγραφέας είχε κατηγορηθεί για τη συγκεκριμένη σκηνή για λογοκλοπή (δεύτερη φορά μετά από μια πρώτη κατηγορία λογοκλοπής για την «Εξιλέωση», που όμως κατέπεσε στη συνέχεια). Πριν εκδοθεί το βιβλίο, ο Ίαν Μακ Γιούαν μιλούσε γι’ αυτό σε ένα λογοτεχνικό φεστιβάλ της Ουαλίας και αναφέρθηκε στη σκηνή με τα τσιπς. Τότε σηκώθηκε κάποιος από το ακροατήριο και του είπε ότι αυτό το επεισόδιο δεν είναι πρωτότυπο, αλλά ότι έχει ξαναγραφτεί στο παρελθόν. Έκπληκτος και λίγο ντροπιασμένος, ο  Ίαν Μακ Γιούαν δεσμεύτηκε να ψάξει τη βιβλιογραφία και να αποσύρει τη σκηνή από το βιβλίο.

            Ο μύθος του ανυποψίαστου κλέφτη (“unwitting thief”) στη λογοτεχνία είναι παλιός· αντιμετωπίζεται πλέον ως κλασικό μοτίβο, στο οποίο έχει δοθεί και κωδικός (Ν360) σε λογοτεχνικά εγχειρίδια που αναφέρονται σε μύθους και παραδόσεις της Αγγλίας και της Β. Αμερικής. Διάφορες εκδοχές ανυποψίαστων κλεφτών με ποικίλα σενάρια και αντικείμενα κλοπής αναφέρονται σε προφορικές και γραπτές διηγήσεις. Όλες χρησιμοποιούν το εύρημα της ακούσιας κλοπής για να προβάλουν τις ηθικές και συναισθηματικές μεταβολές των εμπλεκομένων προσώπων. Το επεισόδιο με τα πατατάκια στο Solar του Ίαν Μακ Γιούαν θυμίζει έντονα αντίστοιχες ιστορίες με τους δύο συνεπιβάτες που μοιράζονται απρόθυμα μια σοκολάτα Kit-Kat ή μπισκότα, μέχρις ότου ο ένας, που νόμιζε τον άλλο για κλέφτη, συνειδητοποιεί ότι κλέφτης είναι ο ίδιος.

            Στο παρελθόν, έχει αναφερθεί και κινηματογραφική λογοκλοπή με το μοτίβο του «ανυποψίαστου κλέφτη». Ο Adam Davidson, βραβευμένος με Όσκαρ για την ταινία “The Lunch date”, κατηγορήθηκε ότι υπέκλεψε μια σκηνή της ταινίας του από μια ανεξάρτητη ολλανδική παραγωγή με τίτλο Boeuf Bourgignon. H επίμαχη σκηνή δείχνει μια καλοντυμένη λευκή γυναίκα που αγοράζει φαγητό σε μια καφετέρια, αφήνει τον δίσκο της σ’ ένα τραπέζι και πηγαίνει να φέρει μαχαιροπίρουνα. Όταν επιστρέφει στο τραπέζι της, βρίσκει έναν μαύρο άνδρα με βρώμικα, φθαρμένα ρούχα να τρώει το φαγητό της. Κάθονται και οι δυο και τρώνε από το ίδιο γεύμα, ώσπου ο μαύρος σηκώνεται και φέρνει δύο φλιτζάνια με καφέ. Όταν ο μαύρος τελειώνει το φαγητό του και φεύγει, η γυναίκα συνειδητοποιεί ότι έχει κλέψει το φαγητό του φτωχού μαύρου, αφού το δικό της βρίσκεται άθικτο σε κάποιο παρακείμενο τραπέζι.

              Ο ίδιος ο συγγραφέας, έχοντας προφανώς στη συνέχεια διαβάσει τα σχετικά, βάζει τον Μπίαρντ να δίνει μια διάλεξη και στο τέλος της να αναφέρεται στο γεγονός με τα τσιπς. Τότε, ένας λέκτορας από το ακροατήριο του κάνει την ίδια υπόδειξη που είχε δεχτεί ο Ίαν Μακ Γιούαν, ότι δηλαδή η ιστορία δεν είναι αυθεντική, αλλά πρόκειται για μια εκδοχή του "κλέφτη χωρίς πρόθεση". Με αυτή την αφορμή, ο συγγραφέας βάζει τον λέκτορα να αναφέρεται στον σχετικό μύθο, παραθέτοντας αρκετά στοιχεία από τη βιβλιογραφία. Έτσι τελικά, το πάθημα του συγγραφέα ενσωματώθηκε ως μάθημα στο βιβλίο, επιτρέποντάς του να διατηρήσει την καταπληκτική σκηνή με τα τσιπς.

             Δεν ήξερα για το μοτίβο του «ανυποψίαστου κλέφτη» και κυριολεκτικά με καθήλωσε η διήγηση του Ίαν Μακ Γιούαν. Όμως και αφού ανέτρεξα στις σχετικές πληροφορίες και ξαναδιάβασα το κομμάτι μέσα από το Solar για να γράψω τούτες τις αράδες, δεν μειώθηκε ο θαυμασμός μου για την επιδεξιότητα του Ίαν Μακ Γιούαν να σκιαγραφεί τόσο αριστοτεχνικά τη ζωή των χαρακτήρων του, στιγμή προς στιγμή και σκέψη προς σκέψη, ώστε και ακόμα και σε ένα απλό κατούρημα, ταυτόχρονα με την ουροδόχο κύστη, ο ήρωας να αδειάζει την ψυχή του, το μυαλό του και όλη την περασμένη του ζωή. Τέτοιους συγγραφείς στ’ αλήθεια τους ζηλεύω.




ΠΗΓΕΣ:

  1. Peter Wilson. Writer Ian McEwan’s train tale may get shunted. The Australian, June 3, 2008. http://www.theaustralian.com.au/news/writers-train-tale-may-get-shunted/story-e6frg6to-1111116519854
  2. Gail de Vos. Tales, rumors and gossip.  Exploring contemporary folk literature in grades 7 – 12. Libraries Unlimited, 1996.

"Thank you for the light"- Ένα μέχρι τώρα ανέκδοτο διήγημα του Francis Scott Fitzgerald


Η κυρία Χάνσον ήταν μια όμορφη, μα κάπως ταλαιπωρημένη γυναίκα γύρω στα 40, που πουλούσε κορσέδες και ζωνάρια, ταξιδεύοντας έξω από το Σικάγο. Για πολλά χρόνια η περιοχή της οριζόταν από το Τολέδο, τη Λίμα, το Σπρίνγκφιλντ, το Κολόμπους, την Ινδιανάπολη και το Φορτ Γουέιν και η μετάθεσή της στην περιφέρεια Αϊοβα - Κάνσας - Μιζούρι αποτελούσε προαγωγή, καθώς η εταιρεία της είχε επεκταθεί πιο δυναμικά στα δυτικά του Οχάιο.
Στ' ανατολικά έπιανε την κουβέντα με τους πελάτες και συχνά είχε προσφορές για ένα ποτό ή ένα τσιγάρο στο γραφείο κάποιου αγοραστή, όταν τέλειωνε η δουλειά. Σύντομα όμως κατάλαβε ότι στην καινούργια περιφέρεια τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οχι μόνο δεν τη ρωτούσαν ποτέ αν ήθελε να καπνίσει, αλλά αρκετές φορές, στη δική της ερώτηση, αν είχε κανείς αντίρρηση να ανάψει τσιγάρο, της απαντούσαν μισοαπολογητικά ότι «δεν είναι ότι ενοχλούμαι εγώ, αλλά επηρεάζει αρνητικά τους εργαζομένους».
«Α, φυσικά, καταλαβαίνω».
Το κάπνισμα σήμαινε πολλά γι' αυτήν ώρες-ώρες. Δούλευε πολύ σκληρά και το τσιγάρο μπορούσε να την ξεκουράσει και να τη χαλαρώσει ψυχολογικά. Ηταν χήρα και δεν είχε στενούς συγγενείς ώστε να τους γράφει τα απογεύματα και τα μάτια της δεν άντεχαν πάνω από μία ταινία την εβδομάδα, επομένως το κάπνισμα κατέληξε να είναι ένα απαραίτητο σημείο στίξης στη μακροσκελή πρόταση μιας ημέρας στον δρόμο.
Η τελευταία εβδομάδα του πρώτου ταξιδιού της με το νέο δρομολόγιο τη βρήκε στην πόλη του Κάνσας. Ηταν μέσα Αυγούστου και ένιωθε λίγη μοναξιά ανάμεσα σε όλες εκείνες τις νέες επαφές, έτσι λοιπόν χάρηκε όταν βρήκε στη ρεσεψιόν μιας εταιρείας κάποια γυναίκα που γνώριζε από το Σικάγο. Κάθησε μαζί της μέχρι να τη φωνάξουν και στην πορεία της συζήτησης έμαθε μερικά πράγματα για τον άνδρα που επρόκειτο να δει.
«Θα τον πειράξει αν καπνίσω;».
«Τι; Θεέ μου, ναι!» είπε η φίλη της. «Εχει δώσει λεφτά για να στηρίξει τον αντικαπνιστικό νόμο».
«Α. Καλά, σου είμαι ευγνώμων για τη συμβουλή - κάτι παραπάνω από ευγνώμων».
«Καλύτερα να προσέχεις με δαύτο παντού εδώ γύρω» είπε η φίλη της. «Κυρίως με τους άνδρες άνω των 50. Οσους δεν πήγαν στον πόλεμο. Ενας κύριος μου έλεγε ότι κανείς από όσους πήγαν στον πόλεμο δεν θα είχε ποτέ πρόβλημα με όποιον καπνίζει».
Αλλά στην αμέσως επόμενη στάση της έπεσε πάνω στην εξαίρεση. Φαινόταν μια χαρά νεαρός, αλλά τα μάτια του είχαν στυλωθεί με τέτοια έκπληξη πάνω στο τσιγάρο που χτυπούσε στο νύχι του αντίχειρά της, ώστε η κυρία Χάνσον αναγκάστηκε να το κρύψει. Ανταμείφθηκε όμως όταν ο νεαρός της ζήτησε να γευματίσουν μαζί το μεσημέρι, ενώ μέσα σε μία ώρα είχε στα χέρια της και μια άκρως αξιόλογη παραγγελία.
Υστερα ο νεαρός επέμεινε να την πάει με το αυτοκίνητο στο επόμενο ραντεβού της, μολονότι εκείνη σκόπευε να βρει κάποιο ξενοδοχείο κάπου εκεί κοντά και να τραβήξει μερικές τζούρες στην τουαλέτα. Ηταν μια από εκείνες τις ημέρες που είναι γεμάτες αναμονή - όλοι ήταν απασχολημένοι, όλοι αργούσαν, και όταν εντέλει εμφανίζονταν οι πελάτες, είτε ανήκαν σ' εκείνη την κατηγορία των ανδρών με τα μακρόστενα πρόσωπα που καθόλου δεν τους αρέσουν οι μικρές αδυναμίες των άλλων ανθρώπων, είτε ήταν γυναίκες, θέλοντας ή μη αφοσιωμένες στις ιδέες αυτών των ανδρών.
Είχε να καπνίσει από το πρωί και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι αυτός ήταν ο λόγος για εκείνη την ακαθόριστη δυσαρέσκεια που ένιωθε στο τέλος κάθε επίσκεψης, ανεξάρτητα από το πόσο επιτυχής είχε αποδειχθεί από επαγγελματικής απόψεως. Ελεγε, «πιστεύουμε ότι καλύπτουμε ένα διαφορετικό κομμάτι της αγοράς.
Ολα βεβαίως από λάστιχο και καναβάτσο είναι φτιαγμένα, αλλά ο δικός μας τρόπος κατασκευής διαφέρει. Η αύξηση της διαφήμισης κατά 30% σε εθνικό επίπεδο μέσα σ' έναν χρόνο μιλά από μόνη της».
Και από μέσα της σκεφτόταν: Αν μπορούσα να τραβήξω έστω τρεις τζουρίτσες, θα πουλούσα ακόμα και παλιομοδίτικες μπαλένες.
Είχε να επισκεφθεί άλλο ένα κατάστημα τώρα, αλλά είχε ακόμα κανένα μισάωρο για το ραντεβού. Ηταν ακριβώς η ευκαιρία να πάει στο ξενοδοχείο της αλλά, καθώς δεν υπήρχε κανένα ταξί εκεί γύρω, άρχισε να περπατάει σκεπτόμενη: Μάλλον πρέπει να κόψω το τσιγάρο. Κοντεύω να πάθω εθισμό με δαύτο.
Μπροστά της είδε τον καθεδρικό ναό. Εδειχνε πολύ ψηλός, και ξαφνικά της ήρθε μια λαμπρή ιδέα: αφού ανέβαινε τόσο θυμίαμα στους πυργίσκους εκεί ψηλά προς τον Θεό, λίγος καπνός εκεί στον πρόδομο δεν θα έκανε μεγάλη διαφορά. Καθόλου δεν θα τον πείραζε τον Υψιστο αν μια καταπονημένη γυναίκα τραβούσε μερικές τζούρες στον πρόδομο.
Μολαταύτα, αν και δεν ήταν καθολική, η σκέψη αυτή την ενόχλησε. Ηταν άραγε τόσο σημαντικό να καπνίσει, από τη στιγμή που θα μπορούσε να ενοχλήσει τόσο κόσμο; Και όμως. Δεν θα τον ενοχλήσει, συλλογιζόταν επίμονα. Στην εποχή Του, δεν είχαν καν ανακαλύψει το ταμπάκο…
Μπήκε στην εκκλησία∙ ο πρόδομος ήταν σκοτεινός. Ψαχούλεψε μέσα στην τσάντα της για να βρει σπίρτα, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Θα πάω ν' ανάψω από κανένα κερί, σκέφτηκε.
Μονάχα μια κηλίδα φωτός στη γωνία έσπαγε το σκοτάδι στο κεντρικό κλίτος του κυρίως ναού. Προχώρησε στον διάδρομο προς εκείνη τη λευκή θαμπάδα και είδε ότι δεν προερχόταν από τα κεριά και ότι, σε κάθε περίπτωση, σύντομα θα χανόταν - ένας γέρος ετοιμαζόταν να σβήσει την τελευταία λάμπα λαδιού.
«Τούτα 'δώ είναι τάματα» είπε. «Τη νύχτα τα σβήνουμε. Πιστεύουμε πως έχει μεγαλύτερη σημασία για τον κόσμο που μας τα φέρνει να τα έχουμε και την επόμενη μέρα παρά να καίνε όλη νύχτα».
«Κατάλαβα».
Ο γέρος έσβησε και την τελευταία λάμπα. Τώρα δεν είχε απομείνει κανένα φως στον καθεδρικό, εκτός από έναν ηλεκτρικό πολυέλαιο που ήταν κρεμασμένος ψηλά και τη μονίμως αναμμένη λάμπα μπροστά από το Ιερό.
«Καληνύχτα» είπε ο νεωκόρος.
«Καληνύχτα».
«Υποθέτω ότι ήρθες να προσευχηθείς».
«Ναι, γι' αυτό ήρθα».
Εκείνος έφυγε και μπήκε στο σκευοφυλάκιο. Η κυρία Χάνσον γονάτισε για να προσευχηθεί.
Είχε πολύ καιρό να προσευχηθεί. Καλά-καλά δεν ήξερε ούτε και για ποιο πράγμα να προσευχηθεί, κι έτσι προσευχήθηκε για τον εργοδότη της και για τους πελάτες της στο Ντε Μόιν και την πόλη του Κάνσας. Οταν τέλειωσε τις προσευχές της, σηκώθηκε. Μια εικόνα της Παναγίας την κοιτούσε από μια κόγχη, δυο μέτρα πάνω από το κεφάλι της.
Εστρεψε και εκείνη το βλέμμα της προς τα 'κεί. Επειτα σηκώθηκε ξανά όρθια και έγειρε νωχελικά προς τα πίσω στη γωνία του στασιδιού. Στη φαντασία της, η Παρθένος Μαρία κατέβηκε, όπως στο θεατρικό έργο «Το θαύμα», και πήρε τη θέση της, άρχισε να πουλάει κορσέδες και ζωνάρια για λογαριασμό της ώσπου κουράστηκε, όπως ακριβώς και η ίδια. Υστερα, για μερικά λεπτά, η κυρία Χάνσον μάλλον αποκοιμήθηκε.
Ξύπνησε με την αίσθηση ότι κάτι είχε αλλάξει και σιγά-σιγά αντιλήφθηκε ότι στον αέρα υπήρχε μια γνώριμη μυρωδιά που δεν ήταν θυμίαμα και ότι την έτσουζαν τα δάχτυλά της. Κατόπιν συνειδητοποίησε ότι το τσιγάρο που κρατούσε στο χέρι της ήταν αναμμένο - έκαιγε.
Πολύ γλαρωμένη ακόμα για να σκεφτεί, τράβηξε μια τζούρα για να μη σβήσει η καύτρα. Υστερα ύψωσε το βλέμμα της προς την κόγχη της Παναγίας, κάπου εκεί στο μισοσκόταδο.
«Ευχαριστώ για τη φωτιά» είπε.
Αλλά δεν της φάνηκε αρκετό και έτσι έπεσε στα γόνατα, με τον καπνό του τσιγάρου ανάμεσα στα δάχτυλά της να στροβιλίζεται ανεβαίνοντας ψηλά.
«Ευχαριστώ πολύ για τη φωτιά» είπε.

(Απόδοση στα ελληνικά: Γρηγόρης Μπέκος / Επιμέλεια: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου)


Γράφει ο Γρηγόρης Μπέκος στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 12-8-12:

Το 1936, τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του από καρδιακό επεισόδιο στα 44 του, ο αμερικανός συγγραφέας Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ είχε προσφέρει στο έγκριτο περιοδικό «The New Yorker» ένα διήγημα 1.173 λέξεων με τον τίτλο «Thank You For The Light» (Ευχαριστώ για τη φωτιά). 

Το έντυπο απέρριψε τότε το διήγημα του συγγραφέα, που το 1925 είχε εκδώσει το κλασικό πλέον μυθιστόρημα «Ο υπέροχος Γκάτσμπι». 

«Φοβούμαστε ότι είναι εντελώς απίθανο να δημοσιευθεί αυτό το διήγημα του Φιτζέραλντ. Μας φαίνεται τόσο παράξενο κι ασυνήθιστο ώστε να το έχει γράψει αυτός, και σίγουρα υπέρ το δέον φανταστικό. Θα δίναμε πολλά, βεβαίως, για να έχουμε στις σελίδες μας μια ιστορία του Σκοτ Φιτζέραλντ και ευελπιστούμε ότι θα μας στείλετε κάτι που θα φαίνεται πιο ταιριαστό. Ευχαριστούμε, σε κάθε περίπτωση, που το θέσατε υπ' όψιν μας» έγραφε συγκεκριμένα η απαντητική επιστολή του περιοδικού.

Τα εγγόνια του συγγραφέα βρήκαν το εν λόγω διήγημα ανάμεσα σε κάποια έγγραφά του και στη συνέχεια το παρέδωσαν στον μελετητή του έργου και επιμελητή του, Τζέιμς Γουέστ. 

Η υπεύθυνη λογοτεχνίας του αμερικανικού περιοδικού Ντέμπορα Τρέισμαν εικάζει σήμερα ότι το διήγημα απορρίφθηκε εξαιτίας της ασεβούς μεταχείρισης που επεφύλαξε τότε ο συγγραφέας στην Παρθένο Μαρία. Η τελευταία όμως «έχει υποστεί πολύ χειρότερα πράγματα έκτοτε απ' ό,τι στα χέρια του Φιτζέραλντ εκείνη την εποχή». 

Η ίδια υποστηρίζει ότι σήμερα μπορούμε να το διαβάσουμε ως ένα «υπέροχο μικρό προσχέδιο» και να το δούμε ως μια «λεπτομέρεια λογοτεχνικού ενδιαφέροντος».

Εβδομήντα έξι ολόκληρα χρόνια μετά, το «New Yorker» δημοσιεύει το διήγημα στο νέο του τεύχος που κυκλοφορεί τη Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012. 

Πρωταγωνίστρια της ιστορίας είναι η κυρία Χάνσον που «ήταν μια όμορφη, μα κάπως ταλαιπωρημένη γυναίκα γύρω στα σαράντα, που πουλούσε κορσέδες και ζωνάρια, ταξιδεύοντας έξω απ' το Σικάγο» και γι' αυτήν «το κάπνισμα κατέληξε να είναι ένα απαραίτητο σημείο στίξης στη μακροσκελή πρόταση μιας ημέρας στο δρόμο».



18.7.12

Οι φωνές του συγγραφέα


             
                Μόνο οι ασήμαντοι δημιουργοί είναι αληθινά γοητευτικοί· οι πραγματικά προικισμένοι υπάρχουν μόνο στο έργο τους και δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον σαν άτομα. Οι κακοί ποιητές είναι ακαταμάχητα ελκυστικοί· ζουν την ποίηση που δεν τολμούν να γράψουν. Οι καλοί ποιητές γράφουν την ποίηση που δεν τολμούν να πραγματοποιήσουν.

                Αυτές τις ηχηρές δηλώσεις απευθύνει ο αισθητιστής λόρδος Χένρι στον Ντόριαν Γκρέι και μάλλον είναι ο ίδιος ο Όσκαρ Ουάιλντ που μιλάει με τα χείλη του λόρδου. Την απορία που εκφράζει ο νεαρός Ντόριαν θα τη μοιράζονταν αρκετοί από τους βιβλιοφάγους αναγνώστες. Είναι οι συγγραφείς και οι ποιητές το ίδιο συναρπαστικοί με τα βιβλία τους; Κουβαλάνε πίσω τους ζωές πολυτάραχες με πάθη, ανατροπές και ένταση ή διάγουν βίους επίπεδους και ακίνητους, δονούμενους μόνο από τις ζωές των χαρακτήρων τους;

                Ο Ζοζέ Σαραμάγκου έλεγε ότι δάσκαλοί του στη ζωή ήταν οι οι ήρωές του· αυτές οι δεκάδες ανδρών και γυναικών από χαρτί και μελάνι που έμοιαζαν να υπακούνε στις επιθυμίες του συγγραφέα, σαν μαριονέτες που κρέμονται από νήματα και κινούνται με τα χέρια του. Τα νήματα είναι χαλαρά και οι χαρακτήρες έχουν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Στην πραγματικότητα όμως είναι παγιδευμένοι στο χέρι του συγγραφέα· απλώς δεν το γνωρίζουν.

                Ίσως αυτό που διακρίνει τον προικισμένο από τον ασήμαντο δημιουργό είναι μια ιδιαίτερη ικανότητα του πρώτου να αποκρυσταλλώνει εικόνες και γεγονότα με τρόπο ταυτόχρονα αναλυτικό και συνθετικό· να ανακυκλώνει συναισθήματα και εμπειρίες, επιβάλλοντάς τα στους χαρακτήρες του και υποβάλλοντάς τα στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας ανασυνθέτει τους πραγματικούς καθημερινούς ανθρώπους μετατρέποντάς τους σε λογοτεχνικούς ήρωες. Με τον τρόπο αυτό απομνημονεύει ο ίδιος τις μορφές τους και τους εξασφαλίζει μια μεγαλύτερη διάρκεια, κάποιες φορές αιωνιότητα. «Πουτάνα, Μποβαρύ. Εγώ θα’ χω φύγει κι εσύ θα ζεις ακόμα», φέρεται να έχει πει ο Γκιστάβ Φλομπέρ.

                Μοιραία, οι πρωτόλειοι χαρακτήρες ενός συγγραφέα συχνά γεννιούνται μέσα από τα βιώματα της πρώτης παιδικής και εφηβικής ηλικίας και συνήθως είναι ο τρόπος που τα αφομοιώνει η παιδική ψυχή και όχι τόσο η μοναδικότητα των ίδιων των γεγονότων, που ντύνει τις πρώτες αυτές αφηγήσεις με το άρωμα, τη στόφα του μελλοντικού λογοτέχνη. Η ομιλία του Ζοζέ Σαραμάγκου στην απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1998 άρχιζε ως εξής:


                "Ο σοφότερος άνθρωπος που συνάντησα στη ζωή μου δεν ήξερε ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει. Στις τέσσερις τα ξημερώματα, όταν η υπόσχεση μιας καινούριας μέρας πλανιόταν επάνω από τα γαλλικά χώματα, σηκωνόταν από τη σανίδα του και έφευγε για τα βοσκοτόπια παίρνοντας μαζί του μισή ντουζίνα γουρούνια, που με τη γονιμότητά τους ζούσαν εκείνον και τη γυναίκα του. Οι γονείς της μητέρας μου ζούσαν με στερήσεις, πουλώντας τα νεογέννητα γουρουνάκια μόλις αυτά απογαλακτίζονταν στους γείτονές μας στο χωριό Ατσινάγα της επαρχίας Ριμπατέζου. Τα ονόματά τους ήταν Χερόνιμο Μεϊρίνιου και Ζοζέφα Καϊξίνια και ήταν και οι δύο αναλφάβητοι. Τον χειμώνα, όταν το κρύο της νύχτας δυνάμωνε τόσο ώστε να παγώνει το νερό στις κανάτες μέσα στο σπίτι, πήγαιναν στο χοιροστάσιο, έπιαναν τα πιο ασθενικά γουρουνάκια και τα έπαιρναν μαζί τους στο κρεβάτι. Κάτω από τις τραχιές κουβέρτες, η ανθρώπινη ζεστασιά έσωζε τα μικρά ζώα από την παγωνιά και τον σίγουρο θάνατο. Παρόλο που και οι δυο τους ήταν καλοί άνθρωποι, δεν ήταν η συμπόνια που τους έκανε να φέρονται με αυτό τον τρόπο: αυτό που τους απασχολούσε, χωρίς συναισθηματισμό ή ρητορείες, ήταν να προστατεύσουν το καθημερινό τους ψωμί, όπως είναι φυσικό για ανθρώπους που, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προς το ζειν, δεν έχουν μάθει να σκέφτονται περισσότερο από το απαραίτητο. Πολλές φορές βοηθούσα τον παππού Χερόνιμο στα καθήκοντα του χοιροτρόφου, πολλές φορές έσκαβα τον λαχανόκηπο που ήταν κολλητά στο σπίτι και έκοβα ξύλα για τη φωτιά, πολλές φορές γυρίζοντας ξανά και ξανά τη σιδερένια ρόδα της αντλίας του νερού, έβγαζα νερό από το κοινοτικό πηγάδι και το κουβαλούσα στους ώμους μου. Μερικές φορές, στα κρυφά, αποφεύγοντας τους άνδρες που φύλαγαν τα χωράφια με το καλαμπόκι, πηγαίναμε με τη γιαγιά την αυγή, οπλισμένοι με τσουγκράνες, σακιά και σπάγκο, να μαζέψουμε τα άχυρα που θα χρησίμευαν σαν στρώμα για τα ζώα. Και κάποτε, τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες, ο παππούς μού έλεγε: ‘Ζοζέ, απόψε θα κοιμηθούμε οι δυο μας κάτω από τη συκιά’. Υπήρχαν δύο ακόμα συκιές, αλλά η συγκεκριμένη, σίγουρα επειδή ήταν η μεγαλύτερη, επειδή ήταν η παλιότερη, σχεδόν χωρίς ηλικία, ήταν για όλους στο σπίτι ‘η συκιά’. Αντονομασία λίγο ή πολύ, μια λόγια λέξη που θα συναντούσα και θα μάθαινα πολλά χρόνια αργότερα… Μέσα στην ησυχία της νύχτας, ανάμεσα από τα κλαδιά των δέντρων, ένα αστέρι εμφανιζόταν για να χαθεί αμέσως πίσω από ένα φύλλο, ενώ καθώς γύριζα τη ματιά μου προς άλλη κατεύθυνση, έβλεπα να κυλάει σαν ποτάμι πάνω στον απέραντο ουρανό, η λευκωπή διαφάνεια του Γαλαξία, ο δρόμος για το Σαντιάγο, όπως τον λέγαμε στο χωριό. Με την αναβολή του ύπνου, η νύχτα γέμιζε με ιστορίες και περιστατικά που διηγούνταν ο παππούς και η γιαγιά: θρύλοι, αποκαλύψεις, τρομακτικές ιστορίες, σπάνια περιστατικά, περασμένοι θάνατοι, μάχες με ραβδιά και πέτρες, οι αφηγήσεις των προγόνων μας, ανεξάντλητοι μύθοι και μνήμες που με κρατούσαν άγρυπνο, ενώ ταυτόχρονα με νανούριζαν ελαφρά. Ποτέ δεν έμαθα αν σώπαινε όταν καταλάβαινε ότι είχα αποκοιμηθεί ή αν συνέχιζε να μιλάει, για να μην αφήσει αναπάντητη την ίδια κάθε φορά ερώτηση ‘Και τι έγινε μετά;’ που του έκανα όταν σταματούσε επίτηδες να διηγείται. Ίσως να επαναλάμβανε τις ιστορίες για δικό του λογαριασμό, για να μην τις ξεχάσει ή για να τις διανθίσει με καινούριες λεπτομέρειες. Στην ηλικία αυτή, όπως όλοι κάνουμε κάποια στιγμή, πίστευα ότι ο παππούς μου ήταν ο παντογνώστης του κόσμου. Όταν με το πρώτο φως με ξυπνούσε το τραγούδι των πουλιών, εκείνος έλειπε, είχε πάει στο χωράφι με τα ζώα του, αφήνοντάς με να κοιμηθώ κι άλλο. Τότε σηκωνόμουν, δίπλωνα τη βαριά κουβέρτα και, ξυπόλητος (στο χωριό περπατούσα ξυπόλητος μέχρι τα δεκατέσσερα), με άχυρα κολλημένα στα μαλλιά, πήγαινα από το φυτεμένο κομμάτι της αυλής στην άλλη μεριά του σπιτιού, που ήταν τα χοιροστάσια. Η γιαγιά μου, πάντα δίπλα στον παππού, έβαζε μπροστά μου ένα μπολ κομμάτια ψωμιού μουσκεμένα σε καφέ και με ρωτούσε αν είχα κοιμηθεί καλά. Αν της έλεγα για κάποιο κακό όνειρο, γεννημένο από τις ιστορίες του παππού, πάντα με καθησύχαζε: ‘Μη δίνεις σημασία, τα όνειρα δεν βγάζουν νόημα’. Εκείνο τον καιρό πίστευα ότι, παρόλο που  η γιαγιά ήταν επίσης πολύ σοφή γυναίκα, δεν έφτανε στο ύψος του παππού, ο οποίος, καθισμένος κάτω από μια  συκιά με τον εγγονό του πλάι, μπορούσε με λίγες λέξεις να θέσει σε κίνηση τον πλανήτη. Μόνο αργότερα, όταν ο παππούς είχε φύγει από τη ζωή κι εγώ ήμουν πια άνδρας, συνειδητοποίησα ότι και η γιαγιά μου πίστευε στα όνειρα. Δεν εξηγείται αλλιώς το γιατί, ένα βράδυ που καθόταν μπροστά στην πόρτα της καλύβας όπου ζούσε πια μόνη, κοιτάζοντας ψηλά τα μικρά και μεγάλα αστέρια, είπε αυτά τα λόγια: ‘Ο κόσμος είναι τόσο όμορφος και είναι τόσο κρίμα που πρέπει να πεθάνω’. Δεν είπε ότι φοβόταν τον θάνατο, αλλά ότι ήταν κρίμα που έπρεπε να πεθάνει, λες και η σκληρή της ζωή, γεμάτη από ασυμβίβαστη δουλειά, αυτές τις τελευταίες στιγμές δεχόταν την ευλογία ενός υπέρτατου τελευταίου αποχαιρετισμού, την παρηγορητική αποκάλυψη της ομορφιάς. Καθόταν στην πόρτα ενός σπιτιού που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο στον κόσμο, αφού οι άνθρωποι σε αυτό ζούσαν με τα γουρουνάκια σαν να ήταν παιδιά τους, άνθρωποι που τους στενοχωρούσε ο θάνατος επειδή ο κόσμος ήταν όμορφος· και αυτός ο παππούς Χερόνιμο, χοιροτρόφος και παραμυθάς, σαν ένιωσε τον θάνατο να πλησιάζει, πήγε και αποχαιρέτισε ένα προς ένα τα δέντρα του, αγκαλιάζοντάς τα και κλαίγοντας, επειδή ήξερε ότι δεν θα τα ξαναέβλεπε ποτέ.
                Πολλά χρόνια αργότερα, όταν έγραφα για πρώτη φορά για τον παππού Χερόνιμο και τη γιαγιά Ζοζέφα (δεν έχω πει μέχρι τώρα ότι, σύμφωνα με όσους την είχαν γνωρίσει στα νιάτα της, ήταν μια γυναίκα σπάνιας ομορφιάς), συνειδητοποίησα ότι τους μετέτρεπα από συνηθισμένους ανθρώπους σε λογοτεχνικούς χαρακτήρες: μάλλον αυτός ήταν ένας τρόπος να μην τους ξεχάσω, σχεδιάζοντας ξανά και ξανά τις μορφές τους με το μολύβι που αλλοιώνει τη μνήμη, χρωματίζοντας και φωτίζοντας τη μονοτονία μιας βαρετής και χωρίς προοπτική καθημερινότητας, σαν να δημιουργούσα, πάνω στον ευμετάβλητο χάρτη των αναμνήσεων, την υπερφυσική ουτοπία μιας χώρας, όπου αποφασίζει κανείς να περάσει τη ζωή του".
 […]

Και καταλήγει στην ομιλία του ο Σαραμάγκου κάπως έτσι:

"Η φωνή που διάβασε αυτές τις σελίδες δεν είναι παρά η συνήχηση των φωνών των χαρακτήρων μου. Δεν έχω περισσότερη φωνή από τις φωνές που είχαν εκείνοι. Συγχωρήστε με αν αυτό που σε σας φαίνεται λίγο, για μένα είναι το παν".