Σελίδες

9.12.11

Το τελευταίο κλικ


Είναι μια ιστορία από τα άγουρα χρόνια, από κείνες που κρατάς για να αποδεικνύεις στα εγγόνια σου ότι η γιαγιά τους υπήρξε κάποτε νέα γυναίκα. Μια πόλη μεγάλου ελληνικού νησιού ο τόπος , φθινόπωρο η εποχή, δραχμή το νόμισμα. Με φιλοξενεί στο σπίτι του ένας φίλος μου, που δεν θα πάρει μέρος στην ιστορία, γιατί την ώρα αυτή έχει μάθημα στη σχολή του.
Τα πεζοδρόμια της πόλης στρωμένα με κιτρινοπράσινα κιλίμια από φύλλα, ο ουρανός δραματικός, γκριζογάλανος, παραγεμισμένος με λευκά σύννεφα. Έτοιμο θέμα για φωτογραφία, πανέτοιμη και η καινούρια μου  Canon για την επίσημη πρεμιέρα της. Την κρατάω φασκιωμένη σαν χρονιάρικο μωρό και περιπλανιέμαι στους δρόμους. Φυσάει μανιασμένος αέρας, νιώθω το χώμα από τα παρτέρια να σηκώνεται και να εισχωρεί στις τρύπες της πλεκτής μπλούζας μου. Περπατώ χωρίς καμιά από τις ύστερες έννοιες, αγωνιώντας μόνο για το βάθος πεδίου, το κάδρο και την εστίαση του φακού. Φωτογραφίζω με περίσκεψη, καθότι δεν έχει φτάσει η εποχή της ψηφιακής φωτογραφίας και η εμφάνιση και εκτύπωση είναι αρκετά αλμυρές για το φοιτητικό μου χαρτζιλίκι.
Πλησιάζω τα παρτέρια με τα φυτεμένα λουλούδια εστιάζοντας, μέχρι να μη μπορεί να διορθωθεί με κανένα τρόπο η θολούρα. Χρειάζεσαι φακό macro, μου υπαγορεύει ο ακόρεστος νεανικός εαυτός μου. Οι ρυτίδες των φύλλων δεν καθαρίζουν καθόλου με τον εξοπλισμό που διαθέτω. Οι ντόπιοι πηγαίνουν βιαστικοί στις δουλειές τους και είμαι η μοναδική παραφωνία στην περιοχή, μαζί μ’ ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που κάνει την πρωινή βόλτα του (πιθανόν καθ’ υπόδειξη του οικογενειακού γιατρού) κι ένα μαύρο κοκκαλιάρικο σκυλί που με κοιτάει με μαύρο παρακλητικό βλέμμα ζητιάνου.
Σταματάω σε έναν κατακόκκινο ιβίσκο και εστιάζω. Κλικ! ακούγεται ο ηδονικός ήχος σύλληψης της φωτογραφίας και… τι στο καλό… μαυρίλα… σκοτείνιασε το μάτι της μηχανής… έγινε ίδιο με του σκύλου (με μάτιασε το παλιόσκυλο)… ο φωτοφράχτης παραμένει κλειστός… πατάω ξανά και ξανά το κουμπάκι… τίποτα…  Μαύρες σκέψεις κυκλώνουν το θολωμένο μου μυαλό-μήπως εκείνο το τελευταίο κλικ ήταν το κύκνειο άσμα; Μη δώσει ο Θεός σε άνθρωπο τέτοια λαχτάρα… Κοιτάζω γύρω μου, δεν ξέρω πολύ καλά την πόλη. Εκτός από φθινόπωρο είναι και η προ κινητών εποχή. Μπαίνω σε ένα-δυο καταστήματα και ρωτάω. Η απάντηση είναι μία: ο Γιώργος. Μόνο αυτός μπορεί να ξέρει. Ο Γιώργος και η Canon σκέφτομαι (ορθολογικά), όμως η ανυπόμονη φύση μου έχει ήδη επιλέξει τον Γιώργο.
Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω, δρόμο ξαναπαίρνω και πριν τον ξαναφήσω, βρίσκω το φωτογραφείο του Γιώργου, σε ήσυχη γειτονιά πίσω από το παλιό λιμάνι. Ανοίγω την πόρτα. Ένα κουδούνισμα προειδοποιεί για την έλευση υποψήφιου πελάτη. Ο Γιώργος είναι γύρω στα σαράντα, μελαχρινός με διακριτικό μουστάκι και γυαλιά με ασημένιο σκελετό. Του λέω το πρόβλημα (η αγωνία μου έχει φτάσει στο αποκορύφωμα). Θέλει να δει τη μηχανή. Χρειάζεται μερικό χρόνο, μία ώρα, ίσως μιάμιση. Να φύγω και να ξαναπεράσω. Νιώθω σαν τον μαύρο σκύλο. Αφήνω τη μηχανή, μαζεύω τα κομμάτια μου και φεύγω.
Τριγυρίζω τώρα στην πόλη με άδεια χέρια. Οι φθινοπωρινές εικόνες με νευριάζουν. Ξαναπερνάω δίπλα από τον μοιραίο ιβίσκο (τώρα που δεν έχω τον πυρετό της φωτογραφίας, προλαβαίνω να παραδεχτώ το κενό γνώσεών μου στα λουλούδια-αν ο ιβίσκος δεν ανθίζει το φθινόπωρο, κάτι άλλο πρέπει να είναι-τουλάχιστον το κόκκινο παραμένει αδιαφιλονίκητο). Αισθάνομαι τα μαλλιά μου ανακατεμένα και κοκκαλωμένα από τη σκόνη. Η ώρα δεν περνάει. Περπατάω χωρίς σκοπό. Ο οικοδεσπότης φίλος μου τώρα θα παρακολουθεί την παράδοση των μαθημάτων Οικονομίας (Μικρο-Μακρο τα λέει για συντομία). Μακάρι να υπήρχαν κινητά, να τον καλούσα για έναν καφέ της παρηγοριάς, θα είχα σκεφτεί αν έβλεπα μπροστά από την εποχή μου. Με το συνηθισμένο μου μυαλό όμως περιορίζομαι μακάρια στο παρόν και συνεχίζω το άσκοπο περπάτημα.
Η πιο μεγάλη ώρα φτάνει και να’ μαι ξανά στο κατώφλι του Γιώργου. Τραβήξτε, ακούω από μέσα τη φωνή. Ανοίγω την πόρτα και μπαίνω. Εκεί, με μουσική υπόκρουση την Εισαγωγή από τη Δύναμη του Πεπρωμένου, αντικρίζω το πιο φρικιαστικό θέαμα της μέχρι τώρα ζωής μου. Η μηχανή μου διαλυμένη εις τα εξ ων την είχε συνθέσει η τεχνολογία της Canon και o Γιώργος με ματογυάλι ωρολογοποιού και μικροσκοπικά κατσαβίδια και λαβίδες (Μικρο-Μακρο-Μικρο-Μακρο, μήπως άρχισε να μου σαλεύει;) παίρνει ανυπόστατα βιδάκια και τα τοποθετεί σε αόρατες με γυμνό μάτι τρύπες. (Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, τι θα γραφτεί άραγε στο ιστορικό μου;)
Είχε μπει ένας κόκκος άμμου. Εντάξει, είναι τώρα. Ο Γιώργος μου λέει τη διάγνωση, διακόπτοντας το μουρμούρισμα της θεϊκής μελωδίας του Βέρντι. Συνεχίζει να συναρμολογεί τη μηχανή, ενώ εγώ δίπλα του νιώθω την ανάγκη να προσευχηθώ. Λόγω σχετικής απειρίας, αργώ να επιλέξω ιερό πάροχο και ο Γιώργος προλαβαίνει να τελειώσει το παζλ. Η μηχανή μου είναι πάλι ολόκληρη και λειτουργεί τέλεια!
Αφήνει το ματογυάλι και ξαναφοράει τα ασημένια γυαλιά του. Η όπερα έχει προχωρήσει στην πρώτη πράξη της. Πιάνουμε μια ανάλαφρη κουβέντα για τη φωτογραφία, την ιατρική, τις μεγάλες και τις μικρές πόλεις. Μου ζητάει να ποζάρω για πορτρέτο. Σκέφτομαι τα κολλημένα μαλλιά μου και διστάζω, όμως τελικά η ευγνωμοσύνη υπερισχύει. Μου τραβάει κάποιες κοντινές και κάποιες πιο μακρινές λήψεις. Διορθώνει τη στάση του κεφαλιού μου και φτιάχνει τις λάμπες και τη λευκή ομπρέλα του ανάλογα. Νιώθω αμήχανα. Δεν μου έχει ξανατύχει. Μου ζητάει να ξεκουμπώσω τα πάνω κουμπιά της μπλούζας μου (πόσο μπορεί να κοστίζει η επισκευή; σκέφτομαι). Αρνούμαι περαιτέρω φωτογράφιση και τον ρωτάω τι του οφείλω. Τίποτα, μόνο τη διεύθυνσή μου για να μου στείλει τις φωτογραφίες. Φεύγω από το φωτογραφείο με διπλή ανακούφιση.
Περίπου τρεις εβδομάδες μετά, ο ταχυδρόμος μου παραδίδει ένα φάκελο από χοντρό χαρτί. Η διεύθυνσή μου γραμμένη καλλιγραφικά με μαύρο μαρκαδόρο. Μέσα στον φάκελο τα πορτρέτα μου, ασπρόμαυρα, σε διάφορα μεγέθη, εκτυπωμένα σε ματ φωτογραφικό χαρτί. Απλώνω τις φωτογραφίες πάνω στο κρεβάτι μου και τις κοιτάζω. Η πλεκτή μου μπλούζα είναι κουμπωμένη μέχρι απάνω, τα μαλλιά μου κολλημένα και το βλέμμα μου μαύρο και παρακλητικό σαν του σκύλου της ιστορίας.

7.12.11

Χωρίς τη μαμά σου



                                                                                Στην Άννα

Το Σάββατο σε προσκαλώ
στο πάρτι της γιορτής μου
έλα χωρίς τη μαμά σου
(το έγραψες;
με μικρά γράμματα
να το χωρέσει
το χαρτί
το σπίτι
ο χρόνος)

Η μαμά, όταν θέλει, είναι όμορφη
καλή μαζί
ξεχωριστή μακριά
Έλα χωρίς τη μαμά σου
(το γράφω
να το βλέπεις
στο πλάι με τα ονόματα)

Θα’ χει μπαλόνια η γιορτή
και χρώματα
και τούρτα
χρόνια πολλά
πόσα πολλά;
πόσα χωρίς εκείνη;
Χωρίς τη μαμά σου
(το έγραψες;
να φαίνεται
μην μπερδευτεί και έρθει)

Μικρό το σπίτι
η αντοχή
ασήκωτη η συνήθεια
χωρίς τη μαμά σου
τίποτα δεν μπορείς
γιατί η μαμά
είναι ξεχωριστή
και καλή.

5.12.11

Σπουδή πάνω σ' έναν άδειο καναπέ


Μια φορά και αυτόν τον καιρό. Ένα ζευγάρι: εκείνος κι εκείνη. Επίσης, μια γυναίκα, μια άλλη γυναίκα και μια τρίτη γυναίκα. Όλοι τους καθιστοί.
Εκείνος κι εκείνη, σ’ ένα πολύβουο δωμάτιο, καθισμένοι σ’ ένα καναπέ, με την απόσταση να αναπνέει ανάμεσά τους. Η πρώτη γυναίκα, στο γραφείο της, ζωγραφίζει με χρωματιστά κραγιόνια εκείνον κι εκείνη. Βάζει δάκρυα από πορτοκάλι στο φόρεμα εκείνης. Το πουλόβερ εκείνου το σκουραίνει με μολύβι και μ’ ένα τρεμουλιαστό ζωγραφισμένο περίγραμμα το κάνει να πάλλεται. Η δεύτερη γυναίκα, σκυμμένη πάνω από ένα μεγάλο δρύινο τραπέζι, σμιλεύει πινακίδες από κερί, για να μοιράσει στους μαθητές της. Ανάρπαστες θα γίνουν, σαν κάθε φορά. Η τρίτη γυναίκα κάθεται στην πλατεία ενός θεάτρου. Το έργο δείχνει μια μάνα να καταπίνει την κόρη της πάνω σ’ ένα λευκό καναπέ.
Εκείνος κι εκείνη συνεχίζουν να είναι καθισμένοι στον δικό τους καναπέ. Δεν αγγίζονται. Σχεδόν δεν τολμούν να κοιταχτούν. Η πρώτη γυναίκα ολοκληρώνει το σχέδιο, βάζοντας μια πεταλούδα να εκτελεί ένα τέλειο αυτοκρατορικό πέταγμα με τα διάφανα φτερά της. Η δεύτερη γυναίκα τελειώνει τις πινακίδες της. Το κερί έχει σχεδόν κρυώσει και στερεοποιηθεί. Ετοιμάζει μια μικρή βαλίτσα. Έχει ταξίδι μπροστά της. Για καλό λόγο. Η τρίτη γυναίκα μπαίνει σ’ ένα ταξί, για να γυρίσει σπίτι.
Οι άνθρωποι που στριφογυρίζουν μέσα στο δωμάτιο, νομίζουν πως εκείνος κι εκείνη κάθονται ακόμα δίπλα-δίπλα  στον καναπέ. Μόνο η πρώτη γυναίκα ξέρει πως αυτοί έχουν κιόλας δρασκελίσει το ανοιχτό παράθυρο και αγαπιούνται πάνω στα πεσμένα φύλλα μες στο δάσος. Σχεδιάζει τώρα τον καναπέ άδειο και κλείνει το μπλοκ. Η δεύτερη γυναίκα βρίσκει έξω από την πόρτα της έναν παρατημένο καναπέ. Στο ένα μπράτσο του έχει φωλιάσει μια πεταλούδα με διάφανα φτερά. Τον σέρνει με κόπο μέσα στο σπίτι. Η τρίτη γυναίκα βρίσκει κι αυτή στη γωνιά του δρόμου της έναν άδειο καναπέ. Το ξεθωριασμένο καφέ κάλυμμά του δείχνει τσαλακωμένο από χάδια. Με το κινητό της τον βγάζει μια φωτογραφία. Ευτυχώς, γιατί το άλλο πρωί ο καναπές λείπει.
Υπάρχει στην ιστορία κι άλλος ένας καναπές. Εγκαταλείφθηκε κι αυτός μία μέρα μετά στην ίδια γωνιά του δρόμου της τρίτης γυναίκας, όμως δεν χώρεσε σε τούτη διήγηση, γιατί θα έκανε την ιστορία απίστευτη.

Σημ.1: Η λέξη καναπές είναι ένα αντιδάνειο. Τα ανάκλιντρα, οι αρχαίοι καναπέδες, σκεπάζονταν συχνά από ένα λεπτό ύφασμα, το κωνωπείον ή κωνώπιον (δηλ. την κουνουπιέρα). Η λέξη πέρασε στα λατινικά ως conopeum ή conopium και από εκεί στα μεσαιωνικά γαλλικά ως conope και, παθαίνοντας αυτό που οι γλωσσολόγοι ονομάζουν «σημασιολογική επέκταση», έφτασε να δηλώνει όχι μόνο το κάλυμμα, αλλά και το ίδιο το έπιπλο, και τελικά μόνο το έπιπλο, σκεπασμένο ή ξεσκέπαστο.
Σημ. 2: Η παραπάνω ιστορία μπορεί να θεωρηθεί σπουδή πάνω σ’ ένα ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη ή απόδειξη των αόρατων δυνάμεων-διαδικτυακών και μη- που ενώνουν τους ανθρώπους.

1.12.11

Donald Justice: Τα χέρια

(φωτ. Bill Brandt)


Τα χέρια δεν έβρισκαν πια
Ευτυχία μέσα στις τσέπες
                     GUILLEVIC

Δεν γνωρίζουν πλέον τα χέρια
Την ευτυχία της τσέπης.

Κάποτε κρέμονται αριστερά και δεξιά της μέσης
Σαν τα νεκρά βαρίδια του ρολογιού.

Κάποτε σφίγγονται σε γροθιές
Γύρω από το λαιμό της οργής.

Παλιότερα ήταν αδέλφια
Ν' αγκαλιάσεις, ώμοι πάνω τους να στηριχτείς.

Αν τώρα ξεδιπλώνονται σαν χάρτες,
Όλες τους οι χώρες μοιάζουν ξένες.

Ονειρεύονται την επιστροφή
Στο σκοτεινό σπίτι της τσέπης.

Θέλουν να ξεπλύνουν από πάνω τους
Το αίμα παλιών χαιρετισμών,

Να τρίψουν τις οσμές
Της σάρκας που δοκίμασαν.

Και το μόνο που αδράχνουν είναι αέρας.
Σκεφθείτε τα χέρια σαν αναπνοή,

Μέσα, έξω. Σκεφθείτε
Τα άδεια χέρια.

(Απόδοση: Γιάννης Παλαβός)

Δημοσιευμένο στο περιοδικό "ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ", 
ν. 183-184, Οκτώβριος 2011

27.11.11

Συλλέκτης ήχων

(φωτ. Bill Brandt)

(ένα παλιότερο κείμενο, ξανακοιταγμένο)

Είμαι συλλέκτης. Μαζεύω ήχους, ακριβώς όπως άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα, νομίσματα ή παλιά βιβλία. Με την ίδια μανία αποθηκεύω τα κομμάτια της συλλογής μου, παλαιότερα σε κασέτες και τώρα σε CD. Με την ίδια λαχτάρα τα ταξινομώ. Με το ίδιο καμάρι τα επιδεικνύω. Κάνω αυτή τη συλλογή από μικρός. Σχεδόν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Πώς σκέφτηκα να κάνω τη συγκεκριμένη συλλογή; Δεν το θυμάμαι. Ίσως είναι και το ότι σε αυτές τις νεαρές ηλικίες δεν χρειάζεται να το πολυσκεφτεί κανείς για να κάνει κάτι. 
Ο πρώτος ήχος που έβαλα στη συλλογή μου ήταν ο θόρυβος που έκανε η ραπτομηχανή της γιαγιάς,  μια παλιά μαύρη Singer στηριγμένη σε ένα μαρμάρινο τραπεζάκι με μαντεμένια πόδια. Η γιαγιά καθόταν με τις ώρες πάνω από τη μηχανή, με τα πρεσβυωπικά γυαλιά έτοιμα σχεδόν να κυλίσουν από τη μύτη της, και διόρθωνε τα ρούχα μας. Στρίφωνε τα παντελόνια και τις φούστες (ο μπαμπάς και η μαμά δεν ήταν πρώτο ανάστημα) και μπάλωνε τους αγκώνες και τα γόνατα στα δικά μου ρούχα (σαν παιδί κι εγώ, δεν μάζευα ήχους ολημερίς). Γελούσαν ο μπαμπάς κι η μαμά με τη σοβαρότητα που είχα την ώρα της «ηχογράφησης». Πολλά χρόνια αργότερα όμως, όταν η γιαγιά είχε πια αφήσει ορφανή την πιστή της ραπτομηχανή, μου ζητούσαν από καιρό σε καιρό να τους παίξω τη μαγνητοταινία με τον πρώτο αυτό ήχο και τότε κατάλαβα ότι η συλλογή μου είχε την ίδια ή ίσως και μεγαλύτερη αξία με τις άλλες πιο δημοφιλείς συλλογές γραμματοσήμων και νομισμάτων.
Πάντως, ήξερα καλά ότι οι συμμαθητές μου στο σχολείο με κορόιδευαν. Στα διαλείμματα, την ώρα που εκείνοι καθισμένοι κατάχαμα αντάλλασσαν μεταξύ τους εικονίτσες ποδοσφαιριστών και αεροπλάνων, εγώ τριγυρνούσα με το μαγνητοφωνάκι μου και έγραφα τη βαβούρα του διαλείμματος. Παραμόνευα τα κορίτσια στα αποδυτήρια, όχι για να τις δω που γδύνονταν, αλλά για να ηχογραφήσω τα γέλια και τις κουβέντες τους. Μιλούσαν όλες μαζί και ξεκαρδίζονταν εντελώς απροειδοποίητα. Αραιά και πού, το μαγνητοφωνάκι μου έπιανε κανένα αγορίστικο όνομα. Άκουγα τις μαγνητοταινίες ξανά και ξανά, προσπαθώντας με αγωνία να ξεχωρίσω μέσα στην κοριτσίστικη φασαρία και το δικό μου όνομα. Θες η κακή ποιότητα εγγραφής (δεν έφτιαξε ούτε όταν πήρα κασέτες χρωμίου και μετάλλου), θες το ότι δεν ήμουν και κανένας κούκλος, η συλλογή εκείνης της εποχής μπορεί να μου έδωσε άλλες χαρές, ποτέ όμως την πολυπόθητη.
Αργότερα, στο πανεπιστήμιο, οι συμφοιτητές μου με αντιμετώπιζαν ως φαινόμενο υπό παρατήρηση. Φρόντιζαν μάλιστα να είναι όσο το δυνατόν πιο αθόρυβοι όταν βρισκόμουν ανάμεσά τους, με τον φόβο ότι οποιαδήποτε κουβέντα τους μπορούσε να περάσει στη μαγνητοφωνημένη αιωνιότητα. Ακόμα και σήμερα, οι συνάδελφοί μου στο γραφείο, αλλά και η Χριστίνα, πρέπει-μεταξύ μας-να με θεωρούν ιδιόρρυθμο, για να μη με χαρακτηρίσω αλλιώς.
Έχω μαζέψει ως τώρα περίπου δώδεκα χιλιάδες ήχους. Φυλάω τα λάφυρά μου σε μια βιβλιοθήκη. Όλοι οι ήχοι ταξινομημένοι κατά είδος και κατά ημερομηνία ηχογράφησης. Πραγματικός θησαυρός.
Ήχοι από την καθημερινότητα, η βροχή που πέφτει στις πλάκες του πεζοδρομίου και στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, ο ήχος του κρασιού καθώς σερβίρεται στο ποτήρι, το ξεφύλλισμα των κυριακάτικων εφημερίδων, το απορριμματοφόρο που μαζεύει τα σκουπίδια τις πρώτες πρωινές ώρες, ήχοι και μουσικές από τα παιχνίδια της Άλκηστης.
Μερικοί ήχοι έχουν ιστορική σημασία, όπως ο ήχος από τα κλειδιά που κουδούνιζαν  κρεμασμένα στις πόρτες του διαμερίσματός μας,  ολοκαίνουργιου τότε, το βράδυ που έγινε ο μεγάλος σεισμός της Αθήνας. Θυμάμαι, ήμουν ξαπλωμένος και διάβαζα το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Ήμουν εντελώς απορροφημένος στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Στο σημείο όπου ο Ντόριαν μαχαίρωνε το πορτρέτο του, άρχισε το σπίτι να τρέμει και μια υπόκωφη βουή, σαν κροτάλισμα τυμπάνων, κάλυψε τους σπιτικούς θορύβους. Προς στιγμή θαύμασα την πένα του  Όσκαρ Ουάιλντ (τι συγγραφέας! να μπορεί να ταρακουνάει τον αναγνώστη με τόση αμεσότητα!), γρήγορα όμως κατάλαβα ότι δεν με κούναγε ο Όσκαρ, αλλά ο Εγκέλαδος.  Ίσα που πρόλαβα να πατήσω το record στο μαγνητοφωνάκι και να γράψω λίγα δευτερόλεπτα από την ηχητική πλευρά της γης που σείεται, ηχογράφησα όμως σε όλο της το μεγαλείο μια πραγματική συμφωνία για έξι διπλά κλειδιά κρεμασμένα σε πόρτες, που ακολούθησε το συθέμελο ταρακούνημα του καινούργιου μας σπιτιού.
Τα κορναρίσματα στους δρόμους τη χρονιά που η ελληνική ομάδα κέρδισε το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα μπάσκετ: άλλος ιστορικός ήχος. Εκείνες τις ημέρες, έδινα Πανελλήνιες και αναγκαστικά είχα περιορίσει τόσο τη συλλεκτική όσο και τις υπόλοιπες δραστηριότητές μου. Το επόμενο πρωί έδινα Χημεία. Ένιωθα δεμένος πισθάγκωνα στην καρέκλα του γραφείου μου με αλυσίδες άνθρακα. Τις προηγούμενες νύχτες έβλεπα όνειρα γεμάτα με κετόνες και αλδεΰδες. Τα μαλλιά μου και τα ρούχα μου είχαν ποτίσει από νικοτίνη: ο χημικός που μου έκανε ιδιαίτερα μαθήματα για τις εξετάσεις κάπνιζε απανωτά τσιγάρα και ήταν κι αυτός περισσότερο αγχωμένος απ’ ό,τι συνήθως. Τον θυμάμαι να φυσάει τις λύσεις των δύσκολων προβλημάτων ανάμεσα σε δαχτυλίδια καπνού που διαλύονταν άδοξα στο πρόσωπό μου. Η νίκη της Εθνικής ομάδας μπάσκετ μου είχε δώσει μια ξαφνική και μεγάλη χαρά, αφού μέχρι τότε δεν είχα ποτέ ζήσει άλλη διάκριση της Ελλάδας σε διεθνή διοργάνωση. Θυμάμαι ότι είχα παρατήσει για λίγο το τσαλακωμένο βιβλίο με τις κετόνες και είχα βγει στο μπαλκόνι. Αυτοκίνητα περνούσαν κορνάροντας, μερικές φορές μελωδικά, ενώ από τα παράθυρά τους ανέμιζαν γαλανόλευκες. Τραγούδια ακούγονταν από μακριά. “It is the final countdown”, η επιτυχία της εποχής με το χαρακτηριστικό σάλπισμα.  Στο κατώφλι της ενηλικίωσης τυπικά, αλλά με παιδική σκέψη ακόμα,   δεν ήμουν τότε σε θέση να συνειδητοποιήσω πόσο λίγες, σχεδόν συλλεκτικές, είναι οι στιγμές που νιώθει κανείς υπερήφανος για την Ελλάδα, όμως αργότερα ταξινόμησα την ηχογράφηση αυτή στους σπάνιους ήχους.
Οφείλω να σας αποκαλύψω την πιο αστεία ηχογράφηση της συλλογής μου. Φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη, μέρες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου και η Χριστίνα έγκυος στην Άλκηστη. Μέναμε στην Πλατεία Αριστοτέλους, σε πολύ καλό ξενοδοχείο. Η Χριστίνα μπαινόβγαινε στις κινηματογραφικές αίθουσες και ερχόταν στο ξενοδοχείο σχεδόν μόνο για να κοιμηθεί. Εγώ είχα πάρει μαζί μου δουλειά του γραφείου και έκανα μικρά διαλείμματα μόνο για να γράψω κανέναν ήχο. Το δεύτερο βράδυ δεν μου κόλλαγε ύπνος. Πρέπει να ήταν περίπου δύο τα ξημερώματα κι εγώ στριφογύριζα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να μην ξυπνήσω τη Χριστίνα. Ξαφνικά, ο τοίχος που ήταν κολλητά στην πλάτη του κρεβατιού άρχισε να δονείται ρυθμικά, σαν κάτι να τον έσπρωχνε από πίσω. Προστέθηκε ένα ρυθμικό κρεσέντο από χτυπήματα ξύλου πάνω σε τσιμέντο. Το μαγνητόφωνό μου είχε ήδη αρχίσει να γράφει. Μετά από την κρουστή αυτή εισαγωγή, ακολούθησε το φωνητικό μέρος, εξίσου ρυθμικό και διεγερτικό. Μια γυναικεία κραυγή, ένα επαναλαμβανόμενο «α-α-α-α-...» με διαφορετικό χρωματισμό σε κάθε εκφορά του: πόνος, αγωνία, ηδονή, θυμός. Μια οργασμική άρια για σοπράνο με συνοδεία κρουστών, ένα ηχητικό διαμάντι. Ηχογραφούσα γελώντας. Τρία λεπτά και σαράντα δευτερόλεπτα. Άξιος ο βαρύτονος, σκέφτηκα. Η Χριστίνα δίπλα μου, παρέμενε βυθισμένη σε όνειρα σινεμασκόπ με πρόσωπο γλυκό και αφρατεμένο από την πλημμύρα των ορμονών.
Οι πιο αγαπημένοι μου ήχοι είναι αυτοί που επιγράφονται ως «ήχοι της φύσης». Ήχοι ηχογραφημένοι κατά τη διάρκεια μακρινών περιπάτων μέσα σε δάση ή πάνω σε λόφους και βουνά. Τριζόνια, τζιτζίκια, μέλισσες, αλλά και το κελάρυσμα ενός ρυακιού, το θρόισμα που κάνουν τα στάχυα μέσα στο κατακαλόκαιρο, το κόασμα των βατράχων μέσα στις καλαμιές.
Η πιο κατάλληλη ώρα για να μαζέψει κανείς  ήχους είναι το βράδυ. Είναι η ώρα που οι ήχοι αποκτούν τη μέγιστη καθαρότητά τους και γίνονται πιο ευδιάκριτοι. Ξεφυτρώνουν και άλλοι ήχοι,  εντελώς ιδιαίτεροι. Ήχοι που λες και κρύβονταν από τη μέρα, περιμένοντας το σούρουπο για να ξεμυτίσουν από την κρυψώνα τους.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βράδυ. Αρχές καλοκαιριού, με μια ασυνήθιστη ψύχρα για την εποχή. Περασμένες έντεκα.  Έκλεισα τα βιβλία στο γραφείο και ξεκίνησα για το σπίτι. Η γνωστή διαδρομή με το αυτοκίνητο, αρκετά κοντινή για να μην κουράζει, αλλά και αρκετά μακρινή, για να μου επιτρέπει να ακούσω ήχους. Υπάρχει ένα σημείο της διαδρομής που μοιάζει σαν να μην είναι μέσα στην πόλη. Είναι ένα ήσυχο δρομάκι, παράλληλο με την κεντρική οδό. Σε ένα σημείο, δύο πανύψηλα πεύκα εκατέρωθεν στενεύουν τόσο το δρομάκι, ώστε ίσα που χωράει να περάσει ένα μικρό αυτοκίνητο.  Αυτό το σχεδόν εξωτικό σημείο αποτελεί πραγματικό καταφύγιο για σπάνιους ήχους. Εκεί έχω συλλέξει μερικούς από τους πιο αγαπημένους μου ήχους.
Εκείνο το βράδυ, καθώς περνούσα από το σημείο αυτό, άκουσα τη γλυκιά, εύθραυστη λαλιά ενός αηδονιού. Σταμάτησα επιτόπου το αυτοκίνητο. Ο ήχος της μηχανής ακουγόταν προσβλητικά άσχημος πλάι στις τρίλιες του πουλιού. Απόμεινα μαγεμένος να ακούω. Το δημοσιογραφικό μου μαγνητοφωνάκι άκουγε κι αυτό και έγραφε νότες κρυστάλλινες  σε μια μελωδία υπέρτατης έμπνευσης, ικανή να κάνει και τον πιο προικισμένο συνθέτη να σκάσει από ζήλια. Θυμήθηκα εκείνο το έργο του Messiaen με τα πουλιά, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πόση δεξιοτεχνία χρειάστηκε για να αποδώσει τις φωνές των πουλιών με μουσικά όργανα, πόσα χρόνια πειραματισμών και πόσες παρτιτούρες πρέπει να είχε σκίσει και ξαναγράψει στην προσπάθειά του να πλησιάσει την αρμονία των μικρών φτερωτών μουσικών.
Καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, το αηδόνι συνέχιζε αμέριμνο το ρεσιτάλ του κι εγώ, ο μοναδικός τυχερός ακροατής, είχα ξεχαστεί εντελώς. Σχεδόν δεν θυμόμουν από πού ερχόμουν και προς τα πού πήγαινα. Με επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα ο ήχος της μηχανής ενός αυτοκινήτου και ένα γαλάζιο φως που αναβόσβηνε ρυθμικά. Ένα περιπολικό.
     «Καλησπέρα. Πάθατε τίποτα;» με ρωτούσε ένα πρόσωπο νεαρού αστυνομικού από το δικό μου μισάνοιχτο παράθυρο του οδηγού. Ελαφρώς αξύριστο με παλιά σημάδια ακμής στα μάγουλα. Βλέμμα που μαρτυρούσε ενδιαφέρον και καχυποψία σε ίσες αναλογίες.
     «Όχι…», ψέλλισα ξαφνιασμένος, αποσιωπώντας την αλήθεια. Κάτι είχα πάθει: είχα σαστίσει από την απερίγραπτη ομορφιά, από την απαράμιλλη μελωδία. Θυμήθηκα τους συμμαθητές μου και ενέμεινα στην αρχική απάντηση.
     «Μπορώ να έχω το δίπλωμα οδήγησης και την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου σας;»
     «Πώς… Βέβαια… Αμέσως…», απάντησα και άρχισα να ψάχνω στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου.
 Μα πού ήταν; Εκεί πρέπει να τα είχα αφήσει. Ανακάτεψα διάφορα άχρηστα χαρτιά που ήταν παραχωμένα όπως-όπως στο ντουλαπάκι. Δεν είχε άδικο η Χριστίνα που με έλεγε ακατάστατο. Πουθενά τα χαρτιά…. Ούτε το δίπλωμα, ούτε η άδεια…. Από το ύφος του αστυνομικού κατάλαβα ότι μάλλον είχα μπλέξει. Πόσο άσχημα άραγε; Αυτό το συνειδητοποίησα λίγο αργότερα, όταν έφτασα συνοδευόμενος από το περιπολικό στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής για εξακρίβωση στοιχείων.