Σελίδες

19.11.11

Μεγεθύνοντας μια φωτογραφία


(φωτ. Louis Daguerre, 1838)

Μπορούμε και μόνοι μας κατ’ οίκον να μεγεθύνουμε τη μικρή σημασία μιας φωτογραφίας, λέει η Κική Δημουλά. Αυθόρμητα, χωρίς δεύτερη σκέψη, βρέθηκα χθες να βαδίζω το μονοπάτι της ποιήτριας. Διακόσια εικοσιτέσσερα χρόνια από την ημέρα που είχε γεννηθεί ο Λουί Νταγκέρ. Μερικοί άνθρωποι αλλάζουν τον κόσμο, τον κάνουν να γυρίζει πιο γρήγορα. Είναι οι άνθρωποι που μαθαίνουν από τα λάθη τους. Ο Νταγκέρ έσπασε κατά λάθος ένα υδραργυρικό θερμόμετρο. Η επαφή του υδράργυρου με πλάκες χαλκού επιστρωμένες με ιωδιούχο άργυρο που είχαν προηγουμένως εκτεθεί στο φως, είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση των εικόνων που πριν ήταν αόρατες. Ότι δεν βλέπουμε τα πράγματα, δεν είναι επειδή αυτά δεν υπάρχουν.
Η φωτογραφία που με απορρόφησε για αρκετή ώρα δείχνει έναν Παρισινό δρόμο, πίσω στα 1838. Ερημιά, θα παρατηρήσει κάποιος αναγνώστης. Διακρίνεται μόνο ένας περαστικός. Έχει σταματήσει και του γυαλίζει τα παπούτσια του  ένας λούστρος. Περίεργοι καιροί, θα σκεφτεί ο ίδιος αναγνώστης. Ο λούστρος περιμένει πελάτες σε έναν εντελώς έρημο δρόμο. Ο περαστικός βαδίζει ολομόναχος και αποφασίζει να γυαλίσει τα παπούτσια του.
Ψυχαναγκασμός, μια πιθανή εκδοχή. Ο περαστικός μένει σε ένα μικρό τακτοποιημένο διαμέρισμα στο βουλεβάρτο. Τα πουκάμισά του είναι στοιχημένα μέσα στη μικρή ντουλάπα του δωματίου του και τα λίγα ζευγάρια παπούτσια του, γυαλισμένα και αστραφτερά, τοποθετημένα κάτω από το κρεβάτι. Λογιστής, βιβλιοθηκάριος, τραπεζικός υπάλληλος, σίγουρα κάτι τέτοιο.
 Κατάλυση της μοναχικότητας, άλλη πιθανή εκδοχή. Ο άνθρωπος χρειάζεται τον άνθρωπο. Ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή κλεμμένη. Αρκεί ένα φευγαλέο μοίρασμα για να μη νιώθει κανείς κλέφτης. Μια καλημέρα από τον γείτονα, ένα χαμόγελο στο ταμείο του καταστήματος. Με σιγουριά, όχι όμως εντελώς μη αναστρέψιμη, οι λούστροι σπανίζουν πια, ακόμα και σε πολυσύχναστους δρόμους. Ορθώς πράττοντας, ο περαστικός της φωτογραφίας εναπόθεσε τη μοναξιά του στα έμπειρα χέρια του επαγγελματία και την πήρε πίσω απαστράπτουσα, αληθινό καθρέφτη.
Τρίτη εκδοχή, εντελώς απίθανη. Ο δρόμος είναι πολυσύχναστος, γεμάτος διαβάτες και άμαξες. Γυναίκες με μικρά παιδιά βαδίζουν βιαστικά. Άνδρες σταματούν και χαιρετιούνται εγκάρδια. Μια άμαξα κατεβάζει επιβάτες. Το άλογο φαίνεται εκνευρισμένο, χλιμιντρίζει ανήσυχα. Ένας εφημεριδοπώλης διασχίζει τον δρόμο. Τα γεγονότα του Παρισιού, φρέσκα, ζεστά από το τυπογραφείο. Ο τρελός της γειτονιάς ξεφωνίζει αλαφιασμένος. Από τα παράθυρα των σπιτιών ξεπροβάλλουν απορημένα πρόσωπα.
Ο Λουί Νταγγέρ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Η έκθεση της εικόνας στην πλάκα έπρεπε να είναι παρατεταμένη. Ήταν αδύνατο να συλληφθεί η κίνηση. Οι άνθρωποι έπρεπε να στέκονται για μισή ώρα στην ίδια θέση ακίνητοι, για να αποτυπωθούν στη δαγγεροτυπία. Στα πορτρέτα, τα πρόσωπα έβγαιναν ανέκφραστα, οι ρυτίδες έκφρασης επιπεδώνονταν, η μορφή απογυμνωνόταν από το συναίσθημα. Ιδανική μέθοδος για φωτογραφίες διαβατηρίου, θα σχολίαζε ειρωνικά ο αναγνώστης που υπομονετικά ακολουθεί αυτές τις αράδες.
Αυτή είναι ιστορικά η πρώτη φωτογραφία ζωντανού ανθρώπου. Με μια απλή, καθημερινή πράξη, να γυαλίσει τα παπούτσια του, ο περαστικός κατάφερε, πιθανόν εν αγνοία του, να περάσει στην ιστορία. Υπάρχει και ένα μικρό παιδί στο παράθυρο του τελευταίου ορόφου του μπροστινού σπιτιού. Αριστερά όπως φαίνεται σε μας, δεξιά όπως ήταν στην πραγματικότητα. Στη δαγγεροτυπία το είδωλο έβγαινε ανεστραμμένο. Έστω κι έτσι, ανεστραμμένο, στο αριστερό ή στο δεξιό παράθυρο, το παιδί είναι εκεί. Είναι σημαντικό να υπάρχει ένα παιδί και να παρατηρεί. Έστω και ανεστραμμένα.
Κατ’ οίκον μεγεθύνοντας τη σημασία της φωτογραφίας, μου φάνηκε διαβολική σύμπτωση η παρακάτω φράση που διάβασα στις σημερινές εφημερίδες. Την είχε γράψει ο νυν υπηρεσιακός πρωθυπουργός, τότε φέρελπις απόφοιτος του Κολλεγίου, στο ετήσιο λεύκωμα αποφοίτησης. The only absolute: RELATIVITY.

21.10.11

Τατουάζ με λέξεις


Αν είχε σκούφια
θα βάσταγε από πολύ μακριά
είχε όμως μόνο
ένα τριμμένο σακάκι
ένα χιλιοπαθημένο τζην
και ένα κορμί γεμάτο λέξεις
γραμμένες με άσβηστο μελάνι
ΟΛΓΑ και ΜΑΡΙΑΝΝΑ
η μια του είχε κάψει την καρδιά
η άλλη τις φλέβες
και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
η μόνη που ξέμεινε επάνω του
μαζί με την κακιά αρρώστια στα πνευμόνια
που τον έκανε να φτύνει νύχτα-μέρα
την ψυχή του σε ματωμένα κομμάτια


Δεν τον ένοιαζε που έμενε
στα σκουπίδια
έτσι κι αλλιώς
εκεί έμεναν όλοι πια
ήταν το βλέμμα τους
που τον ένοιαζε
μισό, στεγνό και βιαστικό
να μη σταματάει πουθενά
ούτε στις λέξεις
ΟΛΓΑ και ΜΑΡΙΑΝΝΑ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
ούτε στο πέος του
παραγεμισμένο με παραφίνη
και καμαρωτό σαν ταριχευμένο γεράκι


Δεν ήταν όμως μακριά
η μέρα που όλοι
θα μιλούσαν γι’ αυτόν
με τρόμο
με πόνο
με αίμα
και θα πρόσεχαν
τη γραμμένη φράση
στο μέρος της καρδιάς του
ΚΑΛΩΣΗΛΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ.

11.9.11

O Πέτρος και ο ήλιος

      Πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Γαλήνια η παραλία, χωρίς βαρβάρους. Απόγευμα, ηλιοβασίλεμα. Η ώρα που βγαίνουν οι σιλουέτες ανθρώπων και συναισθημάτων. Ένα μικρό αγόρι μπαίνει στην ήρεμη θάλασσα και προχωρά. Με το κινητό παγώνω τον χρόνο σε αυτή τη μοναδική στιγμή.


Πάει καιρός που έπιασε      ο Πέτρος να σχεδιάζει
κόλπο τρελό απίθανο        θα έπιανε τον ήλιο
τραβώντας απ’ τον ουρανό      ολόχρυσο τον δίσκο
στον τοίχο θα τον κρέμαγε      μες στο δωμάτιό του
δίπλα στο κάδρο των γονιών     που «ήλιε μου» τον φωνάζουν


Δεν τον βολεύει το βουνό     βράχια σκληρά και θάμνοι
το διάβα του θα έκοβαν      εμπόδια στη δουλειά του
ούτε η πόλη η βουερή      με τους πολλούς ανθρώπους
τα κτήρια και οι σκιές    θα έκρυβαν τον ήλιο
Στη θάλασσα θα πήγαινε    βουτώντας στα νερά της
μέρα ζεστή, ακύμαντη      απόγευμα στη δύση
να’ ναι κι ο ήλιος χαμηλά   εύκολα να τον φθάσει

Ήρθε η ώρα η σοβαρή     το σχέδιο να τελειώσει
ακροπατώντας στην ακτή      βρήκε το μονοπάτι
που έβγαζε καταμεσής       στης θάλασσας τα βάθη
ανοίχτηκε, προχώρησε     καλύφθηκε η μιλιά του
είδε του ήλιου το χρυσό     γεύτηκε την αρμύρα
κι απλώνοντας το χέρι του    ξερίζωσε τον δίσκο


Τον έφερε, τον άφησε    στα πόδια του πατέρα
«Πέτρο, τι πήγες κι έκανες;     σκοτείνιασε η πλάση»
φώναζε ο πατέρας του      τραβώντας τα μαλλιά του
κι η μάνα του τυφλώθηκε     απ’ την πολλή τη λάμψη
Σάστισε ο Πέτρος, σκιάχτηκε     κι άσπρος σαν το φεγγάρι
τον φόβο έκανε φευγιό     τον ήλιο μαξιλάρι

κι έμειναν πίσω μοναχοί   η μάνα κι ο πατέρας
κοιτάζοντας τον ουρανό    «ήλιε μου» να φωνάζουν.

29.8.11

Mίλτος ο κολυμβητής


Μια Κυριακή των κολυμβητών
ο Μίλτος
λυκόσκυλο σαλονιού
χωρίς ψύλλους
χωρίς φίλους
τάραξε με μια βουτιά
τα νερά
της οικογενειακής παραλίας
εξοργίζοντας
τις ξαπλώστρες, τις ομπρέλες
και τα πλαστικά ψυγεία
με τη φορητή τροφή.

Σάλος ξέσπασε στην παραλία
σηκώνοντας πολυώροφο κύμα
μόνο όταν ο Μίλτος
έπαψε να φαίνεται
ηρέμησαν τα πνεύματα
και επανέλαβαν
την αντιηλιακή επάλειψη.

Τότε ξαναπέρασε
και ο Πακιστανός
με τις ρακέτες-κεραυνούς
που έκαιγαν όλα τα έντομα
έπιασε το πόδι του Μίλτου
που εξείχε αθόρυβα
από το ολοζώντανο νερό
«Καημένο σκυλάκι»
σχολίασαν τριγύρω του
οι κολυμβητές
που ετοιμάζονταν
να βουτήξουν
στα οικογενειακά νερά
της ζεστής
απογευματινής
θάλασσας.

24.8.11

Σημειώσεις για το καλοκαίρι που φεύγει


     Φέτος το καλοκαίρι ήμουν τον περισσότερο καιρό χωρίς internet. Από επιλογή, έτσι σαν αποτοξίνωση. Με πολλά βιβλία και ακόμα περισσότερη θάλασσα. Για την ακρίβεια με βιβλία στη θάλασσα. Θάλασσα, καφές και το βιβλίο μου, η πεμπτουσία των διακοπών για μένα. Μου φάνηκε ότι και αυτή η κυρία Μποβαρί πασαλειμμένη με αντιηλιακό κάτω από την ομπρέλα, μετάνιωνε που φαρμακώθηκε για έναν άντρα, βλέποντας το γαλάζιο νερό και τα παιδάκια που έπαιζαν χαρούμενα. Ίσως να ζήλευε κιόλας τη διπλανή κυρία με το μπρούτζινο μαύρισμα, το κορμί που φανέρωνε ατέλειωτες ώρες ιδρωκοπήματος πάνω στο ελλειπτικό μηχάνημα και το λευκό σύνολο Αρμάνι με την ασορτί τσάντα θαλάσσης.
   Τη λυπήθηκα και δεν την ξαναπήρα στην παραλία, μέχρι που έσβησε από το αρσενικό, στα χέρια των γιατρών της εποχής της. Άλλαξα βιβλίο. Έπιασα το «10» του Καραγάτση. Πλειάδα χαρακτήρων χωρίς τελειωμό, γεγονότα πολλές φορές διασκεδαστικά, αντιπροσωπευτικά μιας αθώας εποχής που έφυγε ανεπιστρεπτί. Έπαιρνα το βιβλίο μαζί μου και στις εφημερίες. Όταν η δουλειά έχει μαζευτεί, κάπου εκεί στις μικρές ώρες της επόμενης ημέρας, διαβάζω καμιά σελίδα πριν κοιμηθώ. Να ήταν σύμπτωση ότι σε όσες εφημερίες είχα μαζί μου το «10», συνέβησαν ένα σωρό απρόοπτα μέχρι το πρωί; Να ήταν άσχετο ότι το «10» ήταν το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα; Ότι δεν πρόλαβε να το τελειώσει, αλλά τελείωσε ο ίδιος γράφοντάς το; Δεν είμαι προληπτική, αλλά για καλό και για κακό δεν το ξαναπήρα μαζί μου σε εφημερία.
    Αυτό το καλοκαίρι έκανα στον εαυτό μου ένα μεγάλο δώρο. Ένα ακριβό μήλο: το i-pad της Apple. Είναι ένα κομψοτέχνημα: ελαφρύ, λεπτό σαν ηλεκτρονική κορνίζα και με πολλές δυνατότητες. Παίζει μουσική και χωράει χιλιάδες μουσικά κομμάτια, πιάνει ραδιόφωνο, μπαίνει στο internet, στέλνει emails, βγάζει και επεξεργάζεται φωτογραφίες και χωράει μεγάλο φωτογραφικό αρχείο, χωράει χιλιάδες σελίδες άρθρων και βιβλίων, έχει πολλές εφαρμογές: λεξικά, θερμιδομετρητή, παιγνίδια, οδηγούς μαγειρικής, χάρτες και ό,τι άλλο μπορεί να επιθυμήσει ένας απαιτητικός χρήστης. Μέχρι και οδηγό σεξ με στάσεις διαθέτει: πηγαίνετε στο κρεβάτι με τον καλό σας ή την καλή σας και το ipad, βάζετε την αγαπημένη σας μουσική, παίρνετε ιδέες για στάσεις και αν θέλετε τραβάτε και καμιά φωτογραφία με φακό κανονικό, καλειδοσκοπικό, θερμικό ή άλλο… Μειονέκτημα: ο δύσκολος τρόπος εισαγωγής των αρχείων. Πρέπει να συγχρονίζεις το ipad με κάποιον υπολογιστή, μέσω του λογισμικού itunes. Πάντα καμάρωνα για την ικανότητά μου με τα μηχανήματα, αλλά με το ipad μου έφυγε η μαγκιά…
    Τι άλλο να σας σταχυολογήσω από το καλοκαίρι που μόλις φεύγει; Την απώλεια του Νίκου Θέμελη, τόσο από τα γράμματα όσο και από την πολιτική, την ελονοσία που ενέσκηψε ξανά στην πατρίδα μας, αλλά πέρασε απαρατήρητη ένεκα της λάμψης του ιού του Δυτικού Νείλου, τον πρόωρο μεν, αναμενόμενο δε, χαμό της Amy Winehouse, τη διπλή τραγωδία στη Νορβηγία, τη φάλαινα που βολόδερνε στο γειτονικό μας Πόρτο-Γερμενό; Το απόλυτα απωθητικό-όχι μόνο για τα έντομα, αλλά ελπίζω και για αρκετούς ανθρώπους-φονικό gadget: τη ρακέτα με τον κεραυνό που καίει τα έντομα. Ανατριχιαστικό ως ιδέα και ως εφαρμογή αυτής, κακόγουστο και ίσως επικίνδυνο.
    Δεν θα πω για τη φετινή Αυγουστιάτικη πανσέληνο. Όχι ότι δεν αγαπώ τον Αύγουστο-είναι ο μήνας των γενεθλίων μου, διάολε-ούτε ότι δεν μου αρέσει το φεγγάρι-το ασήμι του μου προκαλεί μια διάθεση διαρκούς ονειροπόλησης. Όμως αυτή η ετήσια υστερία των ΜΜΕ που επιτακτικά προτείνουν την απόλαυση της ακέραιης σελήνης στους απανταχού αρχαιολογικούς χώρους έχει καταντήσει άλλο ένα κλισέ του lifestyle. Βγήκαμε έξω με την πανσέληνο, όχι σε αρχαιολογικό χώρο, αλλά στο γνωστό μας ταβερνάκι. Δεν βλέπαμε φεγγάρι από εκεί, αλλά η βραδιά ήταν πανέμορφη. Ένα από τα προηγούμενα βράδια, μακράν της Πανσελήνου, τρώγαμε στη βεράντα μας στο Αλεποχώρι με καλή παρέα. Στη μέση του φαγητού, είδαμε να ανατέλλει από την απέναντι πλαγιά ένας μισός σεληνιακός δίσκος, λαμπερός, σαν χρυσό καράβι που ανέβαινε το βουνό. Μαγευτικό θέαμα έτσι απροειδοποίητα. Πραγματική αξία έχει η ίδια η στιγμή που περνά και χάνεται και όχι το περιτύλιγμά της…