Σελίδες

5.12.10

Σημειώσεις μιας μεταβατικής περιόδου


    Τα κείμενα αυτών των τελευταίων αναρτήσεων ήταν από την πρώτη περίοδο του Liquid days. Τότε το ιστολόγιο χόρευε ζεϊμπέκικο μεταξύ σοβαρού και αστείου, επίκαιρου και παλιομοδίτικου, ψάχνοντας για ύφος και μορφή. Ήταν και για μένα μια μεταβατική περίοδος, στη διάρκεια της οποίας ανακάλυψα πόσο απαραίτητη μου είναι η γραπτή έκφραση.

   Ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό. Όμως, και τα άλλα, αν τα προλάβεις πριν σε φάνε, σε δυναμώνουν. Το απέδειξε και η NASA με την ανακάλυψη στον πάτο της Αμερικανικής λίμνης των βακτηρίων που τρέφονται και περιέχουν στο γενετικό τους υλικό αρσενικό.

   Οι αντιφάσεις αλώνουν και ανατρέπουν τα συνηθισμένα. Φαίνεται και στην αρχιτεκτονική. Οι πολυκατοικίες χτίστηκαν για να στεγάσουν την παραδοσιακή οικογενειακή μορφή. Ποιο αρχιτεκτονικό κέλυφος μπορεί να υποστηρίξει τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα με τις μονογονεϊκές οικογένειες, τους μετανάστες και τους μοναχικούς; Ο Ζήσης Κοτιώνης, καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, επισημαίνει ότι, ενώ στο κέντρο παρατηρείται αύξηση των άδειων διαμερισμάτων, ποτέ οι άστεγοι δεν ήταν περισσότεροι. Δεν ξέρω γιατί η παρατήρηση αυτή μου φέρνει στο μυαλό την επιγραφή που υπάρχει στην είσοδο του Βικτωριανού νεκροταφείου της Γλασκώβης: «Απαγορεύεται το παρκάρισμα. Μόνο οι ένοικοι».

   Ο Ορχάν Παμούκ λέει ότι γράφει όχι για να πει μια ιστορία, αλλά για τη συνθέσει. Γράφει, γιατί φοβάται μην ξεχαστεί. Γράφει, γιατί του αρέσει η δόξα, το ενδιαφέρον που προκύπτει για κείνον από το γράψιμο. Γράφει, γιατί του αρέσει να τον διαβάζουν. Γράφει, γιατί πιστεύει ότι τα βιβλία του, έτσι όπως είναι στημένα στα ράφια, είναι αθάνατα. Καλά, αυτός βραβεύτηκε νωρίς και δεν θα ξεχαστεί.

   Ούτε ο Βαλέρι Γκέργκιεφ θα ξεχαστεί. Εμφανίζεται αυτή την εβδομάδα σε δύο sold-out συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Οι τυχεροί θα τον απολαύσουν. Στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν και ένας από τους 100 πιο ισχυρούς άνδρες για το 2010 σύμφωνα με τη λίστα του περιοδικού ΤΙΜΕ. Έχει μια καταπληκτική ικανότητα να βρίσκει ταλέντα. Μια από τις ανακαλύψεις του ήταν και η λαμπερή υψίφωνος Άννα Νετρέμπκο. Τη βρήκε στα είκοσί της να σφουγγαρίζει τα πατώματα του Μαριίνσκι.

    Ούτε ο Μίκης θα ξεχαστεί. Κι αυτό δεν θα οφείλεται στη «Σπίθα», αλλά στις σπίθες που, δεκαετίες μέχρι τώρα, ανάβει με τη μουσική του στις ψυχές μας.

    Αλλά και όσα ξεχαστούν, είναι δυνατόν από καιρό σε καιρό να ανασύρονται από το ίζημα του χρόνου και να ξανακάνουν την εμφάνισή τους. Τίποτα δεν πάει χαμένο, που έλεγε και ο άλλος μεγάλος Μάνος. Το κείμενο της ανάρτησης που θα ακολουθήσει το ζήλεψα. Από τον τίτλο μέχρι την τελεία του τέλους. Δεν γνωρίζω τον αρχιτέκτονα Παναγιώτη Τουρνικιώτη. Μπορώ όμως να συμπεράνω ότι πρόκειται για έναν ξεχωριστό άνθρωπο.

   Τελευταία σημείωση, άσχετη άλλα σημαντική, μια ρήση του Adorno για την ημιμόρφωση. Δεν πρόκειται για μισή μόρφωση ή απουσία μόρφωσης. Είναι η προσωποποίηση της έχθρας απέναντι στη μόρφωση. Είναι η συλλογική πατερίτσα της ανάπηρης πλειονότητας.

Τα χέρια στο παράθυρο

   Κρυφοκοιτάζω από την άκρη της κουρτίνας το φωτισμένο παράθυρο απέναντι. Τον παρακολουθώ εδώ και αρκετό καιρό. Για την ακρίβεια, παρακολουθώ τα χέρια του. Μακριά, λεπτά δάχτυλα ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, όσο μπορώ να δω από μακριά. Δεν μπορώ να διακρίνω αν τα χέρια του είναι τριχωτά ή άτριχα. Πάντως είναι ευέλικτα. Τα δάχτυλα τρέχουν ασυγκράτητα πάνω στο πληκτρολόγιο και ο αντικατοπτρισμός της οθόνης πάνω στο τζάμι της μπαλκονόπορτας αλλάζει χρώματα. Αραιά και πού, το ένα χέρι χωρίζει από το ζευγάρι του για να αναζητήσει από το πλάι την κούπα με τον καφέ ή κάποιο άλλο ρόφημα.
   Πρέπει να είναι πάνω-κάτω στην ηλικία μου. Δεν έχω κάποιο στοιχείο για να το υποστηρίξω αυτό. Δεν έχω δει ποτέ το πρόσωπό του. Μάλλον αυτό θέλω να πιστεύω. Μετακόμισε στο απέναντι διαμέρισμα πριν από ένα χρόνο περίπου. Την ημέρα της μετακόμισης, παραμονές Χριστουγέννων, εγώ έκλεινα το αρχείο της χρονιάς και ήμουν μέχρι αργά το βράδυ στη βιβλιοθήκη. Όταν γύρισα στο σπίτι, ο γείτονας είχε ήδη εγκατασταθεί στο απέναντι διαμέρισμα και το παράθυρο, μετά από πολύ καιρό, ήταν πάλι φωτισμένο. Από τότε μέχρι σήμερα ποτέ δεν κατάφερα να δω το πρόσωπό του. Ούτε καν το κεφάλι του ολόκληρο. Βλέπω πάντα μόνο τα χέρια του. Συνήθως γράφουν στο πληκτρολόγιο. Πιο σπάνια με στυλό πάνω σε λευκές κόλλες. Δεν καπνίζει. Πίνει πολύ καφέ ή κάτι άλλο.
   Σήμερα μοιάζει αναστατωμένος. Το ένα χέρι κάθεται άπρακτο πάνω στο πληκτρολόγιο, ενώ τα δάχτυλά του άλλου χεριού χτυπάνε ρυθμικά το γραφείο. Δεν ξέρω τι να υποθέσω: ανία; αγωνία; θυμό; Κάτι άλλο που μου διαφεύγει; Ξαφνικά, το δεξί χέρι σφίγγει σε γροθιά για λίγα δευτερόλεπτα. Βλέπω την επιδερμίδα να γίνεται ακόμα πιο χλωμή. Σχεδόν αμέσως, το κεφάλι του γείτονά μου, με μιαν απελπισμένη βουτιά, χώνεται μέσα στις ανοιχτές πια παλάμες που σπεύδουν παρηγορητικά να το συγκρατήσουν. Βλέπω τους ώμους του να τραντάζονται. Από λυγμούς, υποθέτω. Δεν θέλω να δω άλλο και τραβάω την κουρτίνα.
  Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που τον είδα ολόκληρο. Πρέπει, αλήθεια, να είχε την ηλικία μου.

Η σκιά μου κι εγώ

Πρωινό Κυριακής ξυπνώ τη σκιά μου
Ας πάμε, της λέω, οι δυο μας μια βόλτα
στα άδεια στενά, στους δρόμους, στα πάρκα

«Φοβάμαι, μισώ τον ήλιο που λάμπει
χαλάει τις σκιές, ανάμεσα μπαίνει
κι αφήνει χωρίς σκιά τους ανθρώπους».

Προσέχω πολύ εσένα μη χάσω
της λέω βιαστικά και βγαίνω στο δρόμο
Μπροστά πάω εγώ, ξοπίσω μου εκείνη.

Σκιές συναντώ των άλλων ανθρώπων
σκυμμένες κοιτούν με τρόμο τον ήλιο
και σβήνουν αργά, χαμένες στο φως του.

Στο πάρκο μπροστά αντάμωσα εσένα
τα μάτια κλειστά, θαμπά από τη λιακάδα
χωρίς να σκεφτώ το δρόμο διασχίζω.

Για λίγες κουβέντες μαζί σου στον ήλιο
μεμιάς λησμονώ κι αυτή τη σκιά μου.
Ξεφτίζει εκείνη, σκορπά στα λουλούδια
η γύρη που δίνει το χρώμα στον κόσμο.

3.12.10

Ain't no sunshine


Όταν φεύγεις
ο ήλιος χάνεται
και όταν γυρίζεις
ξαναλάμπει.

Αδύνατο να καταλάβω
με ποια δύναμη
η μικρή σου ζωή
μπορεί και ελέγχει
ολόκληρο πλανήτη.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΟΔΕΙΑ, τεύχος 5)

2.12.10

Κόκκινο και μαύρο


   Ο καφές στο μπρίκι σφύριξε διακριτικά. Μαύρες ανυπόμονες φυσαλίδες αναδύθηκαν στην επιφάνειά του σαν κολυμβήτριες στο τέρμα της διαδρομής. Ήταν έτοιμος. Με αργές κινήσεις σέρβιρε τον μισό στην ξεθωριασμένη κόκκινη κούπα της. Μύρισε το απαλό άρωμα του καφέ και η ζεστή του ανάσα της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο. Χρόνια τώρα ο καφές, πιστός της φίλος, και η ίδια κόκκινη κούπα τη συνόδευαν στα μοναχικά της απογεύματα.
   Λάτρευε το κόκκινο χρώμα. Παλιότερα η μισή ζωή της, η πρωινή, ήταν γεμάτη από κόκκινα αντικείμενα. Η κόκκινη τσάντα μόνιμα κρεμασμένη από τον ώμο της τράβαγε τα βλέμματα από μακριά, καθώς εκείνη πλησίαζε. Μια πιο κοντινή ματιά φανέρωνε τα κόκκινα βαμμένα χείλη και τα κόκκινα νύχια. Κόκκινα πορτοφόλια, παπούτσια, ατζέντες, μπρελόκ, στυλό συμπλήρωναν την κόκκινη ζωή της.
   Τα βράδια, τα κόκκινα υπάρχοντά της κρύβονταν. Λες και τα φόβιζε το σκοτάδι, μαζεύονταν βιαστικά στη ντουλάπα και στα συρτάρια και έδιναν τη θέση τους στα μαύρα. Αυτά γίνονταν ένα με το σκοτάδι. Ήταν φτιαγμένα να ζουν μαζί του.
   Δεν μπορούσε να πει με σιγουριά με ποιον εαυτό της περνούσε καλύτερα, με τον κόκκινο ή τον μαύρο. Ο κόκκινος ήταν εντυπωσιακός. Οι άντρες χάζευαν στο πέρασμά της. Μερικοί ντροπαλοί σχεδόν κοκκίνιζαν από ένοχες σκέψεις. Οι πιο τολμηροί της πρόσφεραν ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Άπλωνε τα κόκκινα αντικείμενά της τριγύρω όπου καθόταν και ο χώρος ζωντάνευε. Η πρωινή συννεφιά υποχωρούσε ντροπιασμένη, καθώς εκείνη, αληθινός κόκκινος ήλιος, φώτιζε τις χειμωνιάτικες μέρες.
   Από παλιά έπινε τον καφέ της σε κόκκινη κούπα. Είχε αλλάξει πολλές με τον καιρό. Μόνο την τελευταία την είχε κάμποσα χρόνια τώρα.
   Ο μαύρος της εαυτός ήταν αλλιώτικος. Αποσυρόταν σε μια σκοτεινή γωνιά του δωματίου και παρατηρούσε εξεταστικά τους ανθρώπους. Εκείνοι περνούσαν από δίπλα της και κοντοστέκονταν μαγνητισμένοι. Σαν σκιές τριγύρω της περνούσαν οι σκέψεις και τα όνειρά της. Καθένας μπορούσε να τα δει, όπως παρακολουθούν τα παιδιά τους υπαίθριους καραγκιοζοπαίχτες. Οι περισσότεροι έφευγαν πριν το τέλος της παράστασης. Κάτι λίγοι που έμεναν, χειροκροτούσαν τυπικά και έφευγαν βιαστικοί.
   Στην κόρη της δεν άρεσαν τα μαύρα ρούχα. «Μη φοράς θυμωμένα χρώματα», έλεγε συχνά στη μαύρη της μητέρα. Την κόκκινη την κολάκευε με γυναικεία γαλιφιά. «Είσαι πραγματική κούκλα», της έλεγε με φιλιά.
   Με τα χρόνια οι δύο της εαυτοί άρχισαν να μπερδεύονται. Ο κόκκινος σιγά-σιγά πήρε να μαυρίζει, ώσπου κατέληξε σε ένα θαμπό μπορντό χρώμα που κανένας δεν πρόσεχε πια. Ο μαύρος εαυτός ερήμωσε. Οι σκιές έγιναν ακριβοθώρητες και στο τέλος χάθηκαν εντελώς. Κάποια βράδια, έκανε λίγο πως κοκκινίζει, αλλά αυτό ήταν εντελώς φευγαλέο. Κανένας δεν προλάβαινε να το δει. Το καταλάβαινε μόνο εκείνη.
   Δεν ήταν πια ούτε κόκκινη ούτε μαύρη. Ένα γκρίζο χρώμα είχε γεμίσει τις μέρες της. Δεν έφευγε όσο κι αν εκείνη προσπαθούσε. Αγόραζε κόκκινα αντικείμενα, αλλά αυτά γρήγορα ξεθώριαζαν. Αγόραζε μαύρα, αλλά δεν τα έβλεπε πια μέσα στο σκοτάδι. Έτσι, συμβιβάστηκε με τα γκρίζα. Δεν λένε, εξάλλου, ότι το γκρι ταιριάζει με όλα; Όφειλε να ταιριάξει και με εκείνη.
   Η τελευταία κόκκινη κούπα είχε ξεθωριάσει. Ο ζεστός καφές μύριζε ακόμα όμορφα και κοντά του ένιωθε ασφάλεια. Ένιωθε ζωντανή. Όπως ξεπηδούσαν οι μαύρες φυσαλίδες του στην επιφάνεια της κόκκινης κούπας, της φαινόταν πως έβλεπε τους δυο παλιούς της εαυτούς να παίζουν στην ταινία της ζωής της. Και της άρεσε να τη βλέπει ξανά και ξανά...