Σελίδες

21.4.13

Μόμπιλε


Κάθε πρωί  η Ανθή ξυπνούσε κάτω από ένα μόμπιλε∙ δύο αιωρούμενα ανθρωπάκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, που κρέμονταν  με πετονοκλωστή από μια μπλε στεφάνη στολισμένη με αχνοκίτρινα αστέρια. Οι κλωστές είχαν διαφορετικά μήκη, έτσι το αγόρι κρεμόταν λίγο ψηλότερα από το κορίτσι. Τα δύο ανθρωπάκια είχαν τα χέρια τους ανοιχτά σαν να πέταγαν∙ πρόδιδε τούτη η σε διαφορετικό ύψος αιώρηση τη μάταιη επιδίωξη ενός στιγμιαίου εναέριου σμιξίματος, που μόνο από ατύχημα, αν δηλαδή έσπαγε η κλωστή του αγοριού, έμελλε να πραγματοποιηθεί. Η Ανθή  περνούσε πολλά από τα άυπνα βράδια της παρατηρώντας τα ανθρωπάκια του μόμπιλε και σκαρώνοντας με το μυαλό της ιστορίες, ώσπου να καταφέρει να αποκοιμηθεί, συνήθως πάνω στην κορύφωση της ιστορίας.
      Το μόμπιλε ήταν δώρο της θεία της, χαρισμένο σε κάποια εφηβικά γενέθλια πριν από δέκα χρόνια περίπου. Η θεία Ζωή, που μόνο Ζωή ήθελε να την φωνάζουν, ήταν η ζωή προσωποποιημένη. Ήταν μια καλοφτιαγμένη γυναίκα γύρω στα εξήντα, ψηλή και λεπτοφυής, με χαριτωμένες κινήσεις και μελωδική φωνή. Η Ζωή είχε μαγικά χέρια. Ζωγράφιζε, έφτιαχνε μικρά γλυπτά, έπλεκε, από καλάθια μέχρι λεπτές δαντέλες. Είχε κάνει πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Οι πίνακες της, κυρίως πορτρέτα, γίνονταν ανάρπαστοι και οι γκαλερίστες την πολιορκούσαν αχόρταγα. Είχε σπουδάσει Καλές Τέχνες στο Παρίσι, όπου γνώρισε και τον άντρα της, έναν επιτυχημένο γάλλο φωτογράφο. Είχαν δουλέψει μαζί κάποια χρόνια στην Ευρώπη, όμως μετά τον γάμο ο Πιερ της είχε ζητήσει να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα. Τον μάγευε το ελληνικό φως, της έλεγε∙ αναδείκνυε αλλιώς τις φωτογραφίες του.

        Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους ήταν βγαλμένα από παραμύθι. Είχαν αγοράσει ένα σπίτι στη Μεθώνη και απομονώνονταν εκεί τις περιόδους που δημιουργούσαν τους πίνακες και τις φωτογραφίες. Το σπίτι αυτό ήταν μικρό, αλλά πολύ όμορφο, σχεδιασμένο με καλλιτεχνική ευαισθησία σε κάθε σημείο του. Η Ανθή και οι γονείς της είχαν φιλοξενηθεί πολλές φορές τα καλοκαίρια.  Πολύ μικρή τότε η Ανθή, παρατηρούσε με ενδιαφέρον τα ερωτικά παιχνίδια του ζευγαριού στη θάλασσα, καθώς οι δυο τους απομακρύνονταν κολυμπώντας κρατημένοι από τα χέρια, μέχρι που γίνονταν δυο μακρινές κουκίδες σε γαλάζιο φόντο∙ γρήγορα οι δυο κουκίδες γίνονταν μία και χάνονταν πια από τα μάτια της Ανθής. Όταν αργότερα έβγαιναν από τη θάλασσα, ήταν  χαμογελαστοί, όμορφοι και ηλιοκαμένοι∙ τόσο διαφορετικοί από τους γονείς της που παρέμεναν την περισσότερη ώρα κάτω από μια ομπρέλα θαλάσσης, ξαπλωμένοι με τα ασπρουλιάρικα πλαδαρά τους σώματα, γκρινιάζοντας και μασουλώντας.
      Το παραμυθένιο ζευγάρι όμως σύντομα βρήκε εμπόδια στην ονειρεμένη κοινή διαδρομή. Ο Πιερ αρρώστησε∙ εκείνο τον καιρό η Ανθή άκουγε συχνά από τους γονείς της τη λέξη καρκίνος. Δεν πέθανε, ούτε φάνηκε τίποτα επάνω του. Οι γονείς της όμως σιγοκουβέντιαζαν συχνά μεταξύ τους ότι η Ζωή κι ο Πιερ δεν θα μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Πραγματικά, το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά, κι αυτό ήταν καλό για την Ανθή, αφού εκείνη τους κάλυπτε με χαρά αυτό το κενό. Ο Πιερ και η Ζωή έπαιρναν μαζί τους τη μικρή Ανθή σε εκδρομές, βόλτες και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις κι εκείνη ρούφαγε άπληστα εικόνες, ήχους  και χρώματα που δεν μπορούσε να βρει στο δικό της μονότονο σπίτι με τους συνηθισμένους γονείς.
     Καθώς μεγάλωνε και καταλάβαινε περισσότερο, η Ανθή έβλεπε ότι ο Πιερ ήταν στενοχωρημένος όλο και πιο συχνά. Είχε σταματήσει να φωτογραφίζει και οι πολυάριθμες μηχανές του έμεναν ξεχασμένες στα ράφια τους, καλυμμένες συνήθως από ένα λεπτό στρώμα σκόνης. Η Ζωή της είχε πει ότι ο Πιερ έπασχε από κατάθλιψη. Τον παρακολουθούσε ψυχίατρος∙ του έδινε φάρμακα. Ο Πιερ έπαιρνε τα φάρμακα, στην αρχή τακτικά, αργότερα λιγότερο τακτικά, ώσπου στο τέλος τα σταμάτησε. Κάποια μέρα όμως μάλλον το μετάνιωσε και τα ξαναπήρε∙ όλα μαζί, τρία κουτιά. Όταν τον βρήκαν, ήταν ήδη πολύ αργά. Ο γιατρός είπε ότι είχε «εισροφήσει γαστρικό περιεχόμενο». Κειτόταν πάνω στο ακριβό ασιατικό χαλί, μπλαβής και παγωμένος, με τα γαλάζια του μάτια μισάνοιχτα, προσηλωμένα στο κενό.
    Η Ζωή είχε αντιδράσει με μια περίεργα αξιοπρεπή θλίψη, βουβή και συγκρατημένη. Μόνο οι πίνακές της άλλαξαν. Τα πρόσωπα έγιναν γέρικα και σκυθρωπά. Τα χρώματα έγιναν αποχρώσεις του γκρίζου. Και η ίδια η Ζωή ήταν για πολύ καιρό σκυθρωπή και άχρωμη. Δεν ανέβαινε συχνά στην Αθήνα. Είχε βάλει κήπο στο σπιτάκι της Μεθώνης και παρηγοριόταν να σκαλίζει τα λουλούδια και τα μυρωδικά χόρτα της.

    Αυτό κράτησε αρκετά χρόνια, ώσπου μια Κυριακή πρωί η Ζωή πήρε την ανιψιά της τηλέφωνο να πάνε για καφέ. Η Ζωή έκανε περισσότερη παρέα με την Ανθή, παρά με τη μητέρα της, κι ας ήταν αδελφές. Το πρωινό εκείνο η Ανθή είχε βρει τη θεία της πιο όμορφη παρά ποτέ∙ κι επιτέλους ξανά με χρώματα. Η Ζωή ήταν ελαφρά μακιγιαρισμένη, φορούσε ένα απλό γαλάζιο πουκάμισο κι ένα κόκκινο μαντίλι στο λαιμό. Παρέμενε λεπτή και καλλίγραμμη παρά την ηλικία της και το εφαρμοστό λινό παντελόνι την κολάκευε ιδιαίτερα. Είχε πει στην Ανθή ότι θα έκανε μια αναδρομική έκθεση των πορτρέτων της σε μια γνωστή γκαλερί.  Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε έρθει για λίγες μέρες στην Αθήνα. Η Ανθή είχε περάσει ολόκληρη εκείνη την ημέρα με τη θεία της, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή, όπως παλιά. Πόσο θα ήθελε να ήταν να είχε τη Ζωή για μητέρα, αντί της αδελφής της…
Πέρασαν μερικές εβδομάδες. Η Ζωή ήταν πάλι εξαφανισμένη. Προετοιμασίες για την έκθεση, είχε υποθέσει η Ανθή. Τις λίγες φορές που μιλούσαν στο τηλέφωνο ακουγόταν πάλι άκεφη. Κάποια μέρα είπε στην ανιψιά της ότι η έκθεση είχε ματαιωθεί∙ λόγω οικονομικών προβλημάτων η γκαλερί πήγαινε για κλείσιμο. Είχε πάλι κλειστεί στο καταφύγιο της Μεθώνης. Η Ανθή έκανε κάποια ταξίδια-αστραπή τα Σαββατοκύριακα για να επισκεφθεί τη θεία της. Η Ζωή είχε βρει κοντά στο κάστρο ένα θηλυκό γατάκι, τη Φλώρα.  Την είχε περιμαζέψει, την είχε εμβολιάσει και την είχε μαζί της μέσα στο σπίτι. Ασχολιόταν μαζί της πολλές ώρες την ημέρα. Η Φλώρα ήταν κατάμαυρη, με γυαλιστερό τρίχωμα και τα συνηθισμένα χρυσοπράσινα μάτια που δίνει η φύση στις μαύρες γάτες. Ανεβοκατέβαινε στα έπιπλα του σπιτιού, κουλουριαζόταν στα πόδια της Ζωής και την έπαιρνε από πίσω στις δουλειές του κήπου. Όμως η Ζωή της είχε βάλει έναν απαράβατο κανόνα: δεν μπορούσε να βγει εκτός σπιτιού. Το πορτάκι στο κάτω μέρος της αυλόπορτας ήταν διπλοκλειδωμένο. Η Φλώρα τριβόταν συχνά πάνω του, σαν να προσπαθούσε να το ανοίξει και να βγει στον δρόμο. Όμως η Ζωή την μάλωνε και την απομάκρυνε με το πόδι της από το επίμαχο σημείο. Η Ανθή είχε χαρεί βλέποντας ότι η θεία της είχε βρει έναν σκοπό∙ κάτι για να νοιάζεται. Είχε μόνο λίγο ανησυχήσει με τις φωτογραφίες του Πιερ. Η Ζωή είχε βγάλει από τα συρτάρια όλες τις φωτογραφίες του Πιερ, από τις παιδικές του μέχρι αυτές της κοινής τους ζωής, τις είχε βάλει σε κορνίζες διαφόρων μεγεθών και τις είχε σκορπίσει σε κάθε γωνιά του σπιτιού, όπου μπορούσε να σταθεί ή να κρεμαστεί κορνίζα∙ σαν να φιλοξενούσε το σπίτι της Μεθώνης μια αναδρομική έκθεση της ζωής του Πιερ με όλο το διαθέσιμο φωτογραφικό υλικό. Η Ανθή είχε παραξενευτεί, αφού ποτέ η θεία της δεν είχε τόσες φωτογραφίες στο σπίτι, ακόμα κι όταν ζούσε ο Πιερ.

    Την ημέρα των εξηκοστών δεύτερων γενεθλίων της Ζωής, ανήμερα την Πρωτομαγιά, η Ανθή προγραμμάτισε άλλο ένα ταξίδι-αστραπή στη Μεθώνη. Δεν είχε μιλήσει με τη θεία της για μέρες. Στο κινητό  η άχρωμη γυναικεία φωνή της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας την καθησύχαζε στερεότυπα ότι η κλήση της προωθείται, όμως η προώθηση αυτή ήταν χωρίς αποτέλεσμα για μέρες, τόσο που η Ανθή άρχισε να εκνευρίζεται με τον ψυχρό επαγγελματικό τόνο της φωνής και έκλεινε το τηλέφωνο, πριν καν ακούσει το ρήμα «προωθείται». Το σταθερό τηλέφωνο η θεία της το είχε καταργήσει για οικονομία∙ στην αίτηση διακοπής προς τον ΟΤΕ είχε δηλώσει ότι «της ήταν περιττή αυτή η μικρή σταθερότητα, όταν τίποτα άλλο πια τριγύρω δεν ήταν σταθερό».  Η Ανθή είχε πάρει και τη μητέρα της μαζί∙ έλπιζε μόνο να μην τσακωθούν πάλι οι δύο αδελφές, όπως συνήθιζαν τον τελευταίο καιρό.
Η διαδρομή προς τη Μεσσηνία είχε γίνει παιχνιδάκι με τον καινούριο δρόμο. Η Ανθή ήταν έμπειρη οδηγός∙ απολάμβανε την οδήγηση∙ ένιωθε ελεύθερη και ανάλαφρη όταν έτρεχε σε δρόμους ταχείας κυκλοφορίας. Άκουγε μουσικές που ταίριαζαν στην εποχή, στην ημέρα και στην περίσταση. Αυτή τη φορά αναγκαστικά οι επιλογές της περιορίζονταν  λόγω της μητέρας της, που δυσανασχετούσε σε ακούσματα διαφορετικά από αυτά που έπαιζε ο αγαπημένος της ραδιοφωνικός σταθμός. Τελικά, μάνα και κόρη συμφώνησαν αμοιβαία σε Χατζιδάκι και το ταξίδι κύλισε απροβλημάτιστα, συνοδευμένο από τις ντελικάτες μελωδίες του Μάνου και τις ευρηματικές ρίμες του Γκάτσου. Κάπου εκεί προς το τέλος του «Μεγάλου Ερωτικού», έφτασαν στη Μεθώνη. Σταμάτησαν στο γνωστό ζαχαροπλαστείο του κέντρου. Η Ζωή έπαιρνε από εκεί δίπλες και συνόδευε τον απογευματινό καφέ της. Οι δίπλες ήταν φρέσκιες, τους είπε η ντόπια πωλήτρια∙ πράγματι, τα χρυσοκίτρινα μελένια ρυάκια που τις διέσχιζαν, ρευστά ακόμα αφού το ζυμάρι δεν είχε κρυώσει εντελώς, αποδείκνυαν τα λεγόμενα της πωλήτριας. Πήραν ένα μεγάλο κουτί∙ η πωλήτρια έδεσε μια κόκκινη κορδέλα και τη σγούρυνε με το ψαλίδι∙ η Ανθή είχε καιρό να δει αυτή την κίνηση∙ στα ζαχαροπλαστεία της Αθήνας συνήθως έβαζαν  έτοιμους αυτοκόλλητους φιόγκους με το λογότυπο της επιχείρησης.
     Το σπίτι της Ζωής ήταν αρκετά απόμερο, χαμένο μέσα σε περιβόλια, με θέα στο μικρό νησάκι απέναντι, τη Σαπιέντζα. «Τι βρίσκει και κάνει εδώ στην ερημιά, μόνη της…», είπε με βαριεστημένο ύφος η μητέρα της Ανθής. Το γαλάζιο Χόντα σταμάτησε έξω από την αυλόπορτα της Ζωής. Ο κήπος φαινόταν μισοεγκαταλειμμένος∙ τα αγριόχορτα ήταν ψηλά και ανάμεσά τους, σαν παθιασμένα φιλιά, πρόβαλλαν κατακόκκινες οι παπαρούνες. Μια στριγκιά φωνή ακούστηκε και από ένα δέντρο ξεπρόβαλε η Φλώρα. Η Ζωή απόρησε∙ η γάτα ποτέ δεν κυκλοφορούσε έξω μόνη της. Η Φλώρα νιαούριζε επίμονα, σαν να πεινούσε ή σαν να προσπαθούσε κάτι να πει. Η φύση είχε αδικήσει αυτά τα πανέξυπνα ζώα, που δεν τους έδωσε μιλιά, σκέφτηκε η Ανθή∙ ας τη στερούσε από μερικούς ανθρώπους∙ κέρδος θα είχε.
     Η Ανθή χτύπησε το κουδούνι της θείας της. Συνήθως έμπαινε μόνη της, αφού όμως είχε χτυπήσει μία φορά. Η Ζωή ποτέ δεν έβγαινε να ανοίξει. Ήταν πάντα ξεκλείδωτα∙ όχι όμως τώρα. Η Ζωή έσπρωξε ελαφρά την πόρτα του κήπου όπως έκανε συνήθως, αλλά ήταν κλειστή. Έπιασε το πόμολο και το ανεβοκατέβασε μερικές φορές∙ ήταν κλειδωμένη. Χτύπησε ξανά το κουδούνι∙ αρκετές φορές∙ η Ζωή μάλλον έλειπε. Μπορεί να είχε κατεβεί στο χωριό για ψώνια∙ περίεργο που δεν την είχαν συναντήσει. Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν με απορία. Η μητέρα της ήθελε επειγόντως να πάει στην τουαλέτα∙ με τον καφέ έξω από την Τρίπολη και το ταρακούνημα της διαδρομής  κόντευε να κατουρηθεί. Έβγαλε από την τσάντα της τα κλειδιά της∙ από παλιά, όταν ζούσε ακόμα ο Πιερ,  η Ζωή της είχε δώσει κλειδιά του σπιτιού. Να νιώθεις αυτό το σπίτι σαν δικό σου, να έρχεσαι όποτε θέλεις,  της είχαν πει και οι δύο μαζί τότε. Άνοιξε την πόρτα του κήπου. Η Φλώρα διπλώθηκε στα πόδια της να περάσει πρώτη. Τι εγωιστικά ζωντανά, σκέφτηκε η Ανθή, αναθεωρώντας τη μομφή που είχε προηγουμένως ρίξει στη φύση. Τελικά, όλα είχαν φτιαχτεί με σοφία, σκέφτηκε ανταλλάσοντας αμοιβαία μια θυμωμένη ματιά με τη Φλώρα. Η γάτα εξαφανίστηκε τρυπώνοντας στο πορτάκι της αποθήκης.
     Η μητέρα της Ανθής ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού, ενώ η Ανθή, πιο πίσω, κουβαλούσε τη μικρή βαλίτσα με τα ρούχα τους. Ευτυχώς η μητέρα της δεν είχε πάρει πολλά πράγματα. Μπαίνοντας στο σπίτι τις χτύπησε μια άσχημη μυρωδιά∙ κλεισούρα και κάτι άλλο∙ σαπίλα. Άνοιξαν τη μπαλκονόπορτα του καθιστικού, να μπει καθαρός αέρας∙ η Σαπιέντζα απέναντι φαινόταν σαν ζωγραφιά∙ η ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα ήταν πολύ καθαρή. Η μητέρα της έσπευσε στο μπάνιο, ενώ η Ανθή προχώρησε να ανοίξει τα παράθυρα και στο υπόλοιπο σπίτι∙ μπήκε πρώτα στο υπνοδωμάτιο της θείας της. Και τότε πάγωσε στη θέση της. Από το κέντρο του ταβανιού, με μεταλλικό σκοινί περασμένο σε θηλιά από τον λαιμό, κρεμόταν το άψυχο σώμα της Ζωής∙ ισορροπούσε στον αέρα ακίνητο, με τα χέρια μαραμένα, πεσμένα στα πλευρά. Το πρόσωπό της είχε ένα σταχτοπράσινο χρώμα, σαν  αυτό που παίρνουν τα μπρούτζινα αγάλματα, όταν μείνουν πολύ καιρό ασυντήρητα. Φορούσε ένα λευκό ταγιέρ, που είχε χρόνια να βάλει, και τις ψηλοτάκουνες γόβες της, που όμως είχαν γλιστρήσει από τα πόδια της και ήταν πεσμένες ανάποδα στο πάτωμα. Στο μισοσκόταδο του κλειστού δωματίου, η θεία της έμοιαζε με γιγάντιο μόμπιλε∙ έλειπε μόνο η κίνηση, η αιώρηση, η επιθυμία που είχαν τα ανθρωπάκια στο προηγούμενο μόμπιλε που είχε φτιάξει η Ζωή, αυτό που της είχε χαρίσει.
       Η Ανθή ένιωσε ξαφνικά μια έντονη αδυναμία, σαν να κόπηκαν τα πόδια της∙ την έκοψε ένας κρύος, ενοχλητικός ιδρώτας, σαν να περπατούσαν στο σώμα της εκατομμύρια βρεγμένα μυρμήγκια∙ αισθάνθηκε τα μάτια της να θολώνουν. Από το μπάνιο άκουσε το καζανάκι∙ η μητέρα της είχε τελειώσει. Ξαφνικά, η θέα της κρεμασμένης θείας άρχισε να ξεθωριάζει∙ μπερδεύτηκε με άλλες εικόνες∙ η Ανθή έβλεπε στη θέση της τα δικά της αιωρούμενα ανθρωπάκια να κυνηγιούνται στον αέρα με τα χέρια ανοιχτά. Τα πόδια της λύγισαν∙ πρόλαβε να πιαστεί από το κεφαλάρι και να πέσει στο κρεβάτι της Ζωής.  Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε τρίζοντας. «Ουφ, ξαλάφρωσα! Κόντεψα να σκάσω τόσες ώρες. Δεν πρόκειται να ξαναπιώ καφέ σε ταξίδι…», πρόλαβε να ακούσει η Ανθή, πριν χάσει εντελώς τις αισθήσεις της.



7.4.13

Μια χούφτα ρύζι


   
Την ημέρα που ο Λαέρτης Δαμασκηνός έφτασε στο νησί, η θάλασσα ήταν αφρισμένη και ο ουρανός μαύρος και υγρός, έτοιμος να επιτεθεί με σταγόνες σε ό,τι βρισκόταν από κάτω του. Το μικρό πλοίο τραμπαλίστηκε αρκετά πάνω στα ασυγχρόνιστα κύματα, μέχρι που έπιασε στο στενό λιμανάκι. Σε όλη τη διαδρομή, ο Λαέρτης παρατηρούσε ένα μισοζαλισμένο χελιδόνι, κουρνιασμένο στην πρύμνη, ακίνητο σαν πεθαμένο. Το πουλί δεν μετακινήθηκε ούτε κι όταν το πλοίο αγκυροβόλησε.
Ο Δαμασκηνός στάθηκε στην κορυφή της λευκής στριφογυριστής σκάλας του καταστρώματος. Ένιωθε τόσο ζαλισμένος, που του φάνηκε για μια στιγμή πως η σκάλα έμοιαζε με λευκό τριαντάφυλλο∙ ψηλάφησε και ανέσυρε ένα κουτί από τη δεξιά τσέπη του σακακιού του. Ήταν ένα σπιρτόκουτο από αυτά που κυκλοφορούσαν παλιά. Η μπροστινή όψη του έδειχνε μια σαρακατσάνα με τη στολή της, ενώ η πίσω είχε τη συνηθισμένη επιγραφή «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ». Το σπιρτόκουτο ήταν γεμάτο με κόκκους ρυζιού.
Ο Δαμασκηνός έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Περασμένο μεσημέρι, σχεδόν απόγευμα, κι όμως ήταν σαν βράδυ. Κάθισε στο μοναδικό καφενείο του λιμανιού. Ένα μισονυσταγμένο γκαρσόνι ήρθε να του πάρει παραγγελία. Η πείνα ήταν το κυρίαρχο αίσθημα του αυτή τη στιγμή. Σκέφτηκε να ζητήσει τον κατάλογο, αμέσως όμως και η ίδια του η σκέψη του φάνηκε αστεία. Παράγγειλε τοστ κι ένα ποτήρι παγωμένο γάλα. Το γκαρσόνι έγνεψε καταφατικά, ίσως και λίγο κοροϊδευτικά.
Ο Δαμασκηνός ρούφηξε με πραγματική λαιμαργία το παγωμένο γάλα, που απλώθηκε σαν βάλσαμο στις ταλαιπωρημένες από την πείνα και τη ναυτία πτυχές του στομάχου του. Ένιωθε ήδη καλύτερα. Έκοψε το τοστ σε μικρά κομμάτια κι άρχισε να τρώει αργά, με το βλέμμα προσηλωμένο στις κλωστές του λιωμένου τυριού που απλώνονταν στο πιάτο και με το μυαλό βυθισμένο σε απανωτές σκέψεις. Έβγαλε πάλι από την τσέπη του το σπιρτόκουτο και το άφησε πάνω στο τραπέζι. Η σαρακατσάνα, απτόητη από το κουραστικό ταξίδι, τον κοίταζε με το γνωστό επικριτικό ύφος, ίδιο κι απαράλλαχτο εδώ και είκοσι περίπου χρόνια.

Την ημέρα που ο Λαέρτης Δαμασκηνός αγόρασε το σπιρτόκουτο ήταν είκοσι χρόνια νεότερος, είχε μαύρα σγουρά μαλλιά που είχαν αρχίσει λίγο ν’ αραιώνουν στο μέτωπο, κάπνιζε Καρέλια άφιλτρα, άκουγε βινύλια από δεύτερο χέρι αγορασμένα με δραχμές στο Μοναστηράκι και πάλευε να τελειώσει με κάποια μαθήματα που χρώσταγε στην Αρχιτεκτονική.
Ήταν η μέρα του γάμου της Άννας. Σταμάτησε, θυμόταν, σε ένα περίπτερο έξω από την εκκλησία και αγόρασε σπίρτα και τσιγάρα. Από την πρώτη στιγμή πήρε στα χέρια του τα δυο κουτιά, η ματιά του σταμάτησε στη σαρακατσάνα του σπιρτόκουτου. «Τι διάολο, δεν βρήκαν άλλη να βάλουν στο κουτί;» είχε κάνει τη σκέψη, απομακρύνοντας στιγμιαία το μυαλό του από την Άννα, για να επανέλθει όμως αμέσως, με το άναμμα του πρώτου τσιγάρου. Η τελετή αργούσε, μάλλον εκείνος είχε φτάσει νωρίς, και δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Είχε καπνίσει απανωτά τα τσιγάρα του πακέτου, αδειάζοντας ταυτόχρονα πάνω από τα μισά σπίρτα της σαρακατσάνας.
Ο κόσμος που κατέφθανε για το μυστήριο τού ήταν άγνωστος. Κι εκείνος δεν ήξερε γιατί είχε ανταποκριθεί στην πρόσκληση∙ η Άννα έλαμπε στο πλευρό του συζύγου της, πιο όμορφη από ποτέ. Όμως-τι ειρωνεία-φορούσε τα σκουλαρίκια που της είχε χαρίσει ο Λαέρτης στο πρώτο τους ραντεβού. Μάλλον αλήθεια έλεγε ότι ήταν τα αγαπημένα της. Όταν τη χαιρέτισε, ήταν ευγενική μαζί του και έδειξε να χαίρεται που τον έβλεπε. Ο Λαέρτης της ευχήθηκε και στάθηκε στην πλευρά των ανδρών, για να παρακολουθήσει το μυστήριο. Ευτυχώς δεν κράτησε πολύ. Ο ιερέας είχε να τελέσει άλλους δύο γάμους, έτσι δεν υπήρχε χρόνος για πολλά. Οι εξαδέλφες της Άννας μοίρασαν ρύζι στους καλεσμένους. Ο Λαέρτης το κρατούσε σφιχτά στην ιδρωμένη του παλάμη, τόσο που η χούφτα του είχε γίνει αληθινή γροθιά. Στον χορό του Ησαΐα, προσπάθησε να ανοίξει δρόμο και να βρεθεί πιο κοντά στο ζευγάρι, αλλά δεν τα κατάφερε. Στο τέλος της τελετής, με το ρύζι ακόμα στο χέρι και τα μάτια θολωμένα από δάκρυα που δεν άφηνε να βγουν, έφυγε από την εκκλησία, χωρίς να χαιρετίσει και χωρίς να πάρει μπομπονιέρα. Πριν μπει στο αυτοκίνητό του, έβγαλε από το σπιρτόκουτο τα λίγα σπίρτα που είχαν απομείνει και άδειασε μέσα του το ρύζι.

Είκοσι χρόνια μετά, το ρύζι στο σπιρτόκουτο είχε διατηρηθεί αναλλοίωτο• αποδείχθηκε τελικά πιο κατάλληλο για φαγητό, παρά για να ριζώνει γάμους, αφού η Άννα χώρισε μετά από μερικά χρόνια. Τον είχε πάρει αρκετές φορές τηλέφωνο, στην αρχή πιο συχνά, αργότερα τα τηλεφωνήματα αραίωσαν. Ο Δαμασκηνός είχε προσπαθήσει να αντισταθεί. Η ζωή του είχε γυρίσει σελίδα, είχε πάρει πια τον δρόμο της και αυτός ο δρόμος δεν περνούσε από το μικρό κυκλαδονήσι όπου έμενε πια μόνιμα η Άννα. Ο Δαμασκηνός ταξίδευε πολύ, συνήθως για μελέτες του γραφείου του. Ήταν παντρεμένος πολλά χρόνια, εντελώς φαλακρός ακόμα περισσότερα, καθιερωμένος αρχιτέκτονας και πατέρας μιας πανέμορφης κόρης. Όλα του είχαν έρθει πρίμα στη ζωή.
Δεν θα σκεφτόταν καθόλου να κάνει αυτό το ταξίδι, αν δεν ήταν αυτό το σπιρτόκουτο, χωμένο αλλά όχι ξεχασμένο, στο βάθος του συρταριού του γραφείου του. Κάθε φορά που άνοιγε να πάρει κάτι, ξεχώριζε το επιτιμητικό βλέμμα της αγέρωχης σαρακατσάνας να πέφτει επάνω του βαρύ, μέσα από συνδετήρες, μολύβια σχεδίασης και χαρτοκόπτες. «Επιτέλους, Λαέρτη, τι θα γίνει με αυτό το ρύζι;»

10.3.13

Αντικατοπτρισμοί και άλλα παράνομα παιχνίδια του φωτός


Οι άνθρωποι δεν θα’ πρεπε να αφήνουν καθρέφτες κρεμασμένους στα δωμάτιά τους, λέει σε μια αφήγησή της η Βιρτζίνια Γουλφ, παρακολουθώντας μια ηλικιωμένη γυναίκα που βρίσκεται μόνη στο σπίτι, αντιμέτωπη με τον καθρέφτη και τη ζωή της.  Το ανελέητο φως του καθρέφτη έχει την ικανότητα να κατατρώει σαν οξύ καθετί ασήμαντο κι επιφανειακό και να διεισδύει στα εσώτερα της ύπαρξης αφήνοντας γυμνή την αλήθεια.



Δεν είναι όμως μόνο οι καθρέφτες που απειλούν το περίβλημα των ανθρώπων. Είναι όλες εκείνες οι υγρές ή γυαλιστερές επιφάνειες που αντανακλούν το φως, με άφθαστο επαγγελματισμό οι μόνιμες (τα τζάμια των σπιτιών, οι βιτρίνες των καταστημάτων, το νερό της λίμνης) ή εντελώς ερασιτεχνικά οι ευκαιριακές (το βρεγμένο πεζοδρόμιο, οι λακούβες στον δρόμο μετά τη βροχή), δημιουργώντας μπροστά στα ανύποπτα μάτια των περαστικών μια εικονική πραγματικότητα πιο επιθετική από εκείνη του διαδικτύου. Τίποτα δεν μπορεί να μείνει κρυφό∙ χωρίς αιδώ οι ανακλώσες επιφάνειες το καταδίδουν.

Σε μια πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση, ένας συνομιλητής με σκούρα γυαλιά, φέρνει τον άλλο αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον εαυτό, αιχμαλωτίζοντας τις εκφράσεις, τις ματιές και τις γκριμάτσες του στα σκούρα κρύσταλλα που φρουρούν το δικό του βλέμμα.
Καμιά φορά η προδοσία έχει αγαθό σκοπό∙ τουλάχιστον με τέτοια πρόθεση έχουν τοποθετηθεί οι στρογγυλοί καθρέφτες στα πολυσύχναστα σταυροδρόμια, να προειδοποιούν για τον επερχόμενο κίνδυνο∙ συχνά όμως θυμίζουν τους παραμορφωτικούς καθρέφτες του λούνα-παρκ, έτσι όπως απεικονίζουν σχεδόν κοροϊδευτικά στρογγυλεμένες τις σιλουέτες των περαστικών.


Άλλες πάλι φορές το φως παίζει άνισα παιχνίδια∙ καθώς ανυποψίαστοι πεζοί βαδίζουν βιαστικοί, φορτωμένοι τις  έγνοιες τους, υψώνονται και πετάνε πάνω από θεόρατα κτήρια, εικονογραφώντας εν αγνοία τους τις διαφημιστικές πινακίδες  εύρωστων επιχειρήσεων


ή ενώ μια σοβαρή κυρία περιμένει ένα ραντεβού, βρίσκεται άθελά της σε μια βιτρίνα να κοιτά μαύρα αισθησιακά εσώρουχα που ποτέ ίσως δεν θα τολμούσε να φορέσει.



Η γοητευτική εκδοχή αυτού του παιχνιδίσματος είναι η μεταμόρφωση ενός συνηθισμένου επιβατικού αυτοκινήτου σε πίνακα ζωγραφικής άγνωστου, αλλά πολύ ταλαντούχου δημιουργού με έργα εξαίσια όσο και εφήμερα.



Από μικρή κυνηγούσα τις αντανακλάσεις του φωτός, πρώτα με τα μάτια και αργότερα με τον φωτογραφικό φακό. Στο τέλος έφθασαν να με κυνηγούν αυτές, να με βρίσκουν αφηρημένη και ανυποψίαστη και να μου αποκαλύπτονται αιφνιδιαστικά, όπως εκείνη η σχεδόν σουρεαλιστική οφθαλμαπάτη σε ένα καφέ της Γλασκώβης, όπου ένας επιτοίχιος καθρέφτης πήρε μια κοπέλα από τον φίλο της και την κάθισε δίπλα σε μια γυναίκα, κάνοντάς τις να κουβεντιάζουν σαν δυο καλές φίλες, εν αγνοία της πραγματικής φίλης της γυναίκας, που καθόταν κρυμμένη πίσω από την κολόνα με τον καθρέφτη.

Οι βρεγμένες μέρες είναι ο πιο κατάλληλος χρόνος για να κυνηγήσει κανείς θαύματα. Την ώρα που η βροχή έχει καταλαγιάσει, αφήνοντας τα υδάτινα υπολείμματά της ανυπεράσπιστα πάνω στις ψυχρές, αδιάφορες επιφάνειες κτηρίων και αντικειμένων, έρχεται το φως με παιχνιδιάρικη διάθεση και τα ζωγραφίζει με εικόνες. Τότε είναι που δίπλα στο σκουριασμένο μεταλλικό καπάκι του πεζοδρομίου κατεβαίνει ένας συννεφιασμένος ουρανός, ζωντανεμένος αραιά και πού από τα πετούμενά του ή που η λακκούβα με τα νερά ξαφνικά βλασταίνει, λουλουδιάζει και γίνεται όμορφη σαν καλοχτενισμένο παρτέρι.


Ποτέ δεν συμπάθησα την ίδια τη βροχή, πάντα όμως με μαγνήτιζαν οι βρεγμένες μέρες, ίσως γιατί τότε είναι που βγαίνουν από τις κρυψώνες τους όλες αυτές οι μαγικές και εύθραυστες εικόνες και ξεμυτίζουν τα μυστηριώδη πλάσματα που γεννά η σχεδόν ερωτική συνεύρεση του νερού με το φως. Μάλλον μετά από μια τέτοια βρεγμένη μέρα, πλέον δεν θυμάμαι ακριβώς,  είδε το φως του διαδικτύου και τούτο το ιστολόγιο∙ εξ ου ίσως και ο τίτλος Liquid days.

16.2.13

Virginia Woolf: The Lady in the Looking-Glass (1929)


           People should not leave looking-glasses hanging in their rooms any more than they should leave open cheque books or letters confessing some hideous crime. One could not help looking, that summer afternoon, in the long glass that hung outside in the hall. Chance had so arranged it. From the depths of the sofa in the drawing-room one could see reflected in the Italian glass not only the marble-topped table opposite, but a stretch of the garden beyond. One could see a long grass path leading between banks of tall flowers until, slicing off an angle, the gold rim cut it off.

       The house was empty, and one felt, since one was the only person in the drawing-room, like one of those naturalists who, covered with grass and leaves, lie watching the shyest animals - badgers, otters, kingfishers - moving about freely, themselves unseen. The room that afternoon was full of such shy creatures, lights and shadows, curtains blowing, petals falling - things that never happen, so it seems, if someone is looking. The quiet old country room with its rugs and stone chimney pieces, its sunken book-cases and red and gold lacquer cabinets, was full of such nocturnal creatures. They came pirouetting across the floor, stepping delicately with high-lifted feet and spread tails and pecking allusive beaks as if they had been cranes or flocks of elegant flamingoes whose pink was faded, or peacocks whose trains were veined with silver. And there were obscure flushes and darkenings too, as if a cuttlefish had suddenly suffused the air with purple; and the room had its passions and rages and envies and sorrows coming over it and touting it, like a human being. Nothing stayed the same for two seconds together.

       But, outside, the looking-glass reflected the hall table, the sun-flowers, the garden path so accurately and so fixedly that they seemed held there in their reality unescapably. It was a strange contrast -- all changing here, all stillness there. One could not help looking from one to the other. Meanwhile, since all the doors and windows were open inthe heat, there was a perpetual sighing and ceasing sound, the voice of the transient and the perishing, it seemed, coming and going like human breath, while in the looking-glass things had ceased to breathe and lay still in the trance of immortality.

      Half an hour ago the mistress of the house, Isabella Tyson, had gone down the grass path in her thin summer dress, carrying a basket, and had vanished, sliced off by the gilt rim of the looking-glass. She had gone presumably into the lower garden to pick flowers; or as it seemed more natural to suppose, to pick something light and fantastic and leafy and trailing, traveller's joy, or one of those elegant sprays of convolvulus that twine round ugly walls and burst here and there into white and violet blossoms. She suggested the fantastic and the tremulous convolvulus rather than the upright aster, the starched zinnia, or her own burning roses alight like lamps on the straight posts of their rose trees. The comparison showed how very little, after all these years, one knew about her; for it is impossible that any woman of flesh and blood of fifty-five or sixty should be really a wreath or a tendril. Such comparisons are worse than idle and superficial-they are cruel even, for they come like the convolvulus itself trembling between one's eyes and the truth.

        There must be truth; there must be a wall. Yet it was strange that after knowing her all these years one could not say what the truth about Isabella was; one still made up phrases like this about convolvulus and traveller's joy. As for facts, it was a fact that she was a spinster; that she was rich; that she had bought this house and collected with her own hands - often in the most obscure corners of the world and at great risk from poisonous stings and Oriental diseases - the rugs, the chairs, the cabinets which now lived their nocturnal life before one's eyes. Sometimes it seemed as if they knew more about her than we, who sat on them, wrote at them, and trod on them so carefully, were allowed to know. In each of these cabinets were many little drawers, and each almost certainly held letters, tied with bows of ribbon, sprinkled with sticks of lavender or rose leaves. For it was another fact -- if facts were what one wanted -- that Isabella had known many people, had had many friends; and thus if one had the audacity to open a drawer and read her letters, one would find the traces of many agitations, of appointments to meet, of up braidings for not having met, long letters of intimacy and affection, violent letters of jealousy and reproach, terrible final words of parting -- for all those interviews and assignations had led to nothing -- that is, she had never married, and yet, judging from the mask-like indifference of her face, she had gone through twenty times more of passion and experience than those whose loves are trumpeted forth for all the world to hear. Under the stress of thinking about Isabella, her room became more shadowy and symbolic; the corners seemed darker, the legs of chairs and tables more spindly and hieroglyphic.

     Suddenly these reflections were ended violently and yet without a sound. A large black form loomed into the looking-glass; blotted out everything, strewed the table with a packet of marble tablets veined with pink and grey, and was gone. But the picture was entirely altered. For the moment it was unrecognisable and irrational and entirely out of focus. One could not relate these tablets to any human purpose. And then by degrees some logical process set to work on them and began ordering and arranging them and bringing them into the fold of common experience. One realised at last that they were merely letters. The man had brought the post.
There they lay on the marble-topped table, all dripping with light and colour at first and crude and unabsorbed. And then it was strange to see how they were drawn in and arranged and composed and made part of the picture and granted that stillness and immortality which the looking-glass conferred. They lay there invested with a new reality and significance and with a greater heaviness, too, as if it would have needed a chisel to dislodge them from the table. And, whether it was fancy or not, they seemed to have become not merely a handful of casual letters but to be tablets graven with eternal truth - if one could read them, one would know everything there was to be known about Isabella, yes, and about life, too. The pages inside those marble-looking envelopes must be cut deep and scored thick with meaning. Isabella would come in, and take them, one by one, very slowly, and open them, and read them carefully word by word, and then with a profound sigh of comprehension, as if she had seen to the bottom of everything, she would tear the envelopes to little bits and tie the letters together and lock the cabinet drawer in her determination to conceal what she did not wish to be known.

      The thought served as a challenge. Isabella did not wish to be known - but she should no longer escape. It was absurd, it was monstrous. If she concealed so much and knew so much one must prize her open with the first tool that came to hand - the imagination. One must fix one's mind upon her at that very moment. One must fasten her down there. One must refuse to be put off any longer with sayings and doings such as the moment brought forth - with dinners and visits and polite conversations. One must put oneself in her shoes. If one took the phrase literally, it was easy to see the shoes in which she stood, down in the lower garden, at this moment. They were very narrow and long and fashionable - they were made of the softest and most flexible leather. Like everything she wore, they were exquisite. And she would be standing under the high hedge in the lower part of the garden, raising the scissors that were tied to her waist to cut some dead flower, some overgrown branch. The sun would beat down on her face, into her eyes; but no, at the critical moment a veil of cloud covered the sun, making the expression of her eyes doubtful - was it mocking or tender, brilliant or dull? One could only see the indeterminate outline of her rather faded, fine face looking at the sky. She was thinking, perhaps, that she must order a new net for the strawberries; that she must send flowers to Johnson's widow; that it was time she drove over to see the Hippesleys in their new house. Those were the things she talked about at dinner certainly. But one was tired of the things that she talked about at dinner. It was her profounder state of being that one wanted to catch and turn to words, the state that is to the mind what breathing is to the body, what one calls happiness or unhappiness. At the mention of those words it became obvious, surely, that she must be happy. She was rich; she was distinguished; she had many friends; she travel led -- she bought rugs in Turkey and blue pots in Persia. Avenues of pleasure radiated this way and that from where she stood with her scissors raised to cut the trembling branches while the lacy clouds veiled her face.

     Here with a quick movement of her scissors she snipped the spray of traveller's joy and it fell to the ground. As it fell, surely some light came in too, surely one could penetrate a little farther into her being. Her mind then was filled with tenderness and regret.... To cut an overgrown branch saddened her because it had once lived, and life was dear to her. Yes, and at the same time the fall of the branch would suggest to her how she must die herself and all the futility and evanescence of things. And then again quickly catching this thought up, with her instant good sense, she thought life had treated her well; even if fall she must, it was to lie on the earth and moulder sweetly into the roots of violets. So she stood thinking. Without making any thought precise -- for she was one of those reticent people whose minds hold their thoughts enmeshed in clouds of silence -- she was filled with thoughts. Her mind was like her room, in which lights advanced and retreated, came pirouetting and stepping delicately, spread their tails, pecked their way; and then her whole being was suffused, like the room again, with a cloud of some profound knowledge, some unspoken regret, and then she was full of locked drawers, stuffed with letters, like her cabinets. To talk of 'prizing her open' as if she were an oyster, to use any but the finest and subtlest and most pliable tools upon her was impious and absurd. One must imagine - here was she in the looking-glass. It made one start.

     She was so far off at first that one could not see her clearly. She came lingering and pausing, here straightening a rose, there lifting a pink to smell it, but she never stopped; and all the time she became larger and larger in the looking-glass, more and more completely the person into whose mind one had been trying to penetrate. One verified her by degrees - fitted the qualities one had discovered into this visible body.

     There were her grey-green dress, and her long shoes, her basket, and something sparkling at her throat. She came so gradually that she did not seem to derange the pattern in the glass, but only to bring in some new element which gently moved and altered the other objects as if asking them, courteously, to make room for her. And the letters and the table and the grass walk and the sunflowers which had been waiting in the looking-glass separated and opened out so that she might be received among them. At last there she was, in the hall. She stopped dead. She stood by the table. She stood perfectly still. At once the looking-glass began to pour over her a light that seemed to fix her; that seemed like some acid to bite off the unessential and superficial and to leave only the truth. It was an enthralling spectacle. Everything dropped from her -- clouds, dress, basket, diamond -- all that one had called the creeper and convolvulus. Here was the hard wall beneath. Here was the woman herself. She stood naked in that pitiless light. And there was nothing. Isabella was perfectly empty. She had no thoughts. She had no friends. She cared for nobody. As for her letters, they were all bills. Look, as she stood there, old and angular, veined and lined, with her high nose and her wrinkled neck, she did not even trouble to open them.

People should not leave looking-glasses hanging in their rooms.

(φωτ. Eugene Atget)

10.2.13

Έγκλημα κι εφημερία


Χθες  βράδυ ονειρεύτηκα εφημερία∙ άσχημο, όταν δεν εφημερεύω στον ξύπνιο να εφημερεύω στον ύπνο μου. Είχαμε, λέει, δύο κενά κρεβάτια. Είχαμε και αυτή την αναμονή που συνοδεύει τα δύο κρεβάτια, το αίσθημα του επικείμενου. Είχε και το νοσοκομείο μεγάλη εφημερία. Το τηλέφωνο χτύπησε∙ ο ήχος του, ο ίδιος πάντα, μου φάνηκε αυτή τη φορά ότι δεν ήταν για καλό. Ήταν ο εφημερεύων νευροχειρουργός. Είχαν φέρει στο Χειρουργικό Τμήμα Επειγόντων δύο γυναίκες, αδελφές, με βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και οι δύο, θύματα δολοφονικής επίθεσης, μάλλον με τσεκούρι. Θα έμπαιναν χειρουργείο∙ έπρεπε να τις εκτιμήσω στο ΤΕΠ και μετά το χειρουργείο, αν επιβίωναν, να τις πάρω στη Μονάδα. Το ανακοίνωσα στους νοσηλευτές∙ έπρεπε να ετοιμαστούν τα κρεβάτια, οι αναπνευστήρες, τα μόνιτορ και οι συσκευές μέτρησης της ενδοκράνιας πίεσης.  Ευτυχώς το όνειρο εκτυλισσόταν σε παλιότερη μάλλον εποχή, γιατί είχαμε άφθονα υλικά∙ πακέτα ολόκληρα από αποστειρωμένες γάζες, σύριγγες όλων των μεγεθών, κεντρικούς καθετήρες της καλύτερης ποιότητας, χειρουργικά πεδία, αποστειρωμένες μπλούζες και αποστειρωμένα γάντια σε όλα τα νούμερα. Τι ωραία… Το όνειρο της αλεπούς με τα κοκορόπουλα δεν έπιανε μία μπροστά στο δικό μου…
Εφημέρευε, λέει,  μαζί μου η Βιβή, που είναι αναισθησιολόγος και κάνει εξειδίκευση στην εντατικολογία. Άρχισε να ετοιμάζει τα διαγράμματα και τα παραπεμπτικά. Είχα πάρει τα ονόματα των δύο αδελφών. Λιζαβέτα και Αλιόνα Ιβάνοβνα, 53 και 45 ετών αντίστοιχα. Το πατρώνυμο δεν ήταν γνωστό∙ ως «αγνώστου πατρός» καταχωρούμε αρχικά τέτοιους ασθενείς, μέχρι να έλθουν συγγενείς και να δώσουν στοιχεία. «Βιβή, κατεβαίνω στο ΤΕΠ να δω τα περιστατικά. Θα περάσω να πάρω και καφέ, γιατί η νύχτα προβλέπεται μεγάλη και λευκή», είπα στη Βιβή. Μεγάλη και κόκκινη, μάλλον, σκέφτηκα μόνη μου.
Κατέβηκα στο ισόγειο του νοσοκομείου. Ήταν περασμένες δώδεκα. Ο χώρος της υποδοχής ήταν πολύ παγωμένος∙ η είσοδός μας μπάζει από παντού. Στο σαλόνι μια παρέα από τσιγγανάκια, ξυπόλητα, βολόδερναν πάνω στις καρέκλες. Μια μικρή τσιγγανοπούλα με ανοιχτά καστανά μαλλιά, ξέπλεκα και μπερδεμένα, μακρύ φόρεμα πού κάποτε ήταν λευκό, ξυπόλητη, στροβιλιζόταν χορεύοντας στο κέντρο της αίθουσας. Στάθηκα και την κοίταζα∙ είχε μια κίνηση αέρινη, μπαλαρίνας. Τα γυμνά της πόδια πρόβαλλαν κάτω από την άκρη του φορέματος αεικίνητα, σχεδόν χωρίς να πατάνε τη γη. Ένα πολύ μικρότερο αγοράκι, ξυπόλητο κι αυτό, ντυμένο με μια αστεία καφέ κάπα που το έκανε να μοιάζει με καπουτσίνο, μπερδευόταν  στην τροχιά της και εμπόδιζε τον χορό∙ η κοπελίτσα του έδωσε ξαφνικά μια δυνατή σπρωξιά και το προσγείωσε στο παγωμένο παρκέ του νοσοκομείου, ακριβώς πάνω στην αρχή της κόκκινης γραμμής που οδηγεί στο ΤΕΠ.
Συνέχισα με γρήγορο βήμα προς το ΤΕΠ. Η εφημερία φαινόταν άσχημη. Φορεία αριστερά και δεξιά. Ηλικιωμένοι με απλανές βλέμμα σε άσχημη κατάσταση σε καροτσάκια, μια νεαρή κοπέλα διπλωμένη πάνω σ’ ένα φορείο, με πόνο στην κοιλιά, περίμενε έξω από τους υπερήχους. Στο ακτινολογικό πολύς κόσμος. Μπήκα στο χειρουργικό ΤΕΠ. Με χτύπησε η γνώριμη μυρωδιά του αίματος. Οι δύο αδελφές, διασωληνωμένες,  σε διπλανά φορεία∙ κάτασπρες, σαν πεθαμένες. Η μεγαλύτερη, η Αλιόνα, είχε ανοιχτόχρωμα αραιά μαλλιά που είχαν αρχίσει ν’ ασπρίζουν, πλεγμένα σε μια λεπτή κοτσίδα σαν ποντικοουρά, που τώρα ήταν λεκιασμένη από ξεραμένο αίμα. Το τραύμα της κεφαλής ήταν δεμένο∙ θα έμπαινε αμέσως στο χειρουργείο. Το πρόσωπό της ήταν ρυτιδωμένο∙ μερικές από τις ρυτίδες είχαν ίχνη αίματος. Της άνοιξα τα βλέφαρα να δω τις κόρες. Μάτια βαθυγάλανα, όμως στεγνά και παγωμένα, σαν γυάλινα. Χωρίς αντανακλαστικό στο φως. Στο λαιμό της ήταν δεμένο ένα κορδόνι με ένα μικρό εικόνισμα της Παναγίας και δύο σταυρούς, τον έναν από κυπαρισσόξυλο και τον άλλο χάλκινο. Η άλλη, η μικρότερη, είχε πιο φρέσκο πρόσωπο και ήταν μάλλον όμορφη. Είχε το ίδιο παγωμένο γαλάζιο βλέμμα, χωρίς φωτοκινητικό αντανακλαστικό κι αυτή. Συνεννοήθηκα με τον νευροχειρουργό που ήταν στο ΤΕΠ να τις υποδεχτούμε μετά το χειρουργείο.
Έφυγα από το ΤΕΠ και κατευθύνθηκα προς το κυλικείο. Ο διάδρομος είχε την ίδια παγωνιά, που όμως τώρα μου φάνηκε αναζωογονητική. Πήρα δύο μεγάλα κύπελλα με γαλλικό καφέ πάνω σε μια χάρτινη βάση με ζωγραφισμένους κόκκους καφέ. Προχώρησα με αργά βήματα προς τη Μονάδα. Τα τσιγγανόπουλα είχαν φύγει από το σαλόνι. Στην είσοδο του νοσοκομείου, μπροστά στις αυτόματες πόρτες, με κολλημένη την πλάτη στον τοίχο, στεκόταν ένας νέος άνδρας, τυλιγμένος με ένα παλιό παλτό. Το παρουσιαστικό του πρόδιδε φτωχό και ταλαιπωρημένο άνθρωπο. Τα παπούτσια του ήταν τρύπια σε μερικά σημεία∙ πρόσεξα έναν λεκέ από αίμα στο αριστερό παπούτσι. Έτρεμε σύγκορμος, λες και ανέβαζε πυρετό. Στο ένα χέρι του κρατούσε κομμάτια σκισμένου υφάσματος, ίσως κορδέλας, ενώ με το άλλο χέρι κρατούσε τα κουμπιά του παλτού του, λες και μπορούσε να το κουμπώσει πιο σφιχτά απ’ ό,τι ήταν ήδη κουμπωμένο. Σκέφτηκα να τον ρωτήσω αν χρειάζεται κάτι∙ φάνηκε όμως να ενοχλείται και μόνο από το βλέμμα μου, έτσι τον προσπέρασα και ανέβηκα τη Μονάδα.
Ήταν όλα έτοιμα για τις δύο εισαγωγές. Ευτυχώς οι υπόλοιποι ασθενείς ήταν ήσυχοι. Πέρασαν τρεις περίπου ώρες. Τηλεφωνικά μάθαμε ότι ήταν πολύ άσχημα τα πράγματα και για τις δύο γυναίκες. Πιθανότατα ήταν ήδη σε εγκεφαλικό θάνατο. Έφτασαν στη Μονάδα στις τρεις τα ξημερώματα, με μισή ώρα διαφορά η μία από την άλλη. Τις συνδέσαμε στα δικά μας μηχανήματα, ρυθμίσαμε την αγωγή τους, καταστολή και αναλγησία, αγγειοσυσπαστικά. Άφησα τη Βιβή να κάνει τα επεμβατικά και πήγα στο γραφείο να υποδεχτώ τους συγγενείς. Υπήρχε μόνο ένας πατέρας, είχα μάθει. Είπα στις νοσηλεύτριες να τον φωνάξουν.
Κάθισα στο γραφείο και πήρα μια κόλλα χαρτί, για να γράψω το ιστορικό. Μπήκε ο πατέρας. Το παρουσιαστικό του μου έκοψε την ανάσα∙ μου φαινόταν τόσο γνωστός και τόσο παράξενος. Σαν να ερχόταν από άλλη εποχή. Καταρχήν, τον περίμενα υπερήλικα. Ήταν απροσδιόριστης ηλικίας με μαλλιά μαύρα ακόμα, αραιά στο μέτωπο, λεπτά και ίσια στο υπόλοιπο κεφάλι. Είχε μια μακριά γενειάδα που έφτανε μέχρι το μέσο του στέρνου. Φορούσε ένα μαύρο μακρύ παλτό με σταυρωτό πέτο και από μέσα λευκό πουκάμισο. Μιλούσε αργά και καθαρά, χωρίς ρώσικη προφορά. Όχι, οι κόρες του δεν είχαν προβλήματα υγείας ή τουλάχιστον δεν ήξερε κάτι. Ναι, ήξερε πώς έγινε το έγκλημα∙ με κάποιο τρόπο έφταιγε κι εκείνος, μου δήλωσε αφήνοντάς με σύξυλη. Του εξήγησα πως η κατάστασή τους ήταν πολύ βαριά∙ ότι μάλλον δεν θα τα κατάφερναν. Έγνεψε θλιμμένα, δείχνοντας να καταλαβαίνει. Τα χέρια του είχαν κάτι το απόκοσμο, με δάχτυλα μακριά και λεπτά με περιποιημένα νύχια. Χέρια ανθρώπου που έγραφε και διάβαζε. Το βλέμμα του ήταν αφηρημένο, όπως το βλέμμα ανθρώπου που προσεύχεται. Τον παρακάλεσα να μου υπογράψει τα δύο έντυπα συναίνεσης και να μου αφήσει ένα τηλέφωνο, κινητό ή σταθερό. «Δεν έχω τηλέφωνο», είπε απλά. «Θα είμαι συνεχώς απέξω, όμως». Τον κοίταξα με συμπάθεια. Δεν θυμάμαι να μου έχει κάνει άλλη φορά συγγενής τόσο μεγάλη εντύπωση. Συμπλήρωσε τα δύο έντυπα∙ έγραφε αργά, με όμορφες κυκλικές κινήσεις των δακτύλων, κρατώντας το στυλό ελαφρά γερτό. Μου έδωσε τα χαρτιά. Τα έβαλα στο ντοσιέ χωρίς να τα κοιτάξω. Με χαιρέτισε με μια σφιχτή, λυπημένη χειραψία κι έκανε να φύγει. «Αχ, μια στιγμή!», τον σταμάτησα στην πόρτα. Άνοιξα το μητρώο εισαγωγών. «Πείτε μου το μικρό σας όνομα, για να συμπληρώσω το πατρώνυμο» τον παρακάλεσα.
«Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς», μου είπε με φωνή σβησμένη, σαν να ερχόταν από μακριά.
Έγραψα «Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς» δύο φορές, στο αντίστοιχο κουτάκι του βιβλίου για την καθεμιά. Ξαφνικά, από κάπου δίπλα μου, ακούστηκε μια γνώριμη μελωδία, η Βandinerie του Μπαχ. Πετάχτηκα αλαφιασμένη. Το ξυπνητήρι μου. Επτά ακριβώς. Τι μέρα, τι εποχή, τι χρονιά, δεν ήμουν σίγουρη. Κάτι σκληρό με έκοβε στο πλευρό∙ βιβλίο ήταν. Το Έγκλημα και Τιμωρία, ανοιχτό, στη μέση του κρεβατιού. Ανοίγω τη μισοτσαλακωμένη σελίδα, να βάλω τον σελιδοδείκτη. «Έρευνα, έρευνα, τώρα θα μου κάνουν έρευνα!», διαβάζω την αγωνία του Ρασκόλνικοφ στο πάνω μέρος της αριστερής σελίδας. Μου έρχεται στο μυαλό η εικόνα του άντρα στην είσοδο του νοσοκομείου των ονείρων μου, διπλωμένου με το παλιό παλτό, να τρέμει σύγκορμος, μάλλον όχι από το κρύο, ούτε από τον πυρετό.