Σελίδες

8.9.13

Κερκυραϊκές σημειώσεις


Το λοιπόν. Ξεκινάω έτσι όπως άρχιζαν την κουβέντα τους πολλοί Κερκυραίοι. Το λοιπόν, η Κέρκυρα ήταν ένα όνειρο από τα εφηβικά μου χρόνια. Την είχα ψηφίσει για την πενθήμερη της Γ’ Λυκείου· έχασε άδοξα από τη Ρόδο. Αργότερα, είχα δηλώσει το Γαστούρι της για το αγροτικό μου· μου πήρε τη θέση ένας συνάδελφος που είχε περισσότερα μόρια λόγω του χρόνου της στρατιωτικής θητείας. Έκτοτε την είχα πάντα μέσα στο μυαλό μου, όμως παρόλο που έφτασα σε πολλά από τα πέρατα της γης και σε ακόμα περισσότερα μέρη της πατρίδας μας, η Κέρκυρα παρέμενε ακόμα όνειρο.
                Έγινε αλήθεια την προηγούμενη εβδομάδα. Σίγουρα ήμουν πιο τυχερή από τον Αμερικανό θεολόγο και ελληνιστή Edward Everett που την άνοιξη του 1819 απέπλευσε από το Μπάρι με μια μικρή βάρκα και ταξίδευε για σαράντα ώρες, έχοντας ως μόνα τρόφιμα δύο πορτοκάλια και λίγο ψωμί. Εμείς ταξιδέψαμε με την Ελένη από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας για κάτι λιγότερο από δύο ώρες· μέσα στο πλοίο υπήρχε καλά εφοδιασμένο κυλικείο. Στο κατάστρωμα, το ελαφρύ μεσημεριανό αεράκι στροβίλιζε τα τσόφλια από τους ηλιόσπορους που έφτυνε ένας χοντρός μηχανόβιος, εραστής της βέσπας-όπως πρόδινε η πορτοκαλί μπλούζα που κάλυπτε την τεράστια, γεμάτη ηλιόσπορους κοιλιά του. Τα τσόφλια απλώνονταν με το αεράκι σε όλο το κατάστρωμα, στα παγκάκια, στα μαλλιά και στα νεύρα μας.
                Φτάσαμε στο λιμάνι της Κέρκυρας απομεσήμερο και πριν πάμε στο μικρό στούντιο που είχαμε νοικιάσει, κάναμε μια πρώτη εξερευνητική βόλτα στην παλιά πόλη. Τουριστικά καταστήματα, εστιατόρια για τουρίστες και τουρίστες· πάρα πολλοί τουρίστες. Στα καντούνια ακούγονταν παλιές μελωδίες· ο Ζορμπάς, «έχω ρίξει παραγάδια, σας αρέσει η Ελλάδα, μις» και Κουγιουμτζής και Ξαρχάκος και όλες οι μελωδίες που μπορεί να λένε κάτι στους τουρίστες. Ήπια έναν δροσιστικό ελαφρύ φραπέ και ξεκινήσαμε για τη Δασιά, όπου πιστεύαμε πως ήταν το ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Ήμουν εγώ η οδηγός της οικογένειας, κάτι που πλήρωσα με αρκετά Κερκυραϊκά φάσκελα, καθώς προσπαθούσα να προσανατολιστώ και πήγαινα ίσως λίγο αργά και σίγουρα πολύ εκνευριστικά.
                Η Δασιά είναι ένα πανέμορφο προάστιο της πόλης της Κέρκυρας, πολύ τουριστικό κι αυτό. Όμως το δικό μας κατάλυμα δεν ήταν στη Δασιά, όπως νομίζαμε, αλλά στην Κάτω Κορακιάνα. Ο ευγενικός ιδιοκτήτης των ενοικιαζόμενων δωματίων κύριος Βαγγέλης  μας παρέλαβε από ένα βενζινάδικο στον κεντρικό δρόμο και μας οδήγησε στα άδυτα της Κάτω Κορακιάνας από ένα δρόμο που μόνο οι κορακίνες πρέπει να ήξεραν. Το αυτοκίνητο μόλις που πέρναγε· ούτε λόγος για δεύτερο. Ο κύριος Βαγγέλης με καθησύχασε ότι αυτή είναι η πρώτη εντύπωση· όντως τις επόμενες ημέρες συνήθισα κάπως τον δρόμο, όμως κάθε φορά τον περνούσα έχοντας ένα πλάκωμα στο στήθος που υπό άλλες συνθήκες θα χρειαζόταν περαιτέρω διερεύνηση. Το σπιτάκι ήταν εντάξει. Καθαρό, ήσυχο και μεγάλο. Ο κύριος Βαγγέλης πολύ ευγενικός και εξυπηρετικός. Και οι δύο Κορακιάνες (Άνω και Κάτω) είναι ιστορικά χωριά. Μάλιστα η Άνω Κορακιάνα, που απείχε τέσσερα χιλιόμετρα από την Κάτω, έχει μεγάλη μουσική παράδοση, με μαντολινάτα από το 1623 που μετεξελίχθηκε αργότερα σε είχε Φιλαρμονική από τον περίφημο αρχιμουσικό Σπυρίδωνα Σαμάρα.
                Από την επόμενη μέρα αρχίσαμε τις διαδρομές στο νησί· ό,τι προφταίνει κανείς να δει σε λίγες μέρες. Επισκεφθήκαμε φυσικά το Αχίλλειο, το παλάτι της θλιμμένης Αυτοκράτειρας Σίσυ. Εντυπωσιάστηκα από τη φύση τριγύρω. Η θέση του παλατιού είναι μοναδική. Τα προαύλιά του φιλοξενούν πολύ ενδιαφέροντα γλυπτά εμπνευσμένα από την ελληνική μυθολογία (τις τρεις Χάριτες, τις εννέα Μούσες, τον θάνατο του Αχιλλέα) καθώς επίσης και προτομές αρχαίων και νεότερων φιλοσόφων και ποιητών, όλα σύμφωνα με τις επιθυμίες της αυτοκράτειρας. Κατεβήκαμε στις Μπενίτσες, που έχουν «το καλύτερο το ψάρι». Ομολογουμένως συναντήσαμε έναν ψαρά που πρέπει να είχε την πιο μαυρισμένη πλάτη του νησιού. Για ψάρια δεν ψάξαμε, επισκεφθήκαμε όμως το Μουσείο της Θάλασσας, με μια εντυπωσιακή συλλογή από όστρακα, ψάρια, κοράλλια και άλλα ευρήματα από τον θαυμαστό υποβρύχιο κόσμο.

                Συνεχίσαμε νότια. Η φύση του νησιού πανέμορφη, καταπράσινη, με ήμερη βλάστηση, πεύκα, κυπαρίσσια, πλατάνια, ελιές και οι ακτογραμμή  να σχηματίζει κατάφυτα φιορδ μέσα στο γαλάζιο του Ιονίου. Κατεβήκαμε μέχρι τη Λευκίμμη και σταθήκαμε στις Αλυκές. Όλα τα μέρη που έχουν στάσιμο νερό προσφέρονται για φωτογράφιση. Ίσως αυτό έχει να κάνει με την ίδια την ακινησία ή με τις αντανακλάσεις των υπερκείμενων και παρακείμενων στην ήρεμη, σαν καθρέφτη, επιφάνεια του νερού. Εδώ στις Αλυκές ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει στο παρελθόν, λες και το ρολόι της περιοχής, κολλημένο από την αλμύρα, αρνήθηκε να προχωρήσει έστω και ένα λεπτό μπροστά. Τα αλατόσπιτα, ενετικές αποθήκες αλατιού, τόπος ιστορικής μνήμης, θα μετατραπούν προσεχώς σε μουσείο. Φεύγοντας από τη Λευκίμμη, κάναμε μια στάση στο ποτάμι της για φαγητό. Δίπλα μας μια μαμά μάλλον Ρωσίδα, ζήτησε με το φαγητό της γαλλικό καφέ, ενώ το αγοράκι της, γύρω στα δέκα, απολάμβανε έναν γνήσιο ελληνικό φραπέ.

                Την επόμενη μέρα κατευθυνθήκαμε βόρεια. Σταματήσαμε στην παραλία Καλάμι, όπου είχε μείνει για ένα διάστημα ο Λόρενς Ντάρελ. Το σπίτι του, ένα μεγάλο αλλά απλό λευκό σπίτι, έχει γίνει ταβέρνα “White House” και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Η παραλία από κάτω είναι κατειλημμένη από ενοικιαζόμενες ομπρέλες και ξαπλώστρες, πάνω στις οποίες οι τουρίστες ροδοψήνονται διαβάζοντας (φέτος οι άνδρες Inferno του Dan Brown, ενώ οι γυναίκες διάφορες από τις αποχρώσεις του γκρι της E. L. James). Καταλήξαμε στο Σιδάρι, ρηχή θάλασσα με άμμο και πολύ κόσμο. Στο ένα της άκρο, το Κανάλι της Αγάπης (Canal dAmour), ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στα βράχια. Η παράδοση λέει πως αν κάποιος διασχίσει το κανάλι κολυμπώντας, θα συναντήσει τον σύντροφο των ονείρων του. Ο Στέλιος προσφέρθηκε να πάει από τη μία μεριά για να τον συναντήσω κολυμπώντας, αλλά εγώ προτίμησα να περιοριστώ στις φωτογραφίες.

                Κατεβήκαμε από τη διαδρομή που οδηγεί στο Αγγελόκαστρο και το αγναντέψαμε από τους Μακράδες. Στέκει στην κορυφή του βράχου, ακλόνητο, επιβλητικό, αλώβητο από τις ορδές των με επεκτατική ή τουριστική διάθεση βαρβάρων. Από μακριά οι περιηγητές που ανηφορίζουν φαίνονται σαν στρατιές από πολύχρωμα μυρμήγκια. Ζήλεψα τη διαδρομή, αλλά δεν υπήρχε αρκετός χρόνος για να ανέβουμε στο κάστρο. Στην έξοδο των Μακράδων, ντόπιοι ηλικιωμένοι, μπροστά σε πάγκους με τουριστικά είδη και εγχώρια  προϊόντα, μας έγνεφαν να σταματήσουμε. Συνεχίσαμε μέχρι την Παλαιοκαστρίτσα. Από ψηλά φαινόταν μαγευτική. Δύο καταπράσινα στεριανά πόδια και ο στρογγυλός κολπίσκος ανάμεσα, βράχοι με σπηλιές στην έξοδο του κόλπου. Το σημείο απ’ όπου τα βλέπαμε όλα αυτά λεγόταν Bella Vista (Καλλιθέα…) και πραγματικά είχε μεθυστική θέα, τόσο που όταν κινήσαμε να φύγουμε, η Έλλη μπήκε στο μαύρο σπορ BMW ενός ζευγαριού Ρουμάνων αντί για το δικό μου μαύρο Astra, με κίνδυνο να βρεθεί στο Βουκουρέστι αντί στην Κάτω Κορακιάνα. Φτάνοντας στην Παλαιοκαστρίτσα, η αφ’ υψηλού ομορφιά παραχώρησε στη θέση της για άλλη μία φορά στο αχόρταγο χωνευτήρι του τουρισμού. Rooms to let όλη η πλαγιά, ταβέρνες πάνω στο κύμα, ξαπλώστρες στα ελεύθερα από ταβέρνες κύματα και μια εξέδρα με καταστήματα τουριστικών ειδών. Φαίνεται ότι και τα «πιο όμορφα κορίτσια» της Παλαιοκαστρίτσας έχουν επιδοθεί στην μπίζνα του τουρισμού, όπως και ένα σεβαστό μέρος του ντόπιου πληθυσμού.


                Η κοντινή μας παραλία της Δασιάς ήταν πολύ ωραία. Λεπτό βότσαλο έξω και άμμος μέσα. Γεμάτη η θάλασσα με μεγάλα και μικρά ψάρια, έτοιμα να εφορμήσουν στα πασαλειμμένα με αντιηλιακά μπούτια των κολυμβητών. Από πάνω μας ο ορεινός όγκος του Παντοκράτορα με λίγα  χωριουδάκια στις πλαγιές του. Στην Άνω Κορακιάνα δεν πήγαμε. Πήγαμε όμως στο κέντρο της Κάτω Κορακιάνας. Ένα βράδυ, μετά από πολύωρο ταξίδι, δεν αντέχαμε άλλη διαδρομή με το αυτοκίνητο. Έτσι σύραμε τα βήματά μας μέχρι το κοντινό χωριό και καθίσαμε για φαγητό σε ένα μικρό εστιατόριο. Ελαφρώς κιτς ατμόσφαιρα (πρώτη η αίσθηση), λύση ανάγκης (δεύτερη η σκέψη), μακάρι να έχει κάτι της προκοπής (τρίτη η ευχή). Το εστιατόριο “Select” ξεπέρασε κάθε προσδοκία μας. Ο συμπαθέστατος εστιάτορας μας υποσχέθηκε φρέσκο σπιτικό φαγητό από τα χέρια της γυναίκας του και κράτησε την υπόσχεσή του. Με μουσική υπόκρουση κερκυραϊκές μαντολινάτες, μας σέρβιρε μοσχομυριστούς κολοκυθοκεφτέδες με κολοκύθια από τον κήπο του. Το φιλέτο κοτόπουλο που πήρα εγώ (φοβήθηκα να παραγγείλω κάτι μαγειρευτό) ήταν μαριναρισμένο με μυρωδικά, ζουμερό και μαλακό, με διαφορά το καλύτερο που έχω φάει. Τα κορίτσια μοιράστηκαν μια μακαρονάδα με κόκκινη σάλτσα που μοσχοβόλαγε. Για επιδόρπιο, μας κέρασε γλυκό περγαμόντο, φτιαγμένο κι αυτό από τη γυναίκα του. Στο τέλος του φαγητού ο κύριος Γρηγόρης άναψε τα φώτα στο υπόλοιπο του μαγαζιού, όπου από μια κληματαριά κρέμονταν δεκάδες χρηστικά αντικείμενα από τις αρχές του περασμένου αιώνα, κειμήλια από τη γιαγιά του. Γεωργικά εργαλεία, σίδερο με κάρβουνα, σίδερο που πύρωνε στη φωτιά, πριόνια, μια παλιά κιθάρα, μια ραπτομηχανή, ένα κράνος από την Κατοχή· ένα αυτοσχέδιο μικρό λαογραφικό Μουσείο στην αυλή ενός εστιατόριου στην Κάτω Κορακιάνα. Αυτές οι μικρές ανακαλύψεις σε απόσταση μισής ανάσας, που χρειάζεται να κοιτάξεις προσεκτικά και μάλλον στην Κέρκυρα, όπου τα κυρίαρχα χρώματα είναι αυτά που έχουν οι σημαίες των ξένων κρατών.
                Είδαμε και το Μον Ρεπό, το Κανόνι, το Ποντικονήσι με το εκκλησάκι του και την Παναγιά των Βλαχερνών. Τόσες εικόνες σε λίγες ημέρες και τόσες άλλες που μας ξέφυγαν μέσα στο τρέξιμο. Τριγυρίσαμε πολύ μέσα στα καντούνια, στο Καμπιέλο, στην πλατεία, στη Γαρίτσα. Δοκιμάσαμε και γαργαλιστικές νοστιμιές, σοφρίτο και μυζηθροκεφτέδες στην «Αίγλη», μπουρδέτο και τσιγαρέλι στον Θεοτόκη στη Γαρίτσα (ποτέ μην αγνοείς γαστριμαργική πρόταση από Θεσσαλονικιό), ήπιαμε και τσιτσιμπίρα.
                
        Η  πόλη της Κέρκυρας πρέπει να υπήρξε κούκλα στα νιάτα της. Αυτό μαρτυρούν κάποια παλιά αρχοντικά στη Γαρίτσα και στο κέντρο της πόλης, η βόλτα στη Σπιανάδα τις ήσυχες πρωινές ώρες, όταν οι τουρίστες ακόμα κοιμούνται, οι κεντρικοί δρόμοι της που παραπέμπουν σε ιταλικές μεγαλουπόλεις, η περιοχή του Παλαιού Κάστρου. «Η Πόλη περιλαμβάνει μερικά αξιόλογα οικοδομήματα κι ένα ευχάριστο πάρκο που ξεκουράζει, ψυχαγωγεί, διασκεδάζει το πνεύμα και αφαιρεί το αίσθημα των ταλαιπωριών της καθημερινής ζωής», έγραφε στην πραγματεία του «Η Κέρκυρα στις λεπτομέρειές της-Αρχές 19ου αιώνα» ο Εμμανουήλ Θεοτόκης, πολιτικός, μελετητής και συγγραφέας του 19ου αιώνα. Βρήκα το βιβλίο στο Μουσείο «Διονύσιος Σολωμός» που στεγάζει την Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών. Το διάβαζα καθώς κυκλοφορούσα μέσα στην πόλη. Έκλεινα τα μάτια μου και προσπαθούσα να φανταστώ την ομορφιά που είχαν καλύψει οι κακότεχνες εμπορικές επιγραφές. Δεν ξέρω, ίσως δεν πρόλαβα να τριγυρίσω αρκετά, αλλά αυτά που είδα μου προκάλεσαν ένα πνιγηρό αίσθημα δυσφορίας, έτσι ώστε με ανακούφιση έπαιρνα κάθε βράδυ το μονοπάτι της Κάτω Κορακιάνας, πνιγμένο στα δέντρα, με τα νυχτοπούλια να φωνάζουν και τη μυρωδιά του νοτισμένου από τη νυχτερινή υγρασία χώματος να μπαίνει από τα παράθυρα του αυτοκινήτου.
                Νησί γνήσιας ομορφιάς η Κέρκυρα, προικισμένη με εξαίσια φύση, παραλίες με κρυστάλλινα νερά, άλλες προσιτές για τον πολύ κόσμο και άλλες δύσβατες για τον ανήσυχο περιηγητή, ακρωτήρια και βραχοθάλασσες προς εξερεύνηση, κτήρια εξαιρετικής αρχιτεκτονικής και τόπους ιστορικής σημασίας. Δεν ξέρω γιατί μια τέτοια αρχόντισσα χρειάζεται να κάνει κονσομασιόν στους λαούς της γης, αντί να στέκει στο ύψος της και να τους προσελκύει με την αξιοπρέπεια και την καλλονή της. Ως συνολική αποτίμηση, εντυπωσιάστηκα με την Κέρκυρα· κυρίως όμως με τα ακατοίκητα κομμάτια της.