Σελίδες

25.5.13

Λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα

   
     ''Λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα" είχε χαρακτηρίσει ο Θεόδωρος Ορφανίδης, ποιητής ο ίδιος και εκδότης περιοδικών, την υποβληθείσα στον Βουτσιναίο Ποιητικό Διαγωνισμό του 1875 συλλογή Ερώτων Έπη, πρωτοεμφανιζόμενου δεκαεξάχρονου ποιητή που άκουγε στο όνομα Κωστής Παλαμάς. Ευτυχώς, ο νεαρός επίδοξος ποιητής δεν πτοήθηκε από την αυστηρή και με κάποια δόση ειρωνείας γνώμη του τότε καταξιωμένου ποιητή και κριτικού.
    Τα χρόνια πέρασαν, η Νεοελληνική Λογοτεχνία προχώρησε τις σελίδες της και ο Θεόδωρος Ορφανίδης έμεινε να μνημονεύεται με μόλις μία-δύο παραγράφους σε ακαδημαϊκά συγγράμματα αναφοράς, θεωρούμενος ως "μιμητής του Αλέξανδρου Σούτσου", με ποίηση χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία και χαμηλής ποιότητας. Αντίθετα, ο νεαρός ποιητής μετουσίωσε τα νεανικά του "στιχουργικά γυμνάσματα" σε ποίηση ρέουσα, άκρως επιδραστική και αειθαλή.
     Εξάλλου, για να γράφει ένας δεκαεξάχρονος στιχουργικά γυμνάσματα που παραπέμπουν σε "λογιώτατο γραμματικό", φαίνεται πως διαφέρει από τους συνομηλίκους του και προετοιμάζει κάτι ξεχωριστό στην ώριμη συνέχειά του. Όπως κι έγινε. Ο νεαρός δημιουργός των "ψυχρών στιχουργικών γυμνασμάτων" έγραψε αργότερα τον "Δωδεκάλογο του Γύφτου" και τη "Φλογέρα του Βασιλιά", έγινε εμβληματικός ποιητής και κορυφαία μορφή των Νεοελληνικών Γραμμάτων, υπήρξε σοβαρός διεκδικητής του βραβείου Νόμπελ το 1934 και υποψήφιος αρκετές φορές από το 1926 μέχρι το 1940, ενώ κατά τον Ρομέν Ρολάν ήταν "ο μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητής της Ευρώπης".
   Ο Παλαμάς έτυχε ευρείας καταξίωσης για το ποιητικό του έργο. Μάλιστα, στις 15 Οκτωβρίου 1897, διορίστηκε από τον τότε υπουργό Παιδείας Ανδρέα Παναγιωτόπουλο σε θέση γραμματέα του Πανεπιστημίου Αθηνών, γεγονός που αγκαλιάστηκε με εγκωμιαστικά σχόλια και ζωηρούς επαίνους από τον Τύπο. Ακόμα και σε αυτή την λαμπερή του περίοδο υπήρξαν αρνητικά σχόλια από ανθρώπους μάλλον απροσπέλαστους στη μαγεία της ποίησης. Λέγεται ότι όταν ο Παλαμάς παρουσιάστηκε να αναλάβει τη θέση του γραμματέα, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου Αλέξανδρος Κρασσάς του είπε: "Ελπίζω, κύριε Παλαμά, τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση, ότι θα παύσετε να γράφετε ποιήματα". Ευτυχώς για τα Νεοελληνικά Γράμματα, η ελπίδα του πρύτανη διαψεύστηκε και ο ποιητής συνέχισε να ακολουθεί το μονοπάτι της ψυχής του δίνοντας τα σημαντικότερα έργα του.
   Φαίνεται όμως ότι αυτό το πρώτο φιλολογικό "χαστούκι" που είχε δεχτεί ο ποιητής στην τρυφερή και ονειροπόλο εφηβεία του είχε αφήσει χνάρια ανθεκτικά, που τον ακολουθούσαν μέχρι την ώριμη περίοδό του. Μάλλον γι' αυτά κάνει μνεία στο ποίημα που ακολουθεί, κοιτάζοντας πια τον αυστηρό κριτικό της νεότητάς του αφ' υψηλού, σαν "πεζοδρόμο μιας έγνοιας", καθώς ο ίδιος ιππεύει με χάρη το άτι της ποίησής του, αυτό που θα τον οδηγούσε αργότερα στον έναστρο ουρανό της αιωνιότητας.

Στὸν ποιητὴ ποὺ ἔγινε κριτικός μου

Ὅ,τι κι ἂν κάμεις,
ὅπου νὰ δράμεις,
ἀπ᾿ ὅποιο γένος,
δικός μου ἢ ξένος,
τοῦ κάκου! Ἐμπρός σου
πάντα θὰ μ᾿ ἔχεις,
πίσω μου τρέχεις·
τὸ τρέξιμό σου
νὰ μὴν τὸ βιάζῃς
καὶ λαχανιάζεις.
Νὰ μὲ θυμᾶσαι,
τέτοιος ὁ νόμος:
ὁ πεζοδρόμος
μιᾶς ἔγνοιας θά ῾σαι
κ᾿ ἐγὼ μιᾶς χάρης
ὁ καβαλλάρης.
Κωστής Παλαμάς
Οἱ πεντασύλλαβοι, 1925
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 461

1.5.13

Σημειώσεις για τον Μεσαίωνα



       Μεγάλη Δευτέρα βράδυ, πρώτη ημέρα της εβδομάδας των Παθών του Κυρίου και πρώτη φορά που ένιωσα ότι θέλω να σπάσω στο ξύλο κάποιον, έναν άντρα, και μάλιστα άγνωστο. Ίσως είχε να κάνει με τις τρεις και κάτι ώρες του Αντρέι Ρουμπλιόφ στο Άστυ. Πρώτη φορά που κατάφερνα να δω την ταινία ολόκληρη σε σκοτεινή αίθουσα. Μέχρι τώρα είχα δει κομμάτια της ταινίας εξόριστα στις τηλεοπτικές ζώνες που απευθύνονται σε φαροφύλακες και πάσχοντες από οικογενή αϋπνία, ξεκινώντας με την ίδια θέληση κάθε φορά, από την αρχή μέχρι την άνευ όρων παράδοση στον ύπνο, στο μέσο κάποιας από τις πρώτες ιστορίες της ταινίας. Αυτή τη φορά, η ώρα της μοναδικής προβολής στον κινηματογράφο ήταν ώρα ενάργειας, δυνητικά ώρα μελέτης. Το φιλμ ξετυλιγόταν στο κινηματογραφικό πανί σημαδεμένο από τον χρόνο∙ χιλιάδες κουκίδες και γραμμές διέτρεχαν τα μιλιμέτρ του σελιλόιντ σαν μυοψίες σε μάτια υπερήλικα. Η αίθουσα με λίγο κόσμο. Όλοι το ίδιο αποφασισμένοι με μένα, εκτός από τις δύο ηλικιωμένες κυρίες που είχαν μπερδέψει την ώρα προβολής και πίστευαν ότι θα δουν τον Μάρλον Μπράντο στο  «Λεωφορείο ο Πόθος»∙ μάλλον δεν τις ικανοποίησε ο Ανατόλι Σολονίτσιν, αφού έφυγαν στα μισά του δεύτερου από τα τρία μέρη.
       Η ταινία είναι ένα σκηνοθετικό επίτευγμα. Οι επιμέρους ιστορίες του μοναχού αγιογράφου Αντρέι Ρουμπλιόφ με τους συντρόφους του, Δανιήλ και Κύριλλο, αποτελούν μόνο αφετηρίες για να δώσει ο Ταρκόφσκι μια αριστουργηματική αναπαράσταση της μεσαιωνικής Ρωσίας. Άγιοι και βάρβαροι, γελωτοποιοί και σαλοί, άρχοντες και δούλοι, όλοι κάνουν το πέρασμά  τους από την κατάλευκη από το χιόνι και ταυτόχρονα ζοφερή από τον Μεσαίωνα κινηματογραφική πραγματικότητα του σκηνοθέτη, με ηχητικό περίβλημα την υποβλητική μουσική του Βιατσεσλάφ Οφτσίνικοφ, κάπως να λειαίνει τις σκληρές, απάνθρωπες σκηνές της ταινίας. Ένιωσα τυχερή που δεν ζω στον Μεσαίωνα, έστω κι αν η εναλλακτική μου μοίρα ήταν τούτη εδώ η Ελλάδα της κρίσης.

       Γυρίζοντας με το μετρό λίγο μετά τα μεσάνυχτα, η θορυβώδης συζήτηση δύο νέων ανδρών με εμφανές πρόβλημα εξάρτησης από ουσίες μου φάνηκε δυστυχώς πολύ οικεία, καθόλου ενοχλητική, όπως πάντα όμως εξαιρετικά θλιβερή. Στην έξοδο από το μετρό, με κατεύθυνση προς τη στάση του τραμ, κατέβηκε μαζί μου ένας άντρας γύρω στα πενήντα. Σωματώδης, μεγάλη κοιλιά με οριζόντιες ρίγες λόγω της μπλούζας του, αθλητικά παπούτσια χωρίς άλλη ένδειξη σωματικής άσκησης∙ τουναντίον, ο άντρας βάδιζε περίεργα, σαν πλοίο που τραμπαλίζεται στο κύμα, και ξεφυσούσε ρυθμικά, εμφανώς-τουλάχιστον σε μένα-όχι από δύσπνοια, αλλά από κάποια άλλη διαταραχή της ψυχής ή της αντίληψης. Κρατούσε μια σακούλα με σουβλάκια και μπίρες. Δίπλα του βάδιζε ένα αγόρι γύρω στα δώδεκα, κι αυτό με το ίδιο περίεργο βάδισμα, χωρίς το αντίστοιχο ξεφύσημα, αλλά με μια σακούλα με σουβλάκια και γκαζόζες, παιδική μάλλον version της σακούλας του μπαμπά. Καθώς η εικόνα πατέρα και γιου πήρε να ξεμακραίνει, είδα δίπλα μου να περπατάει μόνο του ένα μικρό κορίτσι. Ήταν δεν ήταν δέκα χρονών, με μαλλί κοντό κακοκουρεμένο, φούξια μπλούζα και μπλε παντελόνι κι ένα τενεκεδάκι με γκαζόζα στο χέρι. Περπατούσε τρικλίζοντας, σαν μεθυσμένο ή σαν να είχε κάποιου είδους διαταραχή βάδισης. Προς στιγμήν σκέφτηκα να τη ρωτήσω αν έχει χαθεί, αν χρειάζεται κάτι. Όμως το κοριτσάκι επιτάχυνε το σχεδόν αθετωσικό βάδισμά του μέχρι που έφτασε τον πατέρα με τον γιο∙ κατάλαβα ότι εκείνη ήταν η κόρη και πήρε να συμπληρώνεται στο μυαλό μου η περίεργη οικογένεια.
       Το τραμ θα ερχόταν σε δεκαεπτά λεπτά. Έβγαλα τη Βιρτζίνια Γουλφ, αλλά δεν πρόλαβα να γυρίσω στη σελίδα που είχα μείνει. Την προσοχή μου τράβηξε η αγριοφωνάρα του πατέρα που μάλωνε το αγόρι. Η ομιλία του ήταν τραχιά, οι φράσεις κοφτές, η προφορά καθαρά ελληνική, προς αποφυγή λανθασμένων συνειρμών. Μαλακισμένο, θα σε γαμήσω, μουνί της θείας σου, ηλίθιο, θα πάρεις τ’ αρχίδια μου, θα σου κλάσω τ’ αρχίδια. Δεν συνηθίζω να γράφω χυδαιολογήματα, μάλιστα ίσως οι ιστορίες μου να είναι λεκτικά σχεδόν αποστειρωμένες∙ όμως αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου και άκουγαν τα αυτιά μου μόνο με τις πραγματικές λέξεις μπορεί να περιγραφεί. Το αγόρι απαντούσε κι αυτό, δεν μπορούσα να ακούσω πώς, και τότε ο πατέρας τού έδινε μπάτσους, ή τουλάχιστο προσπαθούσε να του δώσει, γιατί ο μικρός του ξέφευγε. Κάποια στιγμή, μετακινήθηκαν και οι τρεις και στάθηκαν μπροστά από τη βιτρίνα ενός κινέζικου καταστήματος με ρούχα. Το κοριτσάκι σταμάτησε να πίνει τη γκαζόζα του και κάτι σχολίασε. Αντί για απάντηση, ο πατέρας της κατάφερε με την ανάστροφη της παλάμης του ένα γερό χτύπημα κατακέφαλα∙ η μικρή προς στιγμήν κλονίστηκε, αλλά δεν έπεσε∙ της έπεσε όμως το κουτάκι με τη γκαζόζα, που κατρακύλησε στο πεζοδρόμιο διανύοντας μερικά μέτρα, με τη γκαζόζα να ρέει από το στόμιο. «Άντε να χαθείς ηλίθιο! Μαλακισμένο! Το μουνί της μάνας που σε έβγαλε! Πάρτο από κάτω. Πιες το, δεν έχει τίποτα». Το κοριτσάκι, μισοκλαίγοντας, μισογελώντας, πήρε το κουτάκι της γκαζόζας από κάτω και συνέχισε να πίνει.
        Έβραζα. Νόμισα ότι θα τον σκοτώσω. Είπα να καλέσω την Αστυνομία. Δεν ήμουν σίγουρη όμως. Δεν ήξερα αν νομικά έχω το δικαίωμα να καταγγείλω κάτι τέτοιο, αν πρέπει να υπάρχουν άλλοι μάρτυρες, αν θα θέλουν να έρθουν άλλοι μάρτυρες. Δεν είδα και κανέναν άλλο από τους παρευρισκόμενους να αντιδρά. Όλες οι καταραμένες συμβάσεις της πολιτισμένης κοινωνίας. Αν ήμουν άντρας στον Μεσαίωνα θα του είχα καρφώσει ένα ξίφος στην καρδιά, ή καλύτερα πάνω από το στέρνο, στη σφαγή, όπως λέγεται ανατομικά το σημείο. Θα τον είχα σφάξει. Και μετά θα έπαιρνα το άλογό μου και θα εξαφανιζόμουν. Αντί γι’ αυτό, ήρθε το τραμ. Μπήκαμε όλοι μέσα, κι εγώ, και το κτήνος με τα παιδάκια, και το ερωτευμένο ζευγαράκι, και ο ψηλόλιγνος ιερέας. Καθίσαμε στις θέσεις μας. Πολύ μακριά από το κτήνος εγώ. Τον παρατηρούσα όμως. Ευτυχώς είχε σταματήσει να μιλάει, αν βέβαια ο λόγος του εμπίπτει στο φάσμα της ανθρώπινης ομιλίας. Κατέβηκαν στην ίδια στάση με μένα. Κατευθύνθηκαν αντίθετα, με το ίδιο ανισόρροπο βάδισμα και οι τρεις. Θα τους περιμένει στο σπίτι η μαμά, σκέφτηκα πικρόχολα. Να ρίξουν μερικές μπουνιές και οι δυο μαζί στα «ηλίθια», να τα βάλουν στο κρεβάτι να «ψοφήσουν» και μετά αυτός να της ρίξει δυο ανάποδες μέχρις ότου εκείνη πειστεί να του δώσει το «μουνί» της για καληνύχτα.
        Κτηνώδεις καταστάσεις της διπλανής πόρτας. Μην πάμε μακριά, στον Μεσαίωνα και στους βαρβάρους∙ εξάλλου οι άνθρωποι αυτοί «ήσαν μια κάποια λύσις». Ο Μεσαίωνας της διπλανής πόρτας δεν ξεβρωμίζει τόσο εύκολα∙ σκοντάφτει σε νομικά πλαίσια, διατυπώσεις, γραφειοκρατικές διαδικασίες με προοπτική διεκπεραίωσης που υπερβαίνει τη μέση διάρκεια της ανθρώπινης ζωής. Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα, και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.