Σελίδες

30.12.12

Σημειώσεις στο τέλος της χρονιάς και της λίστας


Όλοι περηφανευόμαστε και χαιρόμαστε στη σκέψη ότι είμαστε μοναδικοί, αλλά τελικά φοβάμαι ότι η αστυνομία έχει δίκιο: μόνο τα δακτυλικά αποτυπώματα μας ξεχωρίζουν.
DAVID SEDARIS

"Η λίστα «μίλησε» και δείχνει τον Γ. Παπακωνσταντίνου". Αδιαπραγμάτευτος ο τίτλος της εφημερίδας. "Έκπληξη, οργή και απορία". Ο υπότιτλος. Όχι έκπληξη, ούτε απορία. Ποιος είχε αμφιβολία; Το όνομα έλειπε, αλλά άραγε είναι μόνο αυτό; Η μόνη ίσως απορία. Ούτε οργή∙ έγινε συνήθεια κι αυτή. Όταν βρίσκονται συνεχώς σε κατάσταση διέγερσης, οι υποδοχείς του συναισθήματος εξοικειώνονται, γίνονται ανθεκτικοί. Τουλάχιστον φαίνεται να τέλειωσε ή να τελειώνει κάπου εδώ το παιχνίδι με τη λίστα. Έφτασε να θυμίζει κρυφτό ή εκείνο το άλλο παιχνίδι με το δαχτυλίδι («πού’ντο-πού’ντο…») ή και την κάλπικη λίρα που γυρνάει από χέρι σε χέρι. Προανακριτική επιτροπή, ειδικό δικαστήριο, να κάτι όροι από το παρελθόν ξανά στην επικαιρότητα. Ήμουν νέα και έγινα μεσόκοπη.
Βαίνουμε, φαίνεται, ολοταχώς προς μια διαδικασία κάθαρσης. Το είδε κι ο Θεός των μικρών χωρών και βρέχει συνεχώς, μερόνυχτα ολόκληρα∙ μια βροχή ποτιστική, καθαρτική, να πλυθούν όλα τα πεζοδρόμια από τις ακαθαρσίες∙ γιατί η ζωή στα χρόνια της ευημερίας ήταν ναρκοθετημένη από περιττώματα σκύλων, τουλάχιστον στις μεγάλες πόλεις.
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα της κάθαρσης παρασύρθηκα κι εγώ να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη μου∙ κάτι που της όφειλα καιρό και που όλο ανέβαλλα. Τώρα που όλα θα τακτοποιηθούν στο δημόσιο βίο, δεν πρέπει ο ιδιωτικός να τελεί σε κατάσταση χάους. Με ηχητική επένδυση από το καθιστικό τα δελτία ειδήσεων και με τα ονόματα Παπακωνσταντίνου (εξάδελφος και εξαδέλφες), Βενιζέλος, Λαγκάρντ, Κουβέλης, Σαμαράς να ηχούν diminuendo αντικαθιστάμενα προοδευτικά από άλλα ανεκτίμητα, ασημωμένα με την πατίνα του λογοτεχνικού χρόνου, άρχισα να κατεβάζω τόμους από τα ράφια.
Χαμός γινόταν. Τέτοια ανακατωσούρα ούτε σε παζάρι βιβλίων. Όπου χωρούσαν τα είχα τρυπώσει τα βιβλία. Ο Παπαδιαμάντης δίπλα στον Ζενέ∙ η δικιά μας γενιά του ’30 πλάι με τους Ρώσους∙ οι ποιητές, Έλληνες και ξένοι, στριμωγμένοι σε ένα ράφι∙ η Ζακλίν ντε Ρομιγί μέσα στους Αμερικανούς (τα Ρόδα της μοναξιάς της μόνο μοναξιά δεν θα μπορούσαν να ισχυριστούν). Βρήκα βιβλία που δεν θυμόμουν ότι είχα αγοράσει: μικρές νουβέλες του Μποντλέρ, του Ντιντερό και του Φλομπέρ, τον Φουέντες που νόμιζα ότι είχα χάσει. Βρήκα και βιβλία διπλά: τα Σταφύλια της οργής, την Πλωτή πόλη της Μάρως Δούκα. Και στα έξω ράφια όλα τα πρόσφατα αποκτήματά μου: Βαλτινός, ένας ακόμα Ζέμπαλντ, το Γλωσσικό πλέγμα του Paul Celan, η καινούρια συλλογή του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου, βιογραφίες (Κάφκα, Μπόρχες, Πηνελόπη Δέλτα, Βιρτζίνια Γουλφ). Μερικά βιβλία είχαν αρκετή σκόνη, σημάδι ότι κάθονταν ανενόχλητα πολύ καιρό στα ράφια. So many books, so little time. Είμαι αχόρταγη στα βιβλία. Οι μόνες αγορές που δεν έχω καταφέρει να περιορίσω.
Πάντως έκανα καλή δουλειά. Έλαμψαν οι συγγραφείς μου. Οι Ρώσοι στη βάση, όλοι μαζί για "ντόμπρι ντιεν"∙ από πάνω τους οι Έλληνες πεζογράφοι πριν το ’30∙ πιο ψηλά οι Γάλλοι∙ δίπλα οι αγγλόφωνοι, χώρια οι Άγγλοι από τους Αμερικανούς∙ πιο πάνω Γερμανόφωνοι. Στη συνέχεια οι Έλληνες μετά το ’30 και οι νεότεροι Έλληνες πεζογράφοι. Οι ποιητές σε δύο ράφια, ξεχωριστά οι Έλληνες από τους ξένους, με αλφαβητική σειρά το κάθε ράφι∙ βρήκε ο Καβάφης τον Κάλα, τον Καρούζο και τον Καρυωτάκη και τα λένε∙ η Κική πάντα δίπλα στον Άθω∙ κι ο Χιόνης στέκεται δίπλα στη Μυθολογία του Μάνου και στη Μάτση Χατζηλαζάρου, ενώ ο Εμπειρίκος μακριά της, δίπλα στον Οδυσσέα. Τι παιχνίδια παίζουν αυτές οι λίστες, έστω κι όταν είναι απλώς αλφαβητικές… Το πιο αγαπημένο μου ράφι παρέμεινε σχεδόν απείραχτο, στο κέντρο της βιβλιοθήκης, στο ύψος των ματιών. Είναι ένα ράφι με βιβλία για τα βιβλία, δηλαδή βιβλία με βιβλιοφιλικό περιεχόμενο (πώς γράφουν οι συγγραφείς, πώς διαβάζουν οι αναγνώστες, πώς νιώθουν τα ίδια τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες). Τελειώνοντας χθες αργά το απόγευμα, επιθεώρησα πολλές φορές τη βιβλιοθήκη μου καμαρώνοντας τη νέα τάξη βιβλίων.
Σήμερα ξύπνησα με την ελπίδα μιας μέρας τουλάχιστον στεγνής, έστω και ανήλιαγης. Όμως η ίδια βροχή πέφτει αδιάκοπα∙ ούτε στη Σκωτία να ήμαστε. Βγήκα μια μικρή βόλτα στο κέντρο∙ η Διονυσίου Αρεοπαγίτου με ελάχιστο κόσμο, η Πανεπιστημίου και η Σταδίου μουδιασμένες∙ οι περαστικοί χωρίς πολλές σακούλες στα χέρια, τα ζευγάρια κρατώντας το χέρι ο ένας του άλλου, οι άστεγοι στη θέση τους κουκουλωμένοι. Ο «Ιανός» κλειστός∙ απέξω εργαζόμενοι με πανό∙ απεργία. Μπήκα στον Παπασωτηρίου για κάτι τελευταία δωράκια. Εννοείται ότι δεν συγκρατήθηκα (τώρα που έκανα και χώρο στα ράφια)∙ μου πήρα τον Εξώστη του Καχτίτση, τον Ντοστογέφσκι του Κωστή Παπαγιώργη  και ένα βιβλιαράκι με μια νουβέλα του David Sedaris, τα Ημερολόγια από τη Χώρα των Χριστουγέννων.
Γύρισα σπίτι μούσκεμα∙ η τελευταία βροχή του 2012, τουλάχιστον για μένα, αφού αύριο θα είμαι όλη την ημέρα στο νοσοκομείο. Μου έκανε ο Στέλιος έναν ωραίο ζεστό καφέ και διάβασα μονορούφι τον Sedaris. Ένας τριαντατριάχρονος επίδοξος σεναριογράφος προσλαμβάνεται να κάνει το ξωτικό στη Χριστουγεννιάτικη Πολιτεία ενός μεγάλου πολυκαταστήματος. Ογδόντα περίπου σελίδες μικρού σχήματος μονορούφι∙ περίσσεψε και καφές. Γραφή ανάλαφρη και ταυτόχρονα νευρώδης, καυστική και χιουμοριστική∙ θα αναζητήσω και τα άλλα του βιβλία.
Τέλος χρόνου λοιπόν∙τελευταία τούτη η ανάρτηση για το 2012.  Πολλές ευχές για μια ευτυχισμένη καινούρια χρονιά με λιγότερα προβλήματα και περισσότερες λύσεις…
 

28.12.12

Τέλος χρόνου (Ο Ανδρέας της Μαρίας)

          Λίγο πριν τελειώσει τούτη η χρονιά, παίξαμε με τη Χλόη Κουτσουμπέλη τη ζωή ενός άνδρα, όχι στα ζάρια, αλλά στις λέξεις. Ο Ανδρέας γεννήθηκε στο μυαλό μου ένα βροχερό πρωινό ανήμερα της γιορτής του και περπάτησε για ένα μήνα σπρωγμένος πότε από τη Χλόη, πότε από μένα, προς μια καινούρια ζωή ή έστω τη δική του ανανεωμένη. Τελικά βρήκε δύο ζωές, μάλλον καλύτερες από τη μία που είχε πριν. Έτσι, ανεξάρτητα από την όποια λογοτεχνική αξία του πειράματος αυτού, η Χλόη κι εγώ περάσαμε καλά για ένα μήνα και ο Ανδρέας θα περάσει καλά για μια ζωήτουλάχιστον στο χέρι του είναι από δω και μπρος...
 
 
Ο τελευταίος μήνας της  χρονιάς μπήκε στη ζωή του Ανδρέα με ένα βροχερό, συνοφρυωμένο πρωινό Σαββάτου. Όρθιος μπροστά στη μπαλκονόπορτα του υπνοδωματίου, με τραβηγμένη τη λεπτή κρεμ κουρτίνα, κοίταζε αφηρημένα ένα μελαψό άνδρα που έψαχνε τα σκουπίδια στον κάδο του απέναντι πεζοδρομίου. Ο Ανδρέας έμενε στον πρώτο όροφο∙  αμετακίνητη επιλογή όλα τα χρόνια∙ να μπορεί να βλέπει τους ανθρώπους κάτω στον δρόμο.
Γιατί ο Ανδρέας ζούσε στην αχνή εκείνη χώρα ανάμεσα στη ζωή και στη μη ζωή που κάποιοι αποκαλούν φαντασία. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι ο Ανδρέας ήταν συγγραφέας. Όχι,  τίποτε τέτοιο.  Δεν είχε κανένα απολύτως καλλιτεχνικό ενδιαφέρον,  ζωγράφιζε παιδικά, τραγουδούσε παράφωνα, έγραφε περιληπτικά και ελλειπτικά. Απλώς, ο Ανδρέας ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Ναι, υπήρχε το περίγραμμα και όλα τα όργανα που λειτουργούσαν τέλεια συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια ακόμα και το περίγραμμά του ατονούσε, έτσι ώστε πολλές φορές δεν έβγαινε καθόλου στις φωτογραφίες ή το είδωλό του χανόταν στους καθρέφτες. Ακόμα και ο τρόπος  που κινιόταν στον χώρο δεν έμοιαζε με των υπολοίπων ανθρώπων. Έμοιαζε να ρέει, να κινείται μέσα σε υδράργυρο, αθόρυβα, όπως κάτι βρόχινο ή κάτι ανθισμένο.
Είχε γίνει πια σχεδόν αόρατος. Οι αυτόματες πόρτες δεν άνοιγαν στο πέρασμά του∙ περίμενε πάντα κάποιον άλλο να μπει ή να βγει, για να κάνει κι εκείνος τη δουλειά του. Στο εστιατόριο έπρεπε να φωνάξει πολλές φορές για να του πάρουν παραγγελία. Όταν έμπαινε στο λεωφορείο, έπρεπε να γλιστρήσει με το πλάι ανάμεσα στους επιβάτες  που στέκονταν μπροστά στην πόρτα∙ κανείς δεν παραμέριζε για να τον αφήσει να μπει. Πιο παλιά, αυτή η κατάσταση ανάμεσα στη ζωή και στη μη ζωή τον ενοχλούσε. Με τον καιρό όμως έμαθε αρχικά να την ανέχεται και αργότερα σχεδόν να την επιζητεί.

Επόμενο ήταν να είναι μοναχικός∙ δεν είχε φίλους, ούτε σχέση. Οι γονείς του δεν ζούσαν εδώ και αρκετά χρόνια, ούτε του είχαν αφήσει αδέλφια. Οι λιγοστοί συγγενείς που τον θυμούνταν κάθε χρόνο στη γιορτή του ήταν «οι δικοί του». Η μοναδική διέξοδος του Ανδρέα ήταν το διάβασμα, κι αυτό κατά διαστήματα, όποτε του ερχόταν η όρεξη. Όμως εδώ και κάμποσους μήνες, ο Ανδρέας είχε βρει ένα καινούριο ενδιαφέρον στη σχεδόν ανυπόστατη ζωή του∙ κάτι που τον είχε ταρακουνήσει, τον είχε αλλάξει. Έβλεπε τα πάντα με άλλο μάτι∙ ακόμα κι αυτός ο Πακιστανός που έψαχνε τα σκουπίδια, του φαινόταν  τώρα συμπαθητικός. Σαν να άκουσε τη σκέψη του, ο νεαρός άνδρας σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Ο Ανδρέας τράβηξε βιαστικά την κουρτίνα, προλαβαίνοντας την άκρη ενός κατάλευκου χαμόγελου που  αυλάκωσε το μελαψό πρόσωπο του Πακιστανού. (Πώς στο καλό διατηρούσαν τόσο λευκά τα δόντια τους, ενώ σχεδόν δεν είχαν να φάνε;  Μάλλον θα του έμενε η απορία).
Η αιτία αυτής της αλλαγής ήταν ένας μικρός κάκτος. Του τον δώρισε η γειτόνισσα του όταν έφευγε από το διπλανό διαμέρισμα, επειδή η πολυκατοικία μάζεψε υπογραφές εναντίον της. Έκανε φασαρία και πρόσβαλλε τα χρηστά ήθη των ενοίκων, που σοκάρονταν από τους αναστεναγμούς και τα βογγητά της όταν έκανε έρωτα. Ο Ανδρέας δεν είχε καμία σχέση μαζί της, όπως δεν είχε σχέση πραγματικά με κανέναν. Πολλές φορές μάλιστα διασταυρώνονταν μπροστά στο ασανσέρ και αυτή κοιτούσε τον διακόπτη πάνω από το κεφάλι του σαν να μην υπήρχε καν μπροστά της. Ούτε όμως είχε βάλει την υπογραφή του στο κείμενο της έξωσης. Αυτό δεν προϋπέθετε κανέναν ηρωισμό, μια και του ζητήθηκε τόσο αόριστα και συγκεχυμένα, ώστε δεν ήταν καν απαραίτητο. Οι άλλοι ένοικοι εξάλλου σπάνια του απεύθυναν τον λόγο και αυτό μόνο όταν έπρεπε να εισπράξουν τα κοινόχρηστα.
Έτσι, εκείνη τη βροχερή μέρα που άλλαξε η ζωή του Ανδρέα, η Ζοζεφίνα, η γειτόνισσα του διπλανού διαμερίσματος  χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του. Ήταν μια μελαψή γυναίκα, με τεράστια μαύρα μάτια και ένα σώμα που θύμιζε τη γεωγραφία της ηπείρου της, γεμάτο βουνά και καταρράκτες και ερήμους και στέπες και ζούγκλες. Μύριζε γη και κόκκινο ήλιο. Κρατούσε στα χέρια της τον κάκτο για να του τον δώσει. Δεν τον χρειάζεται πια του είπε, είναι το μόνο λουλούδι που είχε και δεν θέλει να τον πάρει μαζί, γιατί γυρνάει στην πατρίδα της.

Χωρίς να το καταλάβει , ο Ανδρέας την τράβηξε μέσα. Έκαναν έρωτα στο πάτωμα και ύστερα σε κάθε κρεβάτι και καναπέ του σπιτιού. Το σώμα της άνθιζε και μπουμπούκιαζε, οι αναστεναγμοί της έκαναν τους τοίχους να τρίζουν, οι ένοικοι έκλειναν τα αυτιά τους τρομαγμένοι, κάποιος κάλεσε την αστυνομία, ο διαχειριστής κατέβηκε και χτυπούσε την πόρτα, αλλά ο Ανδρέας και η Ζοζεφίνα συνέχισαν να κάνουν έρωτα απεγνωσμένα, σπαρακτικά, χωρίς τέλος, χωρίς όρια. Ύστερα η Ζοζεφίνα σηκώθηκε, έστρωσε τα ρούχα της και έφυγε έξω από το διαμέρισμα και τη ζωή του Ανδρέα αφήνοντάς του μόνο τον κάκτο και την περιφρόνηση των γειτόνων του.
Ο κάκτος άλλαξε τη ζωή του Ανδρέα∙ ή μάλλον άλλαξε τον τρόπο που ο Ανδρέας έβλεπε μέχρι τότε τη ζωή του. Τις πρώτες μέρες, καθόταν με τις ώρες και χάζευε τα γυαλιστερά αγκαθωτά κλαδάκια του κάκτου, της «Ζοζεφίνας»-όπως την ονόμασε από την πρώτη στιγμή. Μέχρι τη Ζοζεφίνα, οι μόνοι κάκτοι στο μυαλό του Ανδρέα ήταν νοερές εικόνες από τα εικονογραφημένα γουέστερν της παιδικής του ηλικίας∙ συνήθως είχαν τρία κλαδιά, γεμάτα μεγάλα αγκάθια∙ αλίμονο στον καουμπόη ή Ινδιάνο που, κυνηγημένος από τον αντίπαλο, θα έπεφτε με ορμή επάνω τους. Όμως, η Ζοζεφίνα του ήταν αλλιώς. Είχε πολλά στρογγυλά κλαδάκια με τρυφερά μικρά αγκάθια σαν χνούδι. Ο Ανδρέας τα χάιδευε απαλά και του φαινόταν σαν να άγγιζε το στιλπνό, σοκολατένιο δέρμα της Ζοζεφίνας-γυναίκας.
Ο Ανδρέας δούλευε ως λογιστής σε μια μικρή εταιρεία εισαγωγής ελαστικών. Το γραφείο του ήταν μικρό, αλλά είχε ένα φωτεινό παράθυρο, απ’ όπου ο Ανδρέας έβλεπε την κίνηση στον δρόμο. Απέναντι από το κτήριο της εταιρείας, ήταν ένα βιβλιοπωλείο, ένα καθαριστήριο και ένα ανθοπωλείο. Ποτέ ο Ανδρέας μέχρι τώρα δεν είχε μπει σε κάποιο από αυτά. Βιβλία αγόραζε σπάνια, τα ρούχα του τα έπλενε όλα στο πλυντήριο και λουλούδια δεν είχε στείλει ποτέ σε κανέναν.
 
 Όμως, μια  Δευτέρα πρωί, δέκα μέρες μετά από εκείνο το απρόσμενο Σάββατο, ο Ανδρέας παρατήρησε έντρομος ότι ένα από τα κλαδάκια της Ζοζεφίνας είχε χάσει τα περισσότερα αγκαθάκια του. Εκείνο το πρωινό, ο Ανδρέας πήγε πιο νωρίς στη δουλειά, κρατώντας στα χέρια του τον κάκτο. Χαιρέτισε βιαστικά τον θυρωρό και ανέβηκε με τις σκάλες στον δεύτερο όροφο, όπου ήταν τα γραφεία της εταιρείας. Δεν ήταν κανένας άλλος ακόμα εκεί, εξάλλου η δουλειά δεν άρχιζε πριν από τις εννιάμισι. Άφησε την τσάντα του στην καρέκλα του γραφείου του και κατέβηκε ξανά τις σκάλες με τη Ζοζεφίνα στην αγκαλιά του. Ξαναχαιρέτισε τον θυρωρό, ο οποίος τον κοίταξε με απορία. Βγήκε στον δρόμο και κατευθύνθηκε με βιαστικό βήμα στο ανθοπωλείο. «H Ανθοδέσμη. Άνθη-Φυτά» έγραφε η ταμπέλα πάνω από την πόρτα. Τόσα χρόνια ο Ανδρέας αγνοούσε το όνομα αυτού του μικρού ανθοπωλείου. Στο άνοιγμα της πόρτας, ένα καμπανάκι ήχησε σχεδόν παιχνιδιάρικα. Πίσω από τον πάγκο κυριολεκτικά αναδύθηκε (προφανώς ήταν σκυμμένος) ένας ηλικιωμένος άνδρας με πυκνά κατάλευκα μαλλιά και γυαλιά πρεσβυωπίας.
«Καλημέρα», είπε ο Ανδρέας ντροπαλά.
«Άργησες», είπε ο άνδρας με τα λευκά μαλλιά. «Μπορείς να με αποκαλείς Νώε, έτσι με αποκαλούν όλα τα φυτά μου». Και γέλασε με ένα γέλιο σαν σοκολατάκι με λικέρ όχι ακριβώς θορυβώδες αλλά με μια κρυφή φούσκα ευθυμίας μέσα του που ήταν έτοιμη να σκάσει.
«Άργησα;» ρώτησε απορημένα ο Ανδρέας και συμβουλεύτηκε έντρομος το ρολόι του. «Μα είναι ακόμα εννέα το πρωί!».
«Ναι, σε περίμενα εδώ και πολλά χρόνια, αν και ο χρόνος είναι σχετικός για μας τους αιωνόβιους», γέλασε πάλι ο Νώε και χτύπησε τον Ανδρέα στην πλάτη. Και τότε κοίταξε τη Ζοζεφίνα και η έκφρασή του άλλαξε εντελώς. Τα φρύδια του έσμιξαν απότομα  σαν δύο σύννεφα που ενώνονται σε έναν κεραυνό, το πρόσωπό του σοβάρεψε και βαθιές ρυτίδες άρχισαν να χαράζονται επάνω του.
«Ω, είπε συγκινημένος. Ω, αδελφή μου», φώναξε ο Νώε και πήρε τη Ζοζεφίνα από τα χέρια του Ανδρέα. Την έβαλε κοντά στο στόμα του και άρχισε να της ψιθυρίζει τρυφερά λέξεις σε μια περίεργη αρχαία γλώσσα που ο Ανδρέας δεν καταλάβαινε. «Είναι παχύφυτο»,  είπε στον Ανδρέα. «Ανήκει στην οικογένεια των κάκτων, αλλά είναι τελείως ξεχωριστή. Μου είπε ότι τη λένε Ζοζεφίνα. Να την προσέχεις σαν τα μάτια σου. Βλέπω ότι την παραμέλησες», πρόσθεσε άγρια και πήγε τη Ζοζεφίνα σε ένα μεγάλο χειρουργικό τραπέζι στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Μιλώντας της πάντα πολύ τρυφερά, έδεσε με έναν επίδεσμο το κλαδάκι που είχε σπάσει και ύστερα την ψέκασε με ένα υγρό που μύριζε ανησυχητικά λιβάνι. «Αυτό θα της κάνει καλό»,  είπε μάλλον αφηρημένα. Τώρα ήταν πάλι ο άνδρας με τα λευκά μαλλιά που είχε πρωτοδεί ο Ανδρέας όταν μπήκε στο μαγαζί. Σε πενήντα μέρες από τώρα, είπε ο Νώε στον Ανδρέα, θα βγάλει ένα πανέμορφο μωβ λουλούδι. Τότε θα μου την ξαναφέρεις. Είναι ταγμένη βλέπεις. Για τον Σκοπό».
Ο Ανδρέας πήρε τη Ζοζεφίνα και βγήκε έξω στον δρόμο. Ένιωθε ζαλισμένος και τρέκλιζε σχεδόν. Όταν έφτασε στο γραφείο όμως, δοκίμασε μια άλλη δυσάρεστη έκπληξη. Στην πολυθρόνα του γραφείου του βρήκε στρογγυλοκαθισμένο ένα νεαρό άνδρα με γυαλιά με κόκκινο σκελετό και υπεροπτικό χαμόγελο. Είχε απλωμένα τα χέρια του με άνεση πάνω στα μπράτσα της πολυθρόνας ανάμεσα στα δάχτυλα του δεξιού του χεριού άχνιζε ένα αναμμένο τσιγάρο. Ο Ανδρέας, κρατώντας τη Ζοζεφίνα με χέρια που έτρεμαν, τον κοίταζε με πραγματική απορία.
«Συγγνώμη, κύριε… Εδώ είναι το γραφείο μου», κατάφερε να ψελλίσει.
«Ήταν το γραφείο σας, δεν διαφωνώ», του απάντησε ο άνδρας πλαταίνοντας το χαμόγελό του, που εκτός από αλαζονικό αποδείχτηκε και ενοχλητικά λευκό. «Από σήμερα είναι το δικό μου. Θα σας ενημερώσουν στη Διεύθυνση».
Ο Ανδρέας έκανε μεταβολή, βγήκε από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Διευθυντή. Βρήκε μόνο τη γραμματέα του μπροστά σε ένα στρογγυλό καθρεφτάκι να διορθώνει το μακιγιάζ της. Ναι, τον είχαν μετακινήσει στα γραφεία του υπογείου, του απάντησε, κρατώντας σταθερά ανοιχτά τα μάτια της, καθώς άπλωνε με επιδέξιες κινήσεις τη μάσκαρα στις βλεφαρίδες της. Ο αντιπαθητικός τύπος με τα κόκκινα γυαλιά ήταν ο καινούριος διευθυντής πωλήσεων της εταιρείας. Είχε «περγαμηνές πολλών καρατίων» και είχε προσληφθεί με την ελπίδα να δώσει νέα ώθηση στην εταιρεία. Ο Ανδρέας ένιωθε εντελώς μπερδεμένος δεν είχε ξανακούσει να μετράνε τις περγαμηνές με καράτια.
Με τη Ζοζεφίνα στα χέρια σαν μωρό, κατέβηκε τη μικρή σκάλα για το υπόγειο και προχώρησε στον μακρύ διάδρομο μέχρι τέλους τελευταία πόρτα δεξιά ήταν το γραφείο του, του είχε πει η γραμματέας. Ήταν ένα μικρό, σκοτεινό δωμάτιο που μύριζε κλεισούρα. Στη μέση του υπήρχε ένα τετράγωνο γραφείο με μια μαύρη πολυθρόνα. Πάνω στο γραφείο κάποιος είχε προλάβει να ακουμπήσει μια στοίβα με όλα τα χαρτιά του Ανδρέα και την αγαπημένη του κούπα με τον Σούπερμαν. Ο Ανδρέας σαν να έβλεπε μπροστά του τον αλαζονικό τύπο με τα κόκκινα γυαλιά να ακουμπά την κούπα στο γραφείο, με το χαμόγελό του να έχει γίνει από υπεροπτικό εντελώς κοροϊδευτικό. Ο Ανδρέας ακούμπησε τρυφερά τον κάκτο πάνω στο γραφείο και έπιασε να τακτοποιεί τα χαρτιά του στα συρτάρια.
Ολόκληρη την υπόλοιπη μέρα ήταν εντελώς ζαλισμένος. Σαν να είχε κατεβεί στο λιμάνι μετά από πολύωρο ταξίδι με πλοίο σε τρικυμία. Δεν τον χώραγε ο τόπος δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτα. Το μεσημέρι, έφυγε  βιαστικός με τη Ζοζεφίνα στα χέρια, χωρίς να βεβαιωθεί ότι είχε αφήσει το γραφείο του τακτοποιημένο, κάτι που έκανε πάντα.
 
Βγαίνοντας στον δρόμο, το κρύο αεράκι τον ανακούφισε προσωρινά. Οι δρόμοι ήταν ήδη στολισμένοι για τα Χριστούγεννα. Ο Ανδρέας αγκάλιασε προστατευτικά τη Ζοζεφίνα. Ο άνδρας με τα λευκά μαλλιά του είχε πει να μην την αφήνει εκτεθειμένη στο κρύο, στον αέρα και στη βροχή, τουλάχιστον για τις πενήντα μέρες που χρειαζόταν να αναρρώσει εντελώς.
Μόλις έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικία του, άνοιξε το γραμματοκιβώτιο∙ μόνο μια διαφημιστική συσκευασία με στιγμιαία σούπα λαχανικών. Ανέβηκε με τα πόδια στο διαμέρισμά του και μπήκε κατευθείαν στο λουτρό. Ένα ζεστό μπάνιο ήταν αυτό που χρειαζόταν. Άνοιξε το νερό και το ένιωσε να κυλάει αναζωογονητικά πάνω στο χαλαρό, λιπόσαρκο κορμί του. Πρώτη φορά ένιωσε να μην του αρέσει το σώμα του. Μέχρι τώρα το θεωρούσε δεδομένο αυτό ήταν. Τυλιγμένος με το μπουρνούζι του, άρχισε να ξυρίζεται μπροστά στον καθρέφτη του νιπτήρα. Τον διέκοψε το τηλέφωνο που άρχισε να χτυπά απροειδοποίητα, με ένα κουδούνισμα σχεδόν άγνωστο τόσο σπάνιες ήταν οι φορές που τον θυμόταν κάποιος στο τηλέφωνο. Έτρεξε βιαστικά και πήρε το ακουστικό, αφήνοντας μια νιφάδα από αφρό ξυρίσματος πάνω στο πληκτρολόγιο με τα νούμερα.
«Αντρέας;…»
Αυτή η φωνή. Η φωνή της. Η φωνή της Ζοζεφίνας της Ζοζεφίνας-γυναίκας. Ο Ανδρέας θα την αναγνώριζε ανάμεσα σε χιλιάδες φωνές. Ακουγόταν σαν να είναι πολύ κοντά δίπλα. Μήπως ήταν; Όχι, τον διαβεβαίωσε, ήταν στην πατρίδα της. Τον ρώτησε τι κάνει ο ίδιος και τι κάνει ο κάκτος. Της είπε για τον άνδρα με τα λευκά μαλλιά και για τον Σκοπό. Την άκουσε ξαφνικά να κλαίει, με ένα κλάμα απότομο, γοερό, εκρηκτικό του φάνηκε ότι τα δάκρυά της εκτοξεύθηκαν με ορμή μέσα από την τηλεφωνική γραμμή, φτάνοντας και στα δικά του μάτια. Δεν εξηγείται αλλιώς το ότι ένιωσε τη ματιά του να θολώνει από κάτι υγρό και ζεστό, τα καυτά δάκρυα της Ζοζεφίνας. Έπιασε τον εαυτό του να είναι έτοιμος να βάλει τα κλάματα από παιδί είχε να κλάψει ο Ανδρέας. Η Ζοζεφίνα-γυναίκα τον εκλιπαρούσε να μην ξαναπάει τη Ζοζεφίνα-κάκτο στον άνδρα με τα λευκά μαλλιά. Ήταν γεωπόνος δούλευε για τα συμφέροντα μιας πολυεθνικής εταιρείας που παρασκεύαζε βιολογικά προϊόντα. Τον τελευταίο καιρό έκαναν μια κλινική δοκιμή με παχύφυτα για την παρασκευή μιας αντιρυτιδικής κρέμας φιλόδοξο σχέδιο η κρέμα θα μπορούσε θεωρητικά να μειώσει τη βιολογική ηλικία του δέρματος κατά μία εικοσαετία. Η Ζοζεφίνα-γυναίκα ακουγόταν πολύ αναστατωμένη. Ο Ανδρέας τη διαβεβαίωσε πως δεν θα ξαναέβλεπε τον άνδρα με τα λευκά μαλλιά. Τη ρώτησε πώς τα περνούσε στην πατρίδα της. Λίγο πριν κλείσουν το τηλέφωνο, ο Ανδρέας κατάφερε και ξεστόμισε κάτι που δεν είχε ξαναπεί ποτέ στη ζωή του. «Μου λείπεις».
Και ήταν αυτή η φράση, αυτές οι δύο λέξεις που ξεστόμισε ο Ανδρέας, μία Τετάρτη οκτώ η ώρα το βράδυ, ή ίσως και η ζεστή σούπα που έφτιαξε αμέσως  μετά και έφαγε λαίμαργα με μεγάλες κουταλιές, που έδωσαν πίσω στον Ανδρέα το περίγραμμά του. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε το σώμα του να αποκτά και τις τρεις διαστάσεις του. Ακόμα και οι μύες των μπράτσων φούσκωσαν με περηφάνια και ο καινούργιος Ανδρέας αναδύθηκε μέσα από το κοστούμι του παλιού, ενώ το προηγούμενο σαρκίο σαν ξεφούσκωτο μπαλόνι έμεινε να σέρνεται αόρατο στο πάτωμα.
Αυτός ο καινούργιος Ανδρέας λοιπόν πήγε την άλλη μέρα στο υπόγειό του. Μαζί με τη Ζοζεφίνα κουβαλούσε και ένα ολόκληρο χαρτοκιβώτιο καθώς και μερικές ξύλινες τάβλες που είχε παρατημένες χρόνια στην αποθήκη του. Πήγε πολύ νωρίς, έτσι ώστε μόνο ο θυρωρός που μισοκοιμόταν τον υποδέχτηκε στην είσοδο του κτηρίου. «Καλημέρα, κύριε Ανδρέα», του είπε και του χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια που  ο Ανδρέας πήγαινε στην δουλειά.
Κάτω στο υπόγειο ο Ανδρέας είχε πολλή δουλειά. Έβγαλε από το χαρτοκιβώτιο τα εργαλεία του και το πριόνι και άρχισε να λειαίνει, να καρφώνει, να κόβει και να στήνει μια αυτοσχέδια πρωτότυπη ξύλινη βιβλιοθήκη με πολλά ράφια. Μετά έφυγε χωρίς να πει τίποτε σε κανέναν και επέστρεψε με άλλα δύο χαρτοκιβώτια με βιβλία που τα τακτοποίησε προσεκτικά στην καινούργια βιβλιοθήκη. Ύστερα, κόλλησε  αφίσες με τοπία της Αφρικής και όμορφους κάκτους, για να βλέπει η Ζοζεφίνα. Συνέδεσε τον υπολογιστή με μεγάλα ηχεία που εγκατέστησε σε όλες τις γωνίες του δωματίου και άρχισε να ακούει μουσική.
Μια τέτοια μέρα ήταν που ο Ανδρέας άκουγε μουσική και κάπνιζε με απόλαυση ένα πούρο, ενώ διάβαζε τον Οδυσσέα του Τζόις στο υπόγειό του, ήσυχος και απερίσπαστος από τους άλλους, που κάποιος αναπάντεχα χτύπησε την πόρτα του. Ο Ανδρέας , κάπως θορυβημένος, είπε «εμπρός»,  αλλά δεν έσβησε το πούρο του. Μια γυναίκα εμφανίστηκε μπροστά του. Είχε ένα τεράστιο στήθος που κουνιόταν δεξιά και αριστερά καθώς περπατούσε και φορούσε ένα τσεμπέρι στα μαλλιά. Ο Ανδρέας κοίταζε υπνωτισμένος αυτά τα υπέροχα βουναλάκια που σείονταν μπροστά του, σαν να είχαν βούληση, γνώμη και άποψη δική τους.

«Δεν ήξερα ότι υπάρχουν και εδώ άνθρωποι», του είπε με μια μελωδική βραχνή φωνή. «Με έστειλαν να καθαρίσω το υπόγειο. Ω, ωραία την έχετε βρει εδώ», αναφώνησε ύστερα με έκπληξη, όταν τα αεικίνητα πράσινα μάτια της ανίχνευσαν την κατάσταση και τον χώρο γύρω της. «Ο Οδυσσέας!  Το αγαπημένο μου βιβλίο!», φώναξε με ενθουσιασμό και στρογγυλοκάθισε στην καρέκλα του Ανδρέα, που είχε στο μεταξύ σηκωθεί αμήχανος, άνοιξε τυχαία σε μια σελίδα και άρχισε να διαβάζει δυνατά:
«Ο κ. Λεοπόλδος Μπλουμ έτρωγε με απόλαυση τα εσωτερικά όργανα των ζώων και των πουλιών. Αγαπούσε την παχιά σούπα από εντόσθια και ποδαράκια, τις κοιλιές με μια γεύση καρυδιών, την ψητή καρδιά με γέμιση, τις φέτες συκωτιού τηγανισμένες σε τρίμματα γαλέτας, τα τηγανητά αυγά ψαριών. Περισσότερο απ’ όλα του άρεσε να τρώει ψητά αρνίσια νεφρά,  που άφηναν στον  ουρανίσκο του την υπέροχη νοστιμιά μιας ελάχιστης οσμής ουρίας».
Ύστερα η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της, τόσο βαθιά και διερευνητικά μάτια που σπίθιζαν, και του είπε: «Με λένε Περσεφόνη και ήρθα για να σας ανεβάσω στον Πάνω Κόσμο», και ύστερα γέλασε δυνατά και όλα τα άσπρα δόντια της έλαμψαν μέσα στο υπόγειο.
Τον Ανδρέα τον έπιασε ένας ξαφνικός δυνατός βήχας, τόσο δυνατός που ένιωσε τα σωθικά του να βγαίνουν. Από το πούρο θα είναι, σκέφτηκε. Πήγαινε πολύς καιρός που δεν είχε καπνίσει καθόλου. Συνέχισε να βήχει∙ ένιωθε σαν να του είχε κάτσει κάτι στον λαιμό, ένα ξένο σώμα που τον έπνιγε. Η γυναίκα που του είχε συστηθεί ως Περσεφόνη, είχε αφήσει τον Λεοπόλδο Μπλουμ στις γαστριμαργικές του απολαύσεις και είχε σκύψει πάνω του∙  ο Ανδρέας ένιωθε τα ντυμένα στήθη της να ακουμπούν απαλά το πρόσωπό του. Η Περσεφόνη φορούσε μια γαλάζια κοντομάνικη μπλούζα∙ καθώς τον πλησίασε περισσότερο, ένα κύμα λουλουδάτης κολόνιας τον χτύπησε στα ρουθούνια. Ο καταραμένος βήχας δεν έλεγε να τον αφήσει.
«Έλα, Ανδρέα, βήξε», τον παρότρυνε απομακρυνόμενη η Περσεφόνη.
Τα μάτια του Ανδρέα είχαν δακρύσει από τον βήχα. Νόμιζε ότι θα του βγει η ψυχή. Η Περσεφόνη τον πλησίασε ξανά με ένα περίεργο εργαλείο, σαν λεπτό λάστιχο. Του το έχωσε στο στόμα, προκαλώντας του ακόμα περισσότερο βήχα. Ο Ανδρέας πήγε να φωνάξει «βοήθεια», αλλά δεν έβγαινε φωνή, μόνο βήχας.
«Δεν μπορείς να μιλήσεις. Σε λίγο όμως θα μπορέσεις», τον καθησύχασε η Περσεφόνη και ύστερα γύρισε το κεφάλι της πίσω λέγοντας: «Ελάτε. Είμαστε έτοιμοι».
Ο Ανδρέας αντίκρισε από μακριά τον Νώε  με τα λευκά μαλλιά και τον διευθυντή πωλήσεων με τα κόκκινα γυαλιά να πλησιάζουν. Άρχισε να τρέμει σύγκορμος. Ένιωθε ότι είχε έρθει το τέλος του. Ένα καινούριο κύμα βήχα κυριολεκτικά τον έπνιξε. Ο Νώε έφερε το χέρι του κοντά στο στόμα του Ανδρέα και με μια αποφασιστική κίνηση τράβηξε κάτι που προεξείχε. Ο βήχας του Ανδρέα δυνάμωσε και μετά, εντελώς ξαφνικά σταμάτησε∙  σαν να κόπηκε με το μαχαίρι. Ο Ανδρέας μπορούσε τώρα να ακούει την ίδια του την ανάσα να μπαινοβγαίνει ορμητική, σχεδόν σφυρίζοντας.
«Εντάξει, Ανδρέα. Αυτό ήταν!» του είπε ο διευθυντής πωλήσεων. Και οι τρεις, η Περσεφόνη, ο Νώε και ο διευθυντής πωλήσεων ήταν σκυμμένοι από πάνω του. Φορούσαν όλοι τους τις ίδιες γαλάζιες μπλούζες. Ο Νώε άρχισε να μιλάει αργά, καθαρά, σαν να δίδασκε μαθητές.
«Ανδρέα, όλα θα πάνε καλά. Είχες μια μικρή περιπέτεια με την υγεία σου, μια ευτυχώς όχι πολύ σοβαρή ενδοεγκεφαλική αιμορραγία. Χρειάστηκε να χειρουργηθείς. Όλα πήγαν πολύ καλά. Τώρα βρίσκεσαι στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, αλλά αύριο θα μεταφερθείς στο Νευροχειρουργικό Τμήμα. Εκεί θα μπορείς να είσαι με τους δικούς σου».
«Τους …δικούς μου;» ρώτησε ο Ανδρέας σχεδόν ψιθυριστά και η βραχνάδα της ίδιας του της φωνής τον έκανε να τρομάξει.
«Τη σύντροφό σου εννοώ. Ωραία γυναίκα. Όλον τον καιρό, έναν ολόκληρο μήνα, ήταν συνεχώς απέξω, μέρα-νύχτα. Τώρα σε λίγο έχουμε επισκεπτήριο. Θα την δεις».
Ο Ανδρέας ένιωθε μια περίεργη ζάλη∙ το κεφάλι του ήταν βαρύ, σαν να είχε πιει τόνους αλκοόλ. Συνειδητοποίησε ότι ήταν ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι∙ με τρόμο επίσης διαπίστωσε ότι, κάτω από το λεπτό λευκό σεντόνι , ήταν εντελώς γυμνός. Υπήρχαν κι άλλα κρεβάτια τριγύρω και μηχανήματα που έβγαζαν αστείους ήχους, σαν φλιπεράκια. Καμιά δεκαριά άνδρες και γυναίκες, όλοι με γαλάζιες στολές, πήγαιναν πέρα-δώθε από το ένα κρεβάτι στο άλλο. Ο Ανδρέας ένιωθε τα βλέφαρά του να βαραίνουν. Τουλάχιστον τον είχε αφήσει ο βήχας. Προσπάθησε να μην κοιμηθεί, όμως σε λίγο κατάλαβε ότι έχανε πάλι τον χρόνο. Όταν ξύπνησε, ένιωσε κάτι ζεστό μέσα στο χέρι του∙ ήταν ένα άλλο χέρι, γυναικείο, με σκουρόχρωμη επιδερμίδα. Άνοιξε τα μάτια του και νόμιζε ότι ακόμα ονειρευόταν. Πάνω από το κρεβάτι του στεκόταν η Ζοζεφίνα, πιο όμορφη από ποτέ, ντυμένη με μια χάρτινη πράσινη στολή∙ ένα λευκό αυτοκόλλητο με τον αριθμό 6 γραμμένο με μαρκαδόρο ήταν κολλημένο πάνω στη στολή.
«Καλή κρονιά, Αντρέας! Περαστικά. Ω, τρόμαξα τόσο πολύ!  Όμως όλα πήγκαν καλά».
Ο Ανδρέας ένιωθε μπερδεμένος, ευτυχισμένος, τρομαγμένος, πεινασμένος, αλλά κυρίως πιασμένος πάνω στο άβολο κρεβάτι. Σαν όνειρο έπαιρνε να αχνοφέγγει στο μυαλό του μια ανάμνηση: η ζεστασιά της αγκαλιάς της Ζοζεφίνας και μετά ο δυνατός πόνος στο κεφάλι, σαν χτύπημα από σφυρί. Και στο τέλος ο κάκτος. Με βλέμμα έντρομο, γεμάτο αγωνία, ρώτησε τη Ζοζεφίνα:
«Πού άφησες τον κάκτο μας;»
«Ποιον κάκτο μας, Αντρέας;» απάντησε με ερώτηση κι εκείνη, με τη σχεδόν μελωδική φωνή της χρωματισμένη με απορία.
Ο Ανδρέας ένιωσε το χέρι της Ζοζεφίνας να σφίγγει πιο δυνατά το χέρι του και είδε την Περσεφόνη να τους πλησιάζει.
«Το επισκεπτήριο έχει τελειώσει. Κυρία Ζοζεφίνα, καλή χρονιά. Σιδερένιος ο άντρας σας», είπε γελαστά και όλα τα άσπρα δόντια της έλαμψαν όπως εκείνη την ημέρα στο υπόγειο.


(Οι πίνακες είναι του Edward Hopper. Ο Ανδρέας της Χλόης υπάρχει εδώ.)

26.12.12

Μιχάλης Γκανάς: Τον τάφο μου τον θέλω στα Χαυτεία

(φωτ. Κώστας Μπαλάφας-Αθήνα, Χαυτεία 1960)

Αφίσες με τραβούν απ’ το μανίκι,
Αθήνα μου γεμάτη καλλιστεία.
Τον τάφο μου τον θέλω στα Χαυτεία,
είκοσι χρόνια σου πληρώνω νοίκι.

Στον ύπνο να περνούν βουνά και δάση,
νεράιδες φασκιωμένες μαύρα ρούχα.
Κάτι σαν άχτι μουλαριού που σου ’χα
σε ποιο λεωφορείο το ’χω χάσει!

Ποια τρέλα, πες μου, με χτυπάει στις φτέρνες
και φεύγω και κυλάω σαν το τόπι,
με γήπεδα μουγγά και με ταβέρνες

στα σωθικά. Οι άνθρωποι κι οι τόποι,
ξένοι που μοιάζουν στις φωτογραφίες
που βγάζαμε σε άλλες ηλικίες.

(Από τη συλλογή "Μαύρα Λιθάρια", Καστανιώτης 1993)

24.12.12

Σαν ένα ευχαριστώ


Ο Θεόφιλος Σεβαστός ήταν ποιητής∙ το ανακάλυψε λίγο αργά, κοντά στα ογδόντα του, αφού προηγουμένως εμφανίστηκαν στη ζωή του, με διαφορά λίγων μηνών, ένα εγκεφαλικό που τον είχε καθηλώσει σε αναπηρικό καροτσάκι και η Νερμίνα, μια σαραντάρα Σέρβα που εγκαταστάθηκε στο σπίτι του για να τον φροντίζει. Κάτι η Νερμίνα που ήταν νοστιμούλα και γλυκομίλητη, κάτι τα βιβλία που διάβαζε όλη του τη ζωή ο Σεβαστός, άρχισε να γράφει στίχους.
Του έρχονταν ξαφνικά, πιο απροειδοποίητα και από τις σωματικές του ανάγκες∙ έρχονταν καθώς έβλεπε τη Νερμίνα να σιδερώνει ή καθώς στάλαζε ο γαλλικός καφές από την καφετιέρα ή το βράδυ μαζί με το δελτίο ειδήσεων. Έσπρωχνε τότε βιαστικά τις ρόδες του αμαξιδίου προς το γραφείο, έπαιρνε το μικρό μπλοκ με το μαύρο εξώφυλλο και με το γερό δεξί του χέρι έγραφε το ποίημα με βιασύνη, λες και αν καθυστερούσε, οι στίχοι θα φτερούγιζαν μακριά. Όσο ήταν νέος, ποτέ του δεν είχε γράψει ποιήματα, ούτε καν ευχετήριες κάρτες. Σαν να είχε κινητοποιηθεί από το εγκεφαλικό κάποιο άγνωστο κέντρο του εγκεφάλου του που μέχρι τότε λαγοκοιμόταν.
Η Νερμίνα πείραζε τον «κύριο Θεόφιλος», αλλά κατά βάθος της άρεσε να τον ακούει. Ποτέ κανείς δεν της είχε γράψει ούτε διαβάσει ποίημα∙ και τα ελληνικά ηχούσαν τόσο ωραία στα ποιήματα∙ καλύτερα από αυτά που ακούγονταν στον δρόμο, στο λεωφορείο, στα μαγαζιά. Ο Σεβαστός έγραφε για τον έρωτα, τον τρελό, τον απελπισμένο, τον απραγματοποίητο. Όση ώρα σκεπτόταν, μουτζούρωνε τις σελίδες του και το βλέμμα του παρέμενε ακίνητο, προσηλωμένο σε κάποια άγνωστη εικόνα. Μόλις ολοκληρωνόταν η σκέψη του και την έβαζε στο χαρτί, το πρόσωπό του γαλήνευε, οι ρυτίδες μαλάκωναν και το βλέμμα του γέμιζε.
Ο γιος του Σεβαστού κάγχαζε με τις λογοτεχνικές απόπειρες του πατέρα του∙ για τον ίδιο οι ποιητές ήταν αργόσχολοι μισότρελοι τύποι που κοίταζαν το φεγγάρι και παραμιλούσαν. Μόνο με την οικονομική κρίση τον απασχόλησε σοβαρά η λογοτεχνία, όταν αναγκάστηκε να πάρει τον πατέρα του στο σπίτι του, έτσι ώστε να εξοικονομήσουν τη σύνταξή του για τις σπουδές των παιδιών. Επί μία ολόκληρη εβδομάδα πακετάριζε σε χαρτοκιβώτια τους συγγραφείς και τους ποιητές του πατέρα του, για να τους πάει στο Μοναστηράκι για πούλημα. Μόνο καμιά εικοσαριά τόμοι χώρεσαν στο μικρό ράφι πάνω από το κρεβάτι του γέρου.  Τα υπόλοιπα βιβλία πουλήθηκαν προς μισό ευρώ το κιλό σ’ έναν μελαχρινό κοντόχοντρο άντρα με παχύ μουστάκι στην πλατεία Αβησσυνίας, με την προοπτική να πολτοποιηθούν.
Παρά τρίχα είχε γλιτώσει από την καταστροφή και μια ανθολογία του Ρίτσου∙ λίγο πριν την καταπιεί ένα χαρτοκιβώτιο από γάλατα ΝΟΥΝΟΥ, ο Σεβαστός κύλισε με ορμή-σαν πραγματικό άρμα μάχης- το καροτσάκι του και άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια του γιου του, που είχε απομείνει να τον κοιτάζει με ένα επιτιμητικό μειδίαμα. Την άλλη μέρα το πρωί, μαζί με τον τελευταίο της μισθό, ο Σεβαστός έδωσε στη Νερμίνα το βιβλίο, σφίγγοντας και τα δυο της χέρια με το δικό του δεξί και την αποχαιρέτισε ψιθυρίζοντας «Σαν ένα ευχαριστώ»∙ με τα ίδια λόγια ξεκινούσε και η αφιέρωση που της είχε γράψει με πλαγιαστά, καλλιγραφικά γράμματα στην πρώτη σελίδα του βιβλίου:  Σαν ένα ευχαριστώ για τον χρόνο που μου χάρισες, ιδίως τώρα που κατάλαβα πόσο σημαντικός είναι ο χρόνος.

20.12.12

Σημειώσεις για το τέλος του κόσμου


Τελειώνει λοιπόν ο κόσμος αύριο, πάνω που θα παίρναμε κι εμείς τη δόση. Βγήκε ο Έλληνας στο παζάρι και το παζάρι άφαντο. Τόση λιτότητα, τόσες περικοπές για το τίποτα. Η μόνη απόλαυση-και ας μας τη δώσει ο Ύψιστος πριν καταστρέψει ετούτο τον άχρηστο πλανήτη-θα είναι να δούμε τη Λαγκάρντ με τις πιζάμες της να τρέχει πανικόβλητη να προσευχηθεί στη Νοτρ Νταμ, τη Μέρκελ χωρίς το γνωστό σακάκι να εκλιπαρεί συγχώρεση, τον Βενιζέλο να μη βρίσκει θέση σε καταφύγιο λόγω στενότητας χώρου και τον ΓΑΠ να συνεχίζει αμέριμνος τη διάλεξή του πάνω στην έδρα, ενώ ολόκληρο το Χάρβαρντ έχει ισοπεδωθεί.

Θυμάμαι μια από τις παράδοξες ιστορίες που διηγούμαστε στα φοιτητικά χρόνια, με εκείνον τον άνθρωπο που αυτοκτονεί πέφτοντας από ψηλά και ξαφνικά ακούει ένα τηλέφωνο να χτυπάει, παθαίνει ανακοπή και πεθαίνει στον αέρα. Ο κόσμος είχε καταστραφεί, εκείνος νόμιζε ότι ήταν ο τελευταίος άνθρωπος και αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του. Μόλις κατάλαβε ότι υπάρχει και κάποιος άλλος πάνω στη γη, αυτός που καλούσε στο τηλέφωνο, μετάνιωσε και πέθανε από την ταραχή του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνος του, όμως για να τα καταφέρει,  του αρκεί έστω και ένας ακόμα.

Τα δικά μου συναισθήματα για το τέλος του κόσμου είναι μπερδεμένα, τρικυμία στο μυαλό και αντάρα στην ψυχή. Χαίρομαι που δεν θα χρειαστώ ξανά καθαρισμό δοντιών, σέρβις στο αυτοκίνητο, θεώρηση των βιβλιαρίων του ΤΣΑΥ, που δεν θα πρέπει να ξαναλλάξω φίλτρο στον απορροφητήρα, που δεν θα ξανανεβώ στον μουσκεμένο από τον ιδρώτα του Χρυσαυγίτη μποντιμπιλντερά διάδρομο του γυμναστηρίου, που δεν θα έχω να ξανασιδερώσω ρούχα ή να φτιάξω τις ντουλάπες στο τέλος κάθε εποχής. Επιπλέον, χαίρομαι που θα διαψευστούν και θα το βουλώσουν επιτέλους όλοι εκείνοι οι χαλαροί "δεν χάλασε κι ο κόσμος " τύποι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Από την άλλη όμως λυπάμαι που δεν πρόλαβα να δω τη Σύρο και την Κέρκυρα (ή μήπως να πεταχτώ μια βόλτα το βραδάκι;), να διαβάσω τον καινούριο δίτομο Μουρακάμι, που δεν θα κάνει άλλες ταινίες ο Γούντι Άλλεν και που δεν θα προλάβει ο Ζούμπιν Μέτα να δώσει τη συναυλία του στο Μέγαρο τον Απρίλιο. Λυπάμαι επίσης που θα καταστραφεί το Liquid days-(αλλά τι λέω; Εδώ θα καταστραφούν ολόκληρο το blogspot, το facebook και το twitter).

Τέλος, σκέφτομαι να κανονίσω μια συγκέντρωση αύριο το βράδυ στο σπίτι, να περιμένουμε όλοι μαζί το τέλος, όπως οι ήρωες του Λαρς φον Τρίερ, που περίμεναν αγκαλιασμένοι  να συγκρουστεί ο πλανήτης Μελαγχολία με τη γη. Είστε όλοι καλεσμένοι. Θα φάμε ελαφρά, μιας και προβλέπεται ταρακούνημα, θα πιούμε παλιό, πολύ παλιό κρασί (το πιο παλιό που υπάρχει, έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται παλιώσει άλλο) και θα ακούσουμε το soundtrack του Until the end of the world του Βέντερς. Και ακριβώς λίγο πριν τελειώσει ο κόσμος, θα διαβάσει καθένας μας κάτι, αποχαιρετώντας τον. Έχω ήδη διαλέξει το δικό μου κομμάτι, από τον «Τελευταίο λουόμενο» της Χλόης Κουτσουμπέλη:

Ποιος θάναι λοιπόν ο τελευταίος λουόμενος
σε ποια νερά ραδιενεργά και μολυσμένα
πριν το σκοτάδι απλωθεί και μας σκεπάσει;
Τον φαντάστηκα
να κολυμπάει σε έρημη πισίνα
να πιάνεται απ' τη σκάλα και να βγαίνει
να προχωράει με βήματα υγρά
να παίρνει την πετσέτα
κι έπειτα να ρίχνει
μία τελευταία νοσταλγική ματιά
πριν σβήσουν όλα τα φώτα στον πλανήτη.

18.12.12

Λευκό πουκάμισο


Συγυρίζοντας τη ντουλάπα με τα ρούχα, ανακάλυψε στο βάθος της το λευκό λινό πουκάμισο εκείνων των διακοπών, με τις μεγάλες λοξές τσέπες και τα φαρδιά μανίκια. Κρεμόταν σχεδόν παρακλητικά από μια ξύλινη κρεμάστρα με τα μανίκια απλωμένα σε μια προσεχή αγκαλιά∙ αγορασμένο στις καλοκαιρινές εκπτώσεις την παραμονή που θα έφευγαν με τον Διονύση για το νησί∙ ένα μικρό σακίδιο με φερμουάρ και μέσα του το μαγιό, μια κατακόκκινη πετσέτα θαλάσσης, σανδάλια, ένα τζιν, μερικά μπλουζάκια, εσώρουχα και το πουκάμισο, διπλωμένο προσεκτικά και τακτοποιημένο πάνω από τα άλλα ρούχα, για να μην τσαλακωθεί.
Άρεσε στον Διονύση το λευκό της πουκάμισο. Την αγκάλιαζε μαζί με αυτό, έβαζε τα χέρια του μέσα στις τσέπες του και τις γέμιζε με άμμο. Εκείνη έκανε ότι νευριάζει. Του γύρναγε την πλάτη και έτρεχε μακριά κατά μήκος της παραλίας. Το πουκάμισο ανέμιζε μισοβρεγμένο. Εκείνος την έφτανε εύκολα, με μερικές δρασκελιές. Την έριχνε πάνω στη βρεγμένη άμμο και τη δάγκωνε απαλά στον λαιμό, στους ώμους, στο πηγούνι.  
Στον γυρισμό στην Αθήνα, το πουκάμισο ήταν χιλιοτσαλακωμένο∙ οι τσέπες του γεμάτες άμμο. Το είχε πλύνει αμέσως και το είχε σιδερώσει∙ υπολόγιζε ότι θα το ξαναφορούσε γρήγορα. Ύστερα ο Διονύσης έφυγε. Ξαφνικά, χωρίς εξήγηση. Το πουκάμισο έμεινε να κρέμεται στην ντουλάπα, καθαρό, καλοσιδερωμένο. Με τον καιρό εκτοπίστηκε από άλλα ρούχα, οπισθοχωρώντας αφόρετο στα μετόπισθεν της ντουλάπας.
Μέχρι σήμερα, που ξεπετάχτηκε μπροστά της αιφνιδιαστικά, με μια ελαφριά κιτρινίλα ντροπής στον γιακά και στις μανσέτες. Το κατέβασε από την κρεμάστρα και το ακούμπησε ανάποδα πάνω στο κρεβάτι, για να το διπλώσει. Μερικοί κόκκοι σταχτιάς άμμου, ξεχασμένοι μάλλον στον πάτο κάποιας τσέπης, απλώθηκαν πάνω στο σκούρο μπλε κάλυμμα του κρεβατιού. Ψηλάφησε με τα δάχτυλα τη σχεδόν ανυπόστατη παρουσία τους, νιώθοντας ένα ελαφρό αεράκι να της ανακατεύει τα μαλλιά και μια γεύση άρμης στο στόμα. Έβαλε το πουκάμισο προσεκτικά στο πάνω μέρος της σακούλας με τα ρούχα που θα έδινε στη γυναίκα της πλατείας. Ένα λευκό λινό πουκάμισο δεν ήταν ό,τι πιο ταιριαστό για τις κρύες μέρες∙ ευτυχώς που στην Ελλάδα ο χειμώνας δεν κρατάει πολύ.

15.12.12

Δευτέρα πρωί, στο ξημέρωμα του αρχαίου κόσμου



Είναι πολύ σπάνιες οι φορές που τυχαίνει να βρεθώ στο Μοναστηράκι πρωινό καθημερινής. Στο τρένο της πράσινης γραμμής  οι επιβάτες λιγοστοί. Απέναντί μου ένας νεαρός με μαλλιά ράστα και στρατιωτικό πανωφόρι, χτυπάει  και με τα δύο χέρια τα διπλανά του καθίσματα σαν ταμπούρλα, με ρυθμό γρήγορο, καταιγιστικό, σαν σε Διονυσιακή έκσταση, σε ένα jam session που κρατάει όλη τη διαδρομή, φέρνοντάς με στα όριά μου ανοχής των κρουστών. Επικαλούμαι νοερά όλους τους jazz κρουστούς που έχουν αναληφθεί στους ουρανούς να τον γαληνέψουν∙ λυτρωτική η άφιξη στο σταθμό του Μοναστηρακίου.
Ετούτο το πρωινό Δευτέρας το Μοναστηράκι θυμίζει νοτισμένο πενηντόευρο. Η βροχή της προηγούμενης μέρας έχει αφήσει ένα στρώμα υγρασίας σε όλες τις προσιτές επιφάνειες. Το κράσπεδο της πλατείας γυαλίζει, οι τέντες των καταστημάτων με τα δερμάτινα και τα τουριστικά είναι μουσκεμένες, οι σκύλοι της βιβλιοθήκης του Αδριανού-μόνιμοι θαμώνες-πίνουν νερό από  αρχαίες λακκούβες. Κάνω μια μικρή βόλτα στην αρχή της Ηφαίστου. Μπροστά στα καταστήματα οι ιδιοκτήτες αστειεύονται μεταξύ τους, οι διερχόμενοι πελάτες παζαρεύουν τιμές. Μπαίνω σ’ ένα κατάστημα με χάντρες∙ εκατομμύρια χάντρες, όλα τα χρώματα και τα σχήματα που μπορεί να φανταστεί κανείς, τακτικά βαλμένες σε κουτάκια. Ένα μαγικό χέρι μόνο χρειάζεται για να τις μετατρέψει σε χιλιάδες κολιέ και βραχιόλια.




Ξαναγυρίζω στην πλατεία. Ο μανάβης και ο κουλουράς έχουν αραδιάσει την πραμάτεια τους πάνω στα καρότσια έξω από τον σταθμό. Ο κουλουράς διαλαλεί τα ζεστά κουλούρια με ξενική προφορά, μασουλώντας ένα από εκείνα τα μικρά και τραγανά, τη μεταμοντέρνα λαδωμένη εκδοχή του σημιτιού. Διάχυτη τριγύρω η μυρωδιά ψητού χοιρινού∙ ποτέ δεν κατάλαβα ποιος μπορεί να φάει σουβλάκι για πρωινό.
Στο πεζούλι έξω από την εκκλησία, ένας ακκορντεονίστας παίζει το Καλίνκα∙ μάλλον Ρώσος, σκέφτομαι. Θυμάμαι τον ακκορντεονίστα της Buchanan street. Κι αυτός έπαιζε κάθε μέρα το Καλίνκα και αμέσως μετά, χωρίς διακοπή,  έπιανε το Sous le ciel de Paris που κάτω από τον βαρύ, γεμάτο βρεγμένα σύννεφα ουρανό της Γλασκώβης, ακουγόταν πολύ ντελικάτο και ρυθμικό στα τρία τέταρτά του. Έχω καταλήξει ότι οι ακκορντεονίστες σε όλους τους δρόμους της Ευρώπης, ανεξαρτήτως καταγωγής και ηλικίας,  παίζουν μια χούφτα κομμάτια-όσα περίπου τα δάχτυλα της χούφτας: δύο Πιαφ, δύο ρώσικα και δύο του Δούναβη.
Έχω ακόμα λίγο χρόνο∙ μια φορά κι εγώ συνεπής στο ραντεβού μου. Ανηφορίζω την αρχή της Πανδρόσου. Βρίσκομαι μπροστά σε μια κωμικοτραγική σκηνή. Η υπάλληλος ενός καταστήματος με δερμάτινα μαζεύει τη μεταλλική τέντα. Το νερό που έχει λιμνάσει στα αυλάκια της επιφάνειάς της τινάζεται και λούζει πατόκορφα έναν περαστικό. Βλέπω τα μαλλιά του να στραγγίζουν από τα βρωμόνερα που κυλάνε στο μπουφάν και στο παντελόνι του.  Η κοπέλα έχει σαστίσει. Ζητάει συγγνώμη με σπαστά ελληνικά. Ο μουσκεμένος άνδρας είναι εξαγριωμένος. Θέλει να δει τον καταστηματάρχη. Δεν κάθομαι να δω τη συνέχεια. Κρατάω μόνο την εικόνα από τις σταγόνες που κρέμονται γυαλιστερές από τα πυκνά, σγουρά μαλλιά του άνδρα.



Γυρίζω στον σταθμό. Παλιότερα, πριν τη λειτουργία του μετρό, εδώ στεκόταν ένας εφημεριδοπώλης με ένα μεγάλο  πάγκο με περιοδικά κι εφημερίδες. Στον ένα τοίχο του σταθμού μόλις αχνοφαίνεται ένα ανορθόγραφο σύνθημα κατά του Παπούλια που «μας έβαλε στο μνημόνιο»∙ είναι σβησμένο με λευκή μπογιά.  Γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας περιμένουν σε διάφορα σημεία του σταθμού. Δίπλα μου μια ηλικιωμένη κυρία συναντάει τη φίλη της και της γκρινιάζει που άργησε. Έχουν πλάκα έτσι όπως χαζομαλώνουν, διεκδικητικά, σχεδόν τρυφερά. Απέναντί μου, δύο άλλες γυναίκες συζητούν για κάποια γνωστή τους. Κλέβω λίγη από τη συζήτηση, που μου φαίνεται ενδιαφέρουσα. Η γνωστή τους γράφει βιβλία. Μάλιστα, το τελευταίο της βιβλίο της αναφέρεται στη ζωή μου, λέει η μία από τις δυο γυναίκες που έχω μπροστά μου. Συγκρατώ το όνομα της συγγραφέως, να το αναζητήσω στο διαδίκτυο. Κοιτάζω καλύτερα τη γυναίκα. Γύρω στα εβδομήντα, με βαμμένο μαύρο μαλλί, γυαλιά ηλίου, ένα μπεζ πανωφόρι και μπότες∙ η γοητεία του απλού chic.
Η ώρα είναι έντεκα ακριβώς. Σε λίγο θα εμφανιστεί η Χλόη. Πάντα συνεπής στα ραντεβού, απτόητη από τη ζούγκλα της Αθήνας.  Αυτή τη φορά όμως κι εγώ νιώθω υπερήφανη για τον εαυτό μου∙ στην ώρα μου∙ πραγματική κυρία∙ τουλάχιστον δεν έχω να δικαιολογηθώ για το μετρό που άργησε, την πόρτα που δεν άνοιγε, την κυλιόμενη σκάλα που κόλλησε. Από μακριά βλέπω τη Χλόη με ένα όμορφο κατακόκκινο παλτό. Περπατάει μιλώντας στο κινητό. Την πλησιάζω βιαστικά. Ανυπομονώ να της πω ότι μόλις συνάντησα την ηρωίδα ενός βιβλίου.


9.12.12

Οι άγριοι ασφόδελοι της Έμμας Λα Γκαρντ


Εδώ και μερικό καιρό, από τις μέρες που ήμουν στη Γλασκώβη, έχω φυλαγμένο ανάμεσα στα χαρτιά μου ένα απόκομμα εφημερίδας, μια σύντομη είδηση, με έκταση μόλις μίας δίστηλης παραγράφου. Ο Ρομπέρτο της ταινίας Η αγελάδα που έπεσε από τον ουρανό θα την έβαζε σίγουρα στη συλλογή του  με τις παράξενες ιστορίες της ζωής. Εγώ δεν κάνω τέτοια συλλογή από αξιοπερίεργες ιστορίες, αλλά προς στιγμήν σκέφτηκα να αρχίσω.
Μια γυναίκα από το Γκλόστερσαϊρ, η Έμμα (όπως η Μποβαρί) Λα Γκαρντ (όπως η Κριστίν, αλλά με δύο λέξεις), καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών και εννέα μηνών, κατηγορούμενη για μια απίστευτη σκευωρία με όργανο και θύμα τον γιο της. Η Λα Γκαρντ πλαστογράφησε ιατρικά πιστοποιητικά που εμφάνιζαν τον γιο της να πάσχει από μια κακοήθη αιματολογική νόσο. Επί τρία ολόκληρα χρόνια κι ενώ το παιδί ήταν στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, το ανάγκαζε να πηγαίνει στο σχολείο πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι, με αποτέλεσμα να γίνεται αντικείμενο πειραγμάτων από τους συμμαθητές του. Κάποια στιγμή του ξύρισε το κεφάλι και τα φρύδια, για να φαίνεται ότι είχε κάνει χημειοθεραπεία. Με την εξωφρενική αυτή απάτη, η Λα Γκαρντ απέσπασε ως επίδομα περίπου 85.000 λίρες στερλίνες. Πήρε τα παιδιά της και πήγε στη Φλόριντα, όπου συνέχισε να κυκλοφορεί τον μικρό με καροτσάκι για της δίνουν προτεραιότητα στις ουρές. Ο πατέρας του παιδιού, με τον οποίο η Λα Γκαρντ προφανώς ήταν σε διάσταση, υποψιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε και συμβουλεύτηκε τον οικογενειακό του γιατρό. Έτσι αποκαλύφθηκε η απάτη και η σατανική Λα Γκαρντ οδηγήθηκε στο δικαστήριο.
Διαβάζοντας αυτή την απίστευτη ιστορία, σκέφτηκα αμέσως «να κάτι που γράφεται». Θα μπορούσε να γίνει διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, θεατρικό ή ταινία. Τη βασάνιζα στο μυαλό μου σχεδόν ένα μήνα. Να την αφήσω να εκτυλίσσεται στην Αγγλία, να τη φέρω στην Ελλάδα για να είναι πιο γνώριμο το περιβάλλον. Έψαξα στο διαδίκτυο για το Γκλόστερσαϊρ, την πόλη της Λα Γκαρντ. Είναι μια πόλη με 850.000 περίπου κατοίκους στο νοτιοδυτικό κομμάτι της Αγγλίας και αρχικά περιλάμβανε στην επικράτειά της και το Μπρίστολ. Έχει πολυάριθμα σχολεία και πανεπιστήμιο. Το 2007, υπέστη σοβαρές καταστροφές από μια μεγάλη πλημμύρα. Αντιπροσωπευτικό λουλούδι της περιοχής είναι ο άγριος ασφόδελος. Κάθε χρόνο, την τελευταία Δευτέρα του Μάη, διοργανώνεται στην πόλη μια γιορτή τυριού (Spring Banks Holiday). Συγκεκριμένα, η γιορτή γίνεται στον λόφο Κούπερ. Ένα κεφάλι τοπικού τυριού αφήνεται να κατρακυλήσει από την κορυφή του λόφου και οι συμμετέχοντες το κυνηγούν. Νικητής είναι αυτός που θα το φτάσει πρώτος.
Σκεφτόμουν την ψυχοπαθολογία αυτής  της γυναίκας. Προσπαθούσα να την περιγράψω με λέξεις, να επινοήσω γεγονότα που να ντύνουν τη ροή ενός διηγήματος. Είπα να κοιτάξω τι περιέχει το συρτάρι της, όπως κάνουν στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Ξυράφια, πούδρα, ψεύτικες σφραγίδες, το Merck Manual σε παλιά έκδοση, ένα μικρό μπουκαλάκι με άρωμα wild daffodil. Τη φαντάστηκα να παίρνει μέρος στη Spring Banks Holiday, σπρώχνοντας το καροτσάκι του γιού της από το λόφο και στο τέλος κατσαδιάζοντάς τον που δεν κατάφερε να πιάσει το τυρί.
Δεν κατάφερα να σκαρώσω τίποτα καλό μέχρι σήμερα. Όλες οι εκδοχές που μου ήρθαν στο μυαλό, μου φαίνονταν τραβηγμένες. Ο αναγνώστης θα τράβαγε τα μαλλιά του, θα απορούσε με την αρρωστημένη φαντασία μου. Θυμήθηκα ένα σχόλιο στο ιστολόγιο, ότι βασανίζω τους χαρακτήρες μου. Αποφάσισα, λοιπόν, να μη βασανίσω το μικρό αγόρι περισσότερο απ’ όσο έχει ήδη υποφέρει. Αφήνω την ιστορία ωμή, όπως εμφανίστηκε στα ψιλά των εφημερίδων. Σίγουρα οι προεκτάσεις που θα έρθουν στο μυαλό σας, δεν θα είναι λιγότερο απίστευτες από τις δικές μου.

3.12.12

Αν...


Το ότι έπρεπε να συνοδεύσω την Έλλη ήταν  μια καλή πρόφαση για να δω το «Αν…» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Σε διαφορετική περίπτωση μάλλον θα έπρεπε να το κάνω  ινκόγκνιτο. Εξάλλου ποιος σοβαρός σινεφίλ θεατής θα πήγαινε μόνος του να δει την ταινία του σκηνοθέτη των τηλεοπτικών σειρών με τις νεανικές παρέες που βολοδέρνουν από  τον Casa di Patsi καναπέ στην Άβαξ πολυθρόνα και τούμπαλιν, αλλάζοντας ερωτικούς συντρόφους σε μίνιμαλ διακοσμημένα καθιστικά και κουζίνες με κεντρικό απορροφητήρα, κατά προτίμηση στην Κηφισιά, την Πλάκα ή σε κάποιο νησί… Ευτυχώς, τα παιδιά, εκτός από τεκμήριο, κάποιοες φορές αποτελούν και άλλοθι για κάθε υποφώσκουσα, σχεδόν ηδονοβλεπτική, διάθεση ελαφρότητας των ενηλίκων.
Η ταινία μπήκε με το Anitras dance από τη σουίτα Peer Gynt του Edvard Grieg και με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, ερωτευμένο φορτηγατζή, να προκαλεί θανατηφόρο ατύχημα οδηγώντας με μεγάλη ταχύτητα μέσα στα στενά της Πλάκας. Στο σημείο αυτό ο χρόνος μηδενίζεται και η υπόθεση αρχίζει. Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή του Δημήτρη, ενός νεαρού εργένη που μένει στην Πλάκα. Μάλλον παρακολουθεί τα ενδεχόμενα της ζωής του Δημήτρη και τις διαφορετικές ζωές που προκύπτουν από την επιλογή άλλοτε άλλου ενδεχομένου. Ο Δημήτρης βγάζει ή δεν βγάζει βόλτα τη Μοναξιά του (τον σκύλο του). Τα δύο ενδεχόμενα οδηγούν σε δύο διαφορετικές αλληλουχίες γεγονότων με τα ίδια πρόσωπα να οδηγούνται σε πορείες παράλληλες ή συγκλίνουσες, ζώντας τη μία και μοναδική τους ζωή σε επάλληλες σπονδυλωτές ιστορίες. Συνεκτικό ρόλο στις επάλληλες ιστορίες έχει το τηλεοπτικό ζευγάρι Γιώργου Κωνσταντίνου-Μάρως Κοντού, που λες και έχουν ξεπηδήσει από την ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα Η γυνή να φοβήται τον άνδρα (προβάλλεται στην τηλεόραση, σε κάποιο αρχικό πλάνο της ταινίας) στη σύγχρονη πραγματικότητα και προσπαθούν να ερμηνεύσουν με τη σοφία της ηλικίας τα άλυτα ζητήματα της καρδιάς.
Ομολογώ ανερυθρίαστα ότι βρήκα άκρως ευρηματική την σκηνοθεσία του Παπακαλιάτη. Νευρώδης, ατμοσφαιρική, με τα γνωστά κοντινά πλάνα που φθάνουν στα όρια ναρκισσισμού, αλλά δεν παύουν να είναι άρτια τραβηγμένα. Ακόμα και το σενάριο δείχνει να είναι λίγο πιο κατασταλαγμένο από τα παλαιότερα. Έχει μεγαλώσει και ο ίδιος , έχουν αλλάξει και οι καιροί, κάτι έχει νιώσει στο πετσί του, κάτι πάει να βγάλει και στην ταινία του. Περνάνε από τα πλάνα της ταινίας, έστω και επιδερμικά, τα κλειστά μαγαζιά του κέντρου, οι γεμάτοι γκράφιτι τοίχοι, οι Πακιστανοί με τα σιδερικά, τα ενεχυροδανειστήρια. Η μουσική επένδυση της ταινίας, αν και προβλέψιμη, είναι ελκυστική και η φωτογραφία, όπως πάντα, εξαιρετική. Ιδιαίτερα χαριτωμένος είναι ο τρόπος που αλλάζουν οι εποχές στην αρχή της ταινίας, όταν το ζευγάρι ζει ακόμα το ερωτικό του πάθος.  Σαν να περπατάνε μέσα στις εποχές, ανέμελοι, αδιάφοροι για τη ζέστη ή το κρύο.
Υπάρχουν βέβαια αδύναμα σημεία. Η τάση του Δημήτρη-και στις δύο εκδοχές του-να κάθεται κατάχαμα κάθε φορά που είναι στενοχωρημένος, καταντάει κλισέ προβλέψιμο, σχεδόν κωμικό. Η Θέμις Μπαζάκα υφίσταται καρδιακή ανακοπή σαν να παθαίνει λόξυγγα: ενώ κουβεντιάζει  κανονικά, γυρίζει το κεφάλι της και πεθαίνει. Οι γιατροί προσπαθούν να την επαναφέρουν μόνο με ηλεκτρική ανάταξη (χωρίς θωρακικές συμπιέσεις) μετρώντας ένα-δύο-τρία εν χορώ, σαν μικρή ορχήστρα που ετοιμάζεται να εκτελέσει βαλς του Στράους. Επιπλέον, είναι απίθανο να μπορεί να αναπτύξει ένα φορτηγό μεγάλη ταχύτητα στα στενά της Πλάκας.
Ο Παπακαλιάτης δεν είναι καλός ηθοποιός. Ούτε πολύ όμορφος. Καταφέρνει όμως να γράψει τον εαυτό του στον κινηματογραφικό χρόνο με τρόπο ελκυστικό. Συνολικά μου άρεσε η ταινία, δεν ντρέπομαι να το παραδεχτώ. Είχε κάτι από την κατηγορία εκείνη των ταινιών με άρωμα, μελωδία και γεύση στις σωστές αναλογίες (μου θύμισε αμυδρά την Αμελί). Δεν είναι η ταινία-ορόσημο για τον ελληνικό κινηματογράφο, όμως βλέπεται ευχάριστα και αξιοποιεί άρτια το σύνολο σχεδόν της διάρκειάς της. Μια λεπτομέρεια-σύμπτωση: δύο φορές μέσα στην ταινία ακούγεται η φωνή του Χρόνη Μίσσιου να διατυπώνει σκέψεις για τη ζωή και την ύπαρξη, σαν ένα απροσδόκητο μνημόσυνο του συγγραφέα που χάθηκε λίγες ημέρες πριν την επίσημη πρώτη προβολή της ταινίας στις κινηματογραφικές αίθουσες.