Σελίδες

15.12.12

Δευτέρα πρωί, στο ξημέρωμα του αρχαίου κόσμου



Είναι πολύ σπάνιες οι φορές που τυχαίνει να βρεθώ στο Μοναστηράκι πρωινό καθημερινής. Στο τρένο της πράσινης γραμμής  οι επιβάτες λιγοστοί. Απέναντί μου ένας νεαρός με μαλλιά ράστα και στρατιωτικό πανωφόρι, χτυπάει  και με τα δύο χέρια τα διπλανά του καθίσματα σαν ταμπούρλα, με ρυθμό γρήγορο, καταιγιστικό, σαν σε Διονυσιακή έκσταση, σε ένα jam session που κρατάει όλη τη διαδρομή, φέρνοντάς με στα όριά μου ανοχής των κρουστών. Επικαλούμαι νοερά όλους τους jazz κρουστούς που έχουν αναληφθεί στους ουρανούς να τον γαληνέψουν∙ λυτρωτική η άφιξη στο σταθμό του Μοναστηρακίου.
Ετούτο το πρωινό Δευτέρας το Μοναστηράκι θυμίζει νοτισμένο πενηντόευρο. Η βροχή της προηγούμενης μέρας έχει αφήσει ένα στρώμα υγρασίας σε όλες τις προσιτές επιφάνειες. Το κράσπεδο της πλατείας γυαλίζει, οι τέντες των καταστημάτων με τα δερμάτινα και τα τουριστικά είναι μουσκεμένες, οι σκύλοι της βιβλιοθήκης του Αδριανού-μόνιμοι θαμώνες-πίνουν νερό από  αρχαίες λακκούβες. Κάνω μια μικρή βόλτα στην αρχή της Ηφαίστου. Μπροστά στα καταστήματα οι ιδιοκτήτες αστειεύονται μεταξύ τους, οι διερχόμενοι πελάτες παζαρεύουν τιμές. Μπαίνω σ’ ένα κατάστημα με χάντρες∙ εκατομμύρια χάντρες, όλα τα χρώματα και τα σχήματα που μπορεί να φανταστεί κανείς, τακτικά βαλμένες σε κουτάκια. Ένα μαγικό χέρι μόνο χρειάζεται για να τις μετατρέψει σε χιλιάδες κολιέ και βραχιόλια.




Ξαναγυρίζω στην πλατεία. Ο μανάβης και ο κουλουράς έχουν αραδιάσει την πραμάτεια τους πάνω στα καρότσια έξω από τον σταθμό. Ο κουλουράς διαλαλεί τα ζεστά κουλούρια με ξενική προφορά, μασουλώντας ένα από εκείνα τα μικρά και τραγανά, τη μεταμοντέρνα λαδωμένη εκδοχή του σημιτιού. Διάχυτη τριγύρω η μυρωδιά ψητού χοιρινού∙ ποτέ δεν κατάλαβα ποιος μπορεί να φάει σουβλάκι για πρωινό.
Στο πεζούλι έξω από την εκκλησία, ένας ακκορντεονίστας παίζει το Καλίνκα∙ μάλλον Ρώσος, σκέφτομαι. Θυμάμαι τον ακκορντεονίστα της Buchanan street. Κι αυτός έπαιζε κάθε μέρα το Καλίνκα και αμέσως μετά, χωρίς διακοπή,  έπιανε το Sous le ciel de Paris που κάτω από τον βαρύ, γεμάτο βρεγμένα σύννεφα ουρανό της Γλασκώβης, ακουγόταν πολύ ντελικάτο και ρυθμικό στα τρία τέταρτά του. Έχω καταλήξει ότι οι ακκορντεονίστες σε όλους τους δρόμους της Ευρώπης, ανεξαρτήτως καταγωγής και ηλικίας,  παίζουν μια χούφτα κομμάτια-όσα περίπου τα δάχτυλα της χούφτας: δύο Πιαφ, δύο ρώσικα και δύο του Δούναβη.
Έχω ακόμα λίγο χρόνο∙ μια φορά κι εγώ συνεπής στο ραντεβού μου. Ανηφορίζω την αρχή της Πανδρόσου. Βρίσκομαι μπροστά σε μια κωμικοτραγική σκηνή. Η υπάλληλος ενός καταστήματος με δερμάτινα μαζεύει τη μεταλλική τέντα. Το νερό που έχει λιμνάσει στα αυλάκια της επιφάνειάς της τινάζεται και λούζει πατόκορφα έναν περαστικό. Βλέπω τα μαλλιά του να στραγγίζουν από τα βρωμόνερα που κυλάνε στο μπουφάν και στο παντελόνι του.  Η κοπέλα έχει σαστίσει. Ζητάει συγγνώμη με σπαστά ελληνικά. Ο μουσκεμένος άνδρας είναι εξαγριωμένος. Θέλει να δει τον καταστηματάρχη. Δεν κάθομαι να δω τη συνέχεια. Κρατάω μόνο την εικόνα από τις σταγόνες που κρέμονται γυαλιστερές από τα πυκνά, σγουρά μαλλιά του άνδρα.



Γυρίζω στον σταθμό. Παλιότερα, πριν τη λειτουργία του μετρό, εδώ στεκόταν ένας εφημεριδοπώλης με ένα μεγάλο  πάγκο με περιοδικά κι εφημερίδες. Στον ένα τοίχο του σταθμού μόλις αχνοφαίνεται ένα ανορθόγραφο σύνθημα κατά του Παπούλια που «μας έβαλε στο μνημόνιο»∙ είναι σβησμένο με λευκή μπογιά.  Γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας περιμένουν σε διάφορα σημεία του σταθμού. Δίπλα μου μια ηλικιωμένη κυρία συναντάει τη φίλη της και της γκρινιάζει που άργησε. Έχουν πλάκα έτσι όπως χαζομαλώνουν, διεκδικητικά, σχεδόν τρυφερά. Απέναντί μου, δύο άλλες γυναίκες συζητούν για κάποια γνωστή τους. Κλέβω λίγη από τη συζήτηση, που μου φαίνεται ενδιαφέρουσα. Η γνωστή τους γράφει βιβλία. Μάλιστα, το τελευταίο της βιβλίο της αναφέρεται στη ζωή μου, λέει η μία από τις δυο γυναίκες που έχω μπροστά μου. Συγκρατώ το όνομα της συγγραφέως, να το αναζητήσω στο διαδίκτυο. Κοιτάζω καλύτερα τη γυναίκα. Γύρω στα εβδομήντα, με βαμμένο μαύρο μαλλί, γυαλιά ηλίου, ένα μπεζ πανωφόρι και μπότες∙ η γοητεία του απλού chic.
Η ώρα είναι έντεκα ακριβώς. Σε λίγο θα εμφανιστεί η Χλόη. Πάντα συνεπής στα ραντεβού, απτόητη από τη ζούγκλα της Αθήνας.  Αυτή τη φορά όμως κι εγώ νιώθω υπερήφανη για τον εαυτό μου∙ στην ώρα μου∙ πραγματική κυρία∙ τουλάχιστον δεν έχω να δικαιολογηθώ για το μετρό που άργησε, την πόρτα που δεν άνοιγε, την κυλιόμενη σκάλα που κόλλησε. Από μακριά βλέπω τη Χλόη με ένα όμορφο κατακόκκινο παλτό. Περπατάει μιλώντας στο κινητό. Την πλησιάζω βιαστικά. Ανυπομονώ να της πω ότι μόλις συνάντησα την ηρωίδα ενός βιβλίου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: