Σελίδες

26.9.12

Τα ρολόγια του ζητιάνου


         Ραδιοφωνικό πρωινό στο αυτοκίνητο. «Νιώθει κανείς καλοσύνη για τους ζητιάνους. Θα τους άφηνε να κολυμπήσουν στην πισίνα του»; αναρωτιούνταν οι Clandestinos δέκα χρόνια πριν, με ρομαντική hip-hop διάθεση. Ο ζητιάνος φοράει στα χέρια δύο ρολόγια που κανείς δεν μπορεί να αγοράσει. Στο ένα χέρι το φεγγάρι και στο άλλο τον ήλιο. Και τα δυο φτιαγμένα από ουρανό.
        Σκέψεις ποιητικά ειπωμένες, μακριά από την καθημερινή πια πραγματικότητα. Κανένα ρολόι δεν φοράνε οι ζητιάνοι που φθάνουν μόνοι τους ή με το ΕΚΑΒ στις εφημερίες των νοσοκομείων, αλλά και να φορούσαν, θα το έδιναν για ένα κομμάτι φρέσκο ψωμί.
       Καθώς σταματάω στο φανάρι της λεωφόρου, το τραγούδι κοντεύει να τελειώσει. Ένας ρακένδυτος νεαρός έχει σχεδόν χωθεί στον κάδο των σκουπιδιών και ψάχνει. Απέναντι, έξω από ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ, ένας καλοντυμένος εξηντάρης ουρεί σχεδόν κολλημένος σε έναν άλλο κάδο σκουπιδιών. Ο ρακοσυλλέκτης συνεχίζει το ψάξιμο. Ο άνδρας κουμπώνει το φερμουάρ του και μπαίνει στο πρακτορείο. Το κλαρίνο του Θανάση Παπαδόπουλου σβήνει αφήνοντας την τελευταία τρίλια του. Το φανάρι γίνεται πράσινο και ξεκινάω.

1 σχόλιο:

akrat είπε...

καλησπέρα

υπάρχει μια ελευθερία στην δέσμευση της προτεταμένης παλάμης..