Σελίδες

30.4.12

Η Αθήνα που χάνεις



     Σαββατόβραδο ανοιξιάτικο, στο έμπα του Μάη και στο άγγιγμα του παραβάν της κάλπης, η Ιωάννα ήθελε σινεμά. Αδελφοί Ταβιάνι, Άστυ∙ διπλή πρόκληση θα μου έμοιαζε παλιότερα. Όχι πια όμως. Το κέντρο της Αθήνας με απωθεί. Προσπάθησα να της εκτρέψω τη σινεφίλ όρεξη στο «Ένας χωρισμός» που παιζόταν στο Φάληρο, τίποτα όμως. Αμετακίνητη στους Ταβιάνι∙ ή τον έναν αδελφό ή τον άλλο, σίγουρα πάντως κάποιον από την οικογένεια.
     Τραμ πρώτα και ύστερα μετρό, η γνωστή ακολουθία μαζικής μεταφοράς, αντίστροφα στον γυρισμό. Στον σταθμό του μετρό, μια μαμά με δυο κοριτσάκια-προσκοπίνες μιλούσαν και γελούσαν δυνατά. Στο διπλανό κάθισμα μια κοπέλα διάβαζε ένα βιβλίο. Πλησίασα να δω ποιο ήταν. Δίπλα σχεδόν στις προσκοπίνες, όρθιος, κολλημένος στον τοίχο, ένας νεαρός με άσπρο πουλόβερ, έκανε κάτι που προσπαθούσε εμφανώς να κρύψει. Σκέφτηκα ότι θα ήταν bookarazzi, της ομάδας δηλαδή που φωτογραφίζει τους αναγνώστες στα βαγόνια, έτοιμος να φωτογραφίσει την κοπέλα. Πλησίασα λίγο περισσότερο. Αυτό που κρατούσε μου ήταν πολύ γνώριμο∙  μια σύριγγα ινσουλίνης. Σίγουρα δεν ήταν διαβητικός∙ η θέση που τρυπιόταν δεν είναι σημείο υποδόριας έγχυσης ινσουλίνης. Ούτε το σνιφάρισμα που έκανε στο υπόλειμμα της σύριγγας μπορούσε να αποτελεί μέρος οποιασδήποτε αγωγής της κλασσικής ιατρικής. Οι προσκοπίνες συνέχισαν να γελάνε με τη μαμά τους μέχρι που έφτασε το μετρό.
    Είδαμε την ταινία “Padre padrone”  σε ένα Άστυ σχεδόν γεμάτο. Μπροστά μου καθόταν ένας μεγαλόσωμος κύριος που ανέμιζε τη βεντάλια της γυναίκας του. Εκνευρίστηκα και πήγα να τον σκουντήξω. Μετά σκέφτηκα, δεν είναι facebook εδώ. Ευτυχώς τον απορρόφησε η ταινία και σταμάτησε να ζεσταίνεται. Καλοφτιαγμένη ταινία, πραγματική ιστορία.
    Μετά το τέλος της βγήκαμε στην Κοραή. Στην είσοδο (έξοδος πια για μας) του κινηματογράφου ένας επίμονος νεαρός που είχε μόλις αποφυλακιστεί, ζητιάνευε λίγα σινεφίλ κέρματα. Ο πεζόδρομος της Κοραή, σε παλιότερα Σαββατόβραδα γεμάτος ζωή, τώρα σκοτεινός και μόνος. Τα στέκια της στοάς αποδεκατισμένα.
     Ο δρόμος αυτός ήταν από τα αγαπημένα μου σημεία στην Αθήνα. Πριν γίνει πεζόδρομος, φιλοξενούσε το τέρμα του τρόλεϊ 10. Μαθητής γυμνασίου ακόμα ο αδελφός μου, κατέβαινε από το τρόλεϊ φορτωμένος με τα τεύχη των Κλασσικών Εικονογραφημένων και τα έδινε στην «Ατλαντίδα» για να πάρει τον αντίστοιχο τόμο. Αργότερα η «Ατλαντίς» έκλεισε και άνοιξε ο Φλόκας. Οι πρώτες μου μαθητικές βόλτες στο κέντρο, μετά από κάποια απογευματινή παράσταση θεάτρου ή σινεμά, έκλειναν εκεί με μιλκ σέικ ή φραπέ βιενουά και μηλόπιτα. Αργότερα ήρθαν τα Starbucks, γέμισε η στοά με καφέ και εστιατόρια, ήρθε στη Σταδίου και ο Ιανός, στην Πανεπιστημίου ο Παπασωτηρίου.
     Με ξεκούραζε η βόλτα στο κέντρο, ιδίως αν ήμουν στενοχωρημένη ή προβληματισμένη. Άφηνα τις σκοτούρες μου στα σταυροδρόμια: Σόλωνος και Σίνα, Εμμανουήλ Μπενάκη και Πανεπιστημίου, Ακαδημίας και Βουκουρεστίου. Και στα δισκοπωλεία: Metropolis (το πρώτο της Πανεπιστημίου, η δική μου μητρόπολη), Jazz & Rock, Ηappening και αργότερα στη Λέσχη του Δίσκου. Μια φορά είχα ξοδέψει όλο το φοιτητικό μου χαρτζιλίκι σε βινύλια και δεν είχα λεφτά για το εισιτήριο του λεωφορείου.
    Ομόρφαινε η Αθήνα τη νύχτα. Κρύβονταν οι άχαρες, σκληρές σκιές του πρωινού και μαλάκωναν οι καπνομουτζούρες των κτηρίων. Τα αυτοκίνητα σταματούσαν να κυκλοφορούν ως πολύχρωμα σιδερικά και γίνονταν κινούμενες λάμψεις που φώτιζαν τη νύχτα. Οι δρόμοι γέμιζαν από νεαρόκοσμο που φώναζε, γελούσε, ερωτευόταν, μοσχοβολούσε. Αυτά θα διηγούμαστε κάποτε στα εγγόνια μας και θα μας θεωρούν γραφικούς.
     Τίποτα δεν έχει μείνει όρθιο. Το κέντρο της Αθήνας εκφυλισμένο, παράλυτο. Η δυστυχία απλωμένη σε βρώμικα σεντόνια καταμεσής στα φαρδιά πεζοδρόμια: Πανεπιστημίου, Σταδίου, Ακαδημίας. Όλοι οι δρόμοι σε κατάληψη από κακοτυχισμένους ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Σήμερα αυτοί, αύριο ποιος; Ακολουθεί πολιτική διαφήμιση, ενώ θα έπρεπε να ακολουθεί πολιτική διαπόμπευση. Οι ακραίες δυνάμεις καραδοκούν να μπουν στο κοινοβούλιο και να αλώσουν τα χαρακτηριστικά της δημοκρατίας. Η χρυσή αυγή έπαψε να αποτελεί ποιητική εικόνα∙ έγινε ζοφερή απειλή. Τι άλλο πρόκειται να δούμε…
    Προχωρήσαμε αργά προς το αυτοκίνητο της Ιωάννας. Η κίνηση στη Σταδίου λίγη. Μου ήρθε στο νου ο Καβάφης∙ η Αλεξάνδρεια που έχανε ο Αντώνιος. Δεν ήταν ακόμα μεσάνυχτα, όμως οι αόρατοι θίασοι του παρελθόντος μας έπαιζαν με τα εξαίσια όργανά τους σκοπούς θλιβερούς. Αυτοσχέδια ρέκβιεμ. Η Αθήνα που χάναμε. Η Αθήνα που χανόταν. Σε λίγες ώρες ξημέρωνε η γενέθλια μέρα του ποιητή. Δεν το θυμόμουν∙ το έμαθα την άλλη μέρα, στο διαδίκτυο.

3 σχόλια:

Eva Psarrou είπε...

Ήμουνα 16 και 17 χρονών και δεν μου έκανε αίσθηση που επέστρεφα μόνη μου από την πλατεία Κάνιγγος που ήταν το φροντιστήριο στη Βάθης για να πάρω το λεωφορείο της επιστροφής. Και έφτασα σαράντα+ για να νιώσω τον φόβο που δεν είχα νιώσει παιδί... Ελπίζω και εύχομαι να είναι κάτι το παροδικό και κάποια στιγμή, αυτοί που ευαγγελίζονται το καλό μας να ρίξουν την πρέπουσα προσοχή στην πόλη, αντί να ρίχνουν τις ευθύνες της κατάντιας ο ένας στον άλλο...

akrat είπε...

η ζωή κυλάει

θα δούμε πάρα πολλά

θα δούμε την ζωή

δεν υπάρχει ούτε κόκκος ρομαντισμού (με την χυδαία της απλοική διάσταση).

Υπάρχει μια θάλασσα ανοιχτή και καράβια που έχουν τιμονιέριδες ανέτοιμους να παλέψουν με την τρικυμία της κρίσης...

Όσοι είναι εντός του πλοίου και ηδονίζονται από την απόλυτη τρικυμία έχουν ελπίδα να δουν στεριά...

Οι άλλοι.... έχασαν...

Poet είπε...

Μαζί με την Αθήνα που χάνεται, Μαρία μου, χάνονται δυστυχώς και πολλά άλλα, εξίσου πολύτιμα. Όπως η εντιμότητα, η ευθύτητα, το φιλότιμο, η ανάληψη ευθυνών. Όχι η οικονομική αλλά η κοινωνική κρίση στην Ελλάδα νομίζω ότι είναι πρωτοφανής.