Σελίδες

12.1.12

Εφιάλτης στη χώρα με τις ελιές (ή σημειώσεις μιας ελεύθερης πτώσης)


Ένα πρωινό μέσα στις γιορτές, στο στολισμένο-όπως κάθε χρόνο-Χριστουγεννιάτικο καθιστικό μας, η Άννα με ρώτησε αν υπάρχει περίπτωση σε λίγο καιρό να μην έχουμε να φάμε. Παιδική αθωότητα προσηλωμένη στη βρώσιμη ευτυχία. Της απάντησα ότι στην αρχή θα έχουμε σίγουρα να τρώμε. Μπορεί όμως να μην έχουμε ρούχα να φορέσουμε, οπότε εγώ θα κάθομαι δίπλα στο τζάκι με δυο μακριές βελόνες πλεξίματος και θα φτιάχνω ρούχα για την οικογένεια. Θα ζεσταινόμαστε με το τζάκι και ο Στέλιος θα πηγαίνει στο δάσος με το τσεκούρι του και θα φέρνει ξύλα για τη φωτιά. Αν όμως τα πράγματα δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο, θα τις πάμε και τις δυο, την Έλλη και την Άννα, και θα τις αφήσουμε στο δάσος. Η Άννα με άκουγε χαμογελαστή, καθώς καταλάβαινε ότι δεν μιλούσα σοβαρά. Τις ίδιες περίπου μέρες, μια άλλη μικρή Άννα έφευγε το πρωί για το νηπιαγωγείο με ένα σημείωμα στην τσέπη: «Δεν θα έρθω να πάρω την Άννα σήμερα επειδή δεν έχω τη δυνατότητα να την φροντίσω. Παρακαλώ προσέξτε την. Συγγνώμη. Η μητέρα της».
                Φέτος ήταν η πρώτη φορά που χάρηκα για το τέλος των γιορτών. Οι στρουμπουλοί Αγιοβασίληδες με τις λευκές γενειάδες και τους παραφουσκωμένους σάκους με τα δώρα δεν κατάφεραν να πείσουν ούτε αυτά τα μικρά παιδιά. Σταμάτησαν κι αυτά να ρωτούν αν υπάρχει πραγματικά ο Άγιος Βασίλης. Τα κάλαντα ακούγονταν σαν απειλή για πολλά σπίτια που δεν είχαν ούτε τα στοιχειώδη για τις γιορτινές ημέρες. Μα και τα λίγα παιδάκια που τόλμησαν να βγουν με τρίγωνο στους δρόμους ακολουθούνταν κατά πόδας από κάποιον γονιό, καθώς ο κίνδυνος επίθεσης με στόχο λίγα κέρματα ήταν ορατός.
                Η Έλλη μου ανέφερε ένα περιστατικό μιας παρέας τριών φοιτητών, μιας κοπέλας και δυο αγοριών, που δέχτηκαν επίθεση από συμμορία νεαρών στο Γκάζι, και αφού παρέδωσαν τα κινητά και τα λίγα χρήματα που κρατούσαν μαζί, εξαναγκάστηκαν υπό την απειλή μαχαιριών να παραδώσουν και τα παπούτσια τους και να συνεχίσουν ξυπόλητοι τον δρόμο τους. Εκτός από τις συμμορίες των ψιλικατζήδων υπάρχουν και οι φιλότεχνοι διαρρήκτες με ευγενέστερους στόχους, έναν Πικάσο για παράδειγμα. Αναρωτιέμαι πόσο προφυλαγμένοι είναι στ’ αλήθεια οι άλλοι αμύθητης αξίας θησαυροί μας, πόσο απίθανο είναι να μπουκάρει μια οργανωμένη σπείρα στο Μουσείο της Ακρόπολης και να φύγει αγκαλιά με κάποια από τις Καρυάτιδες.
Ένα ξημέρωμα πριν από δύο περίπου μήνες, μπήκε από την κεντρική πύλη του νοσοκομείου μας ένα φορτηγάκι, ξεπέζεψαν οπλισμένοι κουκουλοφόροι, έσπασαν την κεντρική πόρτα, ξήλωσαν και πήραν μαζί τους την αυτόματη ταμειακή μηχανή που υπήρχε στην είσοδο. Καθώς το κράτος τελεί υπό απόλυτο ξεχαρβάλωμα, με τις κοινωνικές παροχές-συμπεριλαμβανόμενης της προστασίας του πολίτη-σε κατάσταση αποδόμησης, κανένας παράνομος δεν έχει στην ουσία να φοβάται ότι θα συλληφθεί και θα τιμωρηθεί. Ποιος να τον συλλάβει και-ακόμα περισσότερο-ποιος να τον τιμωρήσει… Ο παλιός υπουργός με τα κοντυλογραμμένα βλέφαρα παραβιάζει τα κόκκινα φανάρια ανενόχλητος. Ο αειθαλής μόδιστρος και εν Ελλάδι εκπρόσωπος του φτεροπόδαρου θεού, παρά τις τεράστιες οφειλές, συνεχίζει να κυκλοφορεί χαριεντιζόμενος στα πολυκαταστήματα, περιφέροντας χωρίς αιδώ τη γουνοφορεμένη γκλαμουράτη ύπαρξή του ανάμεσα στους απλούς πολίτες που αγοράζουν τα  γιορτινά δώρα, μετρώντας με αγωνία τα λιγοστά χαρτονομίσματα στο πορτοφόλι τους.
Η ελεύθερη πτώση της ελληνικής οικονομίας απασχολεί τον ξένο Τύπο. Διαβάζοντας τα σχετικά άρθρα, νιώθει κανείς στο πετσί του αυτό το “free fall”. Το αλεξίπτωτο δεν φαίνεται ν’ ανοίγει. Με τα περισσότερα δάση καμένα, δεν θα βρεθεί κλαδί γερό να μας συγκρατήσει.
Βέβαια, το τραγικό συνυπάρχει συχνά με το κωμικό, σαν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος (ευρώ, δραχμής ή άλλου). Θα κλείσω αυτές τις μαύρες ημερολογιακές σημειώσεις με ένα αστείο γεγονός. Εδώ και πολλά χρόνια, η μητέρα μου αλληλογραφεί με γυναίκες από το εξωτερικό, διαφόρων εθνικοτήτων και ηλικιών. Χθες το μεσημέρι, ο ταχυδρόμος της έφερε ένα δέμα από μια Γαλλίδα penfriend, που γενικά δεν της έγραφε και πολύ συχνά. Το δέμα περιείχε σοκολατάκια, καφέ φίλτρου Carte noire, σοκολάτα σκόνη Van Houten, τσάι Lipton και ένα βαζάκι με κρέμα κάστανου. Φαίνεται ότι η σύγχρονη UNRRA, κουρεμένους ή ακούρευτους, μας σκέφτεται. Έτσι, ακόμα κι αν χρεοκοπήσουμε, πάντα θα υπάρχει ένα φλιτζάνι αχνιστό τσάι Lipton Earl Grey και μερικές κουταλιές κρέμα κάστανο να γεμίζουν τα άδεια μας στομάχια.

4 σχόλια:

akrat είπε...

unra...


βρε τι θυμόμαστε ξανά...

Poet είπε...

Χαριτωμένο, καλογραμμένο.

Η Ελλάδα δεν είναι η Αθήνα (μόνο). Εμένα μου είπαν τα κάλαντα μερικές δεκάδες παιδιά, μελωδικά, χαρούμενα, ξένοιαστα. Και χωρίς σωματοφύλακα. Η εγκληματικότητα στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι από τις χαμηλότερες στον δυτικό κόσμο.

Σίγουρα η κατάσταση είναι δύσκολη, Μαρία μου, και παρατηρούνται από τραγικά ως τραγελαφικά φαινόμενα. Τα προβλήματα όμως δεν πρόκειται να λυθούν από έναν πανικόβλητο λαό ούτε με τα φούμαρα της αριστεράς. Θα λυθούν με σοβαρότητα, συνέπεια, αλληλεγγύη, εργασία. Το παντεσπάνι τελείωσε, ας διαφυλάξουμε το ψωμί μας.

ΜAΡΙΑ ΔΡΙΜΗ είπε...

Δυστυχώς, Τόλη μου, και μακάρι να διαψευστώ, αυτά που συμβαίνουν στην Αθήνα, με μικρότερη ή μεγαλύτερη καθυστέρηση θα μεταφερθούν και στις άλλες μεγάλες πόλεις, γιατί η φτώχεια, η ανεργία και η παραβατικότητα δεν αφορούν μονάχα στους Αθηναίους. Και ναι, συμφωνώ, η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλά σε εγκληματικότητα συγκριτικά με άλλες χώρες, αλλά το επίπεδο αναφοράς (baseline)αυτής της σύγκρισης μάλλον ανεβαίνει.
Σ' ευχαριστώ που πέρασες, παρά το τσουχτερό κρύο...:)

Poet είπε...

Μα, εδώ έχει ζεστασιά όσο δυσάρεστα και να είναι αυτά που λέμε.