Σελίδες

25.11.11

Ο κύριος Ξανθούλης ποτέ δεν ξυπνάει τόσο πρωί


(Ο Ευθύμης Φιλίππου συναντά πρόσωπα που του λένε ιστορίες)


       Κύριε Ξανθούλη, μπορείτε να μου μιλήσετε για διάφορα πράγματα, γενικά, σας παρακαλώ;

       Είχα (παύση) πάει στην Τουρκία. Χτες γύρισα. Πήγα με το αυτοκίνητο μέχρι τις Καστανιές, μετά Ανδριανούπολη. Ξέρεις, στα σύνορα οι Τούρκοι σε καθυστερούν για να δείξουν ότι είναι υπηρεσιακοί και μετά μπορεί να πάνε για φαγητό και να περιμένεις άλλη μισή ώρα και μετά ρεύονται και περιμένεις ξανά και μετά σε 2 περίπου ώρες είσαι στην Πόλη. Πάω συχνά, είτε μόνος είτε κουβαλώντας μαζί μου κάποιους άλλους, έντρομους συνήθως, που μπορεί να διασχίζουν τον  Έβρο για πρώτη φορά και βλέπουν τα τζαμιά με ανοιχτό το στόμα κι εγώ δίπλα τους λέω διάφορες ιστορίες για να τρομάζουν ακόμα πιο πολύ. Πολύ, δεν ξέρω πώς να το πω, πολύ γκόθικ διαδρομή. Παλιά, όταν πήγαινα στην Πόλη, έμενα στο Divan, αλλά όχι πια. Γεννήθηκα το 1947. Γεννήθηκα στην Αλεξανδρούπολη. Στην προεφηβεία ήμουνα πολύ προστατευμένος απ’ τη φαντασία μου. Όχι από τους άλλους, ξαναλέω, απ’ τη φαντασία μου ήμουνα προστατευμένος και μετά βρέθηκα ξαφνικά εκτεθειμένος στην αδηφαγία μιας εφηβείας, της εφηβείας μου. Δεν έχω αδέρφια. Μισούσα το σχολείο. Πέρασα τα καλοκαίρια μου διαβάζοντας, επειδή ήμουνα μετεξεταστέος και τιμωρούσα τον εαυτό μου με μελέτη, κάτι σαν αυτομαστίγωμα. Ξέρεις, είμαι υπέρ της τιμωρίας και όταν αποφασίσω ότι πρέπει να τιμωρήσω κάποιον, τότε απλά τον αντιμετωπίζω σαν να είναι πεθαμένος, αυτό κάνω. Πήγα σ’ ένα πρότυπο σχολείο. Έμενα ο πατέρας μου ήταν ηλεκτρολόγος κι επειδή δεν ήταν δικηγόρος πέρασα από κάτι εξετάσεις για να με πάρουν στο σχολείο και με ρωτήσανε για κάτι χρώματα σ’ ένα ταμπλό και μου δείξανε ένα κι εγώ τους είπα «Αυτό το χρώμα είναι σικλαμέν» κι αυτοί με περάσανε αμέσως και κοίταξα με περιφρόνηση τα υπόλοιπα παιδιά γιατί εγώ είχα μόλις πει το χρώμα σικλαμέν πρώτος. Έλεγα, έλεγα, έλεγα, μίλαγα συνέχεια. Μια ξαδέρφη μου τότε, μάλιστα, είχε μείνει έγκυος χωρίς, όπως μας είπε, να έχει δεσμό και κάτι δασκάλες με ρωτήσανε στο σχολείο για να κουτσομπολέψουνε κι εγώ τους μίλαγα για την περίπτωση της ξαδέρφης περίπου κάνα μισάωρο. Μίλαγα συνέχεια. Στο δημοτικό νομίζω ήμουνα κοινωνικός, αλλά μετά, στο γυμνάσιο, απομονώθηκα γιατί μάλλον κάτι φοβήθηκα. Κάτι θα με τρόμαξε ίσως. Τα τελευταία 50 χρόνια ζω μ’ ένα στερητικό άλφα (παύση) μπροστά μου. (παύση) Αμέτοχος. (παύση) Όχι, δεν δέθηκα με όλα αυτά εκεί τότε. Σχολεία, δασκάλους, θρανία, κιμωλίες, τίποτα. Έδωσα εξετάσεις και απέτυχα δυο φορές. Μηδενίστηκα στην έκθεση ιδεών. Είχαν πέσει οι «Εστιάδες» του Γρυπάρη κι έκανα μια μεγάλη ανάλυση πάνω στον Γρυπάρη γιατί, ξέρεις, ενημερωνόμουν πολύ για το θέατρο και ήξερα διάφορα για τους διευθυντές του Εθνικού κι ας ήμουνα εκεί, μακριά, στο μέρος που είναι η απειλή του δημόσιου υπαλλήλου, στο μέρος που του λένε ότι θα τον στείλουν άμα δεν προσέχει ή κι εγώ δεν ξέρω τι. Έδωσα εξετάσεις για να έχω μόρφωση, που λέμε. Μου άρεσε πολύ αυτή η έκφραση. «Αυτός σπούδασε γιατρός για μόρφωση». Δεν έδωσα εξετάσεις για να φύγω απ’ την Αλεξανδρούπολη, γιατί θα έφευγα έτσι κι αλλιώς. Και δεν το θεώρησα ποτέ ηρωικό το ότι έφυγα, όταν έφυγα. Σιγά. Τόσος κόσμος φεύγει κάθε μέρα από ένα μέρος και πάει κάπου αλλού. Στην Αθήνα κατέβαινα από μικρός. Πολλές φορές και μόνος μου κατέβαινα. Την πρώτη φορά που ήρθα παρά λίγο να πεθάνω από μια οξεία νεφρίτιδα, αλλά τελικά δεν πέθανα. Στον Ευαγγελισμό με πήγανε. Όταν ήρθα στην Αθήνα και είδα τη Βασιλίσσης Σοφίας και τις πρεσβείες και τις σημαίες και τον Ευαγγελισμό, είπα μέσα μου «εδώ, εδώ». Συνέδεσα πολύ τον εαυτό μου με τον Ευαγγελισμό. Μου άρεσαν πολύ ο Ευαγγελισμός και η Αθήνα και το Α’ Νεκροταφείο και η Ζωή Φυτούση κι ο Χατζιδάκις. Όταν ήρθα για να μείνω, έμεινα σ’ ένα ξενοδοχείο στην Αθηνάς που δεν θυμάμαι πως το λέγανε, αλλά θυμάμαι ότι μύριζε παστουρμά, γιατί απέναντι πουλάγανε αλλαντικά. Τότε είδα και για πρώτη φορά στη ζωή μου φρέζιες και είχα ξετρελαθεί γιατί απάνω δεν φυτρώνανε. Μάλλον λόγω κρύου, δεν ξέρω. Ήμασταν περίεργη οικογένεια, μιλούσαμε μόνο με δευτερεύουσες προτάσεις. Δεν ξέρω πώς να σ’ το περιγράψω. Όταν μιλούσαμε μεταξύ μας δεν μιλούσαμε ποτέ για την ουσία των πραγμάτων. Ήταν πολύ δύσκολο για κάποιον ξένο να μας παρακολουθήσει σε μια συζήτηση. Μπορεί να έλεγε κάποιος «το γάλα ξίνισε» και μετά «γιατί δεν πήγες τα ρούχα στο καθαριστήριο το πρωί». Τέλος πάντων, (παύση) δεν ξέρω πώς να το προσδιορίσω ακριβώς, αλλά μιλούσαμε πολύ περίεργα. Το δωμάτιό μου το θυμάμαι. Τότε ήταν πολύ της μόδας τα κάδρα. Όλοι ήθελαν να κορνιζάρουν πράγματα. Εγώ είχα κορνιζώσει τον «Εσταυρωμένο» του Γκρέκο. Όταν βίωνα αποτυχίες στα μαθήματα ή αλλού τον κατέβαζα, μόλις τα πράγματα καλμάρανε τον ξανακρέμαγα τον «Εσταυρωμένο». Εμείς, ως πρόσφυγες εκεί, την ξέραμε την ιστορία μας, δηλαδή την ξέραμε όπως μας την έλεγαν κάποιοι πιο ηλικιωμένοι, που βέβαια ο καθένας έλεγε μια άλλη, δική του εκδοχή της ιστορίας. Και μετά έλεγα κι εγώ σε άλλους τη δικιά μου εκδοχή, αλλά εγώ έβαζα μέσα με κάποιον τρόπο και τους Ρομανόφ, έτσι, για πιο πολύ πλούτο. Δεν μου άρεσαν αυτές οι μίζερες ιστορίες που άκουγα με τις φτώχιες και τ’ αντίσκηνα και τις αηδίες και τις σαχλαμάρες. Εγώ έβαζα πάντα πάρα πολλή ξιπασιά και πλούτο. Η Αλεξανδρούπολη δεν ήταν ωραία. Εντάξει, είχε θάλασσα και ψάρια. Αλλά εμείς δεν είχαμε σχέση με αυτήν τη θάλασσα, δεν ταξιδεύαμε με πλοία. Εμένα δεν με νοιάζανε ποτέ τα πλοία, αλλά τα τρένα. Μου αρέσουνε τόσο πολύ τα τρένα*, δεν φαντάζεσαι πόσο. Στο σπίτι παλιά έρχονταν πολλοί φίλοι και καθόμασταν μέχρι πολύ αργά. Κάναμε κάτι σαν φιλολογικά σαλόνια. Έτσι ξεκίνησα να γράφω. Για να τους κάνω να γελάνε δηλαδή - ήθελα να τους κάνω να γελάνε και να περνάνε ωραία. Θέλω οι άλλοι να γελάνε και πάντα εκεί θα διαφωνώ με τους επαΐοντες που θέλουν όλα να είναι (ήχος βρυχηθμού) και βλοσυρά και βαριά. Γράφω με το χέρι και, όπως βλέπεις, δεν έχω υπολογιστή πάνω στο γραφείο μου. Τώρα τελευταία γράφω με αυτά τα μαύρα μολύβια. Και μετά τα ξαναγράφω με στυλό, με μαρκαδοράκι μάλλον. Όχι από πάνω από το μολύβι, όπως οι μοδίστρες τα πατρόν. Εννοώ τα ξαναγράφω από την αρχή και είτε προσθέτω είτε αφαιρώ διάφορα. Δεν ακούω μουσική όταν γράφω, γιατί άμα μου αρέσει κάτι που ακούω μ’ εκτρέπει από αυτό που θέλω να γράψω και δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό. Είμαι πάρα πολύ επιρρεπής στην εκτροπή εγώ. Καμιά φορά, όταν γράφω, γίνομαι κάτι σαν αλεξικέραυνο κάποιων πληροφοριών, χωρίς να το θέλω. Και το καταλαβαίνω πολύ μετά. Και λέω «Α, οι ήρωες των βιβλίων μου τελικά υπάρχουν» και αυτό είναι ανατριχιαστικό γιατί εγώ δεν θέλω να υπάρχουν γιατί κάνω τους ήρωές μου συχνά να περνάνε άσχημα και φοβάμαι μη μ’ εκδικηθούν και τρέμω. Στον κινηματογράφο κάθομαι πάντα μπροστά. Κανείς δεν πάει να κάτσει μπροστά κι έχει πάντα κενές θέσεις. Έχω το Σύνδρομο του Λούντβιχ, αυτού που ήθελε ν’ ακούει μόνος του στο θέατρο τις όπερες του Βάγκνερ, χωρίς καθόλου κόσμο. Κάθομαι μπροστά, λοιπόν. Κι αυτό είναι πολύ κουραστικό, αλλά μου αρέσει. Είχα μια νοοτροπία αστού πάντα, δεν ξέρω γιατί. Και οι επαναστάσεις μου ήταν πάντα αστικές για να γίνω πιο αστός. Δεν καταλαβαίνω πώς οι άνθρωποι συναντιούνται σε καφενεία και κάθονται εκεί και συζητάνε και πίνουνε καφέ. Διασκεδάζω πολύ όταν οδηγώ. Έμαθα 59 χρόνων να οδηγώ και μου αρέσει πολύ. Με ξετρελαίνει που οδηγώ. Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι να μαθαίνει κάτι καινούργιο ένας ετοιμοθάνατος, όπως εγώ; Εγώ τώρα ζω με τη ηλικία ενός σκύλου. Πόσα χρόνια έχω νομίζεις; Σήμερα διάβασα στην εφημερίδα για μια γάτα που ζει 23 χρόνια. Απίστευτο, ε; Έκανα μια μέρα έναν μεγάλο καβγά με τη σύζυγό μου και της είπα «τώρα θα δεις, θα κάνω κάτι φοβερά ριψοκίνδυνο» και αποφάσισα να μάθω να οδηγώ. Έχω ένα PT Cruiser και η γυναίκα μου το σιχαίνεται και όλη η οικογένειά μου το βρίζει, ενώ ένας υπάλληλος ενός βενζινάδικου με κοίταξε μια μέρα στα μάτια και μου είπε «τέτοιου ίκε Κίτλερ». Αλλά εγώ το βρίσκω πολύ συντροφικό αυτό το αυτοκίνητο και κάπως συνεκτικό. Έχω κάνει 105.000 χιλιόμετρα.

Κύριε Ξανθούλη, μπορείτε να μου περιγράψετε λεπτομερώς πώς ήταν εμφανισιακά ο πατέρας σας και η μάνα σας;

Να τοι, εκεί, στη φωτογραφία, στην κορνίζα εκεί. Προχτές τους πήγα χρυσάνθεμα. Έχουν πεθάνει.

     Ο Γιάννης Ξανθούλης είναι 35 χρόνων, έχει ένα μουστάκι γκρι, αλλά εκείνος λέει πως είναι βεραμάν. Τα δάχτυλα των χεριών του είναι γεμάτα μελάνια μπλε και τριμμένα φιστίκια Αιγίνης. Το γραφείο του ζυγίζει έναν τόνο, είναι κατασκευασμένο από ανήλικους Μονεγάσκους με καμένα ξύλα μεγάλων τζακιών μεγάλων σαλονιών. Γεννήθηκε στο Μόντε Κάρλο και ανδρώθηκε στην Προύσα κι έχει μια μεγάλη συλλογή από γόμες κρυμμένη σε μια κρύπτη που ανοίγει μ’ έναν ειδικό μηχανισμό, απλά τραβώντας το κηροπήγιο προς τα κάτω και τότε, κοίτα, η βιβλιοθήκη ανοίγει, αποκαλύπτοντας ένα δεύτερο δωμάτιο από πίσω. 


LIFO 22.11.11

Δεν υπάρχουν σχόλια: