Σελίδες

31.10.10

Το καταραμένο κείμενο του Δημήτρη Καμπουράκη

   Όταν φοιτούσα στην τρίτη λυκείου, είχα μια εξαιρετική φιλόλογο για τα αρχαία και την έκθεση. Κάποια γιορτινή μέρα που δεν είχε διάθεση για μάθημα (πριν τα Χριστούγεννα ήταν πιθανότατα), είχε τη φαεινή ιδέα να μας πει να γράψουμε μια έκθεση με ελεύθερο θέμα. Για ό,τι θέλουμε. Προφανώς το εγχείρημα με πέτυχε σε μια περίεργη στιγμή μεταφυσικής διαύγειας και αψήφιστης αποφασιστικότητας, διότι κάθισα και σκάρωσα μια φανταστική ιστορία με δύο αδέρφια που είχαν σκοτώσει τον πατέρα τους, τον τεμάχισαν, τον μαγείρεψαν και τον έφαγαν. Πέραν του προφητικού του πράγματος (έτυχε τρία χρόνια αργότερα να έχω συμφοιτητή και σχεδόν φίλο τον Φραντζή που τεμάχισε τη γυναίκα του), το κείμενο αυτό αποτέλεσε για μένα μια σπουδαία αφορμή να μελετήσω τη σκέψη και τη συμπεριφορά των ανθρώπων όταν βρίσκονται μπροστά σε μη προφανή πράγματα. Τότε κατάλαβα επίσης ότι σπάνια έχουμε τον πλήρη έλεγχο του δρόμου που παίρνουν τα λόγια και τα έργα μας, καθότι αυτά άπαξ και φύγουν από κοντά μας δεν εξαρτώνται από τη δική μας βούληση, αλλά από τη βλακεία ή την εξυπνάδα των υπολοίπων. Το καταραμένο αυτό πόνημα με κυνηγούσε ακαταπαύστως για μεγάλο χρονικό διάστημα, φέρνοντας μου τον ένα μπελά μετά τον άλλον. Διότι εγώ μεν το είχα περιβάλει με όλη την λογοτεχνική αθωότητα των δεκαεπτά μου χρόνων, όμως διαπίστωσα έκπληκτος ότι κανένας άλλος δεν το είδε μ’ αυτό τον τρόπο.
    Η σειρά των γεγονότων που ακολούθησαν την παράδοση του κειμένου στο χέρι της καθηγήτριας, ήταν η ακόλουθη: Η φιλόλογος που ήταν μια σκεπτόμενη και διαβασμένη γυναίκα, διέκρινε στις γραμμές του την εξέγερση ενός εφήβου, διοχετευμένη σε μια προκλητική και ευφάνταστη θεματολογία. Η ανάγνωση της έκθεσης όμως στο γραφείο των καθηγητών –προφανώς ως αξιοπερίεργο κείμενο ενός μαθητή τους- δημιούργησε άλλου είδους παρενέργειες. Ένα ικανό μέρος των καθηγητών, το ερμήνευσαν όχι ως ερασιτεχνική νεανική αλληγορία αλλά ως κυριολεκτική μεταφορά των προθέσεων του γράφοντος, με αποτέλεσμα να υποθέσουν ότι τα ‘χω βάλει με τον πατέρα μου. Ορισμένοι άρχισαν να με κοιτάζουν με συμπάθεια (είναι αυτοί που όλα τα ρίχνουν στους γονείς) κι άλλοι να με αντιμετωπίζουν σαν αχάριστο τσογλάνι (είναι αυτοί που τα ρίχνουν όλα στα παιδιά). Ένας απ’ τους δεύτερους μάλιστα, μόλις με πέτυχε αδιάβαστο, μού πέταξε μέσα στην τάξη: «Εμ βέβαια, δεν ξέρεις ν’ ανοίξεις κανένα βιβλίο, εσύ μόνο να τρως τον πατέρα σου ξέρεις».
    Πολύ άσχημα αντέδρασε ο καθηγητής των θρησκευτικών. Ήταν ένας θρησκόληπτος διοπτροφόρος εκδικητής του Θεού, που στο πρόσωπο μου ανακάλυψε επιτέλους έναν φορέα των ιδεών του Σατανά, τον οποίον και κατακεραύνωσε χωρίς οίκτο μπροστά σε όλους. Τα παιδιά έμαθαν το περιεχόμενο του κειμένου μου απ’ αυτό το στενόμυαλο ανθρωπάκι, αφού η φιλόλογος είχε αποφύγει την ανάγνωση του μέσα στη τάξη. Ακολούθησε μία χιονοστιβάδα συναισθημάτων και εκδηλώσεων εκ μέρους των συμμαθητών μου, που μετεωρίζονταν ανάμεσα στην καζούρα και το δέος. Τότε ήταν που καταγράφηκα ως ο διαφορετικός της τάξης, ως το περίεργο έντομο της μικροκοινωνίας μου. Νόμισα ότι το θέμα είχε τελειώσει, όμως μερικές μέρες αργότερα αντιμετώπισα έκπληκτος την οργή του πατέρα μου και τα κλάματα της μάνας μου, μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Ο πατέρας μου είχε κληθεί ερήμην μου και κάτω από συνθήκες πλήρους συνωμοτικότητας στο σχολείο και είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο της έκθεσης μου. Ματαίως προσπάθησα να μάθω ποιος τον κάλεσε και τι του είπε. Ακόμα πιο μάταιη αποδείχτηκε κάθε απόπειρα να εξηγήσω το περιεχόμενο του κειμένου μου. Ήμουν πολύ μικρός για να υπερασπιστώ επαρκώς τις λογοτεχνικές μου ανησυχίες και εντελώς ανήμπορος να πείσω για την σχετική αυτονομία της λογοτεχνίας από τα γεγονότα της πραγματικής ζωής.
    Ένα κομμάτι του παζλ μπήκε στη θέση του λίγους μήνες αργότερα, όταν άγνωστοι πήδησαν νύχτα τη μάντρα του λυκείου και μουτζούρωσαν με μαύρο σπρέυ το μαρμάρινο ηρώο που υπήρχε στο κέντρο της αυλής. Ήταν ένα μνημείο αφιερωμένο στους μαθητές του σχολείου που είχαν πάει εθελοντές στον πόλεμο του 1912 και είχαν σκοτωθεί. Ήμουν ο μόνος μαθητής που εκλήθη το επόμενο πρωί στο γραφείο του λυκειάρχη, για να αντιμετωπίσει έναν φρικτό άνθρωπο που ούρλιαζε υστερικά μοιράζοντας σάλια και χαστούκια. Με απειλούσε πως αν δεν του έλεγα αυτούς με τους οποίους είχαμε κάνει παρέα το έγκλημα, θα με παρέδιδε στην αστυνομία. Ο φόβος με είχε παραλύσει, παρά ταύτα μπόρεσα να συνειδητοποιήσω ότι όλος αυτός ο τρομερός μπελάς, δεν ήταν παρά αποτέλεσμα του καταραμένου κειμένου. Εξ αιτίας του, κάποιοι που είχαν εξουσία με είχαν κατατάξει στο στρατόπεδο των αντικοινωνικών στοιχείων και των επικίνδυνων αναρχικών. Δεν έκανα τίποτα ηρωικό μέσα σε κείνο το γραφείο, αντιθέτως σχεδόν κλαίγοντας ψέλλισα ότι δεν είχα σχέση μ’ αυτά και ότι το προηγούμενο βράδυ ήμουν από νωρίς στο σπίτι. Ο πατέρας μου το επιβεβαίωσε, με υπερασπίστηκε σθεναρά μπροστά στον λυκειάρχη (τότε κατάλαβα ότι αυτός τον είχε καλέσει για ενημέρωση), αλλά όταν φύγαμε με προειδοποίησε ψυχρά ότι ήταν η τελευταία φορά που του δημιουργούσα πρόβλημα. Το άτιμο το κείμενο είχε δημιουργήσει ρήγμα ως και μέσα στο σπίτι μας. Και τι να του έλεγα έτσι όπως τον έβλεπα να περπατά γρήγορα και γεμάτος οργή μπροστά μου; Πως ούτε να μουτζουρώσω μνημεία είχα διάθεση, ούτε να τον ψήσω και να τον φάω;
    Δεν θα αναφερόμουν περαιτέρω στον λυκειάρχη και θα τον παρέδιδα στην προσωπική μου λήθη ως φιγούρα μιας άλλης εποχής, το κάνω όμως διότι η εμπλοκή του στο περιβόητο κείμενο κράτησε ως το 1985. Το βράδυ της δολοφονίας του Καλτεζά, τα ΜΑΤ με συλλάβανε στα Εξάρχεια μαζί με άλλους και μας μεταφέρανε στη ΓΑΔΑ. Δώσαμε ονόματα, διευθύνσεις και αποτυπώματα, περάσαμε τη νύχτα σ’ έναν διάδρομο όρθιοι και το πρωί μάς καλούσαν ένα-έναν αφού είχαν ψάξει όλα τα στοιχεία που υπήρχαν για μας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκπληξη που ένιωσα, όταν είδα τον αξιωματικό να κοιτάζει το χαρτί που είχε μπροστά του και μετά να μου λέει σαρκαστικά κι έτοιμος να σηκώσει τη χερούκλα του: «Από μαθητής, βλέπω, έγραφες αναρχικά κείμενα»! Η ΓΑΔΑ είχε επικοινωνήσει με την Ασφάλεια Χανίων και το καταραμένο κείμενο ήταν στον φάκελο μου. Από τον κύριο λυκειάρχη προφανώς. Το είχε αναφέρει στους αστυνομικούς τότε που έκαναν την έρευνα για την βεβήλωση του μνημείου κι αυτοί το διέσωσαν ως αιώνια απόδειξη της παρα-κοινωνικής μου σκέψης και συμπεριφοράς. (Δεν θα ξεχάσω βέβαια τον τόνο της φωνής του ίδιου αξιωματικού λίγες ώρες αργότερα, όταν «ενημερώθηκε» ότι κατά λάθος με συλλάβανε. Για την αστυνομία υπήρχαν εκείνη τη στιγμή (και υπάρχουν ακόμα) δύο ειδών άνθρωποι. Οι νομιμόφρονες που ήταν υπέρ της δολοφονίας και οι αναρχικοί που ήταν εναντίον της δολοφονίας. Οι πρώτοι μόνο κατά λάθος έπεφταν στα χέρια της, οι δεύτεροι μόνο κατά λάθος δεν έπεφταν. Κι αφού οι άνωθεν διαταγές με κατέτασσαν στους πρώτους, ήταν λογικό να μου πει με πατρικό τόνο: Φαινόσουνα εσύ ότι ήσουν καλή πάστα. Τι ζητούσες βρε παιδί μου σ’ αυτή τη γειτονιά; Κι αυτά τα μαλλιά, κόφτα να πάνε στον διάολο.)
    Μου ξέφυγε η διήγηση, αλλά όλα έχουν το ενδιαφέρον τους. Επιστρέφω σε κείνες τις καταραμένες γραμμές, μέσα στις οποίες τα αδέρφια έφαγαν τον πατέρα τους. Τότε συνειδητοποίησα την φοβερή ισχύ που μπορούν ν’ αποκτήσουν οι λέξεις ενός κειμένου. Ισχύ που άλλοτε παίρνει τη μορφή μιας γροθιάς της αποκαλύψεως κι άλλοτε την τοξικότητα μιας σταγόνας δηλητήριου στην άκρη των χειλιών. Μα κυρίως κατάλαβα ότι το κείμενο το γράφεις για σένα και μόνο για σένα, ακόμα κι αν ο αντικειμενικός σκοπός του είναι να απευθυνθεί σε άλλους. Για τον συγγραφέα, κάθε προσπάθεια να καταλάβουν οι αναγνώστες του ακριβώς αυτά που θέλει, αποτελεί απόλυτη ματαιότητα. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη ούτε καλό, ούτε κακό. Απλώς είναι μια πραγματικότητα, που μόλις την συνειδητοποιήσει, τον απελευθερώνει.
    Την πραγματικότητα αυτή κατάλαβα για μια ακόμα φορά το 2008, όταν 30 χρόνια μετά την αποφοίτησή μας, όλοι οι παλιοί συμμαθητές καταφέραμε να ξανασυγκεντρωθούμε για να δούμε τα χάλια μας. Όταν θυμηθήκαμε όλα τα άλλα, ήρθε και η κουβέντα στο περιβόητο κείμενο. Και κάποιοι, αποθαυμάζοντας την «καριέρα» που έκανα, είπαν κουνώντας το κεφάλι τους με ύστερο θαυμασμό: «Από τότε που έγραψες εκείνη την έκθεση, φαινότανε ότι θα προκόψεις.» Γέλασα με την καρδιά μου. Διότι και άρτι αποφυλακισθείς βαρυποινίτης για φόνους να ήμουν, πάλι το ίδιο θα λέγανε: φαινότανε από το κείνο το κείμενο…

Δημήτρης Καμπουράκης
31-10-2010
http://www.protagon.gr/

1 σχόλιο:

Poet είπε...

Ενδιαφέρον κείμενο. Και γιατί θα πρέπει οι αναγνώστες να καταλάβουν α κ ρ ι β ώ ς αυτά που θέλει να πει ο συγγραφέας; Αρκεί να είναι συντονισμένοι στο ίδιο μήκος κύματος. Έτσι κι αλλιώς ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας καταλαβαίνει ακριβώς αυτά που λέει. Στην ποίηση μάλιστα θα πρέπει να ερωτηθεί ο αόρατος υποβολέας τι ακριβώς εννοεί. Κωφάλαλος δυστυχώς.